Διεθνή
Ορφανοτροφείο Πριγκήπου: Σήμα κινδύνου για το μνημείο που ενώνει Ελληνες και Τούρκους
Επιστήμονες από Ελλάδα και Τουρκία εργάζονται από κοινού για την αποκατάσταση του μεγαλύτερου ξύλινου μνημείου της Ευρώπης
χουν περάσει πέντε χρόνια από τότε που η Europa Nostra συμπεριέλαβε το ιστορικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου στη λίστα με τα πολιτιστικά μνημεία που βρίσκονται σε κίνδυνο. Το μεγαλύτερο ξύλινο μνημείο της Ευρώπης που «κλείνει» μέσα στους πέντε ορόφους του ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, στέκει στην κορυφή του λόφου της Πριγκήπου, «τραυματισμένο» από τον χρόνο. Σε αυτό το εμβληματικό κτίριο που αγναντεύει τη θάλασσα του Μαρμαρά, χιλιάδες παιδιά, κυρίως ορφανά, βρήκαν για πολλές δεκαετίες (1903-1964), στέγη και μόρφωση.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά το κλείσιμό του και υπό τον κίνδυνο της κατάρρευσης, το Ορφανοτροφείο ένωσε μία ομάδα Ελλήνων και Τούρκων επιστημόνων που τα τελευταία χρόνια εργάζονται από κοινού -εθελοντικά- για την αποκατάσταση του κτιρίου, θέτοντας ως απόλυτη προτεραιότητα την αναστήλωσή του.

«Είναι ένα μνημείο το οποίο για την Ανατολή συμβολίζει ό,τι ο Άγιος Νικόλαος στο Μανχάταν για τη Δύση», τονίζει στην «Κ» ο Λάκης Βίγκας, συντονιστής αυτής της ομάδας για τη διάσωση και αποκατάσταση του Ορφανοτροφείου.
«Είναι το παρελθόν, οι μνήμες και η ιστορία μας, δεν μπορούμε να τα απεμπολίσουμε και να αφήσουμε να εξαφανιστεί από τον χάρτη».
«Το κτίριο εδώ και πολλά χρόνια στερείται ζωής κι εμείς σήμερα αναζητούμε το μέλλον του. Η αναστήλωσή του είναι θέμα γοήτρου για την ομογένεια και κατ’ επέκταση για τον ελληνισμό. Είναι το παρελθόν, οι μνήμες και η ιστορία μας, δεν μπορούμε να τα απεμπολίσουμε και να αφήσουμε ένα τέτοιο κτίριο να εξαφανιστεί από τον χάρτη. Θέλουμε να μείνουμε παρόντες σε αυτήν την πόλη», προσθέτει ο ίδιος, επισημαίνοντας τη σημαντική συρρίκνωση, σήμερα, της ελληνικής κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη.
Τα τελευταία χρόνια μέσω της υποστήριξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου -που είναι και ο ιδιοκτήτης του Ορφανοτροφείου- ο κ. Βίγκας και η ομάδα του προχώρησαν σε ενέργειες όπως η ψηφιακή και αρχιτεκτονική αποτύπωση του κτιρίου, η σύσταση συμβουλευτικής διεπιστημονικής επιτροπής από Έλληνες και Τούρκους ειδικούς, η διεξαγωγή διαγωνισμού που αφορά τόσο στην αναστήλωση του παρακείμενου σχολικού κτιρίου (1.000 τ.μ.) όσο και στη μερική υποστύλωση της κεντρικής οικοδομής, καθώς και η έκδοση άδειας οικοδομήσεως.

«Η τοπική κοινωνία των νησιών είναι ευαισθητοποιημένη. Το ίδιο και η ευρύτερη τουρκική κοινωνία, όπως και τα μέσα ενημέρωσης. Συνέχεια μάς ρωτούν “πότε ξεκινάτε;” Συνεργαζόμαστε στενά και με το υπουργείο Πολιτισμού της Τουρκίας και τον μητροπολιτικό δήμο της Κωνσταντινούπολης. Βλέπετε όλοι οι παράγοντες, αν και πολιτικά ανταγωνίσιμοι, σε αυτό το κτίριο ενώνουν το πνεύμα της δημιουργίας και της ανάπτυξης», τονίζει ο Λ. Βίγκας, ξεκαθαρίζοντας ότι αναζητούνται οι πόροι προκειμένου να ξεκινήσει άμεσα η αναστήλωση.
Στον περίπου μισό αιώνα που το Ορφανοτροφείο παρέμενε κατασχεμένο από το τουρκικό κράτος, μέχρι την οριστική επιστροφή του στο Πατριαρχείο το 2012, δεν καταγράφηκε καμία σωστική ενέργεια που θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την κατάρρευση.

Ένας ξύλινος «ουρανοξύστης»
«Μετά την εγκατάλειψη του Ορφανοτροφείου τη δεκαετία του ‘60, το κτίριο έμεινε στο έλεος του Θεού. Το Πατριαρχείο έκανε έναν τεράστιο αγώνα για να το πάρει πίσω και έκτοτε καταβάλλει μία μεγάλη προσπάθεια για τη διάσωσή του. Θα ήταν κρίμα να χαθεί ένα τόσο εμβληματικό κτίριο, σημαντικό όχι μόνο για τον ελληνισμό και την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Τουρκίας, αλλά και για τη διεθνή κοινότητα, καθώς αποτελεί σύμβολο της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των ξύλινων κατασκευών. Είναι το σπουδαιότερο δείγμα ενός πρωτοποριακού δομικού συστήματος που αναπτύχθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη και με βάση αυτό δημιουργήθηκε ένα νέο αρχιτεκτονικό ρεύμα κατασκευών από ξύλο. Με ύψος 26 μέτρα, το κτίριο υπήρξε για την εποχή του ένας ξύλινος ουρανοξύστης», λέει η Ελευθερία Τσακανίκα, πολιτικός μηχανικός, αναπληρώτρια καθηγήτρια της Σχολής Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ, με ειδικότητα στις ξύλινες κατασκευές και κυρίως στην αποκατάστασή τους.

Τα τελευταία χρόνια, η κ. Τσακανίκα εντάχθηκε στην εθελοντική ομάδα για το Ορφανοτροφείο. Ήδη από το 2018, όταν σε ένα παγκόσμιο συνέδριο αντιλήφθηκε την επικινδυνότητα της κατάστασης του κτιρίου, ενημέρωσε με επιστολή της τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ότι θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στην ανεύρεση των πόρων για την υποστύλωσή του και στη συνέχεια αφού διασφαλιστεί αυτό για την αποκατάστασή του. Την ίδια χρονιά -μαζί με τους συναδέλφους της από το ΕΜΠ κ.κ. Τ. Κουϊμτζόγλου και Β. Κολοκυθά- συνέταξαν, ύστερα από πρόσκληση του Πατριαρχείου, μία τεχνική έκθεση και κατέθεσαν πρόταση για τα άμεσα σωστικά μέτρα.
Αντίστροφη μέτρηση
«Πρέπει να προλάβουμε. Κάθε μέρα που χάνεται είναι κρίσιμη», τονίζει στην «Κ» η καθηγήτρια του ΕΜΠ, εκφράζοντας την ανησυχία της, εν όψει του χειμώνα. «Ο σεισμός και ιδιαίτερα οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν το κτίριο. Μία μεγάλη θύελλα θα μπορούσε να είναι καταστροφική» επισημαίνει και προσθέτει πως πρόκειται για ένα ξύλινο κτίριο πέντε ορόφων που έχει χάσει το μεγαλύτερο ποσοστό της στέγης του.
«Το 80% πλέον είναι διαπερατό και καταρρέει πολύ γρήγορα. Μέχρι το 2018 ανεβαίναμε ως τον τέταρτο όροφο του κτιρίου, σήμερα φτάνουμε μόνο μέχρι τμήμα του δευτέρου», διευκρινίζει η ίδια, τονίζοντας ότι η στέγαση και η συνολική υποστύλωση θα πρέπει να είναι το επόμενο βήμα αμέσως μετά τη μερική υποστύλωση, προκειμένου να διασωθεί το κτίριο.
Σήμερα, οι προσπάθειες έχουν επικεντρωθεί στον χώρο του θεάτρου και στην περιοχή της εισόδου και υποδοχής, οι οποίοι αποτελούν το πολυτιμότερο τμήμα του κτιρίου λόγω του ιδιαίτερα περίτεχνου διακόσμου, της χρήσης τους και της μνήμης που κουβαλούν.
«Προσπάθειά μας είναι να διασώσουμε ό,τι περισσότερο μπορέσουμε: Κάθε στοιχείο αρχιτεκτονικό, του φέροντος οργανισμού, του διακόσμου, κουβαλάει μία μνήμη τεχνική ακόμη και συναισθηματική ως στοιχεία της υλικής και άυλης πολιτιστικής αξίας αυτού του μνημείου. Επομένως, αν καταφέρουμε να σώσουμε έστω και κάποιο τμήμα του κτιρίου θα είναι σπουδαίο. Το 100% είναι πλέον ανέφικτο», τονίζει η κ. Τσακανίκα.
Το Prinkipo Palace που έγινε ορφανοτροφείο
Το κτίριο σχεδιάστηκε το 1898 από τον καταξιωμένο Γάλλο αρχιτέκτονα Αλεξάντερ Βαλορί. «Ο Βαλορί ήταν ένας σεβαστός αρχιτέκτονας εκείνης της περιόδου, σχεδιαστής πολλών υπέροχων κτιρίων που επηρέασαν τη μορφή της πόλης της Κωνσταντινούπολης. Το κτίριο που στέγασε το ελληνικό ορφανοτροφείο αποτελεί ένα από τα ελάχιστα δείγματα ξύλινων κτιρίων τέτοιου μεγέθους, παγκοσμίως», λέει στην «Κ» ο Τούρκος καθηγητής αρχιτεκτονικής Oğuz Ceylan, ο οποίος ειδικεύεται στα έργα του διάσημου αρχιτέκτονα. Ο ίδιος συμμετέχει στην προσπάθεια διάσωσης του ιστορικού κτιρίου της Πριγκήπου, έχοντας αναλάβει τον ρόλο του προέδρου της επιστημονικής επιτροπής. «Το ενδιαφέρον μου για το κτίριο αυτό ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, ταυτόχρονα με την έρευνά μου. Το επισκεπτόμουν συχνά για να το φωτογραφίσω», προσθέτει.

Η ιστορία του Ορφανοτροφείου ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα. Το εντυπωσιακό κτίριο με τα 206 δωμάτια επρόκειτο να ανοίξει τις πόρτες του ως πολυτελές ξενοδοχείο και καζίνο με την ονομασία Prinkipo Palace. Σε αυτό θα φιλοξενούνταν πλούσιοι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες που θα έφταναν στην Κωνσταντινούπολη με το «Όριεντ Εξπρές». Τα σχέδια, όμως, της γαλλικής εταιρείας στην οποία ανήκε το πενταώροφο οικοδόμημα «έπεσαν έξω» όταν σε αυτά αντιτάχθηκε ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ ο Β’, αρνούμενος να επιτρέψει τη λειτουργία του καζίνο.
Tο 1903 το κτίριο πουλήθηκε έναντι 3.700 χρυσών λιρών στην Έλενα Ζαρίφη, σύζυγο Έλληνα τραπεζίτη από την Κωνσταντινούπολη, η οποία με τη σειρά της το δώρισε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από τότε και για τις επόμενες έξι δεκαετίες, το κτίριο θα έπαιρνε «πνοή» ως ορφανοτροφείο και σχολείο, φιλοξενώντας, στα δωμάτια που προϋπήρχαν και στους χώρους διδασκαλίας που στη συνέχεια διαμορφώθηκαν, χιλιάδες παιδιά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης. Το Ορφανοτροφείο σφραγίστηκε το 1964 από τις τουρκικές αρχές, αλλά περιήλθε οριστικά στο Πατριαρχείο το 2012, ύστερα από προσφυγή που έκανε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Καταγραφή της ζωντανής ιστορίας του
Ανάμεσα στα μέλη της ομάδας που συμμετέχουν εθελοντικά στο πρότζεκτ για την αναστήλωση του Ορφανοτροφείου είναι και η Ελληνίδα της Κωνσταντινούπολης, μεταφράστρια, Ελένη Καραμήτη. Μαζί με την Τουρκάλα δημοσιογράφο Özgür Kaymak αναζητούν πρώην φοιτούντες του Ορφανοτροφείου και με μία κάμερα καταγράφουν τη ζωντανή ιστορία των ανθρώπων που πέρασαν σε αυτό το ιστορικό κτίριο ένα μέρος της ζωής τους.
«Σήμερα, οι άνθρωποι αυτοί είναι ηλικίας περίπου 70-80 ετών κι εμείς προσπαθούμε να τούς προσεγγίσουμε, ψάχνοντας σε διάφορα αρχεία στα οποία έχουμε πρόσβαση. Αυτό, όμως, δεν είναι πάντοτε εύκολο, διότι πολλοί έχουν διασκορπιστεί σε διάφορα σημεία, κάποιοι πάσχουν από άνοια, ενώ άλλοι φοβούμενοι τον κοινωνικό αντίκτυπο δεν αποκαλύπτουν ότι κάποτε φοίτησαν σε ορφανοτροφείο», λέει η κ. Καραμήτη.
Μέσω της «Κ» η κ. Καραμήτη ζητεί να επικοινωνήσουν μαζί της όσοι θα ήθελαν ακόμη και ανώνυμα να μεταφέρουν την ιστορία τους από τα χρόνια στο Ορφανοτροφείο.

Όπως προκύπτει από τις ιστορίες που έχουν καταγραφεί, μάς λέει, δεν ήταν όλα ορφανά τα παιδιά που φοίτησαν στο ξύλινο κτίριο της Πριγκήπου. «Υπάρχουν και παιδιά που κάποιοι γονείς δυσκολεύονταν να τα μεγαλώσουν και τα έστελναν στο Ορφανοτροφείο. Την εποχή εκείνη η εκπαίδευση ήταν υψηλού επιπέδου. Εκτός από τα μαθήματα του σχολείου, τα παιδιά παρακολουθούσαν και διάφορα εργαστήρια όπως ραπτικής, ξυλουργικής, μηχανουργικής. Προετοιμάζονταν δηλαδή με σκοπό να βρουν δουλειά όταν θα έφευγαν από το Ορφανοτροφείο», αναφέρει η ίδια και προσθέτει: «Μέσα στις δύσκολες συνθήκες και την ανέχεια, τα παιδιά μπήκαν εκεί μέσα με πόνο διότι τα άφησαν οι γονείς τους ή δεν είχαν γονείς να τα περιμένουν, αλλά συνάντησαν ανθρώπους που ενδιαφέρθηκαν για εκείνα. Ναι μεν η μοίρα τούς είχε χτυπήσει με σκληρό τρόπο και βρέθηκαν εκεί, αλλά δεν ήταν παρατημένα», τονίζει η ίδια.
Μέσω της «Κ» η κ. Καραμήτη ζητεί να επικοινωνήσουν μαζί της όσοι θα ήθελαν ακόμη και ανώνυμα να μεταφέρουν την ιστορία τους από τα χρόνια στο Ορφανοτροφείο. Στόχος είναι, όταν πλέον θα έχουν συγκεντρωθεί αρκετές ιστορίες, να δημιουργηθεί ένα αναμνηστικό λεύκωμα, ώστε παράλληλα με τη προσδοκώμενη διάσωση του κτιρίου ή ενός μέρους αυτού να διασωθούν και οι ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν στους χώρους του.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
