Αναλύσεις
Ο Σοσιαλιστής Βρετανός «Τούρκος» Jack Straw τιμημένος από τη Τουρκία
γράφει η Φανούλα Αργυρού*
Επανήλθε ο τιμηθείς από την Τουρκία και το ψευδοκράτος βρετανός πρώην Υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου Τζάκ Στρο, (2001 to 2006) επί Σοσιαλιστής κυβέρνησης Τόνυ Μπλέαρ το 2004, όταν μας πίεζαν να δεχθούμε το απαρτχάιντ σχέδιο τους ονόματι «Σχέδιο Ανάν». Με άρθρο του στο Politico ξανά να εξυπηρετήσει τους Τούρκους υποστηρίζοντας λύση δύο κρατών στην Κύπρο.
Καταρχήν απάντηση στον υπηρέτη των τουρκικών συμφερόντων Σοσιαλιστή Τζακ Στρο, έδωσε στις 7/9/23 με ανάρτησή της η Εθνική Κυπριακή Ομοσπονδία Ηνωμένου Βασιλείου :
«Ο Jack Straw έδειξε για άλλη μια φορά ότι παραμένει παγωμένος στο χρόνο με το πρόσφατο άρθρο του στο Politico. Το άρθρο του στερείται ουσίας και αγνοεί την ιστορική πραγματικότητα, το διεθνές δίκαιο και τις υποχρεώσεις της Συνθήκης του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Κύπρο. Επιπλέον, οι εισηγήσεις του θα οδηγούσαν σε όμηρο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, μια χώρα που κατέχει παράνομα το ένα τρίτο του εδάφους της.
Δυστυχώς όμως, το άρθρο του δεν αποτελεί έκπληξη. Οι στενοί δεσμοί του με την Τουρκία είναι γνωστοί και περιλαμβάνουν την εγγραφή του πάνω από £27.000 από συμφέροντα που σχετίζονται με την Τουρκία τα τελευταία του χρόνια ως βουλευτής. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η πολιτική καριέρα του Στρο τελείωσε με ένα σκάνδαλο cash for access. Ενώ έλαβε άδεια από τον κοινοβουλευτικό επίτροπο για τα πρότυπα, η OfCom είπε κατά την άποψή τους ότι επιδίωξε να εκμεταλλευτεί.»
https://x.com/ukcypriotfed/status/1699808326635155862?s=46&t=8BBVGBeQrWa1lv99LKqt3g
Πέραν της απάντησης της ΕΚΟ προσθέτω και τα ακόλουθα για τον διαβόητο αυτόν πρώην βρετανό Σοσιαλιστή πολιτικό. Με όσα γράφει για δύο κράτη ο Εργατικός Τζακ Στρο αφενός υποστηρίζει τα τουρκικά συμφέροντα τιμηθείς, και όχι μία φορά από την Τουρκία και από το κατοχικό καθεστώς στα κατεχόμενα, και αφετέρου την πραγματική βρετανική πολιτική που έβαλε μπροστά η Εργατική/Σοσιαλιστική βρετανική κυβέρνηση το 1974 Χάρολτ Γουίλσον και Τζέιμς Κάλλαχαν, βρετανός πρωθυπουργός και βρετανός ΥΠΕΞ αντίστοιχα. Όταν συμφώνησαν με τον Σοσιαλιστή Τούρκο Πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβιτ στις 17 Ιουλίου 1974 στο 10 Ντάουνινγκ Στριτ να προχωρήσει ο Ετσεβίτ με τα σχέδιά του και να αρπάξει το 1/3 της Κυπριακής Δημοκρατίας, φτάνει να μην ενοχλούσε τις Βρετανικές Βάσεις! Και του υποσχέθηκαν μάλιστα να εμποδίσουν ελληνική βοήθεια προς την Κύπρο για να μπορέσει ο Ετσεβίτ να προχωρήσει με την εισβολή, ενημερώνοντάς τους μάλιστα που θα έφτανε η αρπαγή του. Όπως και έκαναν.
Οι πρώτοι δηλώσαντες για το 1/3 του νησιού
Συμπληρωματικά, έγγραφο από το Εθνικό Αρχείο Αυστραλίας φανερώνει ποιοι υποστήριζαν να έπαιρνε η Τουρκία το 1/3 του νησιού. Αναφορά από την Υπάτη Αρμοστεία της Αυστραλίας στο Λονδίνο, 21.7.74, προς τον Αυστραλιανό Υπ. Εξωτερικών: «Υψηλόβαθμος αξιωματούχος του FCO (Φόρεϊν Όφις) είπε ότι η Βρετανία μυστικά δεν θα είχε αντίρρηση αν τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις κατελάμβαναν περίπου το 1/3 του νησιού πριν συμφωνήσουν σε κατάπαυση του πυρός (παρακαλώ προστατεύστε). Η θέση αυτή θα έπρεπε να επιτευχθεί μέχρι της 21/07. για να μην τεθούν περαιτέρω εν κινδύνω οι πιθανότητες ειρήνευσης».

Το αυστραλιανό τηλεγράφημα για τη στάση του Φόρειν΄Οφις 21.7.1974
Οι πρώτοι λοιπόν που δεν είχαν ένσταση να καταλάβουν οι Τούρκοι το 1/3 του νησιού (όπως είχαν συμφωνήσει με τον Ετσεβίτ το βράδυ της 17ης Ιουλίου 1974 στην πρωθυπουργική κατοικία στο Λονδίνο), δεν ήταν ο Δρ Χένρι Κίσινγκερ (συνομιλώντας στις 13 Αυγούστου 1974 με τον Αμερικανό Πρόεδρο Φορντ) αλλά το Φόρεϊν Όφις από τις πρώτες ώρες της πρώτης εισβολής μέχρι το τέλος της δεύτερης…
Με τους Βρετανούς τα συμφώνησε ο Ετσεβίτ το 1974 όχι με τον Κίσινγκερ που τόσο εύκολα γράφουν κάποιοι αγνοώντας την ιστορική συνέχεια και αλήθεια που τους βλέπει στα μάτια … Γι΄αυτό Βλέπε και άρθρο Φ.Α. στην «Σημερινή» 16.7.2023
Ο Τζέιμς Κάλλαχαν ήταν που συμφώνησε με τον Ετσεβίτ ότι το «σύνταγμα της ΚΔ ήταν νεκρό».
Ο Τζέιμς Κάλλαχαν παραδέχθηκε το 1976 στην Βρετανική Κοινοβουλευτική Επιτροπή ότι συμφώνησαν με την Τουρκία πως το Σύνταγμα του 1960 της ΚΔ είχε καταρρεύσει και έπρεπε να προχωρούσαν για νέα συνταγματική τάξη, αλλαγή του στάτους κβο στην Κύπρο με γεωγραφική ομοσπονδία , δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία βλέπε δύο κράτη (δύο constituent states- βλέπε «Ιδέες Γκάλι», «Σχέδιο Ανάν», βασισμένα στο ξεκίνημα σχεδιασμού στο Φόρειν ΄Οφις από τιν 3.1.1964 για ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΔ ΣΕ ΔΥΟ ΣΥΝΙΣΤΏΝΤΑ ΚΡΑΤΗ. Με επικεφαλής τον Σερ Κρίσπιν Τίκελ… Βλέπε την ομολογία Τζέιμς Κάλλαχαν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή 1976 άρθρο Φ.Α :
Οι πραγματικές προθέσεις του Λονδίνου «Σημερινή» 10/9.2015
https://simerini.sigmalive.com/article/2015/9/10/oi-pragmatikes-protheseis-tou-londinou/
Τζακ Στρό 2004 Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας
Στις 2 Ιουλίου 2004, η ηλεκτρονική «Ιντεπέντεντ» έγραψε με τίτλο «Ο Στρο υπόσχεται να βοηθήσει να τερματιστεί η απομόνωση της Βόρειας Κύπρου». Ο Στρο, ως Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, συναντήθηκε με τον λεγόμενο τότε πρωθυπουργό Μεχμέτ Αλί Ταλάτ και του είπε: «Διαβεβαιώνω τους Τουρκοκυπρίους της Βρετανίας για τη δέσμευσή μου να βοηθήσω να υλοποιηθεί η ευρωπαϊκή πολιτική για τερματισμό της οικονομικής απομόνωσης, και να φέρουμε τους Τουρκοκυπρίους πιο κοντά στην ΕΕ, για να απολαμβάνουν όλοι οι Κύπριοι τα οφέλη της ευρωπαϊκής συμμετοχής σε ειρήνη και ευημερία».
Τζακ Στρο 2006
Σε τουρκική συγκέντρωση, σε αίθουσα της Βουλής των Κοινοτήτων τον Φεβρουάριο του 2006, και όπως πρωτοσέλιδα με φωτογραφία του Στρο δημοσίευσε η τουρκοκυπριακή «Λόντρα Γκαζέτ» στις 22 Φεβρουαρίου 2006, ο Τζακ Στρο είπε και γράφτηκε:
«Αν με ρωτούσατε ποιος είναι ο μεγαλύτερός μου εκνευρισμός (μετά την αποχώρησή μου από το Φόρεϊν Όφις) είναι ότι στις 26 Απριλίου 2004, ενόψει της απόφασης υπέρ του σχεδίου επανένωσης της Κύπρου στον Βορρά και την απόρριψή του από τον Νότο, αποφασίσαμε ομόφωνα να πάρουμε τα μέτρα εκείνα που να τερματίζουν την απομόνωση των Τουρκοκυπρίων. Και παρ’ όλες τις συνεχείς αποφασιστικές προσπάθειες του Πρωθυπουργού …ο τερματισμός της απομόνωσης δεν έγινε κατορθωτός… Η βρετανική κυβέρνηση γνωρίζει τον εκνευρισμό των Τουρκοκυπρίων».
Και επανέλαβε την υπόσχεσή του ότι θα έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να κάνουν σίγουρο ότι οι υποσχέσεις θα κρατηθούν κατά γράμμα αλλά και σε πνεύμα.
Δύο μέρες, λοιπόν, όπως ομολόγησε ο Στρο, μετά το δημοψήφισμα στην Κύπρο της 24ης Απριλίου 2004, έγινε σύσκεψη στο Φόρεϊν Όφις και αποφάσισαν εκδικητικά να προωθήσουν το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα μέσω της Ε.Ε.
Τζάκ Στρο 2010
http://www.eleftheria.co.uk/pdf/922016104416ELEFTHERIA11112010.pdf 11.11.2010 Ελευθερία Λονδίνου Σελ. 1και 3 « Χολή και όξος από τον Τζάκ Στρο»
Σελ. 5 «Jack Straw: Εκ στόματος κοράκου. Κρα… και τα κορόιδα»
Σελ. 24 « Τζάκ Στρο: Η Κύπρος τα νεύρα μου»
Το 2011 ο Τζακ Στρο βραβεύθηκε από τον Αχμέτ Νταβούτογλου – ως ο μεγαλύτερος εθελοντής Τούρκος!
Στις 22 Νοεμβρίου 2011, ο Τζακ Στρο, ο οποίος συνεχίζει να είναι ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές των δύο κρατών/διχοτόμησης της Κύπρου , με διάφορα άρθρα του διαχρονικά, βραβεύθηκε από τον Τούρκο ΥΠΕΞ Αχμέτ Νταβούτογλου, σε τελετή απονομής βραβείων στους πλέον επιτυχημένους Τούρκους επιχειρηματίες «Most Successful Turks».
Ο Τζακ Στρο τιμήθηκε με τον τίτλο του πλέον υποστηρικτικού Βρετανού αλλά «Δεν είναι μόνο ο πλέον υποστηρικτικός Βρετανός, είναι ο μεγαλύτερος εθελοντής Τούρκος, ο Τζακ Στρο», δήλωσε ο Νταβούτογλου.
Speech delivered by H.E. Ahmet Davutoğlu, Minister of Foreign Affairs of the Republic of Turkey at the “Most Successful Turks” Awards Ceremony organized by the Business Network Association (London, 22.11.2011)
Η ομιλία του Αχμέτ Νταβούτογλου 22.11.2011 στο Λονδίνο τιμώντας τον Τζακ Στρο.
«Ο ένας ξεφτιλισμένος βραβεύει και ο άλλος ξεφτιλισμένος παίρνει το βραβείο»

Ιστοσελίδα «Ινφογνώμων» 13 Οκτωβρίου 2017
Ο ψευδοϋπουργός του ψευδοκράτους των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου, Tahsin Ertuğruloğlu, βραβεύει τον πρώην υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Jack Straw.
Φτου σας ξεφτιλισμένοι, κυρίως ο δεύτερος.
Αναρτήθηκε από Savvas Kalenteridis στις 10/13/2017
Τζάκ Στρο 2012 τιμήθηκε ξανά από την τουρκική κυβέρνηση

Φωτογραφία της εφημερίδας lancashiretelegraph.co.uk 23.l0.2012
«President Gul praised Mr Straw as being a ‘friend to Turkey and the Turkish people’ and highlighted his efforts to bring Turkey into the European Union and supporting the case of the Turkish Cypriots».
Στις 23 Οκτωβρίου 2012 η lancashiretelegraph.co.uk δημοσίευσε ότι ο Τζάκ Στρό τιμήθηκε από την Τουρκική κυβέρνηση. Ο Τζακ Στρο πήγε στην Τουρκία για να τιμηθεί με την μεγαλύτερη τιμή που προσφέρει η Τουρκία σε ιδιώτες πέραν αρχηγών κρατών. Η μεγαλύτερη τιμή που απονεμήθηκε ως « ένας πολιτικός που προσεγγίζει τον ισλαμικό κόσμο και τις μουσουλμανικές κοινωνίες με ειλικρίνεια και φιλία».
Ο Τούρκος Πρόεδρος Α. Γκιούλ (A.Gul) κατά την τελετή επαίνεσε τον Τζακ Στρο ως «φίλος της Τουρκίας και του τουρκικού λαού» τονίζοντας τις προσπάθειές του για να γίνει η Τουρκία μέλος της ΕΕ και για την υποστήριξή του στην υπόθεση των Τουρκο-κυπρίων.
*Ερευνήτρια/δημοσιογράφος
ΠΗΓΗ:ΣΗΜΕΡΙΝΗ 17/9/2023
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει
Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό ζητούμενο: μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, θεσμούς που προστατεύουν τα εθνικά θέματα από την κομματική εκμετάλλευση και σοβαρή προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στον αιώνα, κατά τον οποίο διανύουμε, τον 21ο, στεκόμαστε μπροστά σε μία πολιτική διελκυστίνδα ανάμεσα σε έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μία υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων που αναπόφευκτα οργανώνεται σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση. Σ’ αυτή τη συγκυρία, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν τείνει να διαλύεται σε υπερεθνικά μορφώματα αλλά βρίσκεται αντιμέτωπο με τον νέο ιστορικό του ρόλο. Στην ιστορική πορεία που διένυσε το έθνος, σταθμοί του οποίου ήταν το αστικό έθνος του 19ου αιώνα και εκδοχές του κομμουνιστικού εθνικισμού του 20ου αιώνα, τώρα καλείται να εξασφαλίσει μία θέση σε μία πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία∙ αίτημα που όλο και πιο στενά συναρθρώνεται με το αίτημα της στοιχειώδους διαβίωσης του πληθυσμού.
Τα σοβαρά πολιτικά ερωτήματα, στα οποία κάθε έθνος καλείται να απαντήσει είναι ο προσδιορισμός των προϋποθέσεων για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής και ο τρόπος, με τον οποίο είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει, στο πλαίσιο του δυνατού, οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες αλλαγές στην πολιτική συγκυρία.
Το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και η συνακόλουθη πολιτική επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοοικονομικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων δεν έχουν καθόλου ξεπεραστεί πρακτικά ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε διεθνές επίπεδο. Η άποψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου και της ηθικής θα μπορούσαν αφεαυτού τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές οντότητες είναι ολότελα εσφαλμένη και δεν διαθέτει κανένα πολιτικό ή ιστορικό έρεισμα. Μάλιστα, η ίδια η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει το αντίθετο: η ίδια η πολιτική συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων (ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών) μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποδεικνύει ότι καθόλου δεν θεωρούν πως η συγχώνευση των οικονομιών θα καταλύσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει οριστικά τους εθνικούς ανταγωνισμούς [21].
Το έθνος λοιπόν, όχι απλώς δεν έχει ξεπεραστεί αλλά θα κληθεί να ανταποκριθεί στα αιτήματα των νέων καιρών υπό τη μορφή του κυρίαρχου κράτους. Η κρατική οργάνωση αποτελεί, και στο μέλλον θα ενταθεί η λειτουργία του αυτή, το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών εν όψει της διαρκούς πολιτικής αβεβαιότητας που θα επιφέρει η επίκληση των αρχών της «οικουμενικής ηθικής» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Το έθνος μόνο ως κράτος, δηλαδή ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί να επιτελέσει τις παρακάτω τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες του:
ως μικρό ή μεγάλο έθνος να αντισταθεί στις ερμηνείες οικουμενικών αρχών, τις οποίες θεωρεί προκάλυμμα για επεκτατικές ορέξεις ξένων ισχυρών εθνών
ως μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και το σύνολο της διεθνούς κοινότητας
ως μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα ισχυρό έθνος εφόσον και τα δύο αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος [22]
Καταλήγοντας στα καθ’ ημάς, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει πρωτίστως το έλλειμα μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής, οι βασικές αιτίες του οποίου εντοπίζονται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και την εμπλοκή σε ανεδαφικά ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος απέτυχε να θωρακίσει το πολιτικό σύστημα θεσμικά ώστε τα εθνικά θέματα να μην υπόκεινται στην αήθη κομματική εκμετάλλευση και το εθνικό μας κράτος, εξαρχής ακρωτηριασμένο εδαφικά σε σχέση με το σύνολο του έθνους, προσπάθησε να αναπληρώσει την ιστορική, θεσμική και πολιτική του καχεξία με αυτάρεσκους μύθους.
Κάθε ουσιαστική στρατηγική συζήτηση οφείλει να παραμερίσει οποιουδήποτε είδους ιδεολογήματα και να μην υιοθετεί άκριτα συνθήματα∙ για παράδειγμα, να μην ταυτίζει τη «Δύση» με την «τεχνική» και τη «λατρεία της ύλης», στην οποία αντιπαρατίθεται το «πνεύμα» και «η ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής». Ούτε και θα πρέπει να ταυτίζει τη Δύση με όλες εκείνες τις αξίες, με τις οποίες η ίδια θέλει αυτάρεσκα να ταυτίζεται: τον «ορθολογισμό», τον «διάλογο», τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Η Ελλάδα θα όφειλε να παραδειγματιστεί από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, την Αγγλία ή τις ΗΠΑ, όπου όλα τα σενάρια του πολέμου, ακόμα και τα πιο απίθανα, τίθενται στο τραπέζι των συζητήσεων και αποτελούν αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης και στάθμισης [23].
Η εποχή μας λοιπόν είναι μία εποχή εθνικής μοναξιάς, κατά την οποία οι ιδεολογικές μάσκες των «φίλων» και «συμμάχων» έχουν πέσει και έχουν αποκαλυφθεί οι πραγματικοί εχθροί πίσω από κίβδηλες «υπερεθνικές» διακηρύξεις. Καθώς κάθε φορά πεθαίνει ΜΙΑ μεμονωμένη ουτοπία και όχι Η Ουτοπία [24], είναι πια ώριμο αίτημα η διατύπωση του δικού μας οράματος για τη σύγχρονη ηθική ουτοπία: μία ισχυρή, κυρίαρχη και δημοκρατική πατρίδα.
Σημειώσεις και παραπομπές
[21] Παναγιώτης Κονδύλης, «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 151 – 179.
[22] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 39 – 48.
[23] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ιδεολογίες και ελληνική εθνική στρατηγική», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 181 – 187.
[24] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τι ήταν ο κομμουνισμός;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σελ. 149.
Βιβλιογραφία
Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 1998.
Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Αθήνα: Θεμέλιο, 2007.
Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Πολιτική. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004.
Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, Αθήνα: Στιγμή, 2012.
Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011.
Zygmunt Bauman, Και πάλι μόνοι: Η Ηθική μετά τη βεβαιότητα, Αθήνα: Έρασμος, 1998.
GEOPOLITICO
Κίνα και Πακιστάν ενώνουν στρατιωτικές δυνάμεις – Μεγάλη αντιτρομοκρατική άσκηση με drones και ελεύθερους σκοπευτές, ενώ μαίνονται οι συγκρούσεις στο Μπαλουχιστάν
Το Πεκίνο ανακοίνωσε την πρώτη κοινή εκπαίδευση χερσαίων δυνάμεων Κίνας–Πακιστάν, με επίκεντρο επιχειρήσεις κατά τρομοκρατικών οργανώσεων σε μεγάλο υψόμετρο. Την ίδια ημέρα, οι πακιστανικές αρχές ανακοίνωσαν τον θάνατο δέκα ενόπλων σε επιχείρηση στο Μπαλουχιστάν. Η σύμπτωση των εξελίξεων αναδεικνύει τη σημασία της αντιτρομοκρατίας στη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών.
Σημαντική εξέλιξη στη στρατιωτική συνεργασία Κίνας και Πακιστάν σηματοδοτεί η ανακοίνωση της κοινής άσκησης «Karakoram 2026», η οποία θα πραγματοποιηθεί στα μέσα και προς τα τέλη Οκτωβρίου στην περιοχή Κορλά, στην Αυτόνομη Περιφέρεια Σιντζιάνγκ των Ουιγούρων, στη βορειοδυτική Κίνα.
Η άσκηση θα επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση τρομοκρατικών απειλών σε περιοχές μεγάλου υψομέτρου, με συμμετοχή χερσαίων δυνάμεων των δύο χωρών και χρήση σύγχρονων στρατιωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η ανακοίνωση έγινε το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 από τον εκπρόσωπο του κινεζικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, συνταγματάρχη Τσεν Σι (Chen Xi), κατά τη διάρκεια ενημέρωσης για στρατιωτικά ζητήματα.
Την ίδια ημέρα, οι πακιστανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι δέκα ένοπλοι σκοτώθηκαν σε επιχείρηση της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου οι συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων παραμένουν ιδιαίτερα έντονες.
Οι δύο εξελίξεις, αν και δεν έχει ανακοινωθεί άμεση επιχειρησιακή σύνδεση μεταξύ τους, αναδεικνύουν το περιβάλλον ασφαλείας μέσα στο οποίο εμβαθύνεται η στρατιωτική συνεργασία Πεκίνου και Ισλαμαμπάντ.
«Karakoram 2026»: Η πρώτη κοινή εκπαίδευση στρατών ξηράς
Σύμφωνα με το κινεζικό υπουργείο Άμυνας, η άσκηση «Karakoram 2026» θα αποτελέσει την πρώτη κοινή εκπαιδευτική δραστηριότητα των στρατών ξηράς των δύο χωρών στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς Κίνα και Πακιστάν διαθέτουν ήδη μακρά ιστορία στρατιωτικής συνεργασίας, ανταλλαγής τεχνογνωσίας και κοινών ασκήσεων.
Η νέα δραστηριότητα προβάλλεται από το Πεκίνο ως ένα ακόμη βήμα στην ανάπτυξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των δύο στρατών.
Το πρόγραμμα προβλέπει εκπαίδευση στη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, εντοπισμό στόχων κατά την κίνηση, εκτέλεση βολών και επιχειρήσεις ελεύθερων σκοπευτών μεγάλων αποστάσεων.
Παράλληλα, θα πραγματοποιηθούν ασκήσεις κοινής διοίκησης και συντονισμού στρατιωτικών μονάδων, καθώς και δραστηριότητες με πραγματική συμμετοχή στρατευμάτων στο πεδίο.
Ο Τσεν Σι υποστήριξε ότι η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνεργασίας και στη βελτίωση της ικανότητας των δύο χωρών να αντιμετωπίζουν από κοινού τρομοκρατικές απειλές.
Γιατί το Πεκίνο επιλέγει τη Σιντζιάνγκ
Η διεξαγωγή της άσκησης στη Σιντζιάνγκ παρουσιάζει ιδιαίτερο γεωγραφικό και στρατηγικό ενδιαφέρον.
Η συγκεκριμένη κινεζική περιφέρεια συνορεύει με το Πακιστάν και βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή όπου συναντώνται η Κεντρική Ασία, η Νότια Ασία και οι ορεινοί όγκοι του Καρακορούμ.
Η Κίνα αντιμετωπίζει τη σταθερότητα των δυτικών συνόρων της ως ζήτημα εσωτερικής και περιφερειακής ασφάλειας, ενώ το Πακιστάν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές απειλές από ένοπλες οργανώσεις.
Η έμφαση της άσκησης σε επιχειρήσεις μεγάλου υψομέτρου δεν είναι τυχαία από επιχειρησιακή άποψη.
Οι ορεινές περιοχές απαιτούν ειδική εκπαίδευση, προσαρμοσμένα μέσα και αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ μονάδων που δρουν σε δύσβατο έδαφος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η χρησιμοποίηση drones για επιτήρηση και αναγνώριση, σε συνδυασμό με την εκπαίδευση προσωπικού στον εντοπισμό στόχων και στις βολές ακριβείας, αποτελεί μέρος της σύγχρονης στρατιωτικής πρακτικής.
Δεν έχει ανακοινωθεί ότι η συγκεκριμένη άσκηση προετοιμάζει κάποια πραγματική διασυνοριακή επιχείρηση.
Μπαλουχιστάν: Δέκα νεκροί σε επιχείρηση των πακιστανικών αρχών
Την ώρα που το Πεκίνο ανακοίνωνε τη στρατιωτική εκπαίδευση, το Πακιστάν γνωστοποιούσε μία ακόμη επιχείρηση εναντίον ένοπλων ομάδων στο Μπαλουχιστάν.
Σύμφωνα με το κρατικό Radio Pakistan, δέκα άτομα που οι αρχές χαρακτηρίζουν τρομοκράτες σκοτώθηκαν σε επιχείρηση της Counter Terrorism Department (CTD), στην περιοχή Μπαρκάν της επαρχίας.
Οι πακιστανικές αρχές υποστήριξαν ότι οι νεκροί ανήκαν σε οργανώσεις τις οποίες εντάσσουν στην κατηγορία «Fitna Al-Hindustan».
Πρόκειται για ορολογία που χρησιμοποιούν οι πακιστανικοί κρατικοί μηχανισμοί για να περιγράψουν ένοπλες ομάδες τις οποίες κατηγορούν ότι υποστηρίζονται από την Ινδία.
Οι κατηγορίες περί ινδικής υποστήριξης αποτελούν ισχυρισμούς της πακιστανικής πλευράς και δεν τεκμηριώνονται ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη ανακοίνωση.
Κατά την επιχείρηση, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, κατασχέθηκε μεγάλη ποσότητα όπλων και πυρομαχικών.
Επιπλέον, τραυματίστηκαν δύο στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας.
Οι πακιστανικές δυνάμεις ασφαλείας υπογράμμισαν ότι θα συνεχίσουν τις επιχειρήσεις τους εναντίον των ένοπλων οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην επαρχία.
Το Μπαλουχιστάν και τα κινεζικά στρατηγικά συμφέροντα
Το Μπαλουχιστάν αποτελεί μία από τις πλέον ευαίσθητες περιοχές του Πακιστάν.
Η επαρχία διαθέτει σημαντικούς φυσικούς πόρους, εκτεταμένη ακτογραμμή στην Αραβική Θάλασσα και κρίσιμες υποδομές που συνδέονται με τις κινεζικές επενδύσεις.
Ιδιαίτερη στρατηγική σημασία έχει το λιμάνι Γκουαντάρ, το οποίο συνδέεται με τον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας–Πακιστάν (China–Pakistan Economic Corridor – CPEC).
Ο διάδρομος αποτελεί βασικό τμήμα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road και αποσκοπεί στη σύνδεση κινεζικών περιοχών με πακιστανικά λιμάνια, βιομηχανικές ζώνες και μεταφορικές υποδομές.
Ωστόσο, οι κινεζικές επενδύσεις έχουν βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο ένοπλων αυτονομιστικών οργανώσεων, οι οποίες αντιτίθενται στην παρουσία του πακιστανικού κράτους και σε συγκεκριμένα αναπτυξιακά έργα.
Επιθέσεις κατά κινεζικού προσωπικού και συμφερόντων έχουν δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα ασφάλειας και έχουν αναγκάσει το Πεκίνο να ζητήσει πρόσθετα μέτρα προστασίας από το Ισλαμαμπάντ.
Η κατάσταση αυτή εξηγεί γιατί η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας αποτελεί σημαντικό τμήμα των διμερών σχέσεων.
Το στρατηγικό υπόβαθρο της συνεργασίας
Η στρατιωτική σχέση Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί νέα εξέλιξη.
Το Πεκίνο είναι σημαντικός προμηθευτής στρατιωτικού υλικού του Πακιστάν και συνεργάζεται με το Ισλαμαμπάντ στην ανάπτυξη και παραγωγή οπλικών συστημάτων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μαχητικό αεροσκάφος JF-17 Thunder, αποτέλεσμα της συνεργασίας της πακιστανικής αεροναυπηγικής βιομηχανίας με κινεζικές εταιρείες.
Η συνεργασία επεκτείνεται επίσης στη ναυτική ισχύ, στα συστήματα αεράμυνας και σε άλλους τομείς της αμυντικής τεχνολογίας.
Η κοινή εκπαίδευση των στρατών ξηράς προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στο ήδη ανεπτυγμένο αυτό πλαίσιο.
Ταυτόχρονα, η στρατηγική προσέγγιση Πεκίνου και Ισλαμαμπάντ επηρεάζεται από τη σχέση αμφότερων με την Ινδία.
Το Πακιστάν παραμένει σε αντιπαράθεση με το Νέο Δελχί για το Κασμίρ, ενώ η Κίνα διατηρεί συνοριακές διαφορές με την Ινδία κατά μήκος της Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου.
Η ύπαρξη αυτών των ανταγωνισμών προσδίδει ευρύτερη γεωπολιτική σημασία στην κινεζοπακιστανική συνεργασία, αν και η επίσημη αποστολή της συγκεκριμένης άσκησης είναι η αντιτρομοκρατική εκπαίδευση.
Αντιτρομοκρατία ή βαθύτερη στρατιωτική ενοποίηση;
Η «Karakoram 2026» αναδεικνύει μια σημαντική πτυχή της στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών.
Η κοινή εκπαίδευση σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες επιτρέπει στους στρατούς να δοκιμάζουν τις διαδικασίες συντονισμού, να ανταλλάσσουν εμπειρίες και να βελτιώνουν την επικοινωνία μεταξύ των διοικητικών τους δομών.
Η ένταξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποτυπώνει τη σημασία που αποκτούν οι νέες τεχνολογίες ακόμη και σε επιχειρήσεις εναντίον μη κρατικών ένοπλων οργανώσεων.
Για το Πακιστάν, η συνεργασία προσφέρει δυνατότητες ανταλλαγής τεχνογνωσίας με έναν ισχυρό στρατιωτικό εταίρο.
Για την Κίνα, η σταθερότητα του Πακιστάν συνδέεται με την προστασία στρατηγικών υποδομών, οικονομικών επενδύσεων και διασυνοριακών δικτύων.
Η ταυτόχρονη ανακοίνωση της άσκησης και της επιχείρησης στο Μπαλουχιστάν αναδεικνύει δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας πρόκλησης: την ανάγκη αντιμετώπισης των ένοπλων οργανώσεων και την προσπάθεια ενίσχυσης της στρατιωτικής συνεργασίας για την αντιμετώπιση μελλοντικών απειλών.
Η ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση
Η εξέλιξη αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώνονται νέες αμυντικές συνεργασίες στη Νότια Ασία και στη Μέση Ανατολή.
Το Πακιστάν επιδιώκει να διατηρήσει στενές σχέσεις με την Κίνα, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία.
Από την άλλη πλευρά, η Ινδία διευρύνει τις σχέσεις της με χώρες της Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Η κατάσταση αυτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη συγκρότηση δύο ενιαίων και αντίπαλων στρατιωτικών συνασπισμών. Υπογραμμίζει, όμως, την αυξανόμενη σημασία των περιφερειακών αμυντικών συμπράξεων.
Η άσκηση «Karakoram 2026» δείχνει ότι η στρατιωτική συνεργασία Κίνας–Πακιστάν αποκτά πρόσθετο επιχειρησιακό περιεχόμενο, ενώ οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στο Μπαλουχιστάν υπενθυμίζουν ότι η προστασία των κινεζικών συμφερόντων και η εσωτερική ασφάλεια του Πακιστάν αποτελούν αλληλένδετες στρατηγικές προκλήσεις.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας