Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Βασίλης Μαρκεζίνης: Οι εξελισσόμενες ελληνοτουρκικές εντάσεις… Λόγος, αντίλογος και διάλογος

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Βασίλης Μαρκεζίνης. Η φωτογραφία είναι από τον Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνης

Τι έγραψε ο Βασίλης Μαρκεζίνης για τα ελληνοτουρκικά

Το άρθρο αυτό του Βασίλη Μαρκεζίνη, μας το παραχώρησε για δημοσίευση ο καθηγητής Θεόδωρος Καρύωτης και τον οποίο ευχαριστούμε. Δεν έχει δημοσιευθεί ποτέ. Γράφτηκε το 2019. Ίσως είναι επίκαιρο και σήμερα…

Του ΒΑΣΙΛΗ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ

Στους ανθρώπους αρέσει να μιλούν, να συνομιλούν, να εκφράζουν και να ανταλλάσσουν απόψεις. Το «γιατί» ποικίλλει ανάλογα με τον στόχο του ομιλητή ή του συνομιλητή. Όταν απευθύνεται κανείς νοερά στον εαυτό του, επιδιώκει συνήθως να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του για ένα θέμα που τον απασχολεί.

Τις σκέψεις αυτές, στη συνέχεια, μπορεί να τις εξωτερικεύσει δίνοντας μια ομιλία ενώπιον κοινού ή, πάλι, γράφοντας ένα βιβλίο ή ένα άρθρο σε μια εφημερίδα ή σε ένα εξειδικευμένο περιοδικό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το μέσο που επιλέγει ο συγγραφέας θα υπαγορεύσει και το περιεχόμενο και το στιλ του κειμένου του.

Και τα δύο αυτά στοιχεία, μάλιστα, είναι πολύ σημαντικά όταν ο συγγραφέας δεν αναπτύσσει απλώς τις απόψεις του γύρω από το εξεταζόμενο θέμα, αλλά προσπαθεί επίσης να επηρεάσει τον τρόπο σκέψης των αναγνωστών του.

Κατά κανόνα, όταν ένα κείμενο δημοσιεύεται σε ένα βιβλίο ή σε ένα εξειδικευμένο περιοδικό, είναι πιο σοβαρό, νοηματικά πιο πυκνό και βαθυστόχαστο, και άρα ενδέχεται να ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή στους αναγνώστες του. Και τούτο συμβαίνει ιδίως όταν ο συγγραφέας εξετάζει κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής – διατυπώνοντας, λόγου χάριν, σοβαρές ενστάσεις για τις κατά καιρούς διακηρύξεις των υπευθύνων χάραξης της πολιτικής αυτής.

Στη χώρα μας έχει εκδηλωθεί πρόσφατα πραγματικός καταιγισμός από κείμενα με θέμα την ελληνική εξωτερική πολιτική. Σύντομα, ωστόσο, θα καταστεί σαφές ότι το στιλ και κυρίως το περιεχόμενο των κειμένων αυτών πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις πολύ αυστηρές απαιτήσεις της γεωπολιτικής, εάν, τουλάχιστον, υποθέσουμε ότι οι συγγραφείς τους θέλουν να συμβάλουν ουσιαστικά, αποτελεσματικά, στη διαμόρφωση τόσο της ελληνικής κοινής γνώμης και εξωτερικής πολιτικής, όσο και, κατ’ επέκταση, της εξωτερικής πολιτικής και των σχετικών κειμένων άλλων χωρών.

Πράγματι, τα γεωπολιτικά κείμενα αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδιαίτερα απαιτητικής συγγραφικής άσκησης, μια και το αντικείμενό τους άπτεται των ξένων πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και διαφόρων επίμαχων ζητημάτων, όπως είναι σήμερα το μεταναστευτικό.

  • Έτσι, το περιεχόμενό τους μπορεί ενίοτε να γίνει εξαιρετικά περίπλοκο, φτάνοντας να θίξει και ευρύτερα ζητήματα πολέμου και ειρήνης, στο πλαίσιο πάντα της προσπάθειας άσκησης επιρροής στην πολιτική σκέψη της χώρας του συγγραφέα και στις σχέσεις της χώρας αυτής με τις άλλες.

Τα τελευταία χρόνια, στην ελληνική αρθρογραφία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν κυριαρχήσει οι σκέψεις όχι τόσο των στρατιωτικών ειδικών, όσο μάλλον των πολιτικών και ακαδημαϊκών σχολιαστών, οι οποίοι, σε γενικές γραμμές, έχουν προτείνει την αποφυγή της στρατιωτικοποίησης των εντάσεων που έχουν εκδηλωθεί μεταξύ των δύο χωρών.

Μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα αξιόλογοι συγγραφείς όπως ο Σάββας Καλεντερίδης και ο Σταύρος Λυγερός, καθώς και οι Καθηγητές Κωνσταντίνος Φίλης, Γιάννης Μάζης και Θεόδωρος Καρυώτης – για να αναφέρω μερικά μόνο ονόματα έγκριτων σχολιαστών –, με έκδηλη (σχεδόν υπέρμετρη) επιφύλαξη, έχουν προτείνει την ενδεδειγμένη στάση που θα έπρεπε να κρατούν χώρες όπως η δική μας απέναντι στα κείμενα και τις απόψεις που δημοσιοποιεί η Άγκυρα.

Εξετάζοντας τον τρόπο σχολιασμού της σημερινής κατάστασης στην ελληνική αρθρογραφία, σκόπιμο είναι να δούμε πώς αναλύουν τα επιδεινούμενα προβλήματα οι συγγραφείς των σχετικών κειμένων.

Παρατηρούμε, καταρχάς, ότι έχουν πολλαπλασιαστεί οι γεωπολιτικοί συγγραφείς από τον χώρο του στρατιωτικού κατεστημένου, στους οποίους συγκαταλέγονται ανώτεροι αξιωματικοί ή και στρατηγοί εν αποστρατεία. Το ζήτημα στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας είναι κατά πόσον, αφενός, οι στρατιωτικοί ειδικοί και, αφετέρου, οι ακαδημαϊκοί και πολιτικοί σχολιαστές εξακολουθούν να ομογνωμούν ή εάν διαφέρουν ως προς τις προβλέψεις και τις προτάσεις τους.

Αξίζει πράγματι να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο έχουν εξελιχθεί οι στάσεις των δύο αυτών κατηγοριών, προκειμένου να συναγάγουμε τα συμπεράσματά μας.

Τόσο οι ακαδημαϊκοί και πολιτικοί σχολιαστές, όσο και οι στρατιωτικοί ειδικοί, διαπιστώνουν τον τελευταίο καιρό μιαν άκρως επικίνδυνη επιδείνωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όλοι έχουν εκφράσει έντονες ανησυχίες για την πρόσφατη συμπεριφορά της τουρκικής πλευράς, σχετικά με την οποία, όπως προανέφερα, οι περισσότεροι στρατιωτικοί ειδικοί συμμερίζονταν μέχρι πρόσφατα την προτίμηση των πολιτικών και ακαδημαϊκών σχολιαστών υπέρ μιας στάσης μελετημένης αυτοσυγκράτησης απέναντι στις πολεμοχαρείς διαθέσεις των Τούρκων αξιωματούχων, προτείνοντας σειρά λύσεων, διπλωματικής κυρίως φύσεως.

Παντελώς όμως απούσα από τον κατάλογο των προτεινόμενων διπλωματικών λύσεων είναι η μόνη κίνηση που θα είχε καταλυτικό αντίκτυπο στα πράγματα: η παράλληλη αξιοποίηση των σχέσεων της χώρας μας με τους Κούρδους και, κυρίως, με τους Ρώσους.

Στα πρόσφατα χρόνια, το μόνο πολιτικό κόμμα που είχε προκρίνει αυτή την καινοτόμο κίνηση ήταν η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή. Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα το άνοιγμα προς τη Ρωσία, οι στρατιωτικοί σχολιαστές, παρότι είναι διακριτικοί (όπως και οφείλουν), έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι το θεωρούν ευπρόσδεκτο.

  • Το τονίζω με έμφαση αυτό, επειδή όλοι πλέον γνωρίζουμε πως η εναλλακτική επίκληση της νατοϊκής βοήθειας αποδεικνύεται κατά κανόνα ατελέσφορη, αφού το ΝΑΤΟ ποτέ δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει ότι αρνείται να συμπαραταχθεί με κάποιο μέλος της Συμμαχίας όταν αυτό ακολουθεί πορεία σύγκρουσης με κάποιο άλλο μέλος.

Το ίδιο άλλωστε ισχύει σήμερα και για την ΕΕ, αν και οι λόγοι για την ευρωπαϊκή απροθυμία εκδήλωσης έμπρακτης φιλελληνικής στάσης μπορούν μόνον να αναζητηθούν στη Γαλλία του Προέδρου Μακρόν.

Επιπλέον, όπως σχολίασε πρόσφατα σε συνέντευξή του ο επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ Μανούσος Παραγιουδάκης, θα προσέφερε ουσιαστική βοήθεια στον Έλληνα πρωθυπουργό η ύπαρξη ενός «γνήσιου Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας», και όχι μια «καρικατούρα συμβούλων Εθνικής Ασφάλειας».[1] Η χάραξη και εδραίωση μιας αυστηρά καθορισμένης ελληνικής πολιτικής θα συνέβαλε επίσης στην αντιμετώπιση των, κατά την Τουρκία, «διμερών» προβλημάτων, που, στην πραγματικότητα, είναι μονομερή προβλήματα τα οποία η Τουρκία θεωρεί πως έχει με την Ελλάδα, αξιώνοντας από εμάς να συμβάλουμε στην επίλυσή τους.

Η Ελλάδα οφείλει επίσης να ενισχύσει τους εξοπλισμούς της στρεφόμενη προς την ποιοτικότερη και οικονομικότερη πηγή. Η γαλλική πρόταση για αγορά 50 νέων και εκσυγχρονισμένων Mirage έναντι (εκτιμώμενου) ποσού 800 εκατομμυρίων ευρώ θα μπορούσε να αποτελέσει μια κάποια λύση για την αεροπορία μας.

Παράλληλα, όμως, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη διαφαινόμενη δυσαρέσκεια της Αμερικής απέναντι στην Ελλάδα για τον λόγο ότι η χώρα μας έχει εγκαταλείψει επί του παρόντος το ενδεχόμενο αναβάθμισης της πολεμικής αεροπορίας της με αμερικανικά αεροσκάφη.

Ο γεωστρατηγικός αναλυτής, εν προκειμένω, πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογήσει την αντίστοιχη τεχνική υπεροχή των ανταγωνιστικών αεροσκαφών: είτε, δηλαδή, των γαλλικών Mirage είτε των αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-35, τα οποία ζητά και η Τουρκία από τους Αμερικανούς.

Στην προαναφερθείσα συνέντευξή του, ο στρατηγός Παραγιουδάκης εξέφρασε επίσης την άποψη ότι η χώρα μας οφείλει να ξεκαθαρίσει πως, αν συνεχιστούν οι απειλές τουρκικής επέκτασης στον θαλάσσιο χώρο νοτίως της Κρήτης (κάτι το οποίο αποτελεί, προφανώς, παραβίαση της ελληνικής ΑΟΖ), η Τουρκία θα λάβει την αρμόζουσα ελληνική απάντηση.

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος δράσης για τη χώρα μας θα ήταν ενδεχομένως η σύναψη συμφωνίας με τον στρατάρχη που ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Λιβύης από τη Βεγγάζη, παραμερίζοντας παράλληλα τον παραπειστικό και επικίνδυνο ισχυρισμό ενός πρώην Έλληνα πρωθυπουργού, αλλά και του πρόσφατα διορισμένου αναπληρωτή συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, ότι η Ελλάδα πρέπει να ανταλλάξει, μέσω διαπραγματεύσεων, ορισμένα από τα υπαρκτά πλεονεκτήματά της με τον περιορισμό των εντεινόμενων απαιτήσεων της Τουρκίας στο Ανατολικό Αιγαίο.

Στον αντίποδα αυτής της στάσης, ο στρατηγός Παραγιουδάκης, με ψύχραιμη σαφήνεια και θάρρος, παρότρυνε τη χώρα μας να αναλάβει πιο ενεργητικό ρόλο στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο προτού να είναι πολύ αργά.

Πράγματι, το προτεινόμενο άνοιγμα προς την Ανατολή, σε συνδυασμό με την προσέγγιση των Κούρδων και την ανακήρυξη της ΑΟΖ της Ελλάδας με την Κύπρο και ίσως την Αίγυπτο, θα αποτελούσαν μια ξεκάθαρη κίνηση διπλωματικού συνασπισμού, η οποία θα έδινε στην Τουρκία το αδιαμφισβήτητο μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ανεχθεί τους τουρκικούς λεονταρισμούς στον θαλάσσιο χώρο βορείως και νοτίως της Κρήτης.

Οι προτάσεις του στρατηγού Παραγιουδάκη αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα διπλωματίας στρατιωτικών αποχρώσεων, η οποία θα έδινε τέλος στην ελληνική πολιτική της αδράνειας απέναντι στις κλιμακούμενες απειλές της Τουρκίας.

Για να επανέλθουμε όμως στην τρέχουσα γεωπολιτική αρθρογραφία, παρατηρούμε πως, σήμερα, όλο και περισσότεροι ακαδημαϊκοί και πολιτικοί σχολιαστές προσεγγίζουν την άποψη των στρατιωτικών ειδικών, συμμεριζόμενοι ειδικότερα την ανάγκη άμεσης οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ με την Κύπρο, την Αίγυπτο ή ακόμη και με τη Λιβύη, και ισχυριζόμενοι ότι μια τέτοια κίνηση θα τοποθετούσε την Ελλάδα στη σαφώς προτιμότερη θέση της χώρας που δεν περιορίζεται απλώς να αντιδρά στις περιστασιακές διεκδικήσεις και προκλήσεις της Τουρκίας αλλά αναλαμβάνει πρωτοβουλίες.

Εν ολίγοις, γενικά και ξεκάθαρα εκφράζεται πλέον η ανάγκη ανάπτυξης μιας ελληνικής στρατηγικής ως προς τα συγκεκριμένα ζητήματα. Και τούτο σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα περιορίζεται πλέον να διαμαρτύρεται για τα πολύπλευρα προβλήματα που επιμένει να της προκαλεί η Τουρκία, αλλά, αντιθέτως, θα τα αντιμετωπίζει ως ακριβώς έχουν: ως μονομερή προβλήματα της Τουρκίας.

  • Συμπέρασμα

Το κείμενο αυτό συνοψίζει σκέψεις και ιδέες που έχουν εκφραστεί πρόσφατα γύρω από την εντεινόμενη φιλοπόλεμη στάση της Τουρκίας απέναντι στη χώρα μας.

Δύο συγκεκριμένα σημεία θα πρέπει να συγκεντρώσουν την προσοχή μας. Το πρώτο αφορά μια διττή αύξηση: την αύξηση, αφενός, των τουρκικών απειλώνꞏ την αύξηση, αφετέρου, των έντονων διαμαρτυριών των περισσότερων ακαδημαϊκών και πολιτικών σχολιαστών στη χώρα μας σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε ουσιαστικής αντίδρασης προς τις απειλές της Τουρκίας. Η φιλοπόλεμη πολιτική της Τουρκίας ωθεί τους περισσότερους από αυτούς τους σχολιαστές να απαιτούν καταρχάς τη μέγιστη δυνατή ενίσχυση των διπλωματικών καταγγελιών.

Κατά κύριο λόγο, όμως, και αυτό είναι το δεύτερο καίριο σημείο, οι σχολιαστές αυτοί έχουν αρχίσει όλοι, αν και σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, να συμφωνούν με τους στρατιωτικούς ειδικούς μας ως προς το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός: η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τις παθητικές διπλωματικές αντιδράσεις και να υιοθετήσει μια ενεργητική πολιτική που θα καθιστά σαφή την άμεση στρατιωτική απάντηση στις αλλεπάλληλες τουρκικές προκλήσεις.

Πρόκειται για σημαντική αλλαγή στάσης από την πλευρά των εν λόγω σχολιαστών – πλέον διακεκριμένος μεταξύ των οποίων είναι, κατά την άποψή μου, ο Σάββας Καλεντερίδης, ο οποίος, πράγματι, φαίνεται να έχει αφήσει την άποψη που εξέφραζε μέχρι πρόσφατα, κατά της στρατιωτικοποίησης της ελληνικής αντίδρασης και υπέρ της υιοθέτησης μόνον της διπλωματικής οδού.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι η χώρα μας πρέπει να ξυπνήσει και να αποδεχτεί την πραγματικότητα της όλης κατάστασης, κάτι που σημαίνει πως η προσδοκία της ότι το ΝΑΤΟ, ή ΕΕ ή οι ΗΠΑ θα προστατεύσουν την εδαφική της ακεραιότητα αποτελεί χίμαιρα.

Όπως προανέφερα, η μόνη διπλωματική κίνηση που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή για τη χώρα μας (εφόσον, βέβαια, η κίνηση αυτή αποτελούσε αντικείμενο ευφυούς και σαφούς διαπραγμάτευσης) είναι η εξασφάλιση της ρωσικής στήριξης στο πλαίσιο μιας απάντησης της χώρας μας στις τουρκικές πιέσεις.

Αν δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο επειδή, λόγου χάριν, ζούμε ακόμη στη σκιά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, τότε σύντομα θα βρεθούμε, δίχως καν να το καταλάβουμε, σε μιαν άκρως δυσμενή κατάσταση. Και αν ο Έλληνας πρωθυπουργός θέλει να αποφύγει ένα τέτοιο καταστροφικό ενδεχόμενο, θα πρέπει, στηριζόμενος στην ευρύτατη εκλογική του εντολή, να ανακοινώσει ότι αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα και εθνικό συμφέρον της Ελλάδας να χαράσσει τη δική της εξωτερική πολιτική και να επιβραβεύει όσους είναι πρόθυμοι να τη βοηθήσουν να εφαρμόσει την πολιτική αυτήν.

  • Η εν λόγω στάση, άλλωστε, θα αποτελούσε μίμηση του  επιτυχημένου τουρκικού παραδείγματος, το οποίο έχει αποδείξει περίτρανα τα οφέλη της ταυτόχρονης προσέγγισης Ρώσων και Αμερικανών.

Οι πιο συντηρητικοί σχολιαστές θα αντέτειναν ότι μια τέτοια κίνηση ενέχει κινδύνους. Και πράγματι, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την πλήρη, απρόσκοπτη επιτυχία της. Η γεωπολιτική όμως προϋποθέτει την προθυμία να ρισκάρεις: το ρίσκο είναι, πράγματι, εγγενές στοιχείο της.

Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι η χώρα μας έχει καταβάλει αρκετά συχνά προσπάθειες εξασφάλισης της στήριξης διεθνών οργανισμών σε περιόδους σοβαρού κινδύνου. Το πρόβλημα όμως είναι ότι όλες ανεξαιρέτως αυτές οι προσπάθειες έχουν αποτύχειꞏ και, απ’ ό,τι φαίνεται, οι αποτυχίες δεν πρόκειται να περιοριστούν σύντομα. Θεωρώ, λοιπόν, σωστό να υπενθυμίσω στους πολιτικούς ηγέτες μας ότι μια νίκη χωρίς κινδύνους είναι μια νίκη άδοξη. Και η χώρα μας αξίζει και τη νίκη και τη δόξα.

[1] Μια σύνοψη της συνέντευξης του στρατηγού Μανούσου Παραγιουδάκη στον ραδιοφωνικό σταθμό 9.84 παρουσίασε ο δημοσιογράφος Γιώργος Σαχίνης στον ιστότοπο: ΕΔΩ

Πηγή: hellasjournal.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις40 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή