Αναλύσεις
Προκόπης Παυλόπουλος: Να ανιχνευθούν ομοιότητες Νομικής και Φυσικής Επιστήμης με την επικουρία των Μαθηματικών
Προκόπης Παυλόπουλος: Επιστημονικός διάλογος στην Ακαδημία Αθηνών για την έννοια του «Νόμου» στα πεδία της Νομικής και της Φυσικής Επιστήμης
Τη χρησιμότητα να «ανιχνευθούν» οι, επιστημονικώς θεμελιωμένες, αμοιβαίες ομοιότητες και, κατά κύριο λόγο, διαφορές της έννοιας του «νόμου» στ’ αντίστοιχα πεδία της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης προσφεύγοντας, όταν είναι απαραίτητο, στην επικουρία των Μαθηματικών εξέφρασε ο Προκόπης Παυλόπουλος.
Την 19η Ιουνίου 2023 ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός (Γ΄ Τάξη, έδρα Δημοσίου Δικαίου) και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ συμμετείχε σ’ επιστημονικό διάλογο -τον οποίο οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών- με τον Ακαδημαϊκό κ. Εμμανουήλ Φλωράτο (Α΄ Τάξη, έδρα Μαθηματικής Φυσικής) για την έννοια του «Νόμου» στ’ αντίστοιχα πεδία της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης. Τον διάλογο συντόνισε ο Ακαδημαϊκός (Α΄Τάξη, έδρα Μετεωρολογίας-Κλιματολογίας) και Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών κ. Χρήστος Ζερεφός.
Στην παρέμβασή του ο κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
«Στο πλαίσιο του σύγχρονου επιστημονικού διαλόγου πρέπει ν’ αναδειχθεί και το ότι στην εποχή μας -σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις- η προσχηματική ή και εντελώς εσφαλμένη επίκληση της ανάγκης μιας, δήθεν, «ολιστικής» θεώρησης του επιστητού «παρασύρει» την επιστημονική έρευνα σε μιαν άκριτη και γι’ αυτό αναμφισβητήτως ανεπίτρεπτη «μεταφορά» εννοιών και συμπερασμάτων από το πεδίο των Θετικών Επιστημών σ’ εκείνο των Ανθρωπιστικών Επιστημών. Ίσως δε η συστηματική και τεκμηριωμένη μελέτη του φαινομένου τούτου, η οποία φανερώνει και τα σφάλματα μιας τέτοιας «μεταφοράς», μπορεί ν’ ανοίξει νέες μεθοδολογικές ατραπούς ως προς το πώς και γιατί και η Νομική Επιστήμη εντάσσεται, οπωσδήποτε υπό τις επιστημολογικώς επιβεβλημένες προϋποθέσεις, στην χορεία των Επιστημών.
Α. Κατά τούτο είναι χρήσιμο ν’ «ανιχνευθούν» οι, επιστημονικώς θεμελιωμένες, αμοιβαίες ομοιότητες και, κατά κύριο λόγο, διαφορές της έννοιας του «νόμου» στ’ αντίστοιχα πεδία της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης προσφεύγοντας, όταν είναι απαραίτητο, στην επικουρία των Μαθηματικών. Πολλώ μάλλον όταν γίνεται πλέον ευρέως δεκτό ότι δεν υφίσταται απολύτως «στεγανός» διαχωρισμός μεταξύ Θετικών Επιστημών και Ανθρωπιστικών Επιστημών αλλά σαφής μεθοδολογική διάκριση, η οποία όμως δεν αποκλείει, κάθε άλλο, την ύπαρξη συγκεκριμένων επιδράσεων και τις εξ αυτών δυνατότητες επίσης συγκεκριμένων συγκρίσεων.
- Αυτονοήτως, οι συγκρίσεις αυτές πρέπει να γίνονται με πλήρη σεβασμό των παραδεδεγμένων κανόνων καθεμιάς εκ των ως άνω Επιστημών. Ενόψει των εν προκειμένω συγκρίσεων επισημαίνεται πως κατά την ανάλυση που ακολουθεί η Νομική Επιστήμη εκλαμβάνεται ευρέως. Υπό την έννοια ότι το ερευνητικό της πεδίο καταλαμβάνει όχι μόνο τους κανόνες ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, κατά την θεσμική του υπόσταση, αλλά και τους κανόνες «ορθολογικής» -δηλαδή σύμφωνης με τις απαιτήσεις της κανονιστικής του υποδομής και επάρκειας- θέσπισής του. Και τούτο διότι, εκ της θεσμικής ιδιοσυστασίας του, ο κανόνας δικαίου πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται επιστημονικώς με ολοκληρωμένο τρόπο, ο οποίος έχει ως αφετηρία την ab initio δημιουργία του και ως κατάληξη την τελική εφαρμογή του στην πράξη. Άλλως, η επιστημονικώς συμβατή και αποδεκτή «σύλληψή» του παρίσταται εμφανώς μερική και, επομένως, ελλειπτική.
- Αυτό το εγχείρημα σύγκρισης καθίσταται τόσο περισσότερο χρήσιμο, όσο ο όρος «νόμος» είναι, οιονεί «εκ καταγωγής», εξαιρετικά γενικός και ευρύς, γεγονός το οποίο εξηγεί και την χρησιμοποίησή του σε πολλά επιστημονικά πεδία, τα οποία μάλιστα εμφανίζουν μεταξύ τους και μεγάλες επιστημονικές διαφορές. Τα προαναφερθέντα ως προς την «εκ καταγωγής» γενικότητα και, επέκεινα, ευρύτητα του όρου «νόμος» συνδέονται αρρήκτως πρωτίστως με την ετυμολογική του ρίζα, όπως επεξηγείται αμέσως στην συνέχεια. Συνδέονται όμως, έστω και δευτερογενώς, και με την εντεύθεν επιστημονική και μη χρήση του όρου «νόμος» υπό συνθήκες νοηματικής «ελευθεριότητας», η οποία όχι σπάνια αγγίζει ή και ξεπερνά τα όρια της γλωσσικής αυθαιρεσίας. Είναι δε αυτή η «ελευθεριότητα» η οποία στην εποχή μας, που διακρίνεται για την μειωμένη ή και –ενίοτε με τάσεις διεύρυνσης- πλήρη απουσία υπεύθυνης επιστημονικής κριτικής, επιτρέπει σε «αθεράπευτους» ερασιτέχνες του «επί παντός επιστητού» να ταξιδεύουν με «σημαίες ευκαιρίας». Και δη «ανεξόδως» και «ακινδύνως», υπερβαίνοντας μάλιστα ακόμη και τα όρια του αυθεντικού «κήνσορος» της αντίθετης άποψης.
Β. Σ’ εκείνους οι οποίοι -αναγνωρίζοντας βεβαίως τις μεγάλες διαφορές που, κατά τ’ ανωτέρω, διακρίνουν τον νόμο στ’ αντίστοιχα πεδία της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης- υποστηρίζουν ότι θα ήταν ενισχυτική για την κανονιστική ιδιοσυστασία του θεσμικού νόμου μια όσο το δυνατόν πιο «ολοκληρωμένη» επιστημονική «προσέγγισή» του με βάση τα δεδομένα του φυσικού νόμου, η απάντηση πρέπει να είναι από άκρως επιφυλακτική έως αρνητική. Είναι πιο ασφαλές επιστημονικώς να δεχθούμε ότι αρκεί η ως άνω επισήμανση των μεταξύ τους ομοιοτήτων και διαφορών, υιοθετώντας αυστηρώς επιστημονικά κριτήρια και, συνακόλουθα, αυστηρώς επιστημονική μεθοδολογία. Κάθε λοιπόν «υπέρβασή» τους θ’ αφαιρούσε από την σύγκριση αυτή ουσιώδη στοιχεία της επιστημονικής της ορθότητας, πέραν του ότι δεν είναι ευκρινώς ορατά τα όρια μιας τέτοιας, δήθεν «ολοκληρωμένης», επιστημονικής «προσέγγισης» μεταξύ θεσμικού νόμου και φυσικού νόμου.
- Άλλωστε, αυτή η επιστημολογική προσέγγιση που κατ’ ουσία «συνηγορεί» υπέρ της μεθοδολογικώς αποδεκτής «συνύπαρξης», υπό σαφώς προσδιορισμένες και επιστημονικώς αποδεκτές προϋποθέσεις, της Νομικής Επιστήμης –και, πέραν αυτής, των Ανθρωπιστικών Επιστημών εν γένει– με τις Θετικές Επιστήμες, και συγκεκριμένα με την Φυσική Επιστήμη και τα Μαθηματικά, ειδικότερα δε με την Φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, και όχι υπέρ της «βιασμένης» και, συνακόλουθα, επιστημονικώς απορριπτέας «αλληλοτομής» μεταξύ τους, τεκμηριώνει ακόμη περισσότερο, μ’ εμφατικό μάλιστα τρόπο, τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες η Νομική Επιστήμη έχει την θέση της στην χορεία των Επιστημών γενικώς. Επιπροσθέτως, πρέπει να τονισθεί και το ότι όσο πιο «μηχανιστική» είναι η επιστημονική αντιμετώπιση του θεσμικού νόμου, έτσι ώστε να βρίσκεται εγγύτερα προς την «αντικειμενικότητα» –υπό την έννοια που επεξηγήθηκε προηγουμένως– της λειτουργίας του φυσικού νόμου, τόσο περισσότερο απομειώνεται η κανονιστική του ικανότητα να προσαρμόζεται, καταλλήλως και αποτελεσματικώς, διά των πρόσφορων μεθόδων ερμηνείας στα κοινωνικά δεδομένα και στις εξ αυτών δημιουργούμενες σχέσεις μεταξύ των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου κατά την εξέλιξη της εφαρμογής του στην πράξη.
- Διότι δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός, ότι το «υποκειμενικό» στοιχείο του θεσμικού νόμου, σύμφωνο άλλωστε με την κανονιστική του υπόσταση –επισημαίνεται, για μιαν ακόμη φορά, ότι ο θεσμικός νόμος είναι εκ καταγωγής lex humana και όχι lex aeterna, όπως ο φυσικός νόμος- επιδρά «ευεργετικώς», με την κατάλληλη κατά τα δεδομένα της Νομικής Επιστήμης αξιοποίησή του από τον ερμηνευτή και εφαρμοστή του, στην κατά το δυνατόν αποδοτικότερη «επικαιροποίησή» του. Έτσι ώστε ο κανονιστικός «δυναμισμός» του θεσμικού νόμου, κατά την εφαρμογή του στην πράξη, να παρατείνεται χρονικώς όσο τούτο είναι εφικτό και, κατά λογική ακολουθία, ν’ αντιμετωπίζεται αναλόγως και καταλλήλως ο κίνδυνος της ταχείας ρυθμιστικής του αποδυνάμωσης. Πολλώ μάλλον όταν, όπως διευκρινίσθηκε αμέσως προηγουμένως, ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του κανόνα δικαίου, πρωτευόντως δε ο δικαστής, δεν νομιμοποιούνται, κατά τα προτάγματα του Κράτους Δικαίου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, να υποκαθιστούν πλήρως τον νομοθέτη διαμορφώνοντας εντελώς νέους κανόνες δικαίου, ακόμη και όταν η κανονιστική «εξουθένωση» των ισχυόντων κανόνων δικαίου είναι καταφανής.
Γ. Συμπληρωματικώς -και με γνώμονα τα όσα προεκτέθηκαν- τo εγχείρημα της αναζήτησης και της εξεύρεσης ενός επαρκούς επιστημονικώς «κοινού τόπου» μεταξύ του θεσμικού νόμου και του φυσικού νόμου θα μπορούσε να βασισθεί, βεβαίως εν μέρει και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, στην φράση του Αποστόλου Παύλου από την επιστολή του «Προς Κορινθίους» (13.12): «βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι», («Videmus nunc per speculum (et) in aenigmate»). Κατ’ «ελεύθερη», όχι όμως και αυθαίρετη, απόδοση: «Βλέπουμε μέχρι πριν λίγο μέσα από «έσοπτρο» -μάλλον μεταλλικό, και όχι γυάλινο, καθρέφτη, αφού ο τελευταίος αντανακλά πιο καθαρά τα πράγματα- και, επέκεινα, μέσ’ από αινίγματα».
- 1. Τούτο σημαίνει, περαιτέρω, ότι δεν μπορούμε να δούμε την πραγματικότητα σε όλο της το βάθος και σε όλη της την έκταση. Αιώνες αργότερα, το ίδιο περίπου επισήμανε ο Immanuel Kant, επισήμανε π.χ. στην «Κριτική του Καθαρού Λόγου» («Kritik der reinen Vernunft, 1781), δεχόμενος ότι ο Άνθρωπος, καθ’ ο μέτρο στηρίζεται εκ φύσεως στην εννοιολογική σκέψη και στην βιωμένη εμπειρία, δεν είναι σε θέση να φθάσει έως την πλήρη επίγνωση της ουσίας των πραγμάτων. Το μόνο, λοιπόν, που μπορεί να επιτύχει είναι η αποκάλυψη του πώς ο νους «αντανακλά» την ουσία των πραγμάτων. Κάτι όμως το οποίο οδηγεί σε μια μορφή «προσομείωσης» της ουσίας των πραγμάτων και όχι οπωσδήποτε στην αληθινή γνώση της.
- 2. Σε μια τέτοια «προσομοίωση», σαφώς με τις εκατέρωθεν ιδιαιτερότητες, οδηγείται αφενός ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του θεσμικού νόμου και, αφετέρου, ο ερευνητής του φυσικού νόμου:
α)Πρώτον, ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του θεσμικού νόμου -και κατ’ εξοχήν ο δικαστής- καλείται να συμβάλλει στην ρύθμιση των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, εντός ορισμένου κοινωνικού συνόλου, με βάση τον in concreto ισχύοντα κανόνα δικαίου. Μόνο που αυτός ο κανόνας δικαίου είναι δημιούργημα άλλου, και ειδικότερα του νομοθέτη, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του καλείται να τον «συλλάβει» όχι πρωτογενώς, αλλά δια του «εσόπτρου» του έχοντος την «νομοπαραγωγική αρμοδιότητα». Πέραν τούτου, ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του ίδιου κανόνα δικαίου καλείται να συμβάλλει στην ρύθμιση των αντίστοιχων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων του οικείου κοινωνικού συνόλου, οι οποίες όμως έχουν προδήλως μεταβληθεί από την εποχή που αποτέλεσαν την βάση της αρχικής θέσπισής του. Και όσο η χρονική απόσταση μεταξύ θέσπισης του κανόνα δικαίου και της κατά περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής του μεγαλώνει, τόσο το «έσοπτρο» των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που πρέπει να υπαχθούν σε αυτόν, γίνεται πιο «θολό» και τόσο τα «αινίγματα» του πραγματικού του νοήματος καθίστανται, εντεύθεν, πιο «απόκρυφα».
β) Δεύτερον, ο εκπρόσωπος της Φυσικής Επιστήμης έχει, από την πλευρά του, ως αποστολή την αποκάλυψη της αλήθειας για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Μια αλήθεια που καίτοι φαίνεται, prima faciae, «απλή», εν τούτοις κατά μεγάλο μέρος της παραμένει «ζητούμενο». Άρα ο εκπρόσωπος της Φυσικής Επιστήμης, στηριζόμενος στις δικές του και αενάως εξελισσόμενες επιστημονικές γνώσεις -και με την «επικουρία» των Μαθηματικών- έχει αποστολή, κυρίως μέσω της παρατήρησης και του πειράματος, ν’ ανακαλύψει τον φυσικό νόμο που εξηγεί επαρκώς, έστω και προς το παρόν, την αλήθεια για το αντίστοιχο μέρος του κόσμου ο οποίος μας περιβάλλει. Και εδώ το «έσοπτρο» δεν διασφαλίζει μεγάλη ευκρίνεια, το δε εκάστοτε «αίνιγμα» συνήθως «κρατάει καλά τα μυστικά του». Για να θυμηθούμε ξανά το, διαχρονικώς εμβληματικής σημασίας, απόσπασμα του Ηρακλείτου -από το «Περί Φύσεως»– «φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ» [Diels–Kranz, 53 (β)].»
Αναλύσεις
Η παγίδα του Πούτιν! “Άδειασμα” Ουκρανίας και Ευρώπης από τον Τραμπ
Ο Σταύρος Καλεντερίδης αναλύει τη νέα σύγκρουση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με φόντο τη συμφωνία για ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα και τις ουκρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της Ρωσίας.
Μια διαφορετική ανάγνωση της νέας έντασης ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι παρουσιάζει ο Σταύρος Καλεντερίδης. Όπως υποστηρίζει, παρά την εικόνα ενός απομονωμένου και πιεζόμενου Ουκρανού προέδρου, εκείνος που βρίσκεται στην πραγματικότητα «με την πλάτη στον τοίχο» είναι ο Αμερικανός πρόεδρος.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η απόφαση της Ουάσιγκτον να επιτρέψει την εισαγωγή ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων. Κατά τον Καλεντερίδη, η κίνηση αυτή δεν αποτελεί κάποια αιφνίδια γεωπολιτική μεταστροφή, αλλά υπαγορεύεται πρωτίστως από την ανάγκη του Τραμπ να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων και τον πληθωρισμό στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Η ενεργειακή πίεση μετατρέπεται σε πολιτικό κίνδυνο
Ο Καλεντερίδης συνδέει ευθέως τη νέα αμερικανική στάση με την αύξηση του ενεργειακού κόστους. Το ντίζελ επηρεάζει τις μεταφορές, την αγροτική παραγωγή και, τελικά, τις τιμές σχεδόν όλων των προϊόντων. Επομένως, κάθε νέα άνοδος στα καύσιμα μετατρέπεται γρήγορα σε πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, ο Τραμπ χρειάζεται άμεσα μια αποκλιμάκωση των τιμών και στράφηκε προς τη Μόσχα επειδή οι υπόλοιπες επιλογές ήταν είτε ανεπαρκείς είτε εξαιρετικά επικίνδυνες. Η Ρωσία απέκτησε έτσι ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί: τη δυνατότητα να προσφέρει στην αμερικανική αγορά πρόσθετες ποσότητες καυσίμων και να συμβάλει στην προσωρινή αποκλιμάκωση.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν, σημειώνει ο αναλυτής, διέκρινε την ανάγκη του Τραμπ και την αξιοποίησε διπλωματικά. Η ρωσική πλευρά εμφανίστηκε έτοιμη να διαθέσει άμεσα φορτία, μετατρέποντας ένα αμερικανικό οικονομικό πρόβλημα σε ευκαιρία για επαναπροσέγγιση και χαλάρωση των περιορισμών.
Γιατί η Ουάσιγκτον πιέζει το Κίεβο
Βασικό σημείο τριβής αποτελούν οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων και ενεργειακών εγκαταστάσεων. Για το Κίεβο, οι επιχειρήσεις αυτές συνιστούν απάντηση στα ρωσικά πλήγματα κατά του ουκρανικού συστήματος ηλεκτροδότησης. Για τις ΗΠΑ, όμως, η καταστροφή ρωσικής παραγωγικής δυναμικότητας μπορεί να περιορίσει την παγκόσμια προσφορά καυσίμων και να αυξήσει τις τιμές.
Εδώ, κατά τον Καλεντερίδη, συγκρούονται δύο διαφορετικές επιδιώξεις:
- Η Ουκρανία θέλει να προκαλέσει οικονομικό και στρατιωτικό κόστος στη Ρωσία.
- Ο Τραμπ χρειάζεται το ρωσικό πετρέλαιο και τα ρωσικά διυλιστήρια να παραμείνουν λειτουργικά, ώστε να υποχωρήσουν οι τιμές.
Η Ουάσιγκτον φέρεται, σύμφωνα με όσα επικαλείται ο αναλυτής, να έχει ζητήσει επανειλημμένα από το Κίεβο να σταματήσει τα πλήγματα. Παράλληλα, φέρεται να προειδοποίησε ότι η συνέχισή τους θα μπορούσε να έχει συνέπειες ακόμη και στην παροχή αμερικανικών πληροφοριών προς την Ουκρανία.
Ο Καλεντερίδης θεωρεί ότι η εξάρτηση του Κιέβου από τις ΗΠΑ περιορίζει δραστικά τα περιθώρια αντίδρασης του Ζελένσκι. Χωρίς αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, δορυφορικά δεδομένα και πληροφορίες, η ουκρανική θέση στο μέτωπο θα επιδεινωνόταν κατακόρυφα.
Η οργισμένη αντίδραση Ζελένσκι
Ο Ουκρανός πρόεδρος αντέδρασε έντονα στην αμερικανορωσική συνεννόηση, χαρακτηρίζοντάς την επιβλαβή για τη χώρα του. Υποστήριξε ότι οι συνομιλίες που διεξάγονταν με τους Αμερικανούς λειτουργούσαν ως «προπέτασμα καπνού», ενώ την ίδια στιγμή ο Τραμπ διαπραγματευόταν απευθείας με τον Πούτιν.
Κατά την ουκρανική ανάγνωση, κάθε έσοδο από τις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές ενισχύει τη δυνατότητα της Μόσχας να συνεχίσει τον πόλεμο. Ο Ζελένσκι εμφανίζεται επίσης να θεωρεί ότι Ουκρανοί και Ευρωπαίοι οδηγήθηκαν προ τετελεσμένων αποφάσεων, χωρίς πραγματική συμμετοχή στη διαμόρφωση της συμφωνίας.
Ο Καλεντερίδης, ωστόσο, εκτιμά ότι η μετωπική επίθεση του Ζελένσκι κατά του Τραμπ είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η δημόσια συζήτηση για την ανάγκη ανάδειξης «νέου ηγέτη» στην Ουκρανία δείχνει, σύμφωνα με τον ίδιο, πως η σύγκρουση έχει ξεπεράσει πλέον το επίπεδο μιας απλής διπλωματικής διαφωνίας.
Η Ευρώπη ξανά στο περιθώριο
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίζεται ο αναλυτής απέναντι στις ευρωπαϊκές ηγεσίες. Επισημαίνει την αντίφαση μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που εξακολουθεί να επιδιώκει την ενεργειακή αποσύνδεση από τη Ρωσία, την ώρα που οι ΗΠΑ ανοίγουν δικό τους δίαυλο προμήθειας ρωσικών προϊόντων.
Η ανάλυσή του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να αγοράζει ακριβότερη ενέργεια μέσω μεσαζόντων, ενώ η Ουάσιγκτον εξασφαλίζει φθηνότερες προμήθειες για την οικονομία της. Πρόκειται, όπως υποστηρίζει, για ακόμη μία ένδειξη ότι οι μεγάλες δυνάμεις κινούνται με κριτήριο το δικό τους εθνικό συμφέρον, ανεξάρτητα από τις δεσμεύσεις που επιβάλλουν στους συμμάχους τους.
Η «δαμόκλειος σπάθη» πάνω από τον Ζελένσκι
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής του, ο Καλεντερίδης υποστηρίζει ότι οι δυτικοί διαθέτουν πολλαπλούς μοχλούς πίεσης στο εσωτερικό της Ουκρανίας: από την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια έως τις έρευνες για διαφθορά που αγγίζουν το περιβάλλον του προέδρου.
Κατά την εκτίμησή του, οι συγκεκριμένες υποθέσεις λειτουργούν σαν «δαμόκλειος σπάθη» πάνω από τον Ζελένσκι. Εάν επιλέξει να συγκρουστεί πλήρως με την Ουάσιγκτον, ενδέχεται να αντιμετωπίσει τόσο εξωτερική απομόνωση όσο και ισχυρότερη αμφισβήτηση στο εσωτερικό.
Το κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η αμερικανική πολιτική αλλάζει όταν το επιβάλλουν οι εσωτερικές ανάγκες των ΗΠΑ. Ο Τραμπ μπορεί να πιέζεται από τις τιμές και τις εκλογικές επιπτώσεις τους, διαθέτει όμως τη δύναμη να μεταφέρει αυτή την πίεση στον ασθενέστερο κρίκο —και αυτός, στην παρούσα συγκυρία, είναι η Ουκρανία.
GEOPOLITICO
Ο Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης, σε παρέμβασή του στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ, αναλύει τον σχεδιασμό για τον πολυεπίπεδο θόλο αεράμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον ρόλο των ισραηλινών συστημάτων Barak, Iron Dome, Drone Dome και Iron Beam, αλλά και τη συνεισφορά των ελληνικών μαχητικών στην αποτροπή.
Πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας, ισραηλινά όπλα τελευταίας τεχνολογίας, ελληνικά μαχητικά και προοπτική ενιαίας αμυντικής κάλυψης στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης, μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ, παρουσίασε τον σχεδιασμό για την αντιαεροπορική προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναλύοντας τη σημασία του τόσο για την αποτροπή της τουρκικής απειλής όσο και για τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Τέσσερις ζώνες αεράμυνας για την προστασία της Κύπρου
Στη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου αμυντικού θόλου, με δυνατότητα αντιμετώπισης εχθρικών αεροσκαφών, μη επανδρωμένων συστημάτων, ρουκετών και πυραύλων, προχωρεί η Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ.
Ο αναλυτής εξήγησε, με τη βοήθεια σχετικού γραφήματος, ότι ο σχεδιασμός της Εθνικής Φρουράς βασίζεται σε διαφορετικές ζώνες αναχαίτισης, οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας.
Πρώτη και εξωτερική ζώνη αποτελεί το ισραηλινό σύστημα Barak, για το οποίο ο Χαραλαμπίδης ανέφερε βεληνεκές 150 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλέστηκε, συστήματα της συγκεκριμένης κατηγορίας βρίσκονται ήδη στην Κύπρο, ενώ έχει παραγγελθεί και τρίτο.
Όπως επισήμανε, για την πλήρη και επαρκή κάλυψη του νησιού θα απαιτούνταν ακόμη μία μονάδα.
Η δεύτερη ζώνη αφορά το γνωστό ισραηλινό σύστημα Iron Dome, με τον αναλυτή να αναφέρει βεληνεκές περίπου 70 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, η προμήθειά του βρίσκεται στο στάδιο του σχεδιασμού και αναμένεται σχετικό κονδύλι που υπολογίζεται στα 200 εκατομμύρια ευρώ.
Στην τρίτη ζώνη εντάσσεται το Drone Dome, σύστημα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων απειλών, με εμβέλεια που ο Χαραλαμπίδης προσδιόρισε μεταξύ 10 και 20 χιλιομέτρων. Όπως υποστήριξε, έχει ήδη παραγγελθεί και μέρος του βρίσκεται στην Κύπρο.
Τελευταία βαθμίδα είναι το Iron Beam, το ισραηλινό σύστημα κατευθυνόμενης ενέργειας με λέιζερ.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο οικονομικό πλεονέκτημα της τεχνολογίας λέιζερ, καθώς μπορεί να περιορίσει την ανάγκη κατανάλωσης συμβατικών πυρομαχικών για την αντιμετώπιση ορισμένων απειλών.
Ο Χαραλαμπίδης εκτίμησε ότι η Κύπρος θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στο συγκεκριμένο σύστημα σε εύλογο χρονικό διάστημα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία.
Ο ρόλος των ελληνικών μαχητικών στον αμυντικό σχεδιασμό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η αναφορά του στα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη και στον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν στην αεράμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι τα ελληνικά μαχητικά αποτελούν μέρος της ευρύτερης αποτρεπτικής αρχιτεκτονικής, επισημαίνοντας ότι η αεροπορική ισχύς εξακολουθεί να είναι κρίσιμο στοιχείο κάθε ολοκληρωμένου συστήματος αεράμυνας.
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την Τουρκία, η οποία αναπτύσσει τη δική της αρχιτεκτονική αεράμυνας και στηρίζεται σημαντικά στη χρησιμοποίηση μαχητικών αεροσκαφών για αποτρεπτικούς σκοπούς.
Το μήνυμά του ήταν ότι η προστασία της Κύπρου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα εγκατάστασης αντιαεροπορικών συστημάτων, αλλά ως ένα συνολικό πλέγμα δυνατοτήτων, στο οποίο συνδυάζονται χερσαία μέσα, αισθητήρες, αεροπορική ισχύς και συστήματα διοίκησης και ελέγχου.
Η μεγάλη εικόνα: Ενιαία αεράμυνα από την Ελλάδα μέχρι το Ισραήλ
Το σημαντικότερο στρατηγικό στοιχείο της παρέμβασης ήταν η προοπτική διασύνδεσης των συστημάτων αεράμυνας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Ο Χαραλαμπίδης ανέφερε ότι η τεχνολογία επιτρέπει την ανταλλαγή εικόνας και πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών αμυντικών συστημάτων, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια ευρύτερη ζώνη προστασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κατά την ανάλυσή του, μια τέτοια δομή θα μπορούσε να ξεκινά από την Ελλάδα, να επεκτείνεται μέσω της Κυπριακής Δημοκρατίας και να καταλήγει στο Ισραήλ.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι αυτή η περιφερειακή αμυντική συνεργασία θα μπορούσε να συνδεθεί με το ευρύτερο ευρωπαϊκό σύστημα αεράμυνας.
Στο σημείο αυτό συνέδεσε τον κυπριακό σχεδιασμό με την ελληνική «Ασπίδα του Αχιλλέα», εκτιμώντας ότι τα δύο προγράμματα μπορούν να αποκτήσουν συμπληρωματικό χαρακτήρα.
Η προοπτική αυτή, όπως την περιέγραψε, δεν περιορίζεται στην απόκτηση οπλικών συστημάτων. Αφορά τη δημιουργία μιας διαλειτουργικής αμυντικής υποδομής, ικανής να ενισχύσει την έγκαιρη προειδοποίηση, την κοινή επιχειρησιακή εικόνα και την αντιμετώπιση απειλών.
Η αμερικανική παράμετρος και η συνεργασία με το Ισραήλ
Ο Δρ. Χαραλαμπίδης έδωσε ιδιαίτερη σημασία και στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην ενίσχυση της κυπριακής αεράμυνας.
Υποστήριξε ότι η πώληση ισραηλινών αμυντικών συστημάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία πραγματοποιείται με την εύνοια της Ουάσιγκτον.
Η αναφορά αυτή εντάσσει, κατά την εκτίμησή του, την ενίσχυση των κυπριακών αμυντικών δυνατοτήτων σε ένα ευρύτερο περιβάλλον συνεργασίας με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η γεωγραφική θέση της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την προστασία κρίσιμων υποδομών και την ύπαρξη αξιόπιστων συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και αναχαίτισης.
«Δεν μπορούμε να είμαστε στο έλεος της Τουρκίας»
Ο Χαραλαμπίδης συνέδεσε την ανάγκη ενίσχυσης της κυπριακής αεράμυνας με το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή.
Τόνισε ότι βασική υποχρέωση κάθε κράτους είναι η διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών και των εξωτερικών συνόρων του.
Κατά την ανάλυσή του, η ανάπτυξη ενός αξιόπιστου αμυντικού θόλου υπηρετεί πρωτίστως την αποτροπή, δηλαδή τη μείωση της πιθανότητας εκδήλωσης μιας επίθεσης.
Εξήγησε ότι η αποτροπή μπορεί να περιορίσει την πιθανότητα στρατιωτικής κρίσης ή πολέμου και, στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί επίθεση, να μειώσει τις συνέπειές της.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η δυνατότητα αναχαίτισης πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αλλά η δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο το κόστος μιας εχθρικής ενέργειας θα λειτουργεί αποτρεπτικά.
Το στρατηγικό διακύβευμα για τον Ελληνισμό
Η παρέμβαση του Γιάννου Χαραλαμπίδη ανέδειξε μια σημαντική διάσταση του σχεδιασμού για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εφόσον υλοποιηθούν οι προμήθειες και προχωρήσει η διασύνδεση των συστημάτων που περιέγραψε, η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά τις δυνατότητες άμυνάς της.
Παράλληλα, η αξιοποίηση ελληνικών αεροπορικών δυνατοτήτων και η συνεργασία με το Ισραήλ μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για την αποτρεπτική ισχύ Ελλάδας και Κύπρου.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η μετάβαση από μεμονωμένα οπλικά συστήματα σε μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας, με κοινή επιχειρησιακή εικόνα και δυνατότητες συντονισμένης αντίδρασης.
Διευκρίνιση τεκμηρίωσης: Τα στοιχεία για αριθμό συστημάτων, βεληνεκή, προϋπολογισμό, παραγγελίες και μελλοντικές προμήθειες αποδίδονται στην τηλεοπτική παρέμβαση του Γιάννου Χαραλαμπίδη. Οι υπότιτλοι δεν περιλαμβάνουν επίσημα έγγραφα που να επιβεβαιώνουν αυτοτελώς αυτές τις πληροφορίες. Επίσης, η πιθανή αμυντική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ παρουσιάζεται ως προοπτική και όχι ως ήδη ολοκληρωμένο ενιαίο σύστημα.
Αναλύσεις
Βατικανό, γεωπολιτική και «μαύρος χρυσός»: Τι έχει να απαντήσει η Ευρώπη όταν Τραμπ και Πούτιν αναζητούν ενεργειακή συμφωνία;
Η γεωπολιτική απαιτεί ρεαλισμό. Η θρησκευτική και ηθική ευθύνη απαιτεί συνέπεια. Και η ευρωπαϊκή αξιοπιστία θα κριθεί από το κατά πόσο μπορεί να συνδυάσει και τα δύο, χωρίς να θυσιάζει τους λαούς και το διεθνές δίκαιο στον βωμό της ενεργειακής ισχύος.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας