Διεθνή
Economist: Οικονομικά αλεξίσφαιρη η Χαμάς! Οι πηγές χρηματοδότησης και ο ρόλος της Τουρκίας
Με τον πλούτο και τις οικονομικές της ρίζες ανέπαφες, αυτή – ή μία παρόμοια οργάνωση – μπορεί κάλλιστα να «ανθίσει» μετά την καταστροφή της Γάζας και την ολοκλήρωση της ισραηλινής επιχείρησης στα εδάφη της…
Ένα από τα πιο λαμπερά εστιατόρια της Κωνσταντινούπολης έχει μοναδική θέα στον υπέροχο Βόσπορο. Ο χώρος είναι ένα αγαπημένο στέκι μανδαρίνων, επιχειρηματιών, σελέμπριτις – και χρηματοδοτών της Χαμάς. Ένας άνδρας στον οποίο οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει κυρώσεις για τη χρηματοδότηση της ισλαμιστικής οργάνωσης περιγράφει τη δική του θέση: «Είναι γελοίο», είπε απαντώντας στις κατηγορία των ΗΠΑ, αλλά τελικά παραδέχεται, «τώρα, αν ρωτάτε τι κάνουν οι υπάλληλοί μας με τα δικά τους χρήματα, γιατί να το ξέρω;»
Η Χαμάς έχει τρεις πηγές ισχύος, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του ο Economist: τη φυσική της δύναμη μέσα στη Γάζα, την εμβέλεια των ιδεών της και τα έσοδά της. Από την ημέρα που εκδηλώθηκαν οι επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, το Ισραήλ έχει σκοτώσει περισσότερους από 12.000 Παλαιστίνιους στη Γάζα προσπαθώντας να καταστρέψει την παλαιστινιακή οργάνωση.
Στόχος η οικονομική βάση της Χαμάς
Αλλά ο διακηρυγμένος στόχος του Ισραήλ να καταστρέψει οριστικά τη Χαμάς απαιτεί επίσης να διαλυθεί η οικονομική της βάση. Ενα μικρό τμήμα αυτής της βάσης βρίσκεται στη Γάζα, το μεγαλύτερο κομμάτις της βρίσκεται στο εξωτερικό, σε φιλικές χώρες. Προβαίνοντας σε «ξέπλυμα» μαύρου χρήματος, έχοντας υπό τον έλεγχό της μέχρι και εταιρείες εξόρυξης, η οικονομική αυτοκρατορία της Χαμάς υπολογίζεται ότι αποφέρει περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως στα ταμεία της. Έχοντας συγκροτηθεί με κόπο για να αποφεύγει τις δυτικές κυρώσεις, η οικονομική αυτοκρατορία της Χαμάς καταφέρνει να είναι απρόσιτη από το Ισραήλ και τους συμμάχους του.
Τα έσοδα της Χαμάς πληρώνουν τα πάντα, από τους μισθούς των δασκάλων μέχρι τους πυραύλους. Περίπου 360 εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προέρχονται από φόρους εισαγωγής σε αγαθά που εισάγονται στη Γάζα από τη Δυτική Όχθη ή την Αίγυπτο. Αυτή είναι η πιο εύκολη πηγή μετρητών που μπορεί να καταστείλει το Ισραήλ.
Μετά την αποχώρηση από τη Λωρίδα το 2005, το Ισραήλ περιόρισε αυστηρά τη διακίνηση αγαθών και ανθρώπων από τα σύνορά της. Τώρα μπλοκάρει ακόμα και τα πιο βασικά είδη πρώτης ανάγκης στη Γάζα. 
Χρήμα… εξωτερικού
Ωστόσο, μια πολύ μεγαλύτερη ροή χρήματος προέρχεται από το εξωτερικό. Ισραηλινοί αξιωματούχοι υπολογίζουν ότι το χρήμα από πηγές του εξωτερικού ανέρχεται σε περίπου 750 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, καθιστώντας το την κύρια πηγή χρηματοδότησης για το τρέχον απόθεμα όπλων και καυσίμων της Χαμάς. Ορισμένα κεφάλαια προέρχονται από φιλικές κυβερνήσεις, η πιο ισχυρή από τις οποίες είναι το Ιράν. Οι ΗΠΑ υπολογίζουν ότι οι αγιατολάχ παρέχουν 100 εκατομμύρια δολάρια σε παλαιστινιακές ισλαμιστικές ομάδες, κυρίως σε στρατιωτική βοήθεια. Η αποστολή για τους χρηματοδότες της Χαμάς είναι να μεταφέρουν αυτά τα χρήματα χωρίς να πέσουν θύματα των κυρώσεων των ΗΠΑ. Μόνο τον περασμένο μήνα, Αμερικανοί αξιωματούχοι επέβαλαν τρία πακετα κυρώσεων σε άτομα και εταιρείες που σχετίζονταν με τη χρηματοδότηση της Χαμάς.
Ευρηματικότητα
Η αποφυγή των αμερικανικών κυρώσεων απαιτεί κάποια ευρηματικότητα. Εκατομμύρια δολάρια ρέουν προς τη Χαμάς μέσω αγορών crypto. «Θα εκπλαγείτε πόσο μεγάλο μέρος της δραστηριότητας της αγοράς επιστρέφει στη [Χαμάς]», λέει η Firuze Segzin, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο Bilkent. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ισχυρίζεται ότι η Χαμάς έχει διακινήσει λαθραία περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια μέσω του Redin, ενός ανταλλακτηρίου συναλλάγματος που είναι στριμωγμένο ανάμεσα σε τουριστικά καταστήματα βαθιά στην υποβαθμισμένη γειτονιά Φατίχ της Κωνσταντινούπολης.
Αλλά η μερίδα του λέοντος από τα χρήματα της Χαμάς -τουλάχιστον 500 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, λένε Ισραηλινοί αξιωματούχοι- προέρχεται από τις επενδύσεις της, ορισμένες από τις οποίες είναι σε εταιρείες εγγεγραμμένες σε χώρες σε όλη τη Μέση Ανατολή. Αυτές οι εταιρείες διοικούνται από επαγγελματίες του γραφείου επενδύσεων της Χαμάς και απασχολούν μέλη της. Αμερικανοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι οι εταιρείες αυτές κάνουν δωρεές σε φιλανθρωπικές οργανώσεις που με τη σειρά τους διοχετεύουν τα κεφάλαια στη Χαμάς. Τούρκοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι τα κέρδη μερικές φορές λαμβάνονται απευθείας.
Η αποκωδικοποίηση αυτών των ροών εσόδων είναι δύσκολη υπόθεση για τις δυτικές ρυθμιστικές αρχές. Μια τέτοια εταιρεία έχτισε το Afra Mall, το πρώτο εμπορικό κέντρο του Σουδάν, ενώ μια άλλη κάνει εξορύξεις κοντά στο Χαρτούμ, την πρωτεύουσά του. Ένα τρίτο κατασκεύασε ουρανοξύστες στο Sharjah, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). Πολλές από αυτές τις εταιρείες καυχιούνται για τις επιχειρηματικές τους συμφωνίες, αλλά αρνούνται ότι συνδέονται με τη Χαμάς.
Μπορούν να κατασταλούν τυχόν ροές εσόδων που απομένουν στη Χαμάς; Αυτό εξαρτάται από τις χώρες από τις οποίες περνάνε αυτές οι ροές χρήματος. Από το 1989, όταν το Ισραήλ συνέλαβε μια χούφτα κορυφαία στελέχη της Χαμάς στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, οι τραπεζίτες της ζουν στο εξωτερικό. Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, οι γεωπολιτικές αλλαγές τους ανάγκασαν να συνεχίσουν να κινούνται. Η Χαμάς εγκατέλειψε τον πρώτο της οικονομικό κόμβο, το Αμμάν, αφού οι δεσμοί της Ιορδανίας με την Αμερική έγιναν πολύ στενοί.
Ο ρόλος της Τουρκίας
Σήμερα, ενώ οι πολιτικοί της Χαμάς προτιμούν τη Ντόχα, την πρωτεύουσα του Κατάρ, και οι εταιρείες της κυμαίνονται από την Αλγερία και το Σουδάν μέχρι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι χρηματοδότες της ζουν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Zaher Jabarin, που κατηγορείται από το Ισραήλ ότι διαχειρίζεται τα οικονομικά της Χαμάς (κάτι που αρνείται), εδρεύει εκεί, όπως και πολλά άλλα άτομα υπό κυρώσεις από την Αμερική για χρηματοδότηση της οργάνωσης. Πρόθυμος να αποκτήσει περιφερειακή επιρροή υποστηρίζοντας την παλαιστινιακή υπόθεση, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο πρόεδρος της Τουρκίας, προσφέρει καταφύγιο. Το Ισραήλ λέει ότι η τουρκική κυβέρνηση δίνει διαβατήρια (κάτι που αρνείται) και αφήνει τη Χαμάς να διατηρεί γραφείο στη χώρα. 
Εν τω μεταξύ, το τραπεζικό σύστημα της Τουρκίας βοηθά τη Χαμάς να αποφύγει τις αμερικανικές κυρώσεις πραγματοποιώντας πολύπλοκες συναλλαγές σε όλο τον κόσμο. Μια ακμάζουσα, ελαφρά ρυθμιζόμενη αγορά κρυπτογράφησης βοηθά. Πολλές από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένης της Kuveyt Turk, έχουν κατηγορηθεί από το Ισραήλ και την Αμερική ότι εν γνώσει τους αποθηκεύουν τα μετρητά της Χαμάς. Κάποιοι μουρμουρίζουν ότι ο κ. Ερντογάν εγκρίνει σιωπηλά. Το 2021 η Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης, μια εποπτική αρχή της G7, τοποθέτησε την Τουρκία στη «γκρίζα λίστα» των χωρών που κάνουν πολύ λίγα για να παγώσουν τα περιουσιακά στοιχεία των τρομοκρατών.
Κανείς δεν ωφελείται περισσότερο από τους επιχειρηματίες της Χαμάς. Η σιωπηρή έγκριση της τουρκικής κυβέρνησης «ανοίγει τις πόρτες και κάνει τα πράγματα ομαλά στις επιχειρήσεις», λέει ένας από τους οικονομικούς υπαλλήλους του ομίλου. Η Trend gyo, μια εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, η οποία έχει τεθεί υπό κυρώσεις από την Αμερική για διοχέτευση κεφαλαίων στη Χαμάς, κέρδισε μια επίσημη σύμβαση για την κατασκευή του Εμπορικού Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Οι κατασκευαστικές εταιρείες, οι οποίες συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στο χαρτοφυλάκιο της Χαμάς, μπορούν να «καταπίνουν» αθόρυβα τεράστιους όγκους μετρητών και να λαμβάνουν τακτικά μεγάλα δάνεια. Όλα αυτά επιτρέπουν στους Τούρκους αξιωματούχους να δηλώνον ότι δεν καλύπτουν άμεσα τις τσέπες της Χαμάς.
Οικονομικά “αλεξίσφαιρη”
Μέχρι στιγμής, η Χαμάς δείχνει οικονομικά… αλεξίσφαιρη. Το Ισραήλ έχει προκαλέσει μικρή ζημιά είτε στα έσοδα είτε στις αποταμιεύσεις της. Οι τράπεζες της Τουρκίας δεν συνεργάστηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Οι πολυάριθμες κυρώσεις των ΗΠΑ είναι λιγότερο αποτελεσματικές εάν οι στόχοι τους μπορούν να διατηρήσουν μετρητά εκτός του τραπεζικού της συστήματος. Και η Χαμάς κρύβει καλά τις εταιρείες της. «Κάθε φορά που νομίζεις ότι έχεις ένα μεγάλο ψάρι, αλλάζει το όνομά του», απελπίζεται ένας πρώην αξιωματούχος του Υπουργείου Οικονομικών.
Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος είναι να βελτιωθούν τα οικονομικά της Χαμάς. Καθώς το Ισραήλ εντείνει τις επιθέσεις του στη Γάζα, οι δυτικές κυβερνήσεις μπορεί να αλλάξουν στάση με τα φρικτά αποτελέσματα των ισραηλινών βομβαρδισμών. Οι χώρες με φιλοπαλαιστινιακούς πληθυσμούς μπορεί να διευκολύνουν τη Χαμάς να κερδίσει χρήματα. Εδώ και μήνες κυκλοφορούν φήμες ότι ορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι στο υπουργείο Οικονομικών της Τουρκίας συντονίζονται με το οικονομικό γραφείο της Χαμάς.
Για το Ισραήλ, η ενίσχυση της Χαμάς παρά τον πόλεμο θα ήταν καταστροφική. Με τον πλούτο και τις οικονομικές της ρίζες ανέπαφες, αυτή – ή μία παρόμοια οργάνωση – μπορεί κάλλιστα να «ανθίσει» μετά την καταστροφή της Γάζας και την ολοκλήρωση της ισραηλινής επιχείρησης στα εδάφη της…
ΠΗΓΗ: The Economist
Μετάφραση: Οικονομικός Ταχυδρόμος
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

