Διεθνή
Θα παραδώσει ο Ερντογάν την εξουσία ή….
Τουρκία – Εκλογές: Ομαλή διαδοχή ή εκτροπή;
Η Τουρκία εισέρχεται στην τελική ευθεία μίας καθοριστικής προεδρικής αναμέτρησης εν μέσω κλίματος ακραίας πόλωσης, ανησυχίας για πιθανώς απρόβλεπτες καταστάσεις το βράδυ της 14ης Μαΐου, και με ορατό το ενδεχόμενο εκατέρωθεν αμφισβήτησης -πρωτίστως από το «στρατόπεδο» του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν- ενός οριακού εκλογικού αποτελέσματος, γεγονός που θα άνοιγε το «δρόμο» σε αλληλοκατηγορίες περί εκτροπής.
Η ατμόσφαιρα πόλωσης και γενικευμένης καχυποψίας ήλθε να αντικατοπτριστεί στο μήνυμα που απηύθυνε ο επικεφαλής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, προς τους υποστηρικτές του «μετώπου» κατά του Ερντογάν «να μείνουν σπίτι» των βράδυ των εκλογών, επικαλούμενος τον κίνδυνο να υπάρξουν «προκλήσεις» ή «προβοκάτσιες».
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από πλευράς του έχει οδηγήσει στα άκρα την προεκλογική σύγκρουση με τον Κιλιτσντάρογλου, κατηγορώντας την κεμαλιστή ηγέτη του CHP όχι μόνο ότι είναι «όργανο» της Δύσης και έχει δώσει «υποσχέσεις» και «δεσμεύσεις» απέναντί της, αλλά ότι συνεργάζεται και ενθαρρύνει το PKK και τους γκιουλενιστές -επισείοντας επί της ουσίας τον κίνδυνο για τρομοκρατικές επιθέσεις, με δηλώσεις ότι «εκείνοι έχουν ήδη αρχίσει να γεμίζουν τα όπλα τους».
Στελέχη της κυβέρνησης, προεξάρχοντος του υπουργού Εσωτερικών, Σουλεϊμάν Σοϊλού, επιμένουν την ίδια στιγμή να καλλιεργούν κλίμα περί ανάμειξης των ΗΠΑ και «απόπειρας πολιτικού πραξικοπήματος» στην κάλπη της 14ης Μαΐου, ενώ την οργή του Ερντογάν κατά της Δύσης και του Τύπου της έχουν επιτείνει τα δημοσιεύματα σε Economist και Washington Post, δύο εκ των πλέον έγκυρων ειδησεογραφικών μέσων παγκοσμίως, που θέτουν την αυταρχική διακυβέρνησή του στο στόχαστρο και καλούν ανοιχτά τους Τούρκους πολίτες να «σώσουν τη Δημοκρατία» τόσο για το δικό τους μέλλον, όσο και για να εμψυχώσουν τις δημοκρατικές δυνάμεις ανά τον κόσμο με το μήνυμα ότι ο δεσποτισμός και ο αυταρχισμός μπορούν να ηττηθούν.
Ο Τούρκος πρόεδρος αντέδρασε με οργή στην ανοιχτή θέση που έλαβε υπέρ της αντιπολιτευόμενης συμμαχίας η βρετανική επιθεώρηση Economist, η οποία και έχει κρατήσει σταθερά σκληρή στάση έναντι του Τούρκου προέδρου, λέγοντας ότι δεν θα επιτραπεί σε κανέναν να «χειραγωγήσει» την εσωτερική πολιτική και τους ψηφοφόρους της Τουρκίας. «Δεν θα επιτρέψουμε να κατευθύνεται η εσωτερική μας πολιτική και να κουνάνε το δάχτυλο στην εθνική βούληση τα εξώφυλλα των περιοδικών, που αποτελούν τον επιχειρησιακό μηχανισμό των παγκόσμιων δυνάμεων», δήλωσε.
Λαμβάνοντας τη «σκυτάλη», ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, κατήγγειλε επέμβαση στις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις της Τουρκίας, αναφέροντας ότι είναι ο λαός που θα δώσει την απάντησή του στην κάλπη. Ο διευθυντής επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας, Φαχρετίν Αλτούν, μίλησε ταυτόχρονα για «στόχευση» της βούλησης του έθνους συνολικά από μέσα ενημέρωσης της Δύσης, κάνοντας λόγο περί «ασύμμετρων ψυχολογικών επιχειρήσεων» και «βρώμικης προπαγάνδας».
Ως «έργο» των Ηνωμένων Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται, άλλωστε, να επιχειρεί προκαταβολικά να εμφανίσει η πλευρά Ερντογάν ενδεχόμενη ήττα στην προεδρική κάλπη, με τον Σουλεϊμάν Σοϊλού να κατηγορεί ευθέως τον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, για ανάμειξη στις εκλογές, όταν κλήθηκε να δώσει διευκρινίσεις για την προ ημερών επίμαχη δήλωση «η 15η Ιουλίου [σ.σ. 2016] ήταν η ντε φάκτο απόπειρα πραξικοπήματος, και η 14η Μαΐου 2023 είναι μία απόπειρα πολιτικού πραξικοπήματος».
Για τον Ερντογάν είναι η ίδια η Ουάσινγκτον και ο αυξοεξόριστος στην Πενσιλβάνια ιμάμης Φετουλάχ Γκιουλέν που θέλησαν το 2016 να τον ανατρέψουν, ενώ τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ως «εκλεκτό» τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου. Και με φόντο τις δηλώσεις Σοϊλού περί «πολιτικού πραξικοπήματος», το ερώτημα εάν ο Ερντογάν παραδώσει την εξουσία, εφόσον χάσει, γίνεται ακόμα πιο έντονο.
Χρεώνοντας στον Τούρκο πρόεδρο «τυπική λογική δικτάτορα», ο αρχηγός του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, εμφανίζεται να επιχειρεί να εμποδίσει τη δημιουργία τη νύχτα των εκλογών μίας ατμόσφαιρας που θα μπορούσε να οδηγήσει, ή να χρησιμοποιηθεί, για να οδηγήσει σε απρόβλεπτες καταστάσεις.
«Το βράδυ των εκλογών, όταν θα έχουμε νικήσει, να μη βγει κανείς στους δρόμους για να πανηγυρίσει. Να μείνουν όλοι στο σπίτι τους. Όταν ξημερώσει, θα έχουν ξεκαθαρίσει τα αποτελέσματα και το Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο [YSK] θα αναγκαστεί να τα ανακοινώσει», δήλωσε ο Κιλιτσντάρογλου για να προειδοποιήσει: «Γιατί αν βγουν για να πανηγυρίσουν, μπορεί να υπάρξουν προκλήσεις, προβοκάτσιες, ίσως ένοπλοι βγουν στους δρόμους. Και δεν πρέπει να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον που να επιτρέπει κάτι τέτοιο».
Την ευθύνη της δημοσιοποίησης των επίσημων αποτελεσμάτων της προεδρικής εκλογής της 14ης Μαΐου έχει το ελεγχόμενο από την κυβέρνηση Ερντογάν κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu. Το Μάρτιο του 2019, το Anadolu είχε διακόψει προσωρινά τη ροή αποτελεσμάτων όταν άρχισε να διαφαίνεται πως ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Εκρέμ Ιμάμογλου, βρισκόταν σε τροχιά νίκης για το δήμο της Κωνσταντινούπολης -γεγονός που είχε δώσει λαβή για κατηγορίες περί απόπειρας αλλοίωσης των ψήφων.
Το «μοτίβο» που ακολούθησε ο Ερντογάν με την αμφισβήτηση της νίκης Ιμάμογλου στις δημοτικές εκλογές της Κωνσταντινούπολης που τελικά οδηγήθηκαν σε επαναληπτική αναμέτρηση -στην οποία και ο υποψήφιος του CHP θριάμβευσε- εκτιμάται ότι πιθανώς θα επαναλάβει και σε ενδεχόμενη δική του οριακή ήττα στην προεδρική κάλπη. Η Συμμαχία των «Έξι» την ίδια στιγμή βρίσκεται υπ’ ατμόν, έχοντας επιστρατεύσει άνω των 500.000 εκλογικών παρατηρητών, αριθμός ενδεικτικός των φόβων περί παρατυπιών ή απόπειρας νόθευσης των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές, εφαρμόζεται πλέον σειρά απαγορεύσεων όσον αφορά την προεκλογική δράση, μεταξύ των οποίων και η διεξαγωγή (επισήμως τουλάχιστον) δημοσκοπήσεων. Οι δύο τελευταίες μετρήσεις έχουν «αφήσει» αμφίρροπη εικόνα: Η δημοσκόπηση της εταιρείας ORC δίνει προβάδισμα στον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου με 48% και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συγκεντρώνει 44,6%. Ακριβώς αντίθετη εικόνα δίνει η έρευνα της SONAR: Ο Ερντογάν προηγείται με 48,8%, και ο Κιλιτσντάρογλου ακολουθεί με 44,1%.
Παρά την πρωτιά Κιλιτσντάρογλου στις περισσότερες δημοσκοπήσεις για την προεδρία, στις βουλευτικές εκλογές το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑKP) του Ερντογάν έρχεται μονίμως πρώτο. Σύμφωνα με τη έρευνα της ORC, το AKP προβλέπεται να λάβει 33,2%, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα 28%, το Καλό Κόμμα της Μεράλ Ακσενέρ 15,5%, το φιλοκουρδικό HDP 9,6%, το Κόμμα Εθνιστικής Δράσης (ΜΗΡ) 5,6%, το Εργατικό Κόμμα της Τουρκίας 2% και το Κόμμα της Πατρίδας του Μουχαρέμ Ιντζέ 1,9%.
Η λεγόμενη «δημοσκόπηση των δημοσκοπήσεων», ο μέσος όρος των ερευνών 15 εταιρειών για τον Απρίλιο δίνει στον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου 47,64% και στον Ερντογάν 44,22%. Για τον δεύτερο γύρο της 28ης Μαΐου προβλέπει νίκη Κιλιτσντάρογλου με 52,03%. Αναλυτές εκτιμούν ότι αν αθροιστικά το ποσοστό των δύο άλλων υποψηφίων για την προεδρία (Μουχαρέμ Ιντζέ και Σινάν Ογάν) μείνει κάτω από το 6%, υπάρχει πιθανότητα το αποτέλεσμα να κριθεί από τον πρώτο γύρο.
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

