Διεθνή
Politico: Ο Ερντογάν παίζει το χαρτί της ενέργειας με τις… ευλογίες Πούτιν
Πώς χτίζεται το αφήγημα της ανεξάρτητης και «μεγάλης» Τουρκίας
Σε ένα άψογο timing πριν από την ψηφοφορία στις 14 Μαΐου, ο Ερντογάν είπε σε ένα πλήθος υποστηρικτών του στο Ικόνιο ότι η Τουρκία ανακάλυψε ένα τεράστιο νέο κοίτασμα πετρελαίου στα σύνορα με τη Συρία, ικανό να παρέχει στη χώρα περίπου 100.000 βαρέλια την ημέρα — λίγο περισσότερα από το ένα δέκατο της ημερήσιας κατανάλωσης.
Κι αυτό είναι ένα σαφές μήνυμα προς του υποστηρικτές του ότι επιθυμεί να ξανακάνει την Τουρκία «μεγάλη».
Όπως γράφει το Politico, ο Ερντογάν παίζοντας με ένα πατριωτικό και συχνά εθνικιστικό εκλογικό σώμα, απολαμβάνει την εικόνα του ως ένας αυτάρκης ηγέτης που σπάει την εξάρτηση της Τουρκίας από ξένες τεχνολογίες, ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, έχει προβάλλει ιδιαίτερα το εγχώριας κατασκευής ηλεκτρικό αυτοκίνητο Togg, το μαχητικό αεροσκάφος «Kaan» και το Anadolu , το πρώτο αεροπλανοφόρο της χώρας.
Το ενεργειακό χαρτί
Και ο ενεργειακός τομέας ταιριάζει γάντι σε αυτήν την εικόνα της Τουρκίας. «Όπως και με την αμυντική βιομηχανία, η ενεργειακή ανεξαρτησία είναι επίσης απαραίτητη προϋπόθεση για την αληθινή ελευθερία μιας χώρας και ενός έθνους», είπε ο Ερντογάν στο πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο στο Ικόνιο.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει το Politico η θριαμβευτική αυτή ρητορική συγκαλύπτει τον βαθμό στον οποίο η Τουρκία είναι τεράστιος εισαγωγέας στον ενεργειακό τομέα και έχει ιδιαίτερη εξάρτηση από τη συνεργασία της με τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στην ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας και στη δημιουργία ενός περιφερειακού κόμβου φυσικού αερίου.
Η Τουρκία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ξένο πετρέλαιο και φυσικό αέριο για πάνω από το 90% της ζήτησης και το υπουργείο Ενέργειας λέει ότι περισσότερο από το ένα τρίτο των εισαγωγών πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου προέρχεται από τη Ρωσία. Η ενεργειακή ανεξαρτησία είναι μια μακρινή προοπτική, ενώ οι ενεργειακές σχέσεις με τον Πούτιν αποτελούν βασική στρατηγική προτεραιότητα.
Hot topic
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενέργεια είναι ένα καυτό θέμα. Μετά από χρόνια αυξανόμενου πληθωρισμού, πολλές τουρκικές οικογένειες ανησυχούν περισσότερο για το πώς θα καταφέρουν οικονομικά να γεμίσουν το αυτοκίνητό τους με βενζίνη παρά να αγοράσουν ένα ακριβό Togg. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι οι λογαριασμοί ρεύματος και οι τιμές του φυσικού αερίου θα αυξάνονταν κατά 20% για τα νοικοκυριά και κατά περίπου 50% για τη βιομηχανία, συμβάλλοντας στην εκτίναξη του πληθωρισμού σε περισσότερο από 85% το φθινόπωρο του 2022.
«Αυτή τη στιγμή, όλοι στη χώρα μιλούν για την τιμή των κρεμμυδιών, αλλά αν μιλήσετε με επιχειρήσεις και αγρότες, οι τιμές της ενέργειας είναι που ανεβάζουν τις τιμές και είναι μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες τους», δήλωσε ο Gönül Tol, διευθυντής στο Κέντρο Τουρκικών Σπουδών του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής. Εκτίμησε επίσης, ότι η δημόσια δυσαρέσκεια για τον χειρισμό της οικονομίας από τον Ερντογάν θα μπορούσε να του κοστίσει τη νίκη στον πρώτο γύρο της ψηφοφορίας στις 14 Μαΐου, επειδή μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που στο παρελθόν τον ψήφισε αλλά τώρα δεν προτίθεται να πράξει το ίδιο.
Δωρεάν αέριο
Κι εδώ έρχεται το δωρεάν φυσικό αέριο της Μαύρης Θάλασσας. Επιδιώκοντας να καθησυχάσει τους ψηφοφόρους ότι μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, ο 69χρονος ισλαμιστής λαϊκιστής ηγέτης αναγκάστηκε να υποσχεθεί μια ολόκληρη σειρά εκλογικών δώρων. Αφού προφανώς έπεσε πάνω σε ένα αιφνιδιαστικό απόθεμα φυσικού αερίου αξίας 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη Μαύρη Θάλασσα, ο Ερντογάν άνοιξε ο ίδιος προσωπικά τις στρόφιγγες σε μια θριαμβευτική τελετή. «Θα παρέχουμε δωρεάν φυσικό αέριο για οικιακή κατανάλωση έως 25 κυβικά μέτρα μηνιαίως για ένα χρόνο», δήλωσε.
Το σχέδιο του Πούτιν
Πίσω από τη ρητορική της προεκλογικής εκστρατείας, οι αναλυτές φοβούνται ότι η συζήτηση για ανεξαρτησία είναι στην πραγματικότητα απλώς κάλυψη για την αυξανόμενη εξάρτηση από το Κρεμλίνο – και ότι η μακροχρόνια υπόσχεση του Ερντογάν να γίνει ενεργειακός κόμβος για όλη την Ευρώπη θα μπορούσε να ανοίξει μια πίσω πόρτα για τις εξαγωγές της Μόσχας. Μετά την καταστροφή των αγωγών Nord Stream από τη Ρωσία στη Γερμανία κάτω από τη Βόρεια Θάλασσα πέρυσι, ο Πούτιν και ο Ερντογάν προσπάθησαν γρήγορα να στρέψουν την προσοχή στην ιδέα ενός κόμβου.
«Η κατανόησή τους για έναν κόμβο σίγουρα δεν είναι η δική μας κατανόηση ενός κόμβου», δήλωσε η Aura Săbăduș, ανώτερη συνεργάτης του Κέντρου Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής που καλύπτει την ενέργεια για την εταιρεία πληροφοριών αγοράς ICIS.
«Αυτή η ιδέα είναι στη μόδα γιατί η Ρωσία ενδιαφέρεται να πουλήσει περισσότερο φυσικό αέριο στην Τουρκία. Η Τουρκία θα συσσωρεύσει αέριο από διάφορους παραγωγούς — Ρωσία, Ιράν και Αζερμπαϊτζάν, [υγροποιημένο φυσικό αέριο] και το δικό της φυσικό αέριο από τη Μαύρη Θάλασσα — και στη συνέχεια θα το ξεπλύνει και θα το ονομάσει εκ νέου ως τουρκικό. Οι Ευρωπαίοι αγοραστές δεν θα γνώριζαν την προέλευση του φυσικού αερίου», επεσήμανε.
Οι ευρωπαϊκές κυρώσεις
Αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα γιατί παρά το το γεγονός ότι η ΕΕ δεν έχει επιβάλει κυρώσεις για το ρωσικό φυσικό αέριο, πολλές χώρες έχουν δεσμευτεί να βρουν εναλλακτικούς προμηθευτές και να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Gazprom, το μονοπώλιο εξαγωγής φυσικού αερίου της Ρωσίας. Ένας τουρκικός κόμβος φυσικού αερίου θα καθιστούσε δυσκολότερη τη διάκριση μεταξύ, για παράδειγμα, των προμηθειών από το Αζερμπαϊτζάν και της Ρωσίας.
Και είναι ένα παιχνίδι που θα μπορούσε να βάλει την Τουρκία στο στόχαστρο της ΕΕ. «Παρακολουθούμε πολύ στενά το σχέδιο της Τουρκίας να ανοίξει έναν κόμβο φυσικού αερίου πολύ στενά», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Politico, ανώτερος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η πυρηνική ενέργεια
Ίσως ο πιο κρίσιμος σύνδεσμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας βρίσκεται στον πυρηνικό τομέα, κάτι για το οποίο κάνει μεγάλο σόου και ο Ερντογάν πριν από τις εκλογές.
Η κρατική εταιρεία πυρηνικής ενέργειας της Ρωσίας Rosatom κατασκευάζει τον πρώτο πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής της Τουρκίας, ο οποίος θα παράγει περίπου το 10% της ενέργειας της χώρας όταν ολοκληρωθούν οι τέσσερις αντιδραστήρες της το 2026.
Το πρώτο πυρηνικό καύσιμο παραδόθηκε στο εργοστάσιο των 18 δισεκατομμυρίων ευρώ τον περασμένο μήνα και η περίσταση σημαδεύτηκε από την τηλε-παρουσία τόσο ενός χαμογελαστού Πούτιν που χαιρετούσε το πλήθος όσο του Ερντογάν.
Ο Ρώσος ηγέτης χαιρέτισε την εμβάθυνση της «πολύπλευρης εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο κρατών μας».
Η Τουρκία χρειάζεται ρωσική τεχνολογία και καύσιμα για το εργοστάσιο Akkuyu των 4.800 μεγαβάτ, το οποίο ανήκει στη ρωσική Rosatom και χρηματοδοτήθηκε από ρωσικό δάνειο. Η Άγκυρα συμφώνησε επίσης σε 15ετές συμβόλαιο σταθερής τιμής για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από το εργοστάσιο στα 12,35 δολάρια ανά κιλοβατώρα, πολύ πάνω από τις τρέχουσες τιμές.
Αυτό δεν κάνει πολλά για την ενεργειακή ανεξαρτησία της Τουρκίας, αλλά θα μπορούσε να βοηθήσει την προσπάθεια του Ερντογάν να παραμείνει στην εξουσία.
«Υπάρχει αυτό το όνειρο, αυτό το όραμα, αλλά το πόσο είναι εφικτό είναι ένα άλλο ερώτημα», δήλωσε ο Kadri Taştan, ανώτερος συνεργάτης στο German Marshall Fund. «Ο Πούτιν γνωρίζει ότι η πώληση ενέργειας στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας δεν θα γίνει αύριο, αλλά μπορεί να βοηθήσει τον Ερντογάν με το αφήγημά του του να κάνει την Τουρκία ενεργειακή δύναμη. Υπάρχει πολιτικός υπολογισμός».
«Κερκόπορτα»
Παράλληλα, με τις δραστηριότητες αυτές η Τουρκία εξακολουθεί να λειτουργεί ως κερκόπορτα για τη ρωσική ενέργεια στον δρόμο της προς την Ευρώπη. Πρόσφατα το Κέντρο Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (CREA), προειδοποίησε ότι η Τουρκία καθίσταται μια παρακαμπτήρια οδός για τις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου προς την ΕΕ, μια «ρωγμή» στις κυρώσεις.
«Μια νέα οδός για τη διοχέτευση του ρωσικού πετρελαίου προς την ΕΕ αναδύεται μέσω της Τουρκίας, όπου διυλίζεται αυξημένη ποσότητα ρωσικού αργού», προειδοποιούν οι συντάκτες της έκθεσης, η δουλειά των οποίων πρόκειται να παρουσιαστεί στην COP27.
Πράγματι η Τουρκία έχει αυξήσει τις εισαγωγές αργού από τη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Και οι εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων από την Τουρκία προς τα ευρωπαϊκά και τα αμερικανικά λιμάνια αυξήθηκαν κατά 85% στο διάστημα Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου σε σύγκριση με την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου, αναφέρεται στην έκθεση.
Πηγή: ΟΤ
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

