Διεθνή
G20: «Συγκρούσεις» κορυφής και σκληρή διπλωματία πριν από τη Σύνοδο
Ο Τζο Μπάιντεν με τον Σι Τζινπίνγκ στη σύνοδο κορυφής της G20 το 2022, στο Μπαλί της Ινδονησίας. Οι δύο ηγέτες δεν θα συναντηθούν φέτος στην Ινδία, καθώς ο Κινέζος πρόεδρος δεν θα δώσει το «παρών». Φωτογραφία αρχείου από AP
Εχουν περάσει 14 χρόνια από το G20 του Λονδίνου, όταν στο απόγειο τότε της οικονομικής κρίσης οι παγκόσμιοι ηγέτες προετοίμαζαν τη «νέα παγκόσμια τάξη»
Ο τότε πρωθυπουργός της Βρετανίας Γκόρντον Μπράουν είχε εξαγγείλει ότι «οι πλούσιες και οι αναπτυσσόμενες χώρες θα ενώνονταν για να δαμάσουν τις ανισότητες και τις υπερβολές της παγκοσμιοποίησης», κηρύσσοντας ταυτόχρονα μια «νέα προοδευτική εποχή διεθνούς συνεργασίας».

Η Σύνοδος Κορυφής του G20 το ερχόμενο Σαββατοκύριακο, στην Ινδία, έρχεται να αναδείξει την κατάρρευση των ελπίδων για μια παγκόσμια τάξη στο επίκεντρο της οποίας θα βρισκόταν «ένα δυτικό σύστημα βασισμένο σε κανόνες».
Διαιρεμένος κόσμος
Αντ′ αυτού, «ο κόσμος έχει διαιρεθεί σε δημοκρατικά και αυταρχικά στρατόπεδα», σύμφωνα με ανάλυση του CNN, όπου προστίθεται ότι «ο λαϊκισμός και ο προστατευτισμός σε πολλές χώρες» έχουν υπονομεύσει την ανάπτυξη του ελεύθερου εμπορίου.
Τα μεγάλα λόγια για οικονομική μεταρρύθμιση και αποδέσμευση από τον άνθρακα διαδέχτηκε η απροθυμία για την ανάληψη του κόστους, οικονομικού και πολιτικού, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
Η Ρωσία, μέλος του G20, θεωρείται κράτος-παρίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δεν μπορεί να παραστεί στη Σύνοδο της Ινδίας, καθώς κινδυνεύει να συλληφθεί για εγκλήματα πολέμου βάσει διεθνούς εντάλματος.
Ο Σι Τζινπίνγκ, ο ηγέτης της νέας παγκόσμιας υπερδύναμης, της Κίνας, πιθανότατα δεν θα εμφανιστεί επίσης στη Σύνοδο Κορυφής.
Διπλωματικές «βολές»
Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Τζέικ Σάλιβαν κάλεσε, σε υψηλούς τόνους, την Κίνα να παραμερίσει τα προβλήματά της με την Ινδία και να διαδραματίσει «εποικοδομητικό ρόλο» στη Σύνοδο.
Ο Σάλιβαν δήλωσε μάλιστα ότι εναπόκειται στην Κίνα αν «θέλει να επιδοθεί σε παιχνίδια αντιπερισπασμού».
Ερωτηθείς από δημοσιογράφο σε ενημέρωση Τύπου αν οι εντάσεις μεταξύ Ινδίας και Κίνας θα επισκίαζαν τη Σύνοδο Κορυφής, ο Σάλιβαν τόνισε ότι αυτό «εξαρτάται από την Κίνα», όπως μετέδωσε το BBC.
Είναι απίθανο η συνάντηση του G20 να καταλήξει σε κοινή απόφαση για τον πόλεμο στην Ουκρανία, δεδομένου ότι η Ρωσία και πιθανώς η Κίνα θα εξέφραζαν αντιρρήσεις ως προς το περιεχόμενό της και θα την μπλόκαραν.
Ενίσχυση ανταγωνισμών
Η Σύνοδος Κορυφής όχι μόνο δεν θα γεφυρώσει διαφορές, αλλά μπορεί να αναδείξει, αν όχι να ενισχύσει, τους ανταγωνισμούς μεταξύ πολλών από τα δυτικά και τα αναπτυσσόμενα κράτη-μέλη.
Η διάχυτη δυσπιστία αποτελεί «βούτυρο στο ψωμί» του Πούτιν και του Σι, η απουσία του οποίου ερμηνεύεται και ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις υποβόσκουσες εντάσεις στα σύνορα της Κίνας, καθώς και για τον αυξανόμενο γεωπολιτικό ανταγωνισμό με τη μεγάλη υπερδύναμη του ανατολικού Ειρηνικού, την Ινδία.
Επιπλέον, σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, η απουσία ενδεχομένως συνδέεται και με εσωτερικές ανησυχίες για την κρίση στην αγορά ακινήτων.
Η παγκόσμια τάξη των BRICS

Πάντως, ο Σι παραβρέθηκε στη Σύνοδο Κορυφής των χωρών BRICS στο Γιοχάνεσμπουργκ τον περασμένο μήνα.
Η ομάδα BRICS –συμπεριλαμβανομένης της Βραζιλίας, της Ρωσίας, της Ινδίας, της Κίνας και της Νότιας Αφρικής– καλωσόρισε ως νέα μέλη τη Σαουδική Αραβία, το Ιράν, την Αιθιοπία, την Αίγυπτο, την Αργεντινή και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η κίνηση ερμηνεύτηκε ευρέως ως ένα ακόμη βήμα του Πεκίνου προς τη δημιουργία μιας δικής του παγκόσμιας τάξης, ανταγωνιστικής προς τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της, όπου ηγείται μιας δυναμικής ομάδας αναπτυσσόμενων κρατών.
Υπό αυτό το πρίσμα, η απουσία του από το G20 αποκτά νέα προοπτική, αναφέρει το CNN.
ΗΠΑ, Κίνα και Ινδία
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν εξέφρασε το Σαββατοκύριακο την απογοήτευσή του που δεν θα δει τον Σι. Αμερικανοί αξιωματούχοι πρόσφατα πραγματοποίησαν σειρά επισκέψεων στο Πεκίνο σε μια προσπάθεια βελτίωσης των διμερών σχέσεων.
Η απουσία του Σι θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία προκειμένου ο Μπάιντεν να προωθήσει βελτίωση της σχέσης με τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, τον οποίο υποδέχτηκε στον Λευκό Οίκο μόλις τον Ιούνιο.
Οι ΗΠΑ πιθανώς θα ήθελαν να ενταχθεί η Ινδία στην ομάδα των συμμάχων τους στον Ειρηνικό, καθώς επιδιώκουν να αντισταθμίσουν την αυξανόμενη κινεζική ισχύ.
Ωστόσο, η Ινδία ενδεχομένως δεν θα ήθελε να φτάσει τόσο μακριά, καθώς η ιστορική αδέσμευτη θέση της εξελίσσεται σε προσπάθεια να κρατήσει ανοιχτή την πόρτα και στα δύο στρατόπεδα.
Το Νέο Δελχί δεν έχει καταδικάσει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και έχει επωφεληθεί από το φθηνό ρωσικό πετρέλαιο μετά το μποϊκοτάζ και τις κυρώσεις των συμμάχων των ΗΠΑ κατά της Μόσχας.
Ως ανερχόμενη δύναμη που εξακολουθεί να θεωρείται αναπτυσσόμενη χώρα, η Ινδία είναι ηγετικό μέλος τόσο των BRICS όσο και του G20.
Οι χώρες του G20 αντιπροσωπεύουν το 85% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής, το 75% του παγκόσμιου εμπορίου και τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού.
Ποιοι συμμετέχουν και ποιοι όχι
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν
Ο Μπάιντεν επιβεβαίωσε την παρουσία του. Οπως έχει γίνει γνωστό από τον Λευκό Οίκο, σκοπεύει να θέσει ζητήματα όπως ο κοινωνικός αντίκτυπος του πολέμου στην Ουκρανία, η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και η αύξηση της ικανότητας των πολυμερών τραπεζών να καταπολεμήσουν τη φτώχεια.
Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ
Ο πρωθυπουργός Λι Τσιανγκ θα ηγηθεί της αντιπροσωπείας της Κίνας, γεγονός που υποδεικνύει ουσιαστικά ότι ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ δεν θα παραστεί. Δεν θα υπάρξει έτσι δυνατότητα συνάντησης με τον Μπάιντεν.
Θα είναι η πρώτη φορά που Κινέζος πρόεδρος χάνει σύνοδο ηγετών του G20 από τότε που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2008, αν και το 2020 και το 2021, κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, ο Σι δεν είχε διά ζώσης παρουσία.
Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν
Ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ εκπροσωπεί τη Ρωσία αντί του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Πούτιν είχε επίσης αποφασίσει να μη συμμετάσχει αυτοπροσώπως στη Σύνοδο Κορυφής των BRICS στη Νότια Αφρική.
Η απουσία του Πούτιν στη Νότια Αφρική αποδίδεται στο ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) για φερόμενα εγκλήματα πολέμου στην Ουκρανία. Το Κρεμλίνο, το οποίο αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του ΔΠΔ, δεν έχει απαντήσει επίσημα στο γιατί ο Πούτιν δεν θα παραστεί στη Σύνοδο των G20 στην Ινδία.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό
Ο Τριντό επιβεβαίωσε ότι θα παρευρεθεί, στη διάρκεια βιντεοκλήσης με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στην οποία εξέφρασε επίσης την απογοήτευσή του για το ότι ο Ουκρανός πρόεδρος δεν προσκλήθηκε.
Πέρυσι, υπό την προεδρία της Ινδονησίας, ο Ζελένσκι προσκλήθηκε να παραστεί στη Σύνοδο Κορυφής ως παρατηρητής και απευθύνθηκε στους ηγέτες υποστηρίζοντας ότι είχε φτάσει η ώρα να σταματήσει ο πόλεμος της Ρωσίας στη χώρα του. Η Ινδία δεν έχει απευθύνει τέτοια πρόσκληση.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ
Ο Σούνακ αναμένεται να παραστεί στη Σύνοδο Κορυφής στο πρώτο επίσημο ταξίδι του στην Ινδία ως πρωθυπουργός της Βρετανίας.
Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Φούμιο Κισίντα
Ο Κισίντα πρόκειται να παρευρεθεί, και ως νυν πρόεδρος του G7 είναι πιθανό να ασκήσει κριτική στη Ρωσία για τον πόλεμο της Ουκρανίας.
Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Αντονι Αλμπανέζε
Η αυστραλιανή κυβέρνηση τόνισε τη σημασία του G20, υπογραμμίζοντας τον ρόλο του ως «εξέχοντος φόρουμ για την παγκόσμια οικονομική συνεργασία».
Το ταξίδι του Αλμπανέζε στην Ινδία θα αποτελέσει μέρος της περιοδείας του σε τρεις χώρες, καθώς θα επισκεφθεί επίσης την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες.
Ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας Γιουν Σουκ-Γέολ
Θα παρευρεθεί ο Γιουν. Αναμένεται να προτρέψει τη διεθνή κοινότητα να απαντήσει αποφασιστικά στις «διαρκώς κλιμακούμενες πυραυλικές προκλήσεις και τις πυρηνικές απειλές της Βόρειας Κορέας και να συνεργαστεί στενά για την αποπυρηνικοποίησή της», όπως δήλωσε στο Associated Press.
Ο Γερμανός καγκελάριος Ολαφ Σολτς
Ο Σολτς τόνισε ότι η επερχόμενη Σύνοδος Κορυφής του G20 στην Ινδία παραμένει σημαντική παρά την απουσία της Ρωσίας και της Κίνας.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν
Είναι πιθανό να παραστεί στην εκδήλωση και να έχει διμερείς συνομιλίες με τον Μόντι, σύμφωνα με δημοσιεύματα ινδικών ΜΜΕ.
Ο διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν
Ο διάδοχος του θρόνου, ο ντε φάκτο ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, αναμένεται να παραστεί, σύμφωνα με δημοσιεύματα ινδικών ΜΜΕ. Ωστόσο, δεν έχει υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση.
Ο Νοτιοαφρικανός πρόεδρος Σίριλ Ραμαφόζα
Ο Ραμαφόζα εξέφρασε την πλήρη υποστήριξή του στην ινδική προεδρία του G20, εκφράζοντας παράλληλα την πρόθεσή του να συμμετάσχει στη Σύνοδο Κορυφής. Φέτος, η Ινδία επεδίωξε μόνιμη ένταξη της Αφρικανικής Ενωσης στο G20.
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν
Εχει προγραμματιστεί να επισκεφθεί την Ινδία και να επικεντρώσει τις συζητήσεις του στην κλιματική αλλαγή, σύμφωνα με δημοσιεύματα.
Ο πρόεδρος της Αργεντινής Αλμπέρτο Φερνάντες
Θα παρευρεθεί ο Αλμπέρτο Φερνάντες.
Ο πρόεδρος της Νιγηρίας Μπόλα Τινούμπου
Ο Τινούμπου σχεδιάζει να παρευρεθεί για να προωθήσει τις ξένες επενδύσεις στη μεγαλύτερη οικονομία της Αφρικής και να κινητοποιήσει παγκόσμιο κεφάλαιο για την ανάπτυξη των υποδομών στη χώρα του.
Ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα
Η Βραζιλία πρόκειται να αναλάβει την προεδρία από την Ινδία τον Δεκέμβριο, αλλά ο πρόεδρός της δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα τη συμμετοχή του.
Ευρωπαϊκή Ενωση: Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα την παρουσία των ηγετών της.
Ο πρωθυπουργός του Μπαγκλαντές Σεΐχ Χασίνα
Ο πρωθυπουργός του Μπαγκλαντές Σεΐχ Χασίνα είναι πιθανό να παραστεί στη Σύνοδο Κορυφής του G20 στο Νέο Δελχί, σύμφωνα με δημοσιεύματα ινδικών ΜΜΕ. Το Μπαγκλαντές είναι μία από τις χώρες που προσκλήθηκαν από την Ινδία να συμμετάσχουν ως παρατηρητές.
Ο πρόεδρος του Μεξικού Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ
Ο Ομπραδόρ είναι απίθανο να παρευρεθεί στην εκδήλωση, όπως αναφέρουν ινδικά Μέσα Ενημέρωσης.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι
Η Ιταλία δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα την παρουσία της Μελόνι.
Ο πρόεδρος της Ινδονησίας Τζόκο Ουιντόντο
Η Ινδονησία δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα την παρουσία του Ουιντόντο.
Καθημερινή με πληροφορίες από Reuters, CNN, BBC
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
