Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Economist: Οι πιο σημαντικές εκλογές του 2023, είναι οι τουρκικές – Αν χάσει ο Ερντογάν, θα “ανασάνουν” οι δημοκράτες

Δημοσιεύτηκε στις

Οι εκλογές στην Τουρκία είναι οι πιο σημαντικές στον κόσμο για το 2023, σύμφωνα με το γνωστό περιοδικό

Μία ενδεχόμενη επικράτηση του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου στις τουρκικές προεδρικές εκλογές της 14ης Μαΐου, ορίζεται ως ένα μήνυμα επικράτησης της «γνήσιας Δημοκρατίας» απέναντι σε σύγχρονες προσπάθειες υπονόμευσής της από πλευράς σύγχρονων αυταρχικών ηγετών, αναφέρει σε άρθρο του ο Economist.

Μάλιστα, το περιοδικό χαρακτηρίζει μία επικράτηση του Κιλιτσντάρογλου ως «υψηλής γεωπολιτικής αξίας» για τη Δύση: «αν κερδίσει, θα είναι μια τεράστια στιγμή για την Τουρκία, την Ευρώπη και τον παγκόσμιο αγώνα για γνήσια δημοκρατία», σηματοδοτώντας την υποχώρηση ενός από τους πιο ισχυρούς παίκτες στο στρατόπεδο του αυταρχισμού παγκοσμίως».
Ερευνώντας τα αίτια μιας πιθανής αλλαγής σκυτάλης, ο Economist παρατηρεί πως η οικονομική πολιτική του Ερντογάν «οδήγησε σε πληθωρισμό που έφτασε στο 86% πέρυσι και εξακολουθεί να ξεπερνά κατά πολύ το 40%» συμπιέζοντας τους μέσους Τούρκους, ενώ εκτιμά πως οι διμερείς σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας «οι οποίες δηλητηριάστηκαν από την εγγύτητα του κ. Ερντογάν προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τις επιθέσεις κατά των κουρδικών δυνάμεων στη Συρία, θα βελτιωθούν».

«Αν η Τουρκία αποπέμψει τον αυταρχικό ηγέτη της, οι δημοκράτες σε όλο τον πλανήτη θα αναθαρρήσουν. Μετά από 20 χρόνια ολοένα αυξανόμενης αυταρχικής διακυβέρνησης, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κινδυνεύει με έξωση από τους ψηφοφόρους. (…)
Επιδεικνύοντας το πολεμικό πλοίο, το οποίο κάνει προεκλογική περιοδεία στα παράλια, ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ελπίζει να παρακινήσει τους πατριώτες ψηφοφόρους. Αλλά το χάρισμά του, οι έντονες χειρονομίες και τα δώρα του μπορεί να μην είναι αρκετά. Ο άνθρωπος που κυβερνά την Τουρκία από το 2003, με ένα ολοένα και πιο αυταρχικό τρόπο, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος την ήττα. (…) Σε περίπτωση ήττας του, αυτή θα ήταν μια εντυπωσιακή πολιτική ανατροπή με παγκόσμιες διαστάσεις. Ο τουρκικός λαός θα ήταν πιο ελεύθερος, λιγότερο φοβισμένος και -σε βάθος χρόνου- ζώντας με μεγαλύτερη ευημερία. Μια νέα κυβέρνηση θα αποκαθιστούσε τις ταλαιπωρημένες σχέσεις με τη Δύση. (Η Τουρκία είναι μεν μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά υπό τον Ερντογάν υπήρξε αποσταθεροποιητικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή και επιδίωξε στενότερους δεσμούς με τη Ρωσία). Κυρίως όμως, σε μια εποχή, όπου η κυριαρχία των αυταρχικών ηγετών βρίσκεται σε άνοδο, από την Ουγγαρία έως την Ινδία, η ειρηνική απομάκρυνση του Ερντογάν θα έδειχνε στους δημοκράτες παντού ανά τον κόσμο ότι οι αυταρχικοί ηγέτες μπορούν να νικηθούν.
Εκκινώντας από την ίδια την Τουρκία, μια χώρα μεσαίου εισοδήματος 85 εκατομμυρίων ανθρώπων στο σταυροδρόμι μεταξύ Ασίας, Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, όπως οι απολυταρχικοί ηγέτες σε όλο τον κόσμο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εδραιώθηκε στην εξουσία αποδυναμώνοντας συστηματικά τους θεσμούς που περιορίζουν και διορθώνουν κακές πρακτικές διακυβέρνησης. Θεσμούς τους οποίους οι αντίπαλοί του, υπό μια συμμαχία έξι κομμάτων και με ένα λεπτομερές σχέδιο διακυβέρνησης, υπόσχονται να αποκαταστήσουν.

Ως μέρος των αρνητικών συνεπειών μιας υπερσυγκεντρωτικής εξουσίας, οι οικονομικές πολιτικές του Ερντογάν πλήττουν περισσότερο τους μέσους Τούρκους. Έχοντας απολύσει τρεις διοικητές -της κατά τεκμήριο ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας- μέσα σε δύο χρόνια, (σ.σ.ο Τούρκος Πρόεδρος) διόρισε υπουργό Οικονομικών τον ανίκανο γαμπρό του και έκτοτε υποχρέωσε την τράπεζα να εφαρμόζει μια παράλογα χαλαρή νομισματική πολιτική, με επιπόλαιη βιασύνη.
Ως εκ τούτου, διατήρησε την ανάπτυξη αρκετά σταθερή, αλλά οδήγησε τον πληθωρισμό σε ποσοστό που έφτασε στο 86% πέρυσι και εξακολουθεί να ξεπερνά κατά πολύ το 40% (σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα οποία μπορεί να μην είναι αξιόπιστα). Οι ψηφοφόροι γκρινιάζουν ότι η τιμή των κρεμμυδιών έχει δεκαπλασιαστεί μέσα σε δύο χρόνια. Εάν ο ανθυποψήφιός, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, κερδίσει την προεδρία, έχει δεσμευτεί να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της τράπεζας και να μειώσει τον πληθωρισμό σε μονοψήφια ποσοστά, εξέλιξη η οποία, με λίγη τύχη, θα αντιστρέψει και την κατάρρευση των ξένων επενδύσεων. Αλλά δεν είναι μόνο η οικονομία που θα πρέπει να διορθωθεί.
Η Δημοκρατία, επίσης, βρίσκεται επίσης σε μηχανική υποστήριξη. Όπως τόσοι πολλοί άλλοι αυταρχικοί ηγέτες, ο Ερντογάν έχει ευνουχίσει το δικαστικό σώμα μέσω ενός ελεγχόμενου συμβουλίου νομικών διορισμών. Έχει φιμώσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εν μέρει είτε μέσω εκφοβισμού, είτε μέσω της ενορχηστρωμένης πώλησής τους σε φίλους του, ένα άλλο συνηθισμένο τέχνασμα. Έχει παραγκωνίσει το Κοινοβούλιο μέσω συνταγματικών αλλαγών το 2017, οι οποίες του έδωσαν τη διακριτική ευχέρεια να κυβερνά με διατάγματα. Ο κ. Κιλιτσντάρογλου υπόσχεται να το αντιστρέψει αυτό. Οι προσκείμενοι στον Ερντογάν εισαγγελείς έχουν εκφοβίσει ακτιβιστές και πολιτικούς με κατασκευασμένες κατηγορίες περί «τρομοκρατίας». Ανάμεσα στους πολιτικούς κρατούμενους της Τουρκίας περιλαμβάνεται και ο ηγέτης του κυριότερου κουρδικού κόμματος -του τρίτου μεγαλύτερου της χώρας- το οποίο απειλείται με απαγόρευση. Ο πολιτικά αντίπαλός του, δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης αντιμετωπίζει φυλάκιση και αποκλεισμό από την πολιτική ζωή. Πρώην κυβερνητικοί παράγοντες με εκτόπισμα φοβούνται να ασκήσουν κριτική στον Πρόεδρο, απαιτώντας να εξασφαλίσουν την ανωνυμία πριν συζητήσουν για αυτόν ψιθυριστά. Όλα αυτά θα χειροτερέψουν αν ο κ. Ερντογάν επανεκλεγεί, αλλά θα βελτιωθούν ραγδαία, αν χάσει.

Μια νίκη της αντιπολίτευσης θα ήταν επίσης καλή για τους γείτονες της Τουρκίας και υψηλής γεωπολιτικής αξίας για τη Δύση. Η Τουρκία αυτές τις μέρες είναι σχεδόν τελείως αποκομμένη από την υπόλοιπη Ευρώπη, αν και εξακολουθεί, τύποις, να είναι υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ. Αυτό μπορεί να μη συμβεί ποτέ – αλλά ως Πρόεδρος ο Κιλιτσντάρογλου δεσμεύεται να τιμήσει τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να αρχίσει να απελευθερώνει τους πολιτικούς κρατούμενους του κ. Ερντογάν. Η Ευρώπη θα πρέπει να ανταποκριθεί με την αναθέρμανση ενός προγράμματος θεωρήσεων βίζας για τους Τούρκους, που έχει σταματήσει εδώ και καιρό, επιτρέποντας την πρόσβαση της Τουρκίας στην κοινή ενιαία αγορά της ΕΕ, αλλά και τη στενότερη συνεργασία μαζί της σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Με την αποχώρηση του ισχυρού της άνδρα, το ρήγμα της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ θα αρχίσει να διορθώνεται. Το βέτο της στην ένταξη της Σουηδίας στη Συμμαχία θα αρθεί. Οι σχέσεις με την Αμερική, οι οποίες δηλητηριάστηκαν από την εγγύτητα του κ. Ερντογάν προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τις επιθέσεις κατά των κουρδικών δυνάμεων στη Συρία, θα βελτιωθούν. Ωστόσο, μια νέα Τουρκία θα διατηρούσε την πολιτική του κ. Ερντογάν να κινείται σε τεντωμένο σχοινί σε σχέση με την Ουκρανία. Θα συνέχιζε να προμηθεύει την Ουκρανία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αλλά δεν θα προσχωρούσε στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, στην οποία στηρίζεται τόσο πολύ στον τουρισμό και στο φυσικό αέριο.

Πιο σημαντικό, ωστόσο, από όλα αυτά θα ήταν το μήνυμα που θα έστελνε μια ενδεχόμενη νίκη της αντιπολίτευσης στους δημοκράτες ανά τον κόσμο. Σε παγκόσμιο επίπεδο, όλο και περισσότεροι επίδοξοι αυταρχικοί ηγέτες υπονομεύουν τη Δημοκρατία χωρίς να την καταργούν εντελώς, αλλά κατακρεουργώντας τους κανόνες και τους θεσμούς που περιορίζουν την εξουσία τους. Πενήντα έξι χώρες χαρακτηρίζονται πλέον ως «κοινοβουλευτικές απολυταρχίες», εκτιμά η v-Dem, μια ερευνητική οργάνωση, από τις σαράντα που ήταν κοντά στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ο κατάλογος θα μπορούσε να αυξηθεί: Ο πρόεδρος του Μεξικού, Andrés Manuel López Obrador, προσπαθεί να υπονομεύσει το δικαστικό σώμα και την εκλογική αρχή της χώρας.

Αν ο κ. Ερντογάν χάσει, θα αποδειχθεί ότι η διάβρωση της δημοκρατίας μπορεί να αντιστραφεί και θα υποδείξει τον τρόπο. Τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης πρέπει να αναγνωρίσουν τον κίνδυνο και να ενωθούν πριν να είναι πολύ αργά. Στην Ινδία, μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση επέτρεψε στον Ναρέντρα Μόντι, έναν αυταρχικό Πρωθυπουργό, να γίνει κυρίαρχος με το 37% των ψήφων. Τώρα ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο φυλάκισης. Η κατάσταση στην Πολωνία είναι λιγότερο ζοφερή, αλλά και η αντιπολίτευση της, εξαερώθηκε επίσης, από την μία εκλογική αναμέτρηση μετά την άλλη, από το λαϊκιστικό κυβερνόν κόμμα.
Η τουρκική αντιπολίτευση «Nation Alliance» («Εθνική Συμμαχία») τα έχει ήδη καταφέρει πολύ καλύτερα από αυτά. Ο κ. Κιλιτσντάρογλου μπορεί να είναι λίγο βαρετός, αλλά είναι επίμονος δημιουργός συναινέσεων και γοητευτικά ταπεινός, το ακριβώς αντίθετο από τον αντίπαλό του. Αν κερδίσει, θα είναι μια τεράστια στιγμή για την Τουρκία, την Ευρώπη και τον παγκόσμιο αγώνα για γνήσια δημοκρατία. Ο κ. Ερντογάν έκανε κάποια καλά πράγματα τα πρώτα χρόνια της θητείας του, αλλά η σταθερή συσσώρευση υπερβολικής εξουσίας στα χέρια του, θόλωσε την κρίση του και το αίσθημα ηθικής του, όπως τείνει να συμβαίνει. Υποστηρίζουμε θερμά τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου ως τον επόμενο πρόεδρο της Τουρκίας», καταλήγει ο Economist.
Image
www.bankingnews.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις21 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις37 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή