Ιστορία - Πολιτισμός
Το ατμόπλοιο «Ένωσις» και η αιχμαλωσία του από κεμαλικές κανονιοφόρους το 1922
Η υπόθεση της σύλληψης του ελληνικού ατμοπλοίου «Ένωσις» ήταν ένα μικρό αλλά τελικά σημαντικό γεγονός μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων κατά την διάρκεια της τελευταίας και πιο τραγικής φάσης για τον Ελληνισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Συγγραφείς: Αλέξανδρος Αποστολίδης, Παναγιώτης Γέροντας
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση» (τεύχος 595)
Γενικά
Το παρόν πόνημα ασχολείται με την περιπέτεια ενός ελληνικών συμφερόντων ατμοπλοίου, του «Ένωσις», το οποίο συνελήφθη από δύο τουρκικές κανονιοφόρους έξω από το Νοβορωσσίσκ. Το όλο γεγονός εντάσσεται στις παράπλευρες απώλειες του Μικρασιατικού πολέμου. Η κατάληψη εμπορικών και επιτάκτων πλοίων είναι συνήθεις και ταυτόχρονα σημαντικές επιχειρήσεις, οι οποίες επιφέρουν σημαντικές απώλειες για αυτόν που τις υφίσταται. Εμπορεύματα, τρόφιμα, υλικά ακόμη και πολεμοφόδια δεν έχουν την δυνατότητα να «φθάσουν στον στόχο τους» με αποτέλεσμα την παρακώλυση της πολεμικής προσπάθειας.
Τί είναι αυτό όμως που κάνει το «Ένωσις» να διαφέρει από τις άλλες περιπτώσεις; Κατά κύριο λόγο το εμπόρευμα. Τί μετέφερε αυτό το πλοίο; Γιατί οι Τούρκοι το θεώρησαν σημαντική λεία; Εν συνεχεία οι συνέπειες. Ποιές ήταν οι αντιδράσεις της ελληνικής και τουρκικής πλευράς μετά την κατάληψη του εν λόγω ατμοπλοίου; Ποιός ο διεθνής αλλά και ο τοπικός αντίκτυπος; Τέλος, ποιά ήταν η έκταση που πήρε το επεισόδιο στον Τύπο και επιπρόσθετα ποιά θέση κατέχει στην ιστοριογραφία;
Η έρευνα προσπαθώντας να απαντήσει στα προηγούμενα ερωτήματα κινήθηκε πολύπλευρα: ερευνήθηκαν αρχεία, όπως το ιστορικό αρχείο της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού και αυτό του Υπουργείου Εξωτερικών. Παράλληλα αναζητήθηκε το γεγονός και οι συνέπειές του στον Τύπο (ελληνικό και ξένο) της εποχής. Η έρευνα τέλος δεν περιορίστηκε μόνο σε ελληνικές πηγές αλλά επεκτάθηκε σε ρώσικες και τουρκικές.
Η παρούσα εργασία θα προσπαθήσει να απαντήσει όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα στα παραπάνω ερωτήματα.
Τα χαρακτηριστικά και το ιστορικό του πλοίου
Το ατμόπλοιο «Ένωσις» καθελκύστηκε το 1891 από την Kockums MV στο Malmo της Σουηδίας. To 1891 το πλοίο μετά από επιτυχείς δοκιμές τέθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Franz Trelleborg Ångfartygs Ny. AB. Το 1918 τέθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Franz Rederi A/B Baltaic – France, Goteborg. Το 1920 αγοράστηκε από τον εφοπλιστή Γεώργιο Δρακούλη (G. A. Drakoulis). Στις 26 Απριλίου του 1922 κατελήφθη από την τουρκική κανονιοφόρο Νο1 και αφού έκανε μία στάση στην Ριζούντα, μεταφέρθηκε στην Τραπεζούντα. Εκεί, ως κεμαλικό πλοίο πλέον, έλαβε την ονομασία Trabzon. Το 1924 τέθηκε εκτός υπηρεσίας και οδηγήθηκε στο Gölcük. Το 1934 πουλήθηκε για διάλυση[1].
Τα χαρακτηριστικά του πλοίου είναι τα ακόλουθα:
- Εκτόπισμα: 632gt, 369nt, 1200tdw.
- Διαστάσεις: L 52.3m, B 8.1m., D 3.9m.
- Υλικό σκάφους: Σίδηρος
- Μηχανή: 1 triple 3 cyl,_ihp, Kockums
- Λέβητας: 1 Scotch, Kockums
- Ταχύτητα: (1922) 8kts
- Οπλισμός: Ουδείς[2].
Το Πλαίσιο
Η στρατιωτική και διπλωματική θέση της Ελλάδος τον Απρίλιο του 1922 ήταν δυσχερής. Η προέλαση του Ελληνικού Στρατού τον Αύγουστο του 1921 είχε αποτύχει. Η Άγκυρα δεν είχε καταληφθεί. Επικρατούσε στρατιωτική στασιμότητα που ευνοούσε τον Κεμάλ καθώς η Ελλάδα είχε οδηγηθεί σε πλήρη διπλωματική απομόνωση. Η Γαλλία είχε μεταστραφεί πλήρως, η Μ. Βρετανία ακολουθούσε επαμφοτερίζουσα στάση, η Ιταλία ήταν σαφώς εχθρική, ενώ, τέλος η Σοβιετική Ένωση είχε υπογράψει με το κεμαλικό καθεστώς Σύμφωνο Φιλίας (Μάρτιος 1920), το οποίο διακανόνιζε το καθεστώς των Στενών χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψη τους Δυτικούς προσφέροντας παράλληλα στον Κεμάλ υλικο – τεχνική βοήθεια[3].
Η επάνοδος του βασιλέα Κωνσταντίνου έδωσε την κατάλληλη αφορμή στην Γαλλία να στραφεί ανοικτά υπέρ του Κεμάλ. Σε αυτό συνέβαλε και ο οικονομικός ανταγωνισμός της χώρας αυτής με την Μ. Βρετανία στον χώρο της «Εγγύς Ανατολής». Στα μάτια των Γάλλων, ο Ελληνικός Στρατός στην περιοχή εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Βρετανών. Για να εξασφαλίσει τα οικονομικά της συμφέροντα υπέγραψε με τον Κεμάλ το Σύμφωνο της Άγκυρας (Οκτώβριος 1921) με το οποίο παραχωρούσε στον Κεμάλ την Κυλικεία με αντάλλαγμα οικονομικές παραχωρήσεις στα εδάφη της Τουρκίας[4]. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, οικονομικοί παράγοντες του Λονδίνου άρχισαν να ανησυχούν για τυχόν παραμερισμό τους από αυτή την νέα «μοιρασιά[5]».

Η Οργάνωση του Τουρκικού «Ανατολικού Στόλου[6]» και οι κεμαλικές κανονιοφόροι
Η ανασυγκρότηση των τουρκικών δυνάμεων υπό τον Κεμάλ άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά το 1920. Στις 10 Ιουλίου του 1920 η Διεύθυνση Αμυντικών Θεμάτων (Umur-i Bahriye Μüdürlüğü) ιδρύθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Την 1η Μαρτίου του 1921 ο οργανισμός μετονομάστηκε σε Ναυτική Διεύθυνση[7]. Αυτή έχοντας τεράστιες αρμοδιότητες στεγαζόταν σε ένα πέτρινο κτήριο στην περιοχή Samanpazari στην Άγκυρα. Η δράση της ήταν επιτυχής οργανώνοντας την τοπική άμυνα, την διάθεση των εθελοντών αλλά και την δημιουργία ενός δικτύου πληροφοριών για τις κινήσεις των εχθρικών πλοίων. Αυτό το τελευταίο ήταν εξόχως σημαντικό διότι ο Ελληνικός Στόλος εκείνη την περίοδο είχε την απόλυτη υπεροπλία. Διευθυντής της ήταν μέχρι τον Ιούνιο του 1923 ο υποπλοίαρχος Ahmet Şevket.
Κατά την διάρκεια του πολέμου ιδρύθηκαν ναυτικές διοικήσεις υπαγόμενες στην παραπάνω διεύθυνση. Αυτές ήταν η Ναυτική Αποστολή στην Τραπεζούντα, το Ναυτικό Απόσπασμα στην Σαμψούντα, η Ναυτική Διοίκηση Αμάσρας, το Ναυτικό Απόσπασμα στο Ερεκλί[8] (Ereğli), η Ναυτική Διοίκηση του Ισμίτ[9] (Izmit), η Ναυτική Εφεδρεία στο Φετίγιε[10] (Fethiye) και το Ναυτικό Απόσπασμα στο Εγκιρντίρ[11] (Eğirdir). Παράλληλα ιδρύθηκαν λιμεναρχεία και παράκτιοι σταθμοί επιτήρησης για την υποστήριξη των στρατηγικών ναυτικών μεταφορών.
Σημαντικός παράγοντας της ενίσχυσης των κεμαλικών υπήρξε και η υποστήριξη της Σοβιετικής Ενώσεως. Ήδη τον Ιούλιο του 1920 ο Κεμάλ έστειλε αποστολή στην Μόσχα για να εγκαταστήσει σχέσεις. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τότε το κίνημα του Κεμάλ δεν είχε πάρει τον μετέπειτα χαρακτήρα του. Τότε φαινόταν ότι και τα δύο καθεστώτα αγωνίζονταν εναντίον της δυτικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Από τον Σεπτέμβριο του 1920 ξεκίνησαν οι μεταφορές πολεμοφοδίων και χρημάτων από τα ρωσικά λιμάνια στην Τραπεζούντα. Κάτω από αυτήν την εξέλιξη το Ναυτικό Απόσπασμα στην Τραπεζούντα μετονομάστηκε σε Διοίκηση Ναυτικών Μεταφορών. Με το Σύμφωνο του Μαρτίου του 1921 σχεδόν κάθε είδος οπλισμού και πολεμοφοδίων μεταφέρθηκαν στην Τουρκία.
Η τουρκική ναυτική δύναμη όμως παρέμενε ανεπαρκής. Στον Ανατολικό Στόλο δεν υπήρχαν άλλα πολεμικά πλοία εκτός από τις κανονιοφόρους Preveze και Aydinreys, αριθμώντας συνολικά 37 πλοία (26 στην Μαύρη Θάλασσα, 11 στην θάλασσα του Μαρμαρά και στο Αιγαίο). Ο υπόλοιπος στόλος αποτελούνταν από ρυμουλκά, ατμόπλοια και μεταφορικά. Τα περισσότερα από αυτά ήταν γηραιά και χαμηλής ταχύτητας, ενώ ουσιαστικά στερούνταν την απαραίτητη υποστήριξη βάσης. Σε πολλά από αυτά τα πλοία, το πλήρωμα αποτελούνταν από ιδιώτες ή από παροπλισμένους αξιωματικούς. Μόνο οι δύο παραπάνω αναφερόμενες κανονιοφόροι είχαν κανονικό ναυτικό πλήρωμα χωρίς ιδιώτες.
Οι μηχανοκίνητες κανονιοφόροι υπ’ αριθμόν 1 και 2 αποκτήθηκαν από την Σοβιετική Ένωση στις 24 Σεπτεμβρίου του 1921 αλλά αναγκάστηκαν να πλεύσουν και πάλι προς το Νοβορωσσίσκ λόγω τεχνικών προβλημάτων. Μετά από τέσσερεις μήνες επισκευών, στις 5 Απριλίου του 1922, οι κυβερνήτες και των δύο πλοίων ανέφεραν ότι ήταν έτοιμοι για κάθε είδους αποστολή[12]. Η Δοίκηση Ναυτικών Μεταφορών στην Τραπεζούντα τους ανέθεσε ως αποστολή την σύλληψη του υπό ελληνική σημαία ατμοπλοίου «Ένωσις», το οποίο θα απέπλεε από το Νοβορωσσίσκ για την Κωνσταντινούπολη.
Το γεγονός και ο αντίκτυπος

Η σύλληψη του πλοίου «Ένωσις» έχει ξεχωριστή θέση στις τουρκικές πηγές. Περιγραφή του γεγονότος σε αδρές γραμμές έχουμε από τον Τούρκο συγγραφέα και καθηγητή Dr. Figen Atabey[13]. Σύμφωνα με αυτόν οι δύο κανονιοφόροι ήταν σε αναμονή για το ερχομό του πλοίου το απόγευμα της 26ης Απριλίου του 1922. Μόλις λοιπόν εθεάθη μαύρος καπνός κινήθηκαν προς αυτό. Εν συνεχεία διέταξαν το ελληνικό πλοίο να ακινητοποιηθεί 35 μίλια από την ακτή ενώπιον των Δαρδανελλίων. Ο κυβερνήτης του ελληνικού πλοίου δεν υπάκουσε και οι Τούρκοι προς εκφοβισμό έριξαν μία προειδοποιητική βολή. Κατόπιν τούτου δεν υπήρχε άλλη λύση από την παράδοση. Ο κυβερνήτης της υπ’ αριθμόν 1 τουρκικής κανονιοφόρου εξεφώνησε λόγο στο κατάστρωμα του «Ένωσις», με τον οποίο εγγυήθηκε την ασφάλεια του πληρώματος, των επιβατών και των προσωπικών τους αντικειμένων. Το καταληφθέν πλοίο οδηγήθηκε στην Τραπεζούντα και αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο ενεργά πλοία του Ανατολικού Στόλου με το όνομα «Trabzon»
Mία άλλη όμως τουρκική πηγή μας παρουσιάζει με περισσότερες λεπτομέρειες το γεγονός και κάπως διαφορετικά. Πρόκειται για το άρθρο του Sadi Borak με τίτλο «Πώς συλλάβαμε την Ένωση;»[14] Σε αυτό το άρθρο αναφέρεται ότι ένας Τούρκος ονόματι Firuz Bey, υπάλληλος του τουρκικού προξενείου στο Νοβορωσσίσκ, ανέφερε το εξής:
«Αυτές τις ημέρες θα αποπλεύσει από το Νοβορωσσίσκ ένα πλοίο με ελληνική σημαία με μεγάλες ποσότητες από χρυσό, ασήμι και διαμάντια. Το πλοίο θα πλεύσει στην Ελλάδα δια μέσου Μαύρης Θάλασσας»
Σύμφωνα με το άρθρο οι δύο κανονιοφόροι διέκοψαν εσπευσμένα τις επισκευές στην Ρωσία για να καταδιώξουν το ελληνικό πλοίο[15]. Οι δύο κεμαλικές κανονιοφόροι εισήλθαν λοιπόν νύχτα στο Νοβορωσσίσκ χωρίς να γίνουν αντιληπτές ούτε από τους Σοβιετικούς ούτε και από το πλήρωμα του «Ένωσις». Οι Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι προμηθεύτηκαν πυρομαχικά και καύσιμα. Κατόπιν απέπλευσαν από το Νοβορωσσίσκ για να μην γίνουν αντιληπτοί.

Στην συνέχεια έπρεπε να αναμένουν το θήραμά τους επί δύο μέρες. Υπήρχε όμως ανάγκη μεθόρμισης για αυτό το διάστημα. Για το λόγο αυτό κατέπλευσαν σε ρωσικό λιμάνι παραπλανώντας τις σοβιετικές αρχές ότι τάχα έπιασε φωτιά η μία καμινάδα της μίας κανονιοφόρου με σκοπό να λάβουν διήμερη άδεια παραμονής.
Στις 26 Απριλίου το «Ένωσις» απέπλευσε από το Νοβορωσσίσκ. Η μία κανονιοφόρος, η υπ’ αριθμόν 2, παρουσίασε βλάβη, οπότε συνέχισε την καταδίωξη μόνο η υπ’ αριθμόν 1. Τριάντα πέντε μίλια από την ακτή το «Ένωσις» διετάχθη να σταματήσει, διαταγή την οποία αγνόησε. Τότε η κανονιοφόρος 1 έριξε προειδοποιητική βολή κάνοντας τον κυβερνήτη του ελληνικού ατμοπλοίου να παραδοθεί. Εν τω μεταξύ οι βλάβες στην κανονιοφόρο 2 επιδιορθώθηκαν και έπλευσε προς την έτερη κανονιοφόρο. Το πλοίο οδηγήθηκε στην Τραπεζούντα την 1η Μαΐου, όπου και μετονομάστηκε σε «Trabzon».
Μια νέα πληροφορία προστίθεται σχετικά με το φορτίο του πλοίου. Πρόκειται για έναν «κρυμμένο θησαυρό». Το ελληνικό πλοίο εκκενώθηκε αλλά παρά την αξία του φορτίου του, ο «μυθικός θησαυρός» δεν ανευρέθηκε. Μετά από τέσσερεις μήνες ο αιχμάλωτος κυβερνήτης του «Ένωσις» δέχθηκε να αποκαλύψει τον θησαυρό με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Σύμφωνα με τις υποδείξεις του, μετακίνησαν τις τάβλες του κρεβατιού της καμπίνας του ευρίσκοντας μία μεγάλη ποσότητα από χρυσό και ασήμι. Κατόπιν ο πρώτος μηχανικός αποκάλυψε που ευρισκόταν ο υπόλοιπος θησαυρός. Ήταν στο μέρος αποθήκευσης του κάρβουνου στα ύφαλα του πλοίου. Ευρέθηκαν 11 σάκοι με χρυσό συνολικής αξίας 1.000.000 λιρών[16].
Από ελληνικής πλευράς εξετάστηκαν ενδελεχώς τα αρχεία της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού καθώς και του Υπουργείου Εξωτερικών.
Από πλευράς ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ανευρέθηκε σειρά εγγράφων που αποστέλλει ο διοικητής της Ναυτικής Βάσεως Κωνσταντινουπόλεως, αντιπλοίαρχος Σωτήριος Γιαννόπουλος προς τον πλοίαρχο Ιωάννη Ηπίτη, αρχηγό του Στόλου Α. Σε έγγραφο της 20 Απριλίου/3 Μαϊου 1922[17] τον ενημερώνει ότι «ιδιωτικόν τηλεγράφημα εκ Νοβορωσσίσκ, διαβιβασθέν εκ Ροστοβίου και Ιασίου, υπό χρονολογίαν 17/30 Απρίλιου» αναφέρει ότι «Α/ον “ΕΝΩΣΙΣ” ανεχώρησε Τετάρτη 13/26 (Απριλίου). Φήμη κυκλοφορεί ότι συνελήφθη υπό Τουρκικού τορπιλικού». Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι το «ειρημένον ατμόπλοιον» ανήκει στον Γεώργιο Δρακούλη και ότι κυβερνήτης είναι ο Ανδρέας Φερεντίνος. Αναφέρεται ότι το πλοίο μετέφερε «διάφορα εμπορεύματα» και ότι είχε αποπλεύσει από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Νοβορωσσίσκ στις 12/25 Μαρτίου. Η αναφορά καταλήγει: «έπρεπε δε να είχεν ήδη επιστρέψει».

Σε επόμενο έγγραφο του διοικητού της Ναυτικής Βάσης Κωνσταντινουπόλεως προς τον αρχηγό του Στόλου Α΄ με ημερομηνία 25 Απριλίου/ 8 Μαϊου και θέμα «Πληροφορίαι περί του α/ου “ΕΝΩΣΙΣ”» αναφέρεται σε πληροφορίες που έδωσε «αξιόπιστος Αρμένιος επιβάτης», ο οποίος κατέφθασε στην Κωνσταντινούπολη με γαλλικό ατμόπλοιο. Κατ’ αυτόν λοιπόν, το ατμόπλοιο «Ένωσις» μετά την σύλληψή του οδηγήθηκε πρώτα στην Ριζούντα, όπου αποβιβάστηκαν οι «πλείστοι των επιβατών[18]» και κατόπιν στην Τραπεζούντα, όπου και εκρατείτο ακόμη. Στην Τραπεζούντα το ατμόπλοιο χρωματίστηκε ολόκληρο μαύρο «καθώς και η καπνοδόχος και οι λέμβοι του», ενώ το πλήρωμα και οι έμποροι απομονώθηκαν στην κανονιοφόρο «Αϊδίν». Στην δεύτερη παράγραφο του εγγράφου παρατίθεται μαρτυρία Τούρκου εμπόρου από την Τραπεζούντα, ο οποίος είπε σε ομογενή ότι «η Ένωσις» ευρισκόταν από 20 Απριλίου/ 3 Μαϊου «ωρμισμένη παραπλεύρως του ατμοπλοίου, όπερ προεκτείνει (ημιβυθισμένον) τον λιμενοβραχίονα της Τραπεζούντος» και ότι το πλήρωμα και οι έμποροι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι. Το μεν πλήρωμα σε ένα καφενείο στην προκυμαία, οι έμποροι δε κρατήθηκαν σε έναν στάβλο και κατόπιν εστάλησαν στο εσωτερικό.
Σε νέο έγγραφο του διοικητή αναφέρονται εκτενέστερες πληροφορίες για την σύλληψη του ελληνικού ατμόπλοιου, προερχόμενες από Έλληνα επιβάτη από το Νοβορωσσίσκ, ο οποίος είχε καταφθάσει στην Κωνσταντινούπολη με ιταλικό ατμόπλοιο, καθώς και Ελληνίδας επιβάτιδος του «Ένωσις», η οποία αφέθηκε ελεύθερη από τους Τούρκους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτές η σύλληψη του ατμοπλοίου πραγματοποιήθηκε 15 μίλια μακριά από το Γκελεντζίκ. Σύμφωνα μάλιστα με την Ελληνίδα επιβάτιδα[19] του «Ένωσις» η καταδίωξη των δύο τουρκικών βενζινακάτων άρχισε «ημίσειαν ώραν μακράν του Γκελεντζίκ, όπου η “ΕΝΩΣΙΣ” είχεν αφήσει τον πλοηγόν». Ο διοικητής λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι οι πλοηγοί παραλαμβάνονταν πέντε μίλια νότια του Γκελεντζίκ, υπολόγισε ότι κατά πάσα πιθανότητα η σύλληψη έγινε 8-10 μίλια από την ακτή. Τα τουρκικά βενζινοκίνητα ήταν οπλισμένα με μικρά ταχυβόλα, ενώ τα πληρώματα έφεραν πολιτική περιβολή.

Στο τελευταίο ευρεθέν έγγραφο του διοικητή για την υπόθεση (25 Απριλίου/ 8 Μαϊου), αποστέλλονται συνημμένα δύο πίνακες: ο πρώτος με τα ονόματα του πληρώματος του «Ένωσις» κατά την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη την 13η Μαρτίου του 1922, ενώ ο δεύτερος ανέφερε ονομαστικά όλα τα ονόματα των ελληνικών ατμοπλοίων που απέπλευσαν από την Κωνσταντινούπολη και ευρίσκονταν σε ρωσικούς λιμένες.
Και στο αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει εκτενέστατη αλληλογραφία μεταξύ των ελληνικών αρχών (πολιτικών και στρατιωτικών). Ξεχωριστή θέση έχουν οι εκθέσεις, οι αναφορές καθώς και η αλληλογραφία των επιτετραμμένων του Πολεμικού Ναυτικού στην περιοχή.
Σε έγγραφο του Λιμεναρχείου Κωνσταντινουπόλεως προς την Ναυτιλιακό τμήμα της Διεύθυνσης του Εμπορικού Ναυτικού του Υπουργείου Ναυτικών[20], ο λιμενάρχης Δ. Παπαμιχαλόπουλος αναφέρεται στο ατμόπλοιο «Ένωσις». Όσον αφορά το περιστατικό της σύλληψης υπάρχει συμφωνία με τις τουρκικές πηγές. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι από το πλήρωμα και τους επιβάτες αφέθησαν ελεύθεροι μόνο όσοι είχαν ουδέτερη υπηκοότητα ή προστασία κάποιας ουδέτερης χώρας. Από το πλήρωμα και τους επιβάτες μόνο 20 πληρούσαν τις προϋποθέσεις (5 άνδρες του πληρώματος και 15 επιβάτες). Οι υπόλοιποι 13 του πληρώματος και οι 55 επιβάτες κρατήθηκαν ως αιχμάλωτοι. Γίνεται αναφορά και στο εμπόρευμα. Το πλοίο μετέφερε «μεγάλης αξίας πλακών χρυσού και αργύρου» καθώς και διάφορα εμπορεύματα, τα οποία κρατήθηκαν από τους κεμαλικούς. Επίσης συνελήφθησαν και οι φορτωτές του σταλέντος φορτίου στο Νοβορωσσίσκ από τους οποίους αφαιρέθηκε το τίμημα του πωληθέντος φορτίου τους, ήτοι 15.500 λίρες.
Οι ελληνικές πηγές δείχνουν να υποβαθμίζουν το μέγεθος της λείας. Για την σημαντικότητα της σύλληψης δέον να γίνει μία παρένθεση απο την τουρκική πλευρά. Πολύ αργότερα, το 1926, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ απέδωσε με διάταγμα[21] χρηματική ανταμοιβή στους αξιωματικούς και τα πληρώματα των κανονιοφόρων που συνέλαβαν το «Ένωσις». Γίνεται μάλιστα ειδική μνεία στο εν λόγω διάταγμα σε όσους είχαν αποβιώσει, ότι δηλαδή την ανταμοιβή θα την ελάμβαναν οι νόμιμοι κληρονόμοι. Έτερη τουρκική πηγή[22] κάνει εκτενέστατη αναφορά στην λεία. Σύμφωνα με αυτή το Ναυτικό δικαστήριο της Σαμψούντας απεφάνθη πως η κατάληψη του «Ένωσις» έγινε σύμφωνα με τον Νόμο και το Διεθνές Δίκαιο, κατοχυρώνοντας την λεία που βρέθηκε στα αμπάρια. Αυτή περιελάμβανε διάφορα εμπορεύματα, γραφομηχανές, δέρματα ζώων αξίας 200.000 λιρών, χαλιά από το Ιράν (Περσία), έντερα ζώων, αλλά και ζωντανά.
Η ίδια πηγή αναφέρει ότι τέσσερεις ολόκληρους μήνες μετά την κατάληψή του ατμοπλοίου ήρθαν νέες πληροφορίες από ανάκριση αιχμαλώτου και κατόπιν νέας έρευνας βρέθηκαν στο μηχανοστάσιο 11 σακιά με χρυσό και ασήμι, συνολικής αξίας 500.000 λιρών, όταν ολόκληρο το πλοίο αποτιμήθηκε στις 60.000 λίρες. Συνολικά, σύμφωνα πάντα με την πηγή, η λεία της κατάληψης του «Ένωσις» χωρίς να υπολογίζονται τα διάφορα εμπορεύματα και τα χαλιά, παρά μόνο τα δέρματα (200.000), ανήλθε στο ποσό των 760.000 λιρών. Κλείνοντας την παρένθεση δέον να αναφερθεί ότι με απόφαση του δικαστηρίου της Σαμψούντας, τα πληρώματα των 2 κανονιοφόρων έλαβαν ως αμοιβή το ήμισυ της αξίας του πλοίου, δηλ.30.000 λίρες, οι οποίες και διαμοιράστηκαν[23].

Σύμφωνα με έτερη αναφορά του λιμενάρχη Κωνσταντινουπόλεως[24], οι αιχμάλωτοι είχαν σταλεί στον Όφι και από εκεί θα στέλνονταν στο Ερζιγκιάν[25]. Ακολουθεί σημαντικότατη έκθεση[26] του λιμενάρχη. Σε αυτήν κατονομάζονται τα πέντε μέλη του πληρώματος, τα οποία αφέθηκαν ελεύθερα. Αυτοί ήταν οι Κωνσταντίνος Καλουτάς (β΄ μηχανικός), Αντ. Βλησμάς (αρχιθερμαστής), Παντελής Καραγιάννης (ναύτης), Παναγ. Σιδερόπουλος (θαλαμηπόλος) και Πέτρος Μπόϊκος (θερμαστής). Ο τελευταίος προσελήφθη στο Νοβορωσσίσκ. Επίσης αφέθησαν ελεύθεροι και δύο επιβάτες οι Αναστ. Καγγέλης και Χαρ. Ματσιάτος. Αυτοί κατάφεραν να αποδείξουν ότι διέθεταν «ξένη υπηκοότητα ή ειδικήν προστασίαν». Ο ναύτης Π. Καραγιάννης, του οποίου την μαρτυρία ο λιμενάρχης θεωρεί αξιόπιστη, περιέγραψε με λεπτομέρεια το γεγονός. Τα δύο κεμαλικά σκάφη προσέγγισαν το ελληνικό ατμόπλοιο στην παράλλαξη του φάρου της Ντούμπας (Doob point). Τα κεμαλικά σκάφη πλησίασαν και έγιναν αντιληπτά μόλις στα πενήντα μέτρα. Ένα από αυτά πλησίασε και αφού εξακρίβωσε το όνομα του πλοίου, άναψε τα φώτα του, ενώ ο κυβερνήτης του φώναξε αγγλιστί στον κυβερνήτη του «Ένωσις» να σταματήσει. Επειδή δεν έλαβε καμία απάντηση, επανέλαβε την διαταγή ρίχνοντας και προειδοποιητική βολή. Στην συνέχεια εμφανίστηκε και από την άλλη πλευρά,την δεξιά, του ελληνικού ατμόπλοιου, το έτερο σκάφος. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας το κεμαλικό βενζινόπλοιο, το ευρισκόμενο στα δεξιά του ελληνικού ατμοπλοίου, το συνέλαβε και ανέβηκε στο κατάστρωμα του «Ένωσις» ο Τούρκος κυβερνήτης θέτοντας πορεία προς Βατούμ. Υπολογίζεται ότι το πλοίο συνελήφθη 8-9 μίλια από τις ρωσικές ακτές.

Τα τουρκικά αυτά πλοία είχαν εισέλθει στο λιμάνι του Νοβορωσσίσκ επανειλημμένα κατά το δεκαπενθήμερο που ευρισκόταν το «Ένωσις» εκεί και «ετέλουν εν γνώσει του πολυτίμου φορτίου, όπερ παρέλαβεν». Τρεις ημέρες προ του απόπλου του ελληνικού ατμοπλοίου είχαν αποπλεύσει χωρίς να επιστρέψουν, ενώ τις προηγούμενες φορές επέστρεφαν αυθημερόν ή το αργότερο την επομένη. Τα κεμαλικά σκάφη ήταν εξοπλισμένα με ένα ταχυβόλο και δύο πυροβόλα. Δεν έφεραν εμφανώς τουρκική σημαία αλλά την ύψωσαν όταν πλησίασαν τις τουρκικές ακτές. Τα πληρώματά τους έφεραν είδος στολής «μετά πιλίσκου του Τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού», ενώ οι κυβερνήτες είχαν πολιτική περιβολή και καλπάκια «εκ των χρησιμοποιουμένων παρά των Κεμαλικών αξιωματικών». Στην Τραπεζούντα, όπου οδηγήθηκε το «Ένωσις» ο ενεργήσας την σύλληψη και αναλαβών την διακυβέρνηση Ιζζέτ φόρεσε «την Ναυτικήν στρατιωτικήν στολήν του, άνευ όμως σειρίδων ενδεικτικών του βαθμού του».
Από τις μαρτυρίες των ανδρών του πληρώματος δεν επιβεβαιώνεται μαρτυρία γυναίκας μάρτυρος[27], η οποία ήταν επιβάτης, και σύμφωνα με αυτήν όταν τα κεμαλικά σκάφη πλησίασαν, ο κυβερνήτης του «Ένωσις» συγκέντρωσε όλους τους αξιωματικούς και διενήργησε σύσκεψη με σκοπό την άμυνα του πλοίου. Τέτοια σκέψη δεν υπήρξε, διότι τα τουρκικά πλοία είχαν πλησιάσει πολύ κοντά με στραμμένα τα πυροβόλα τους στο ελληνικό πλοίο. Χρόνος για τέτοια σύσκεψη δεν δόθηκε.
Η πορεία προς το Βατούμ ακολουθήθηκε κατά τις 14-15 Απριλίου. Η ταχύτητα του ελληνικού πλοίου δεν ξέπερασε τα 4 1/2 μίλια την ώρα και αυτό έγινε επίτηδες από τους μηχανικούς του, οι οποίοι ανέμεναν συνάντηση με κάποιο άλλο πλοίο «παρ’ ου ήλπιζον την απολύτρωσιν». Όταν όμως έφθασαν στο Βατούμ, ο Τούρκος κυβερνήτης άλλαξε πορεία ακολουθώντας πλου κατά μήκος των ακτών του Πόντου. Την 8η μ.μ. ώρα έφθασαν στον λιμένα των Αθηνών. Οι έμποροι του πλοίου, επειδή είχαν πληροφορίες ότι εκείνα τα μέρη ήταν κατοικία «πειρατών και παντοειδών άλλων κακοποιών στοιχείων», καταθορυβήθηκαν για την ζωή τους και για το πολύτιμο φορτίο τους. Έπεισαν τον Τούρκο κυβερνήτη να τους οδηγήσει σε άλλο λιμάνι προσφέροντάς του 1500 χάρτινες τουρκικές λίρες (30.000 δραχμές) και δύο πλάκες χρυσού αξίας 2.500 τουρκικών λιρών (50.000 δραχμές). Τελικά το ελληνικό ατμόπλοιο κατέφθασε στην Ριζούντα την 10η π.μ. της 17ης Απριλίου.
Στην προκυμαία συγκεντρώθηκε πλήθος Τούρκων οι οποίοι ζητωκραύγαζαν. Με διαταγή των τοπικών αρχών αποβιβάστηκαν όλοι οι επιβάτες και κάποιοι έμποροι (οι υπόλοιποι παρέμειναν στο πλοίο για να παρακολουθούν την τύχη του φορτίου), οι οποίοι οδηγήθηκαν σε κάποιο ξενοδοχείο προς εγκατάσταση. Σύμφωνα με την αναφορά κατά την πορεία τους προς το ξενοδοχείο χλευάστηκαν και «κακοποιήθηκαν» από το συγκεντρωμένο πλήθος. Την 2α μ.μ. της ίδιας ημέρας το «Ένωσις» συνοδευόμενο από τις δύο κεμαλικές κανονιοφόρους απέπλευσε από την Ριζούντα για την Τραπεζούντα, στην οποία και έφθασαν στις 7 μ.μ. . Το πρωί της επόμενης μέρας, όταν ξύπνησε το ελληνικό πλήρωμα, βρήκε το «Ένωσις» βαμμένο μαύρο με την καπνοδόχο λευκή. Κατά την 6η πρωινή διετάχθη η εκφόρτωση των υπαρχόντων στο πλοίο εμπορευμάτων καθώς και «παντοειδών πολυτίμων αντικειμένων» παρά την διαμαρτυρία των εμπορών εκ των οποίων μερικοί ήταν ξένοι υπήκοοι. Οι άνδρες του ελληνικού πληρώματος και οι εναπομείναντες έμποροι μεταφέρθηκαν στο άλλοτε τουρκικό πολεμικό πολεμικό πλοίο «Αϊδίν», το οποίο ευρισκόταν αγκυροβολημένο στην είσοδο του λιμένα. Με το που επέβησαν στο τουρκικό πλοίο, οι έμποροι υπέστησαν αυστηρή έρευνα κατά την οποία τους αφαιρέθηκαν τα κοσμήματα, τα χρηματικά ποσά καθώς και μέρος των ενδυμάτων τους. Κατόπιν το «Αϊδίν» απέπλευσε για την Ριζούντα, όπου απεβίβασε το πλήρωμα και τους εμπόρους.
Την 20η Απριλίου επισκέφθηκε τους αιχμαλώτους ο πολιτικός διοικητής της Ριζούντας ζητώντας να μάθει ποιοί από τους κρατούμενους είχαν ξένη υπηκοότητα. Από αυτούς μόνο πέντε άνδρες του πληρώματος, πέντε επιβάτες και έξι έμποροι αφέθησαν ελεύθεροι. Οι υπόλοιποι δεκατρεις άνδρες του πληρώματος, πενήντα πέντε επιβάτες και τρεις έμποροι συνέχισαν να κρατούνται[28]. Οι αιχμάλωτοι αυτοί θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου και αναγκάστηκαν να τρέφονται από ό,τι είχαν πάνω τους καθώς και να πληρώνουν το ξενοδοχείο. Εξ αιτίας αυτού, έφθασαν στο σημείο να πουλήσουν ό,τι τους απέμεινε από τις ήδη λεηλατημένες αποσκευές τους. Από το αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών συνάγεται το συμπέρασμα ότι διεξήχθη μεγάλος αγώνας για την ανταλλαγή των Ελλήνων αιχμαλώτων με εκείνους του τουρκικού συλληφθέντος πλοίου «Κριμ».
Την σημαντικότητα του πλοίου «Ένωσις» και του φορτίου του, την δεικνύει και η ελληνική αντίδραση. Πρώτον οι ελληνικές πολιτικές αρχές (Ύπατη Αρχμοστεία στην Κωνσταντινούπολη) προσπαθούν να αποδείξουν στους ξένους ύπατους αρμοστές ότι η σύλληψη ήταν πειρατική και παράνομη ενέργεια, αιτώντας την απελευθέρωση πληρώματος, των επιβατών αλλά και του φορτίου του. Δεύτερον η σύλληψη του τουρκικού πλοίου «Ινέμπολις» που έγινε ως αντίποινα για την σύλληψη του «Ένωσις». Σε σήμα του αρχηγού Στόλου Α΄ (αριθμ. Πρωτ. Εμπ. 305/27/4/22[29]) αναφέρεται η σύλληψη του τουρκικού πλοίου, ενώ έπλεε προς την Νικομήδεια. Κατασχέθηκε σημαντικό λαθρεμπόριο πολέμου. Οδηγήθηκε στην Κίο, όπου αφέθηκαν ελεύθεροι «γυναικόπαιδα, γέροντες και παιδιά», ενώ κρατήθηκαν Τούρκοι στρατεύσιμοι και όσοι θεωρήθηκαν ύποπτοι. Τέλος σε τηλεγράφημα[30] του λιμενάρχη Κωνσταντινουπόλεως Παπαμιχαλόπουλου στο ΓΕΝ που κοινοποιείται προς το Υπουργείο Εξωτερικών αναγράφεται το φορτίο του πλοίου:«είχε φορτίον δερμάτων ερίων και χρυσόν και άργυρον 300 περίπου λιρών τουρκικών τίμημα εκφορτωθέντων εμπορευμάτων Ρωσσικούς λιμένας.»
Το γεγονός όμως φαίνεται να ερέθισε και την συμμαχική στον Κεμάλ, σοβιετική πλευρά. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η έκφραση δυσαρέσκειας εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης για την υπόθεση[31].Εκεί αναφέρεται το γεγονός αλλά και το λιμάνι όπου είχαν μεθορμίσει οι δύο κανονιοφόροι, το λιμάνι του Γκελεντζίκ. Παράλληλα αναφέρεται ξεκάθαρα ότι το «Ένωσις» μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στο Νοβορωσσίσκ αλεύρι και τρόφιμα τα οποία ανήκαν στο λαϊκό επιτροπάτο[32].Γίνεται μάλιστα έκκληση από την Λαϊκή Επιτροπή των Εξωτερικών Υποθέσεων προς την τουρκική πρεσβεία σχετικά με την εξασφάλιση του πλοίου.Η τουρκική πρεσβεία με την σειρά της διαβεβαιώνει ότι θα λάβει τα «δέοντα μέτρα» και ότι θα κρατάει ενήμερη την σοβιετική πλευρά.
Η συλλήψεις του «Ένωσις» και του «Ινέμπολις» έχουν ξεχωριστή θέση στον ελληνικό και διεθνή τύπο, ακόμα και σε εφημερίδες πέρα του Ατλαντικού.
Η σύλληψη του «Ινέμπολις» αναγράφεται ως γεγονός και στις εφημερίδες New York Times[33] και Quebec Daily Telegraph[34]. Και οι δύο εφημερίδες κινούνται στην ίδια γραμμή, ότι δηλαδή το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό κινήθηκε προς αποκλεισμό των ακτών της Μαύρης Θάλασσας και την σύλληψη του «Ινέμπολις» ως αντίποινα για την σύλληψη του «Ένωσις» από τους κεμαλικούς.

Σημαντικό για το θέμα των αντιποίνων είναι να αναφερθεί ότι ακόμα και ο βομβαρδισμός της Σαμψούντας από τον Ελληνικό Στόλο από τουρκική πηγή[35] παρουσιάζεται ως αντίποινα στην σύλληψη του ελληνικού ατμοπλοίου. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η σύλληψη του «Ένωσις» «νευρίασε» τους Έλληνες. Στις ελληνικές πηγές από την άλλη δεν υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ σύλληψης του «Ένωσις» και του βομβαρδισμού της Σαμψούντας από τον Ελληνικό Στόλο, εν τούτοις προκαλεί εντύπωση ότι στον φάκελλο του αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών με θέμα την υπόθεση την σύλληψη του «Ινέμπολις» υπάρχει η έκθεση[36] του Αρχηγού του Στόλου Α΄ Ηπίτη για τα γεγονότα του βομβαρδισμού της Σαμψούντας. Δέον να αναφερθεί όμως ότι και προ της σύλληψης του «Ένωσις» τονιζόταν η ανάγκη λήψεως «ενεργότερων μέτρων» για την περιστολή του λαθρεμπορίου που κατευθυνόταν προς τον Κεμάλ. Ένα από αυτά ήταν ο βαθμιαίος αποκλεισμός[37] των κεμαλικών ακτών.
Η υπόθεση του ελληνικού ατμοπλοίου όμως απασχολεί και το ελληνικό Τύπο. Στην κατάσταση των αιχμαλώτων του «Ένωσις» κάνει αναφορά η εφημερίδα «Αμάλθεια[38]». Οι εναπομείναντες του πληρώματος καθώς και οι επιβάτες συνεχίζουν να κρατούνται στην Ριζούντα. Η εφημερίδα αναφράφει ότι «δεν πιέζονται μεν» αλλά «ευρίσκονται εγκάθειρκτοι». Τροφή δεν τους χορηγούταν, τους αφαιρέθηκαν τα χρήματα, ενώ υποχρεώθηκαν να πωλήσουν τα υπάρχοντά τους από τις αποσκευές τους για να ζήσουν. Σε φύλλο της ίδιας εφημερίδας[39] γίνεται αναφορά στην πρόθεση για ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ αυτών του «Ένωσις» και εκείνων του «Ινέμπολις». Σημαντική είναι η αναφορά της εφημερίδας[40] για ένταση των νηοψιών εκ μέρους του Ελληνικού Στόλου. Στόχος είναι το λεθρεμπόριο πολέμου που ενισχύει τον Κεμάλ. Η δυσφορία της Σοβιετικής Ένωσης για την σύλληψη του ελληνικού ατμοπλοίου διαφαίνεται και σε δημοσίευμα[41] της «Αμάλθειας». Συγκεκριμένα αναφέρει:
«…η ενταύθα σοβιετική αντιπροσωπία θεωρεί την απαλλαγή των κρατουμένων ως ζήτημα φιλοτιμίας διότι τόσον ενταύθα, όσον και στους σοβιετικούς λιμένας είχον αναρτηθή πινακίδες προτρέπουσαι τους ναυτιλλομένους και τους εμπόρους να προβώσιν εις το μετά των ρωσικών λιμένων εμπόριον υπό την προστασίαν των σοβιέτ.»
Η εφημερίδα από την Σμύρνη αναφέρει[42] τις συλλήψεις τουρκικών πλοίων μεταξύ αυτών και του «Ινέμπολις». Οι τουρκικές πηγές χαρακτηρίζουν τις συλλήψεις «αντίποινα» για την σύλληψη του «Ένωσις».
Η υπόθεση της σύλληψης του ελληνικού ατμοπλοίου απασχολεί και την ελληνική εφημερίδα που εκδίδεται στις Η.Π.Α., «Ατλαντίς[43]». Η εφημερίδα αναφέρει ότι οι Τούρκοι θεωρούν το πλοίο «καλή πολεμική λεία», ενώ οι Έλληνες χαρακτηρίζουν την σύλληψη πειρατική και παράνομη. Το τελευταίο συμφωνεί και με τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών καθώς όντως γίνεται προσπάθεια να χαρακτηριστεί η σύλληψη πειρατική[44].
Η εφημερίδα «Έθνος»[45] αναγράφει ότι η Άγκυρα αποφάσισε την «απόλυση» του πληρώματος και των επιβατών του «Ένωσις» με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του πληρώματος του «Ινέμπολις», ενώ σε έτερο φύλλο[46] η εφημερίδα παραθέτει το ιστορικό της σύλληψης του ελληνικού ατμόπλοιου. Από την άλλη, η εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος[47]» αναφέρεται στην απόλυση μέρους του πληρώματος και των επιβατών με ξένη υπηκοότητα.
Η παραπάνω δειγματοληπτική θεώρηση του ελληνικού Τύπου δεικνεύει το ενδιαφέρον που προκάλεσε η υπόθεση του «Ένωσις».
Συμπεράσματα.
Η υπόθεση της σύλληψης του ελληνικού ατμοπλοίου «Ένωσις» ήταν ένα μικρό αλλά τελικά σημαντικό γεγονός μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων κατά την διάρκεια της τελευταίας και πιο τραγικής φάσης για τον Ελληνισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Είναι γεγονός ότι τα μέτρα του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού κατά του λαθρεμπορίου με κατεύθυνση τον Κεμάλ εντάθηκαν μετά την σύλληψη του ελληνικού ατμοπλοίου. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί πολύ απλά με τις στρατηγικές ανάγκες της περιόδου, παρ’ όλα αυτά είναι βέβαιο (αποδεικνύεται από τις πηγές) ότι η σύλληψη του τουρκικού «Ινέμπολις» έγινε στα πλαίσια αντιποίνων για την σύλληψη του «Ένωσις».
Τουρκικές πηγές μάλιστα το προχωρούν ακόμη περισσότερο. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι ακόμη και ο βομβαρδισμός της Σαμψούντας έγινε στα πλαίσια αντιποίνων. Οι ελληνικές πηγές από την άλλη υποστηρίζουν ότι η εν λόγω πόλη περιείχε σημαντική ποσότητα πολεμοφοδίων και πυρομαχικών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ελληνικό ατμόπλοιο ήταν μία σημαντική λεία για τον Κεμάλ. Το αποδεικνύουν οι πηγές και από τις δύο πλευρές καθώς και η έκταση που πήρε στον ελληνικό και διεθνή τύπο η σύλληψη. Μέχρι και οι New York Times ανέφεραν το γεγονός.
Στην τουρκική ιστορία η σύλληψη του «Ένωσις» κατέχει σημαντική θέση ως επιτυχία του εμβρυακού τότε τουρκικού πολεμικού ναυτικού. Από την δική μας πλευρά περνά σχεδόν απαρατήρητη, όταν αναλογιζόμαστε την καταστροφή που ακολούθησε στην Μικρά Ασία. Αυτό δεν μειώνει την σημασία του, μια σημασία, η οποία προέρχεται, εξάγεται από τις ίδιες τις πηγές.
Ως μελλοντικά πεδία έρευνας προτείνονται η προσπάθεια ανεύρεσης, αν υπάρχει, στις ελληνικές πηγές μίας άμεσης σύνδεσης του βομβαρδισμού της Σαμψούντας με το «Ένωσις» καθώς και η μελέτη των περιπετειών του Ελλήνων (πλήρωμα και επιβάτες) που είχαν την ατυχία να συλληφθούν και να κρατηθούν αιχμάλωτοι από τους κεμαλικούς.
[1] . Langensiepen B. – Güleryüz. A., Ottoman Steam Navy, 1828- 1923, Conway Maritime Press.
[2] ο.π.
[3] Στην θέση της Σοβιετικής Ένωσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η συμμετοχή της Ελλάδος στην επέμβαση των Δυτικών στην Κριμαία με σκοπό την ανατροπή των κομμουνιστών.
[4] «Οι Γάλλοι με τον Κλεμανσώ στην εξουσία και με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην Ελλάδα, δεν ήταν δυσμενώς προδιατεθειμένοι. Εν τούτοις η γαλλική επιρροή στην Τουρκίαν είχεν αφήσει ζωηρά τα κατάλοιπά της, τα οποία έκαμνον πολλούς Γάλλους να εξακολουθούν να είναι τουρκόφιλοι. Εις τούτο συνέτεινε και ο οικονομικός παράγων, διότι τα 60% περίπου του οθωμανικού χρέους ευρίσκοντο εις γαλλικάς χείρας, καθώς και πέραν του ημίσεος των εις την Τουρκίαν ξένων επενδύσεων ανήκεν εις γαλλικά συμφέροντα. Αλλ’ όταν ο Κλεμανσώ, φθίνοντος του Ιανουαρίου του 1920, απώλεσε την εξουσίαν και ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Millerand, οι φιλότουρκοι ενισχύθησαν. Και όταν το Νοέμβριον του ιδίου έτους ο Ελευθέριος Βενιζέλος απώλεσε την εξουσίαν και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος επανήλθεν εις τον θρόνον, οι φιλότουρκοι εύρον πλέον ουρανόπεμπτον πρόφασιν ίνα βαθμηδόν μεταβληθούν ις μισέλληνας.» Μαρκεζίνης Σπ., Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμος Δ΄, σελ 274, εκδ Πάπυρος, Αθήνα 1968.
[5] Η Ελλάδα δεν είχε την στηρίξη της Μ. Βρετανίας αλλά του Λόυντ Τζώρτζ και του κύκλου του, οι οποίοι θεωρούσαν την Ελλάδα έναν ικανό δορυφόρο για τα βρετανικά συμφέροντα. ο.π., σελ 274.
[6] Atabey F., “Turkish Sailors in the period of national struggle” στο International Journal of Social Studies, No31, p 99-112, Winter II, 2015.
[7] Ελληνική απόδοση του Naval Department Directorate.
[8] Η ελληνική πόλη Ηράκλεια.
[9] Η Νικομήδεια.
[10] Η αρχαία ελληνική πόλη Τελμησσός.
[11] Η ελληνική πόλη Ακρωτήρι.
[12] Turkish General Staff Military History Archive, Box Nu. 1030, File Nu.78, Document Nu., 151-1, Paper Nu:40.
[13] Atabey F., “Turkish Sailors in the period of national struggle” στο International Journal of Social Studies, No31, p 99-112, Winter II, 2015.
[14] Borak S., Enosis’ i Nasil Zaptettik?, Hayat Tarih Mecmuasi, July 1969.
[15] Η διαταγή είχε ως εξής : « Στον λιμένα του Νοβορωσσίσκ είναι αγκυροβολημένο ένα Ελληνικό πλοίο με το όνομα Ένωσις, το οποίο μεταξύ άλλων θα μεταφέρει μεγάλες ποσότητες χρυσού. Διατάσσονται τα κ/φ νο.1 και νο.2 να το κατασχέσουν, έχοντας υπόψη πως όλες οι ενέργειες κατάσχεσης του Ένωσις θα πρέπει να είναι σύννομες με το διεθνές δίκαιο και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό».
Η διαταγή κατάληψης του «Ένωσις» ήρθε προς τους Κυβερνήτες των Κανονιοφόρων από τον Ναυτικό Διοικητή Τραπεζούντας, Fahri Bey, μαζί με αυστηρούς κανόνες εμπλοκής, καθώς και αναλυτικές οδηγίες :
- Δεδομένου ότι οι κανονιοφόροι δεν έφεραν οπλισμό, διατάχθηκε το πλοίο Sahin να μεταφέρει τον οπλισμό των κανονιοφόρων με άκρα μυστικότητα από την Τραπεζούντα στο Νοβορωσσίσκ, όπου και ευρίσκοντο οι κανονιοφόροι.
- Κατόπιν, θα μεταφερθούν στα κ/φ 1 και 2 με άκρα μυστικότητα.
- Δυο ημέρες πριν τον απόπλου του «Ένωσις», προκειμένου να μην κινήσουν υποψίες, τα κ/φ θα αποπλεύσουν του Νοβορωσσίσκ και θα μεταβούν στον λιμένα του Γκελεντζίκ προκειμένου να περιμένουν το «Ένωσις» να καταπλεύσει εκεί.
- Κατά τον απόπλου, κάθε κ/φ θα πάρει μαζί του τροφοδοσία για 15 ημέρες και 2 τόνους βενζίνης για καύσιμα.
- Η κατάληψη θα έπρεπε να γίνει με πάσα νομιμότητα, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο κατέφευγε η Ελληνική ή ακόμα και η Σοβιετική πλευρά.
- Προκειμένου να μην υπάρξουν ενδείξεις παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου, ένα από τα 2 κ/φ θα βγάλει μαύρο καπνό, προφασιζόμενο ότι έχει βλάβη, ώστε να του επιτραπεί η είσοδος στο λιμάνι του Γκελεντζίκ.
- Η κατάληψη του «Ένωσις» θα γίνει σύμφωνα με το διεθνές ναυτικό δίκαιο, ανεβάζοντας μόνο 4 άτομα πάνω στο κατάστρωμα του «Ένωσις» κατά την διενέργεια της κατάληψής του.
- Αφού ολοκληρωθεί η κατάληψη, θα πάρει ρότα προς το Βατούμ συνοδευόμενο από τα κ/φ και 30 μίλια πρίν το Βατούμ θα αλλάξει πορεία προς τον πλησιέστερο Τουρκικό Λιμένα.
- Στον Τουρκικό Λιμένα που θα καταπλεύσει, θα παραλάβει μία διμοιρία στρατιωτών, οι οποίοι θα το συνοδεύσουν μέχρι την Τραπεζούντα, που είναι και ο τελικός τους προορισμός.
- Αν συναντήσουν εχθρικό πλοίο, η εντολή είναι ξεκάθαρη : «Βουλιάξτε το «Ένωσις»
Οι εντολές εφαρμόστηκαν κατά γράμμα από τους κυβερνήτες των κ/φ. Ο κυβερνήτης της κ/φ νο.1, υποπλοίαρχος Necati, μετέβει στην Τραπεζούντα με το πλοίο Αlemdar, φόρτωσε τα όπλα στο Ατμόπλοιο Sahin και στις 18 Απριλίου έφτασε στο Νοβορωσσίσκ και με άκρα μυστικότητα μεταφόρτωσε τον οπλισμό από το Sahin στα κ/φ, καθιστώντας τα πλέον ετοιμοπόλεμα. Yüksek Lisans Tezi, Kurtuluş Savaşi Dömeninde Denizcilik Faaliyetleri, Ankara 2007
[16] Η πηγή δεν μας ξεκαθαρίζει σε τί είδους λίρες μετράται η αξία. Πιθανώτατα σε τουρκικές λίρες.
[17] Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αρχείο 1922.
[18] Πολλοί από τους οποίους ήταν πρόσφυγες.
[19] Αρ. Πρωτ. Εμπ. 93/ 11 (24) Μαϊου 1922, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αρχείο 1922.
[20] Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλλου 19, Αρ. Υποφακέλλου 2, Λιμεναρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Αρ Πρωτ. 927/21 Οκτωβρ. 1922, Περί των συλληφθέντων μέχρι τούδε Ελληνικών Πλοίων εν τη Μαύρη Θαλάσση.
[21] Atabey F., “Turkish Sailors in the period of national struggle” στο International Journal of Social Studies, No31, p 99-112, Winter II, 2015.
[22] Yüksek Lisans Tezi, Kurtuluş Savaşi Dömeninde Denizcilik Faaliyetleri, Ankara 2007, σελ 126 -129.
[23] ο.π.
[24] Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ. Φακέλλου 19, Αρ. Υποφακέλλου 2, Λιμεναρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Αρ. Πρωτ. 388/24 Μαϊου 1922.
[25] Η αρχαία ελληνική πόλη Αρσίγγη.
[26] Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ.Φακέλλου 19, Αρ.Υποφακέλλου 2, Ναυτική Βάση Κωνσταντινουπόλεως, Αρ.Πρωτ.382/28 Μαϊου 1922
[27] Στην έκθεση αναφέρεται το όνομα αυτής: Όλγα Ζουγανέλλη. Δεν ανευρέθηκε η μαρτυρία της. Αξίζει να αναφερθεί ότι και ο Ναυτικός Διοικητής Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται σε μαρτυρία Ελληνίδας μάρτυρος. Βλέπε υποσημείωση 19.
[28] Το ονόματα των μελών του πληρώματος που συνέχισαν να κρατούνται είναι τα εξής: Ανδρέας Φερεντίνος (πλοίαρχος), Πέτρος Πίλικας (υποπλοίαρχος), Δημ. Ρεμάνδας (ναύκληρος), Σπύρος Καραλούδης (ναύτης), Παναγ. Φερεντίνος (ναύτης), Σπυρ. Φερεντίνος (ναύτης), Γερασ. Μαγουλιάνος (ναύτης), Δημ. Μανωλιάς (ά μηχανικός), Νικ. Λοράντος (θερμαστής), Πετρ. Κελαδίτης (θερμαστής), Χρίστος Βαρύτιμος (θερμαστής), Δημ. Κούπαλος (μάγειρας), Γεράσιμος Νικηφορίδης (θαλαμηπόλος).
[29] Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ.Φακέλλου 19, Αρ.Υποφακέλλου 2
[30] Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ.Φακέλλου 19, Αρ.Υποφακέλλου 2, Εκ Κωνσταντινουπόλεως, Αριθμ. Πρωτ. Εμπ. 77, Διεύθυνση Εμπορικού Ναυτικού.
[31] Γκρομίκο ΑΑ., Έγγραφα της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής το 1922.
[32] Ελληνική απόδοση της λέξεως Commissariat.
[33] 10 Μαϊου 1922. “Flotilla Will Blockade Turkish Black Sea Ports – Turkish Ship Seized”.
[34] 9 Μαϊου 1922.
[35] Doğanay, Rahmi; İstiklal Harbinde Samsun’daki Amerikan Filosu, Geçmişten Geleceğe Samsun, Samsun 2006, (Σελ. 163-174).
[36] Αρχείο Υπουργείο Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, 1922, Αρ. Φακέλλου 10, Αρ. Υποφακέλλου 3. Περί της γενομένης επιχειρήσεως κατά της Σαμψούντας, Στόλος Α΄ (Αρ. Εμπ. Πρωτ. 476/ 2 Ιουνίου 1922.
[37] Έγγραφο του ΓΕΝ προς το Υπουργείο Εξωτερικών (Αρ. Πρωτ. Γ.Ε.2/245, 16 Φεβρουαρίου 1922). Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Αρ. Φακέλλου 37, Αρ. Υποφακέλλου 5.
[38] 17(30) Μαϊου 1922.
[39] 16 Ιουνίου 1922.
[40] 5 (18) Ιουλίου 1922. Βλέπε και υποσημείωση 30.
[41] 3 (16) Μαϊου 1922.
[42] 30 (13) Απριλίου 1922
[43] 8 Μαϊου 1922.
[44] Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία, Αρ.Φακέλλου 19, Αρ. Υποφακέλλου 2.
[45] 19 Ιουνίου 1922.
[46] 29 Απριλίου 1922.
[47] 21 Μαϊου 1922.
ΠΗΓΗ: Μεθ’ορμής ακάθεκτου
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας