Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πού οδηγούν οι σχέσεις Πούτιν – Ερντογάν;

Δημοσιεύτηκε στις

Οι σχέσεις Ερντογάν με Δύση – Ρωσία και η μεγάλη εικόνα

Κώστας Λάβδας

Από τις ιστορικές αντιπαλότητες και τον πρόσφατο ανταγωνισμό στη Συρία μέχρι τους S-400 και την κατασκευή του πυρηνικού αντιδραστήρα στην Τουρκία, το Κρεμλίνο και η Άγκυρα επί Πούτιν και Ερντογάν διαμόρφωσαν μια λεπτή αλλά κρίσιμη ισορροπία συγκλίσεων και αποκλίσεων, με τελικό γνώμονα την κυμαινόμενη αύξηση (ενίοτε και μείωση) της ωφέλειας της κάθε πλευράς σε διαφορετικά επιμέρους πεδία, με τρόπο ώστε η συνολική ωφέλεια σε όλα τα πεδία κοινού ενδιαφέροντος να προσλαμβάνεται ως θετική και για τις δυο.

Η συνέχιση των προσπαθειών για την εξαγωγή ουκρανικών σιτηρών μέσω της Μαύρης Θάλασσας, που οδήγησε τελικώς τον Ιούλιο 2022 στη συμφωνία που επιτεύχθηκε με την μεσολάβηση του ΟΗΕ και της Τουρκίας, σημαίνει για την Άγκυρα την επανεμφάνισή της στο προσκήνιο ως πολύτιμου διαμεσολαβητή μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης. Η συμφωνία του Ιουλίου 2022 επέτρεπε στην Ουκρανία να εξάγει σιτηρά από τα λιμάνια της στη Μαύρη Θάλασσα ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν.

Η Ρωσία αποχώρησε από τη συμφωνία ένα χρόνο μετά, τον φετινό Ιούλιο, ισχυριζόμενη ότι οι συνεχιζόμενες οικονομικές κυρώσεις της Δύσης εμποδίζουν τις εξαγωγές ρωσικών σιτηρών, τροφίμων και λιπασμάτων (που το Κρεμλίνο ανέμενε να επιτραπούν βάσει ενός πρόσθετου μνημονίου που είχε συμφωνηθεί στις 22 Ιουλίου 2022 μεταξύ της Ρωσίας και του ΓΓ του ΟΗΕ) και καταγγέλλοντας ότι οι εξαγωγές που τελικώς πραγματοποιούνται δεν κατευθύνονται στις χώρες που έχουν περισσότερο ανάγκη τα ουκρανικά σιτηρά.

Τον φετινό Ιούλιο, αφού η Ρωσία αποχώρησε από τη συμφωνία του 2022, πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ με τον νέο Τούρκο ομόλογό του Χακάν Φιντάν. Στη συνάντηση συζητήθηκαν οι δυνατότητες εξαγωγής ρωσικών σιτηρών μέσω διαδρομών που δεν θα είναι ευάλωτες «σε σαμποτάζ του Κιέβου και της Δύσης», όπως ανακοίνωσε το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών.

Έχει σωστά επισημανθεί από τον Andrew Wilks και την Elise Morton ότι ο Ερντογάν δεν έκρυψε ποτέ τη συμπάθειά του για τα αιτήματα του Κρεμλίνου αναφορικά με τις προϋποθέσεις για μια νέα συμφωνία, επιχειρηματολογώντας προ μηνός ότι η Ρωσία έχει συγκεκριμένες προτάσεις για τη διάνοιξη της οδού της Μαύρης Θάλασσας σε σχέση και με ρωσικά εμπορεύματα και ότι οι χώρες της Δύσης θα έπρεπε να προσπαθήσουν να ανταποκριθούν. Από την πλευρά του, ο ΓΓ του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες έστειλε προ ημερών ως απάντηση στον Λαβρόφ κάποιες «συγκεκριμένες προτάσεις», όπως μετέδωσε το Reuters. 

Επανερχόμενη, η ρωσική κυβέρνηση δηλώνει ότι αναμένει νεότερες, βελτιωμένες προτάσεις. Στην παρούσα φάση, αυτή κυρίως θα είναι η συγκεκριμένη αποστολή Ερντογάν στο Σότσι, παρά τις ευρύτερες συνδηλώσεις της: η βελτίωση των όρων και των προϋποθέσεων και από τις δυο πλευρές, Δύσης και Ρωσίας, ώστε ο ΟΗΕ να επανέλθει με βελτιωμένες προτάσεις που θα μπορέσει να αποδεχθεί το Κρεμλίνο. 

Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι η ανταγωνιστική συμπληρωματικότητα δοκιμάστηκε αλλά δεν κατέρρευσε ούτε στην περίοδο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η Άγκυρα διατήρησε μια προνομιακή, για χώρα του ΝΑΤΟ, σχέση συνομιλητή με το Κρεμλίνο, ενώ παράλληλα προμήθευε την Ουκρανία με drones (των οποίων η αποτελεσματικότητα αμφισβητήθηκε) και, φυσικά, απέφευγε να ταυτιστεί με τη ρωσική πλευρά αναφορικά με τα αίτια του πολέμου στην Ουκρανία.

Ως γνωστόν, η Τουρκία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη Δύση για εξοπλιστική και οικονομική βοήθεια. Όμως οι προσπάθειες της Άγκυρας δεν εξαντλούνται στη Δύση, όπως δείχνουν οι επαφές και οι συμφωνίες με ομάδες (BRICS, Σαγκάη) και επιμέρους χώρες (Κατάρ, Ιράν, Πακιστάν, κ.α.). 

Η Τουρκία και η μεγάλη εικόνα 

Όπως επισημαίνουμε από χρόνια, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αναπτύσσεται από την Άγκυρα μια στρατηγική ενίσχυσης της τουρκικής στρατηγικής αυτονομίας. Παρά τα φαινόμενα, που περιλαμβάνουν αναδιπλώσεις και ασυνέχειες, η συνολική στρατηγική κατεύθυνση είναι σαφής. Και όμως, οι τακτικισμοί της Άγκυρας και, ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η σφραγίδα του Ερντογάν ενίοτε αποπροσανατολίζουν τους παρατηρητές και καθιστούν δυσδιάκριτη τη συνεχή και σχετικά συνεπή πορεία. 

Μια δεύτερη διαπίστωση, αναγκαία για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε την τουρκική τοποθέτηση στο μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα, είναι ότι η Τουρκία γίνεται περισσότερο αναθεωρητική, επεκτατική και επικίνδυνη όταν ισχυροποιείται, όχι όταν έχει προβλήματα. Όχι τόσο όταν αντιμετωπίζει π.χ. εσωτερικές προκλήσεις και δυσκολίες, όπως λέγεται κατά κόρον, όσο όταν αποκτά μεγαλύτερη ισχύ. Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (που όπως σωστά επισημαίνει εδώ και δεκαετίες ο François Géré της έδωσε την αίσθηση μιας νέο-οθωμανικής οπτικής) μέχρι την έκρηξη των οικονομικών μεγεθών σε μια χώρα με εντυπωσιακή δημογραφική δυναμική (το τουρκικό ΑΕΠ πλησίασε το 1 τρις δολάρια το 2013-14 και συγκρατήθηκε παρόλες τις μεγάλες δυσκολίες σχεδόν στα 700 δις το 2020), οι τουρκικές ελίτ συνάντησαν τα απωθημένα σχέδια του τουρκικού βαθέως κράτους σε ένα όραμα επέκτασης και ηγεμονικής αναρρίχησης. 

Τι λοιπόν συμβαίνει σήμερα; Όπως με κάθε ευκαιρία εξηγώ τα τελευταία χρόνια, αυτό που επιχειρεί να πραγματοποιήσει η Τουρκία συνιστά προσπάθεια διεύρυνσης των ακρότατων ορίων των πιθανοτήτων της για μαξιμαλιστική επιτυχία σε πολλαπλά μέτωπα (Συρία, Λιβύη, Καύκασος, ελληνοτουρκικά, Κυπριακό, ενεργειακό, κουρδικό κλπ). Προτεραιότητα είναι η διεύρυνση των ορίων των πιθανοτήτων αποκόμισης ωφελειών σε επιμέρους εκβάσεις, με τις συγκρούσεις ακόμη και εντός του ΝΑΤΟ να αποτελούν ένα καταρχήν όχι επιθυμητό αλλά σε καμία περίπτωση απαγορευτικό σενάριο.

Το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσονται οι σχέσεις Δύσης – Τουρκίας

Όπως ορθά αντιλαμβάνεται ο επικίνδυνος κ. Ερντογάν, στον δύσκολα αναδυόμενο μετα-μονοπολικό κόσμο, οι ισχυροί περιφερειακοί δρώντες έχουν αναβαθμισμένο ρόλο, οι περιφερειακές συγκρούσεις είναι πιθανότερες και συχνότερες και κάποιες από τις συμμαχίες είναι εύπλαστες και εξαρτώμενες από τα επιμέρους ζητήματα και προκλήσεις που ανακύπτουν (γεωπολιτικά, ενεργειακά, διαθέσιμων πόρων, δημογραφικά, ταυτοτικά, μεταναστευτικών ροών, κλπ).

Στον αναδυόμενο αυτό κόσμο, ούτε ο πλανήτης ταυτίζεται με τη Δύση ούτε η ορθολογική εκτίμηση των εθνικών συμφερόντων παραχωρεί εύκολα τη θέση της στη συνήθη, σχηματική επίκληση του Καλού εναντίον του Κακού. Είναι αδύνατον να υιοθετηθεί ο πολιτικός λόγος και η κουλτούρα ενός (επιδιωκόμενου από κάποιους) νέου διπολισμού στην Ινδία, την Κίνα, τη Νότια Αφρική, τη Σαουδική Αραβία, την Ινδονησία, την Αργεντινή ή την Βραζιλία. Ούτε στη σημερινή Τουρκία. 

Η μαζική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία που ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2022 ήταν ένα «ιστορικό λάθος» του Πούτιν, όπως εύστοχα το χαρακτήρισε ο Μακρόν, αλλά ένα λάθος που αναφέρεται στον τρόπο, όχι τη στόχευση: οι επεκτατικές προθέσεις του Κρεμλίνου ως προς την Ουκρανία και οι κόκκινες γραμμές του ως προς το ΝΑΤΟ είχαν διαφανεί από το 2003-2004 με αφορμή τις πολιτικές αλλαγές στη Γεωργία και την Ουκρανία και είχαν πάντως αποτυπωθεί με σαφήνεια στη γνωστή ομιλία του Πούτιν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου του 2007. 

Η νέα, τραγική και με απρόβλεπτη κατάληξη, πολεμική σύγκρουση δεν είναι φυσικά η μόνη ούτε φαίνεται να μπορεί να μας επιστρέψει σε ένα νέο διπολισμό. Οι τάσεις της σύγκρουσης σε περιοχές που για διαφόρους λόγους – ο ενεργειακός σημαντικός ανάμεσά τους αλλά όχι μόνος – απασχολούν την οπτική γωνία της Δύσης ήταν έκδηλες από χρόνια. Βεβαίως η ανά πάσα στιγμή υιοθέτηση της ματιάς της Δύσης μπορεί να είναι παραπλανητική. Αν παρακολουθήσουμε π.χ. το (σίγουρα όχι «αντιδυτικό») International Crisis Group, τουλάχιστον δέκα (10) εστίες σημαντικών ένοπλων συγκρούσεων χρειάζονταν ιδιαίτερη προσοχή το 2022 και εξακολουθούν να μας απασχολούν και το 2023 από την Υεμένη μέχρι την Μυανμάρ. 

Όπως έχω εξηγήσει αναλυτικά, ο διπολισμός του πάλαι ποτέ Ψυχρού Πολέμου είναι απίθανο να αναστηθεί, παρά τα φαινόμενα και όσους τα αναπαράγουν (υποθέτοντας ίσως ότι συνιστούν από μόνα τους εξήγηση). Όπως έχω επισημάνει αναλυτικά με ποικίλες αφορμές στο παρελθόν, η δομή του διεθνούς συστήματος θα είναι – στο προβλεπτό μέλλον – βασικά πολυπολική και πολυκεντρική. Η στήριξη της Κίνας στη Ρωσία, σήμερα όπως και σε πολλές άλλες συγκυρίες στο πλαίσιο της αποκαλούμενης «China-Russia Comprehensive Strategic Partnership of Coordination», υπόκειται σε σοβαρές διακυμάνσεις και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ξεχωριστές διαδράσεις της κάθε πλευράς με τις ΗΠΑ και τις άλλες δυτικές δυνάμεις.

Σε αντίθεση με τις δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου, το στοιχείο της παροδικότητας είναι σήμερα ιδιαίτερα σημαντικό σε πλανητικό επίπεδο. Βεβαίως μια σύρραξη μπορεί να προκύψει και μέσα από τη συγκυριακή συρροή επιμέρους παραγόντων που δεν φαίνονται δομικά αναπόδραστοι σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι σε αυτό το πλαίσιο ενδεικτική η εξαιρετικά διεισδυτική ματιά του Christopher Clark για τους παράγοντες που οδήγησαν στο αιματοκύλισμα της μεγάλης σύρραξης που σήμερα αποκαλούμε Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως ένας μεγάλος πόλεμος δεν είναι σήμερα εξαιρετικά πιθανός. Αντίθετα, πολλοί μικρότεροι πόλεμοι είναι. Διότι το υπό διαμόρφωση κεντρικό σενάριο για το προβλεπτό μέλλον είναι ο ρευστός πολυκεντρισμός: λίγοι (αλλά όχι δυο) πόλοι, πολλά κέντρα. Ενδεχόμενη επανεκλογή του Τράμπ ή εκπροσώπου τραμπικών θέσεων στις ΗΠΑ το 2024 θα επιταχύνει ακόμη περισσότερο αυτή την ήδη σαφή πορεία. 

Η κρίσιμη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση θα παραμείνει με την μια ή την άλλη μορφή σημαντική πηγή εντάσεων στα επόμενα χρόνια. Μια ευρέως αποδεκτή διπλωματική λύση δεν φαίνεται άμεσα πιθανή, όμως ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος δεν μπορεί να συντηρηθεί (ακόμη και από τους δρώντες που το επιθυμούν) επ΄ άπειρο. 

Αν αφήσουμε προς το παρόν στην άκρη το εφιαλτικό ενδεχόμενο μιας γενικότερης ανάφλεξης, μια πιθανότητα είναι η συνέχιση της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης μέσω μιας δια συμβιβασμού ειρήνης. Η Κριμαία παραμένει στην Ρωσία, για το Ντονμπάς εξετάζεται μια παραλλαγή των συμφωνιών του Μίσνκ που δεν εφαρμόστηκαν και οι δυο αντίπαλοι εξακολουθούν να μπορούν να παρουσιάσουν την (προσωρινή) έκβαση ακριβώς όπως θεωρούν ότι τη χρειάζονται: εν μέρει δικαίωση των θυσιών, εν μέρει διαιώνιση μιας αδικίας που θα αρθεί σε ένα μελλοντικό χρονικό σημείο. 

Ανάλογα με τις προσλαμβανόμενες διαστάσεις του συμβιβασμού και την προσχηματικότητα της αποδοχής του, η δια συμβιβασμού ειρήνη ενδέχεται να αποδειχθεί μια κατ’ επίφαση ειρήνη. Με τους αντιπάλους να εξετάζουν τις συνθήκες και να προετοιμάζουν τις δυνάμεις τους για την κατάλληλη ευκαιρία. Αντίθετα, όπως έχουμε αναλύσει από χρόνια, η βιώσιμη ειρήνη αντανακλά μια πλειάδα συνθηκών που εγγυώνται μια σημαντική πιθανότητα διαιώνισης της ειρηνικής συνύπαρξης. 

Με δεδομένα τα εμφανή όρια της Ουκρανικής αντεπίθεσης, είναι πιθανό η Άγκυρα να βρεθεί σύντομα σε μια συγκυρία που η ανάγκη για μια διαπραγματευτική διέξοδο στον Ρωσο-Ουκρανικό πόλεμο θα της επιτρέψουν να επιχειρήσει την περαιτέρω αναβάθμιση του διαμεσολαβητικού ρόλου της. 

Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι οι ευκαιριακές διπλωματικές «επιτυχίες» (απλώς επικοινωνιακές ή και ουσιαστικές) θα πρέπει να υποτάσσονται σε μια ευρύτερη και μακρόπνοη στρατηγική κατεύθυνση αντιμετώπισης του τουρκικού παράγοντα.

Εξισορρόπηση ισχύος, αντίσταση στην πίεση, διαπραγμάτευση ουσίας με χρονικό βάθος. Αυτό – όπως επιμένω από χρόνια – είναι το τρίπτυχο για την επίτευξη μιας βιώσιμης ειρήνης με την Τουρκία μακροπρόθεσμα, παράλληλα με κάποιες πραγματικές κόκκινες γραμμές. Στο άμεσο μέλλον, οφείλουμε να κάνουμε τη σαφή διάκριση μεταξύ εξομάλυνσης των σχέσεων (στόχος εφικτός εφόσον και η Άγκυρα δεν επιθυμεί να φανεί σήμερα ότι δυναμιτίζει το ΝΑΤΟ) και αναζήτησης «λύσεων» σε διαφορές που όμως η κάθε πλευρά προσεγγίζει εντελώς διαφορετικά ενώ η μια ανακαλύπτει και ολοένα περισσότερες. Με δυο λόγια: ναι στην εξομάλυνση των σχέσεων, όχι στις άμεσες δήθεν «λύσεις» υπό τις παρούσες διεθνείς και περιφερειακές συνθήκες. 

*Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics, κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Κωνσταντίνος Καραμανλής στη Fletcher School of Law and Diplomacy της Βοστώνης και Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Πηγή: liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται Ευρωβουλευτές με εθνική συνείδηση, θεσμική γνώση και κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία θεσμική δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων της.

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Το μυστήριο του Σαμουήλ: Ο τάφος, οι επιγραφές και η μάχη για την Ιστορία

Οι «Ανιχνεύσεις» ανοίγουν τον φάκελο του Σαμουήλ, εξετάζοντας την άνοδο των Κομητόπουλων, τη σύγκρουση με το Βυζάντιο και τη διεκδίκηση...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Άλμα στον θόλο της αεράμυνας

Αγορά τρίτου BARAK MX, ήρθαν μονάδες του Drone dome, στον δρόμο το IRON BEAM (λέιζερ) και στο πλάνο το IRON...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Μηνύματα απελπισίας!

Ο καθηγητής Ιωαννίδης πιθανότατα προσπάθησε, με την ομιλία του, χωρίς προοπτική, να υπενθυμίσει ότι η τελευταία ελπίδα, αν και δύσκολα...

Δημοφιλή