Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το ουκρανικό σιτάρι προκαλεί ρήγμα στη συμμαχία – Εμπάργκο από Πολωνία και Ουγγαρία

Δημοσιεύτηκε στις

Αντιδρά η Ουκρανία στην απόφαση της Πολωνίας να απαγορεύσει ακόμα και τη μεταφορά ουκρανικών γεωργικών προϊόντων

 Το Κίεβο θεωρεί την απόφαση της Πολωνίας να απαγορεύσει τις εισαγωγές ουκρανικών γεωργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των διαμετακομιστικών παραδόσεων, ως παραβίαση προηγούμενων διμερών συμφωνιών, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Αγροτικής Πολιτικής και Τροφίμων της Ουκρανίας.

Το υπουργείο Αγροτικής Πολιτικής και Τροφίμων του Κιέβου εκφράζει τη λύπη, του που η Βαρσοβία έλαβε την απόφαση να περιορίσει προσωρινά τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων από την Ουκρανία προς και μέσω της Πολωνίας, συμπεριλαμβανομένης της διέλευσης.
Η Ουκρανία σημειώνει, πως πάντα αντιμετώπιζε με «κατανόηση» τα προβλήματα των Πολωνών αγροτών, οι οποίοι υπέστησαν απώλειες λόγω εισροής φθηνών ουκρανικών σιτηρών.
«Πριν από μια εβδομάδα, συμφωνήσαμε ότι τέσσερις τύποι προϊόντων – σιτάρι, καλαμπόκι, ηλιόσποροι και ελαιοκράμβη – μπορούν να διέρχονται από το έδαφος της Πολωνίας μόνο κατά τη διαμετακόμιση», ανέφερε το ουκρανικό υπουργείο.
«Η απάντηση σε διάφορα ζητήματα με μονομερείς δραστικές ενέργειες δεν συμβάλλει στη θετική επίλυση της κατάστασης», πρόσθεσε το υπουργείο.
Την ίδια ώρα, φαίνεται ότι το ρήγμα στη Δύση διευρύνεται, καθώς και η Ουγγαρία, προκειμένου να προφυλάξει την εγχώρια παραγωγή από τον αθέμιτο ανταγωνισμό των ουκρανικών προίόντων τα οποία δεν υπόκεινται στους ευρωπαϊκούς περιορισμούς, αποφάσισε προσωρινό embargo.
Η μονομερής δράση στο εμπόριο από μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απαράδεκτη, δήλωσε εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Κίνδυνος χρεοκοπίας για τους αγρότες

Η κυβέρνηση της Πολωνίας απαγόρευσε τις εισαγωγές ουκρανικών γεωργικών προϊόντων έως τις 30 Ιουνίου, σύμφωνα με διάταγμα του υπουργείου Ανάπτυξης και Τεχνολογιών της χώρας.
Την Παρασκευή (14/4), έξι ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας, τάχθηκαν υπέρ της δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού μηχανισμού για τις αγορές ουκρανικών σιτηρών και για την επιβολή δασμών στα ουκρανικά γεωργικά προϊόντα.
Σύμφωνα με τον Σλοβάκο υπουργό Εξωτερικών Samuel Vlcan, η συγκομιδή σιτηρών θα ξεκινήσει στην ΕΕ σε λίγους μήνες και, εάν η κατάσταση με τις προμήθειες σιτηρών της Ουκρανίας παραμείνει αμετάβλητη, οι αγρότες θα χρεοκοπήσουν. Ένα μέρος των ουκρανικών σιτηρών, που προορίζεται κυρίως για παράδοση σε αφρικανικά κράτη, καταλήγει σε ευρωπαϊκές χώρες που χρησιμοποιούνται ως οδός διέλευσης.
Η Σλοβακία επέβαλε προσωρινή απαγόρευση επεξεργασίας και πώλησης ουκρανικών σιτηρών στις 13 Απριλίου.

Πολωνία: Πρέπει να προστατεύσουμε τους αγρότες μας

H Πολωνία απαγόρευσε τις εισαγωγές σιτηρών και ορισμένων άλλων προϊόντων διατροφής από την Ουκρανία για να προστατεύσει την αγορά της, δήλωσε ο ηγέτης του κυβερνώντος κόμματος της χώρας Jaroslaw Kaczynski.
Το έθνος μας «θα συνεχίσει να υποστηρίζει την Ουκρανία», δήλωσε ο Kaczynski.
«Ωστόσο, έχουμε καθήκον να προστατεύσουμε τους πολίτες μας, τους αγρότες και να αποφύγουμε μια κρίση της γεωργίας μας», πρόσθεσε.
Νωρίτερα αυτό το μήνα, ο υπουργός Γεωργίας της χώρας παραιτήθηκε μετά από εκτεταμένη διαμαρτυρία των αγροτών για τις εισαγωγές σιτηρών από τη γειτονική Ουκρανία.
Οι αγρότες αποτελούν σημαντικό εκλογικό σώμα για το κυβερνόν κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη, το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με δύσκολες εκλογές το φθινόπωρο 2023.
Η Πολωνία και άλλα γειτονικά κράτη είχαν συμφωνήσει να βοηθήσουν στη μεταφορά σιτηρών από την Ουκρανία στις παγκόσμιες αγορές, αφού η ρωσική εισβολή μπλόκαρε τις εξαγωγές πέρυσι.
Μέρος της προσφοράς αυτής συσσωρεύεται τώρα στην ανατολική Ευρώπη και απειλεί τα τοπικά μέσα διαβίωσης.
Η κυβέρνηση θα προβεί σε αγορά σιτηρών από τους τοπικούς αγρότες και θα παράσχει πρόσθετες επιδοτήσεις για τους παραγωγούς, διατηρώντας παράλληλα τα οφέλη για την αγορά λιπασμάτων, δήλωσε ο Kaczynski.

Καθοριστική συνάντηση

Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Ουκρανίας Ukrinform μετέδωσε πως Ουκρανοί και Πολωνοί υπουργοί αναμένεται να συναντηθούν τη Δευτέρα (17/4) στην Πολωνία και πως η διευθέτηση για τη διαμετακόμιση θα βρίσκεται στο επίκεντρο των συνομιλιών.
Οι διαπραγματεύσεις όσον αφορά την εξαγωγή ουκρανικών προϊόντων θα συνεχιστούν με τη Ρουμανία την Τετάρτη 19 Απριλίου 2023 και με τη Σλοβακία την Πέμπτη 20 Απριλίου.

Η Ουκρανία εξάγει το μεγαλύτερο μέρος των αγροτικών προϊόντων της, ιδιαίτερα των σιτηρών, μέσω των λιμανιών της στη Μαύρη Θάλασσα, ο αποκλεισμός των οποίων ήρθη τον Ιούλιο όπως προέβλεπε η συμφωνία ανάμεσα στην Ουκρανία, την Τουρκία, τη Ρωσία και τα Ηνωμένα Έθνη.
Περίπου τρία εκατομμύρια τόνοι φεύγουν από την Ουκρανία κάθε μήνα μέσω του διαδρόμου σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας, ενώ μόνο έως 200.000 τόνοι κατευθύνονται σε ευρωπαϊκά λιμάνια μέσω του πολωνικού εδάφους, σύμφωνα με το ουκρανικό υπουργείο.
Ο υπουργός Γεωργίας της Ουκρανίας Mykola Solskyi δήλωσε το Σαββατοκύριακο πως 500.000 έως 700.000 τόνοι διαφόρων αγροτικών προϊόντων διασχίζουν τα σύνορα με την Πολωνία κάθε μήνα, περιλαμβανομένων σιτηρών, φυτικού ελαίου, ζάχαρης, αυγών, κρέατος και άλλων προϊόντων.

Δηκτικό σχόλια από το Ρωσικό ΥΠΕΞ: Η αυτοχειρία του Ιούδα… και η απαγόρευση των Ουκρανικών σιτηρών από την Πολωνία

Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Maria Zakharova σχολίασε με καυστικό τρόπο την απόφαση της Πολωνίας να απαγορεύσει προσωρινά την εισαγωγή ουκρανικών σιτηρών: «Οι Εβραίοι… σφαγίασαν τα σιτηρά τους μέχρι το Πάσχα».
«Εν συντομία για τη “συμφωνία σιτηρών”.
Για να το πούμε έτσι, ο Ιούδας πνίγηκε… στα σιτηρά πριν από το Πάσχα», έγραψε η Zakharova στο της κανάλι στο Telegram, σχολιάζοντας την απόφαση της Βαρσοβίας.

Ρήγμα στη Δύση: Μετά την Πολωνία και η Ουγγαρία επιβάλλει προσωρινή απαγόρευση των προμηθειών σιτηρών από την Ουκρανία

Μετά τη Πολωνία και η κυνέρνηση της Ουγγαρίας αποφάσισε να επιβάλει προσωρινή απαγόρευση στις εισαγωγές σιτηρών από την Ουκρανία, δήλωσε ο υπουργός Γεωργίας της χώρας Istvan Nagy σε γραπτή δήλωση αργά το Σάββατο 15 Απριλίου, σύμφωνα με δημοσίευμα του πρακτορείου TASS την Κυριακή 16 Απριλίου 2023.
Σύμφωνατις δηλώσεις του, η κυβέρνηση αποφάσισε να «απαγορεύσει προσωρινά τις εισαγωγές σιτηρών, ελαιούχων φυτών και ορισμένων άλλων γεωργικών προϊόντων από την Ουκρανία».
Η κίνηση οφείλεται στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κατάφερε να λάβει σοβαρά μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος των εξαιρετικά φθηνών ουκρανικών σιτηρών που πλημμύρισε τις ευρωπαϊκές αγορές και ανταγωνίζεται τη εγχώρια παραγωγή.
Ο Nagy είπε ότι η απαγόρευση θα ισχύει μέχρι τις 30 Ιουνίου 2023.

Προστασία των αγροτών από τον αθέμιτο ανταγωγισμό

Ο υπουργός εξήγησε την κίνηση με την ανάγκη προστασίας των Ούγγρων αγροτών, οι οποίοι υφίστανται απώλειες λόγω της εισροής φθηνών ουκρανικών τροφίμων.
Σύμφωνα το σκεπτικό της απόφασεις, η Ουκρανία χρησιμοποιεί γεωργικές τεχνολογίες, «οι οποίες δεν επιτρέπονται πλέον στην ΕΕ» και της επιτρέπουν να μειώσει το κόστος παραγωγής και να πλημμυρίσει τις ευρωπαϊκές αγορές με «μεγάλες ποσότητες πουλερικών, αυγών και μελιού, εκτός από σιτηρά και έλαια».
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αγρότες της Κεντρικής Ευρώπης «δεν μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους», είπε ο Nagy.
Εξέφρασε την ελπίδα ότι η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα βρει μια μακροπρόθεσμη λύση στο θέμα όσο ισχύει η απαγόρευση, δηλαδή μέχρι τις 30 Ιουνίου.
Η Ουγγαρία αναμένει από την Ευρωπαϊκή Ένωση να εξασφαλίσει «δίκαιους όρους ανταωνισμού» για την ευρωπαϊκή γεωργία», δήλωσε ο Nagy.
Διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή του θα είναι πάντα στο πλευρό των εγχώριων αγροτών και θα προστατεύει τον εθνικό αγροτικό τομέα.

Και η Βουλγαρία στο παιχνίδι

Η Βουλγαρία, μετά την Ουγγαρία και την Πολωνία, εξετάζει το ενδεχόμενο να εισαγάγει προσωρινή απαγόρευση εισαγωγής ουκρανικών σιτηρών, δήλωσε ο υπουργός Γεωργίας Yavor Gechev.
«Είναι απαραίτητο να προστατευθούν τα βουλγαρικά συμφέροντα, ειδικά όταν τα δύο κράτη αντιδρούν με αυτόν τον τρόπο. ακόμα μεγαλύτερο», επισήμανε.
Σύμφωνα με βουλγαρικά μέσα ενημέρωσης ο Gechev περιμένει αναφορές για τη νομιμότητα των απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν από άλλες χώρες και την Τρίτη 18 Απριλίου 2023 αναμένει να συζητήσει την κατάσταση με τον Βούλγαρο πρόεδρο Rumen Radev.
Η Πολωνία και η Ουγγαρία εν μέσω διαμαρτυριών από ντόπιους αγρότες, ανακοίνωσαν την αναστολή των εισαγωγών ουκρανικών αγροτικών προϊόντων που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς δασμούς και προκαλούν αθέμιτο ανταγωνισμό σε σχέση με τα εγχώρια αγροτικά προϊόντα.

Ενιαία αγορά

Την Παρασκευή 14 Απριλίου 2023, έξι ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, τάχθηκαν υπέρ της δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού μηχανισμού για τις αγορές ουκρανικών σιτηρών και για την επιβολή δασμών στα ουκρανικά γεωργικά προϊόντα.
Μέρος των ουκρανικών σιτηρών, που προορίζεται κυρίως για παράδοση σε αφρικανικά κράτη, καταλήγει σε ευρωπαϊκές χώρες που χρησιμοποιούνται ως οδός διέλευσης προς τις τρίτες χώρες.
Η Πολωνία έλαβε παρόμοια απόφαση το Σάββατο 15 Απριλίου, ενώ η Σλοβακία επέβαλε προσωρινή απαγόρευση επεξεργασίας και πώλησης ουκρανικών σιτηρών στις 13 Απριλίου.

Παρέμβαση ΕΕ: Απαράδεκτες ενέργειες

Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε πως η μονομερής δράση στο εμπόριο από μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απαράδεκτη.
«Είμαστε ενήμεροι για τις ανακοινώσεις της Πολωνίας και της Ουγγαρίας αναφορικά με την απαγόρευση σε εισαγωγές σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων από την Ουκρανία», ανέφερε ο Ευρωπαίος εκπρόσωπος.
«Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως η εμπορική πολιτική είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ και, ως εκ τούτου, μονομερείς ενέργειες δεν είναι αποδεκτές», σημείωσε.
«Σε τόσο απαιτητικούς καιρούς, είναι κρίσιμης σημασίας να συντονίζονται και να ευθυγραμμίζονται όλες οι αποφάσεις εντός της ΕΕ», προστίθεται στην ανακοίνωση.

Η επιστολή στην von der Leyen

Στα τέλη Μαρτίου, οι αρχηγοί κυβερνήσεων ορισμένων κρατών της ΕΕ απευθύνθηκαν στην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, με αίτημα να παρέμβει στην κρίση που προκλήθηκε από την εισροή σιτηρών από τη μετασοβιετική δημοκρατία.
Στην επιστολή, οι πρωθυπουργοί της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Σλοβακίας επεσήμαναν την άνευ προηγουμένου αύξηση των εισαγωγών δημητριακών, ελαιούχων σπόρων, αυγών, πουλερικών, ζάχαρης, χυμού μήλου, μούρων, μήλων, αλευριού, μελιού και ζυμαρικών.
Από τις αρχές Φεβρουαρίου, οργανώσεις που εκπροσωπούν τους Πολωνούς αγρότες διαμαρτυρήθηκαν για το ότι τα σιτηρά που εισάγονται από την Ουκρανία για μετέπειτα εξαγωγή σε άλλες χώρες πωλούνται στη χώρα προκαλούντας αθέμιτο ανταγωνισμό..
Οι αγρότες είπαν ότι τα ουκρανικά σιτηρά ήταν ανεπαρκούς ποιότητας, εξαιτίας αυτού οι τιμές για τα τοπικά προϊόντα μειώθηκαν απότομα και μπορεί να μην υπάρχει αρκετός χώρος αποθήκευσης για μια νέα καλλιέργεια.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία από την πολωνική πλευρά, περίπου δύο εκατομμύρια τόνοι σιτηρών εισήχθησαν στη δημοκρατία από την Ουκρανία τον περασμένο χρόνο.

www.bankingnews.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός17 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις17 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή