Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Μάικλ Ρούμπιν για την επίθεση με drone στη Μόσχα: Ο Πόλεμος του Πούτιν στην Ουκρανία επιστρέφει για να τον στοιχειώσει – Τα μαθήματα για Κίνα-Ταϊβάν

Δημοσιεύτηκε στις

Αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανία δεν μένει στην Ουκρανία.

Αυτό είναι ένα μάθημα που μαθαίνει όλο και περισσότερο ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν.

Νωρίτερα σήμερα το πρωί (σ.σ. πρωί Κυριακής), ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη φέρεται να στόχευσαν τη ρωσικά κατεχόμενη χερσόνησο της Κριμαίας και τη Μόσχα, αναγκάζοντας μάλιστα για λίγο το κλείσιμο ενός από τα διεθνή αεροδρόμια της Μόσχας (σ.σ. Βνούκοβο).

Παρά την πυρηνική επίθεση του Πούτιν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει ούτε να περιορίσουν την Ουκρανία ούτε να προσπαθήσουν να περιορίσουν τον πόλεμο στα αναγνωρισμένα ουκρανικά εδάφη. Υπάρχουν άλλοι τρόποι αποτροπής της Ρωσίας . Ο κίνδυνος για την επικράτεια ενός επιτιθέμενου είναι ο καλύτερος αποτρεπτικός παράγοντας για μελλοντικό πόλεμο. Πράγματι, μόνο αφού ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ το αναγνώρισε αυτό, έγινε δυνατή η πραγματική ειρήνη μεταξύ της Αιγύπτου και του Ισραήλ.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης Μπάιντεν να περιορίσει την Ουκρανία χρησιμεύουν μόνο για να εμποδίσουν τον Πούτιν να συμπεράνει ότι ο πόλεμος δεν θα λειτουργήσει.

Με άλλα λόγια: Αν ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, είχε λάβει τη συμβουλή του Προέδρου Μπάιντεν ή του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Τζέικ Σάλιβαν σε οποιοδήποτε σημείο τους τελευταίους 18 μήνες, μια ρωσική σημαία θα κυμάτιζε πάνω από το Κίεβο, το βόρειο Καζακστάν, αν όχι τα κράτη της Βαλτικής θα βρίσκονταν σε ρωσικές τοποθεσίες, και ο ίδιος ο Ζελένσκι θα βρισκόταν εξόριστος στο Λονδίνο, περιμένοντας τη μοιραία γουλιά τσαγιού πολώνιο.

Η εισβολή της Ρωσίας έδειξε πόσο αδύναμη είναι η φιλελεύθερη τάξη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον κίνδυνο που αποτελεί τώρα ο άξονας Ρωσίας-Ιράν-Κίνας για τον ελεύθερο κόσμο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, αν είχε λειτουργήσει το Blitzkrieg (κεραυνοβόλος πόλεμος) του Πούτιν για την Ουκρανία, ο Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ θα επιτάχυνε τις προσπάθειές του να κατακτήσει την Ταϊβάν, μια χώρα που – εκτός της κομμουνιστικής κινεζικής προπαγάνδας – ούτε ιστορικά ούτε νομικά ανήκει στην ηπειρωτική Κίνα.

Μαθήματα που πρέπει να αντληθούν

Όπως ο Σι παίρνει μαθήματα από τα λάθη του Πούτιν στην Ουκρανία, είναι σημαντικό η Ταϊβάν να προσαρμόσει επίσης τη στρατηγική της με βάση τις ενέργειες της Ουκρανίας.

Σε περίπτωση εισβολής της Κίνας, η απλή μάχη στην ίδια την Ταϊβάν δεν θα λειτουργήσει . Η Ταϊπέι δεν μπορεί να υπολογίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικά αν η Κίνα πρώτα κόψει σαλάμια από τα απομακρυσμένα νησιά της Ταϊβάν για να καλλιεργήσει τους Αμερικανούς πολιτικούς να ανταλλάξουν τον εδαφικό συμβιβασμό από την Ταϊβάν με την ψευδαίσθηση της ειρήνης. Σε τελική ανάλυση, ο νόμος για τις σχέσεις της Ταϊβάν βάσει του οποίου πολλοί στην Ουάσιγκτον ασπάζονται την ιδέα μιας υπόσχεσης για υπεράσπιση της Ταϊβάν αποκλείει μεγάλο μέρος της επικράτειας της Ταϊβάν .

Αντίθετα, τα κύρια μαθήματα που μαθαίνει η Ταϊβάν πρέπει να αντικατοπτρίζουν τόσο την αποτροπή όσο και την ικανότητα να δεχτεί οποιονδήποτε πόλεμο ξεκινήσει από το Πεκίνο στην ίδια την ηπειρωτική Κίνα.

Πρώτον, δεν υπάρχει διαφυγή από το γεγονός, ότι η Ταϊβάν χρειάζεται τη δική της πυρηνική αποτροπή . Ο Πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν έκανε πολύ σωστά, αλλά τα δύο μεγαλύτερα στρατηγικά του λάθη ήταν ότι σταμάτησε την πυρηνική απόκτηση της Ταϊβάν και έφυγε από τον Λίβανο υπό πυρά.

Δεύτερον, η Ταϊβάν πρέπει να είναι έτοιμη να ρίξει φωτιά στην ηπειρωτική Κίνα από υπεράκτια νησιά όπως το Quemoy, ένα κομβικό σημείο των κρίσεων στα στενά της Ταϊβάν της εποχής του Αϊζενχάουερ. Ο δικηγόρος και μελετητής Gordon Chang έχει δίκιο να επισημαίνει ότι οι Ταϊβανέζοι θα μπορούσαν να καταστρέψουν το φράγμα των Τριών Φαραγγιών της Κίνας, σκοτώνοντας δυνητικά δεκάδες εκατομμύρια Κινέζους της ηπειρωτικής χώρας, εάν η Κίνα επιδιώξει να κατακτήσει το νησιωτικό έθνος. Η ρίζα της μη πυρηνικής αποτροπής θα ήταν να μεταφέρεται αυτό το μήνυμα στο Πεκίνο τακτικά και μέσω πολλαπλών διαύλων. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιδιώξει να συγκρατήσει το χέρι της Ταϊβάν με τον τρόπο που οι Μπάιντεν και Σάλιβαν επιδιώκουν να συγκρατήσουν τον Ζελένσκι.

Τρίτον, όπως τώρα η Ουκρανία απειλεί τη Μόσχα και την Κριμαία με το αντίστοιχο Doolittle Raid , έτσι και η Ταϊβάν θα πρέπει να σχεδιάζει να χτυπήσει το Πεκίνο και τη Σαγκάη εάν η Κίνα εισβάλει ποτέ στην Ταϊβάν. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της Ταϊβάν πάνω από την πρωτεύουσα της Κίνας και τον εμπορικό της κόμβο θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον Σι σε αμηχανία όπως κάνει τώρα ο Πούτιν, αλλά το πλεονέκτημα να αποδεικνύεται νωρίς και συχνά, ότι μια εισβολή δεν θα ήταν ούτε μια πλάκα ούτε χωρίς συνέπειες για τους επιτιθέμενους θα αντιστάθμιζε την αναπόφευκτη απειλή αντιποίνων του Σι .

Σίγουρα, η τάξη που βασίζεται σε κανόνες είναι υπό πίεση, αλλά η κατάρρευσή της δεν είναι αναπόφευκτη. Καθώς η Ρωσία συνεχίζει τον κατακτητικό της πόλεμο και η Κίνα κροταλίζει, είναι σημαντικό να επικαιροποιηθεί η αποτροπή για τον 21ο αιώνα. Το να καταστήσουν όχι μόνο τη Μόσχα αλλά και το Πεκίνο ευάλωτο στα αντίποινα των θυμάτων τους είναι το κλειδί.

ΠΗΓΗ: 19fortyfive.com

 

Το ρεπορτάζ

Επίθεση με τρία μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) σημειώθηκε στη Μόσχα τα ξημερώματα της Κυριακής, όπως ανακοίνωσε το ρωσικό υπουργείο Άμυνας. Η επίθεση έκλεισε για λίγο το διεθνές αεροδρόμιο Βνούκοβο, ενώ προκλήθηκαν ζημιές σε δύο κτίρια. Καταρρίφθηκε το ένα UAV και άλλα δύο εξουδετερώθηκαν από συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, αλλά έπεσαν σε πολυώροφο κτίριο.

Ειδικότερα, «τις πρώτες πρωινές ώρες της 30ής Ιουλίου αποτράπηκε απόπειρα του καθεστώτος του Κιέβου να εξαπολύσει τρομοκρατική επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε στόχους στην πόλη της Μόσχας», αναφέρει η σχετική ανακοίνωση της Μόσχας.

Σύμφωνα με το ρωσικό υπουργείο Άμυνας, «ένα ουκρανικό UAV καταρρίφθηκε από συστήματα της αντιαεροπορικής άμυνας πάνω από το προάστιο Οντιντσόβο» της Μόσχας και «άλλα δύο μη επανδρωμένα αεροσκάφη εξουδετερώθηκαν από συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και συνετρίβησαν ακυβέρνητα» σε κτιριακό συγκρότημα.

«Ουκρανικά drones επιτέθηκαν απόψε. Οι προσόψεις δύο κτιρίων γραφείων της πόλης υπέστησαν ελαφρές ζημιές. Δεν υπάρχουν θύματα ή τραυματίες», έγραψε στο Telegram ο δήμαρχος της Μόσχας Σεργκέι Σομπιάνιν.

Λόγω της επίθεσης, όπως μετέδωσε το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας Βνούκοβο  «έκλεισε για αναχωρήσεις και αφίξεις, οι πτήσεις ανακατευθύνονται σε άλλα αεροδρόμια». Μέσα σε λιγότερο από μία ώρα, οι λειτουργίες φαίνονταν να έχουν επανέλθει στο κανονικό.

Νωρίτερα τον Ιούλιο, η Μόσχα ισχυρίστηκε ότι η αντιαεροπορική της άμυνα κατέρριψε πέντε μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Λόγω της επίθεσης είχε διακοπεί και τότε προσωρινά η λειτουργία του διεθνούς αεροδρομίου Βνούκοβο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Μόσχα και τα περίχωρά της απέχουν πάνω από 500 χιλιόμετρα από τα ουκρανικά σύνορα και τις συγκρούσεις στην Ουκρανία, αλλά φέτος έχουν γίνει στόχος πολλών επιθέσεων με drones.

Η επίθεση είναι η πιο πρόσφατη σε μια σειρά πρόσφατων επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη –συμπεριλαμβανομένων στο Κρεμλίνο και στις ρωσικές πόλεις κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία– για τις οποίες η Μόσχα κατηγόρησε το Κίεβο.

Το Κίεβο δεν έχει σχολιάσει ακόμη, αλλά η Ουκρανία συνήθως αρνείται να αναλάβει την ευθύνη για τις επιθέσεις που λαμβάνουν χώρα μέσα στη Ρωσία.

Το ρωσικο υπουργείο Άμυνας την χαρακτήρισε «απόπειρα τρομοκρατικής επίθεσης».

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει

Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό ζητούμενο: μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, θεσμούς που προστατεύουν τα εθνικά θέματα από την κομματική εκμετάλλευση και σοβαρή προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο πρώτο μέρος αναδείξαμε τις εσωτερικές βάσεις της εθνικής ισχύος, στο δεύτερο τις αυταπάτες απέναντι στην Τουρκία και στο τρίτο τις αντιφάσεις των οικουμενικών διακηρύξεων και του παγκόσμιου κράτους. Το τελευταίο μέρος συνδέει αυτά τα συμπεράσματα με το μέλλον της Ελλάδας. Το ερώτημα πλέον αφορά τις προϋποθέσεις μιας εθνικής πολιτικής που θα εξασφαλίζει την κυριαρχία της χώρας και θα δίνει περιεχόμενο στο όραμα μιας ισχυρής και δημοκρατικής πατρίδας.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στον αιώνα, κατά τον οποίο διανύουμε, τον 21ο, στεκόμαστε μπροστά σε μία πολιτική διελκυστίνδα ανάμεσα σε έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μία υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων που αναπόφευκτα οργανώνεται σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση. Σ’ αυτή τη συγκυρία, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν τείνει να διαλύεται σε υπερεθνικά μορφώματα αλλά βρίσκεται αντιμέτωπο με τον νέο ιστορικό του ρόλο. Στην ιστορική πορεία που διένυσε το έθνος, σταθμοί του οποίου ήταν το αστικό έθνος του 19ου αιώνα και εκδοχές του κομμουνιστικού εθνικισμού του 20ου αιώνα, τώρα καλείται να εξασφαλίσει μία θέση σε μία πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία∙ αίτημα που όλο και πιο στενά συναρθρώνεται με το αίτημα της στοιχειώδους διαβίωσης του πληθυσμού.

Τα σοβαρά πολιτικά ερωτήματα, στα οποία κάθε έθνος καλείται να απαντήσει είναι ο προσδιορισμός των προϋποθέσεων για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής και ο τρόπος, με τον οποίο είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει, στο πλαίσιο του δυνατού, οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες αλλαγές στην πολιτική συγκυρία.

Το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και η συνακόλουθη πολιτική επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοοικονομικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων δεν έχουν καθόλου ξεπεραστεί πρακτικά ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε διεθνές επίπεδο. Η άποψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου και της ηθικής θα μπορούσαν αφεαυτού τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές οντότητες είναι ολότελα εσφαλμένη και δεν διαθέτει κανένα πολιτικό ή ιστορικό έρεισμα. Μάλιστα, η ίδια η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει το αντίθετο: η ίδια η πολιτική συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων (ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών) μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποδεικνύει ότι καθόλου δεν θεωρούν πως η συγχώνευση των οικονομιών θα καταλύσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει οριστικά τους εθνικούς ανταγωνισμούς [21].

Το έθνος λοιπόν, όχι απλώς δεν έχει ξεπεραστεί αλλά θα κληθεί να ανταποκριθεί στα αιτήματα των νέων καιρών υπό τη μορφή του κυρίαρχου κράτους. Η κρατική οργάνωση αποτελεί, και στο μέλλον θα ενταθεί η λειτουργία του αυτή, το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών εν όψει της διαρκούς πολιτικής αβεβαιότητας που θα επιφέρει η επίκληση των αρχών της «οικουμενικής ηθικής» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Το έθνος μόνο ως κράτος, δηλαδή ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί να επιτελέσει τις παρακάτω τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες του:

ως μικρό ή μεγάλο έθνος να αντισταθεί στις ερμηνείες οικουμενικών αρχών, τις οποίες θεωρεί προκάλυμμα για επεκτατικές ορέξεις ξένων ισχυρών εθνών

ως μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και το σύνολο της διεθνούς κοινότητας

ως μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα ισχυρό έθνος εφόσον και τα δύο αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος [22]

Καταλήγοντας στα καθ’ ημάς, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει πρωτίστως το έλλειμα μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής, οι βασικές αιτίες του οποίου εντοπίζονται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και την εμπλοκή σε ανεδαφικά ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος απέτυχε να θωρακίσει το πολιτικό σύστημα θεσμικά ώστε τα εθνικά θέματα να μην υπόκεινται στην αήθη κομματική εκμετάλλευση και το εθνικό μας κράτος, εξαρχής ακρωτηριασμένο εδαφικά σε σχέση με το σύνολο του έθνους, προσπάθησε να αναπληρώσει την ιστορική, θεσμική και πολιτική του καχεξία με αυτάρεσκους μύθους.

Κάθε ουσιαστική στρατηγική συζήτηση οφείλει να παραμερίσει οποιουδήποτε είδους ιδεολογήματα και να μην υιοθετεί άκριτα συνθήματα∙ για παράδειγμα, να μην ταυτίζει τη «Δύση» με την «τεχνική» και τη «λατρεία της ύλης», στην οποία αντιπαρατίθεται το «πνεύμα» και «η ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής». Ούτε και θα πρέπει να ταυτίζει τη Δύση με όλες εκείνες τις αξίες, με τις οποίες η ίδια θέλει αυτάρεσκα να ταυτίζεται: τον «ορθολογισμό», τον «διάλογο», τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Η Ελλάδα θα όφειλε να παραδειγματιστεί από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, την Αγγλία ή τις ΗΠΑ, όπου όλα τα σενάρια του πολέμου, ακόμα και τα πιο απίθανα, τίθενται στο τραπέζι των συζητήσεων και αποτελούν αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης και στάθμισης [23].

Η εποχή μας λοιπόν είναι μία εποχή εθνικής μοναξιάς, κατά την οποία οι ιδεολογικές μάσκες των «φίλων» και «συμμάχων» έχουν πέσει και έχουν αποκαλυφθεί οι πραγματικοί εχθροί πίσω από κίβδηλες «υπερεθνικές» διακηρύξεις. Καθώς κάθε φορά πεθαίνει ΜΙΑ μεμονωμένη ουτοπία και όχι Η Ουτοπία [24], είναι πια ώριμο αίτημα η διατύπωση του δικού μας οράματος για τη σύγχρονη ηθική ουτοπία: μία ισχυρή, κυρίαρχη και δημοκρατική πατρίδα.

Σημειώσεις και παραπομπές

[21] Παναγιώτης Κονδύλης, «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 151 – 179.

[22] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 39 – 48.

[23] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ιδεολογίες και ελληνική εθνική στρατηγική», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 181 – 187.

[24] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τι ήταν ο κομμουνισμός;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σελ. 149.

Βιβλιογραφία

Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 1998.

Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Αθήνα: Θεμέλιο, 2007.

Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Πολιτική. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004.

Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, Αθήνα: Στιγμή, 2012.

Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011.

Zygmunt Bauman, Και πάλι μόνοι: Η Ηθική μετά τη βεβαιότητα, Αθήνα: Έρασμος, 1998.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή

Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.

Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :

α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και

β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.

Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.

Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.

Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].

Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.

Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].

Σημειώσεις και παραπομπές

[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.

[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.

[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.

[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ

Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.

Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.

«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.

Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.

Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.

Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.

Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.

Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.

«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.

Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»

Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.

Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.

Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.

Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.

Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.

Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.

Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό

Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.

«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.

Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.

Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.

Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.

«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»

Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.

«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.

Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.

Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.

Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.

Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.

Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής

Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.

Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.

Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.

Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς

Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.

Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.

Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.

Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.

Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.

Το μήνυμα της παρέμβασης

Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.

Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.

Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.

Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.


 

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει

Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Η Ινδία χτίζει το μέλλον χωρίς να εγκαταλείπει το παρελθόν της – Το αναπτυξιακό μοντέλο που συνδυάζει παράδοση, τεχνολογία και οικονομική ισχύ

Από το εμβληματικό Ταζ Μαχάλ και την ιστορική κληρονομιά της Άγκρα μέχρι το Χρηματιστήριο της Βομβάης και την ψηφιακή επανάσταση...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή

Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της...

Πολιτική10 ώρες πριν

Στην Ελλάδα συνελήφθη καταζητούμενος για το σκάνδαλο στον Δήμο Κωνσταντινούπολης – Η Τουρκία ζητά την έκδοσή του

Νέα εξέλιξη στην πολύκροτη δικαστική υπόθεση που αφορά τον Μητροπολιτικό Δήμο Κωνσταντινούπολης και συνδέεται με τον Εκρέμ Ιμάμογλου. Σύμφωνα με...

Δημοφιλή