Διεθνή
Economy Today: Ινδία,το νέο καυτό όνομα στην παγκόσμια οικονομία
Του Βρασίδα Νεοφύτου*
Σε μια περίοδο έντονης αναταραχής σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω συρράξεων σε Ουκρανία και Ισραήλ, που επηρεάζει όλες τις οικονομίες του πλανήτη και φρενάρει την ανάπτυξη, ειδικά στην Ευρώπη και Κίνα, η οικονομία της Ινδίας δείχνει μια αξιοπρόσεκτη ανθεκτικότητα.
Και ενώ οι επενδυτές παραμένουν σε επιφυλακή για τυχόν πληθωριστικές πιέσεις από την πρόσφατη σύρραξη Ισραήλ-Χαμάς, καθώς οι τιμές πετρελαίου αναρριχήθηκαν ξανά πάνω από τα $90 το βαρέλι, το χρηματιστήριο της Ινδίας διαπραγματεύεται σε επίπεδα-ρεκόρ καθώς η οικονομία της δεν έχει πληγεί μέχρι στιγμής από τις γεωπολιτικές αναταραχές.
Ενδεικτικό της δυναμικής που ανάπτυξε η ινδική οικονομία μέσα στο 2023, είναι το γεγονός ότι αναγκάστηκε να περιορίσει -έστω και προσωρινά- τις εξαγωγές στον κόσμο αρκετών εμπορευμάτων όπως τα σιτηρά, ρύζι, ζάχαρη και ειδικά βιομηχανικά μέταλλα όπως το σιδηρομετάλλευμα, λόγω ισχυρής ζήτησης από την εγχώρια παραγωγή.
Το σιδηρομετάλλευμα χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή χάλυβα και ατσαλιού, σημαντικά υλικά σε κατασκευαστικά και μηχανολογικά έργα, ένδειξη ότι η αναδυόμενη οικονομία της Ινδίας μπορεί να απορροφήσει όλη την εγχώρια παραγωγή.

Παράλληλα, η Ινδία μπορεί να υπερηφανεύεται, τόσο για μερικές από τις καλύτερα διοικούμενες επιχειρήσεις των αναπτυσσόμενων αγορών, όσο και για το νεαρό της ηλικίας και το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης του πληθυσμού της, που παραμένει ένα τεράστιο κεφάλαιο για τη χώρα.
Αυτά έρχονται να ισοφαρίσουν την εικόνα της Ινδίας στο εξωτερικό, δηλαδή την εικόνα μίας χώρας έντονων οικονομικών ανισοτήτων, ακραίας φτώχειας και αναλφαβητισμού. Όντως, το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ινδία δεν ξεπερνά τις €2.000 περίπου τον χρόνο, σε αντίθεση με την ανταγωνίστρια Κίνα που ξεπερνά τις €12.000, ενώ στην Κύπρο είμαστε κοντά στις €30.000 τον χρόνο (GDP per Capita 2021).
Η Ινδία στο Top 5 των χρηματιστηρίων παγκοσμίως
Η Ινδία κατάφερε να έχει το πέμπτο μεγαλύτερο χρηματιστήριο στον κόσμο, με κεφαλαιοποίηση πέραν των 3,85 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ($3,85Τ), πιο ψηλά και από χώρες του G7 όπως το Ηνωμένο Βασίλειο ($2,7Τ), η Γαλλία ($3,8), και η Γερμανία ($2Τ).
Όλοι οι χρηματιστηριακοί δείκτες στη Ινδία κτύπησαν πολλαπλά επίπεδα ρεκόρ μέσα στο 2023, καθώς ξένοι και εγχώριοι επενδυτές προτιμούν τις ινδικές μετοχές ποντάροντας στη σταθερή αύξηση κερδών που προέρχονται από τους υψηλούς ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ.
Οι παγκόσμιοι θεσμικοί επενδυτές αγόρασαν ινδικές μετοχές αξίας σχεδόν $18 δισ. σε καθαρή βάση από την αρχή της χρονιάς έως και την 1η Σεπτεμβρίου, γεγονός που οδήγησε τον βασικό χρηματιστηριακό δείκτη Nifty 50 Index να καταγράφει επανειλημμένα ιστορικά ρεκόρ τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο, φθάνοντας μέχρι τις 20.000 μονάδες και καταγράφοντας την όγδοη συνεχή χρονιά ανόδου του.
Επιπρόσθετα, η Ινδία επωφελείται από την οικονομική κρίση στην Κίνα και την τάση φυγής των κεφαλαίων και βιομηχανιών, καθώς οι ξένοι επενδυτές προτιμούν την ασφαλή αγορά της Ινδίας ως μια εναλλακτική λύση από την «προβληματική» οικονομία και αγορά ακινήτων της Κίνας η οποία επιδεινώνεται λόγω και της εντεινόμενης εμπορικής κρίσης μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης με την Κίνα.
Οι ισχυρές επιδόσεις της Ινδίας έρχονται σε αντίθεση με την Ευρώπη και Κίνα, όπου οι οικονομίες τους και οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι λιγότερο από το αναμενόμενο λόγω ανησυχιών για τη μειωμένη βιομηχανική δραστηριότητα και τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό, που έχει ως αποτέλεσμα τη συνεχιζόμενη νομισματική σύσφιγξη.
Αυτοί οι φόβοι για στάσιμη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη και Κίνα και οι αυξήσεις επιτοκίων έχουν ενθαρρύνει τους επενδυτές να αποχωρήσουν μερικώς από τις ευρωπαϊκές και κινεζικές αγορές και να κατευθυνθούν σε αγορές πιο ανθεκτικές και ασφαλείς στην οικονομική και γεωπολιτική κρίση, όπως αυτή της Ινδίας.
Οι ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης
Η άνοδος των ινδικών μετοχών αντανακλά τη δύναμη και τις δυνατότητες της οικονομίας της χώρας, το οποίο επιβεβαιώνεται και από τις προβλέψεις κορυφαίων οικονομολόγων και διεθνών Οργανισμών.Tο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχώρησε μέσα στο καλοκαίρι σε αναβάθμιση της εκτίμησής του για την ανάπτυξη της Ινδίας (ΑΕΠ) στο 6,1% για το 2023 και στο 6,4% για το 2024, όντας η ταχύτερα αναπτυσσόμενη μεταξύ των μεγάλων αναδυόμενων και προηγμένων οικονομιών της υφηλίου.Η Goldman Sachs προβλέπει ότι η Ινδία θα γίνει η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο έως το 2075, ξεπερνώντας όχι μόνο την Ιαπωνία και τη Γερμανία, αλλά και τις ΗΠΑ.
Επί του παρόντος, η Ινδία είναι η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, πίσω από τη Γερμανία, την Ιαπωνία, την Κίνα και τις Η.Π.Α.Ο δε πληθωρισμός βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα των 4%-5%, δηλαδή εντός του ορίου μεταξύ 2% και 6% που έχει θέσει η κεντρική τράπεζα της χώρας, λόγω χαμηλού κόστους ενέργειας και τροφίμων. Λόγω της ανόδου του οικονομικού και γεωπολιτικού ρίσκου στην Κίνα, πολλές βιομηχανικές, φαρμακευτικές και τεχνολογικές εταιρείες-κολοσσοί, κυρίως από ΗΠΑ και Ευρώπη, δημιουργούν παραγωγικές μονάδες στην Ινδία, πέραν από αυτές που έχουν στην Κίνα, σε μία προσπάθεια να τοποθετηθούν εγκαίρως στην οικονομία της και να περιορίσουν το ρίσκο της γεωπολιτικής αστάθειας.
Μεγάλη άνθηση στην Ινδία έχει και ο μεταποιητικός κλάδος, καθώς όλο και περισσότεροι διάσημοι οίκοι μόδας μεταφέρουν τις γραμμές παραγωγής τους για ρούχα και παπούτσια στη χώρα, ως την εναλλακτική λύση της Ασίας έναντι της Κίνας. Εξάλλου, η Ινδία τους προσφέρει πολύ φθηνά τις πρώτες ύλες όπως το βαμβάκι και το δέρμα, ενώ έχει πολύ φθηνό εργατικό προσωπικό, ηλεκτρισμό και καλές γραμμές εφοδιασμού, logistics και λιμάνια για εξαγωγές σε όλο τον κόσμο.Επιπρόσθετα, η προοπτική οικονομικής ανάπτυξης και μετασχηματισμού θα προσελκύσει στην Ινδία εκτός από το κεφάλαιο και βαριά βιομηχανία, ταλαντούχο ανθρώπινο προσωπικό για θέσεις χρηματοοικονομικών, τραπεζικών, ασφαλιστικών και επενδυτικών υπηρεσιών για την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς υπηρεσιών.
Η δημογραφική δυναμική της Ινδίας
Η Ινδία ξεπέρασε πρόσφατα την Κίνα και έγινε το πολυπληθέστερο έθνος του κόσμου, με 1,41 δισεκατομμύρια ανθρώπους, που αντιπροσωπεύουν μια τεράστια δεξαμενή δυνητικών εργαζομένων και καταναλωτών, την οποία μπορεί να αξιοποιήσουν οι εταιρείες -τόσο στην Ινδία όσο και στο εξωτερικό.
Η Ινδία θα μπορούσε να προσελκύσει εταιρείες παροχής καταναλωτικών αγαθών, καθώς σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα το 68% του πληθωρισμού της Ινδίας είναι μεταξύ 15 και 64 ετών, δηλαδή σε μία ηλικιακή κλίμακα ιδιαίτερα θετική από δημογραφικής άποψης για σταθερή αύξηση καταναλωτικών δαπανών.
Η πρόσφατη οικονομική ανάπτυξη στην Ινδία έχει αυξήσει ραγδαία το ποσοστό του πληθυσμού που ανεβαίνει από την αγροτική και κατώτατη τάξη προς την αστική μεσαία τάξη λόγω αύξησης εισοδήματος και με ταυτόχρονη άνοδο της μεσαίας τάξης προς την ανώτατη τάξη λόγω βελτίωσης βιοτικού επιπέδου.
Αυτό το γεγονός αυξάνει εντυπωσιακά το διαθέσιμο εισόδημα της μεσαίας τάξης για αγορά προϊόντων που θα τους βελτιώσει την καθημερινή τους ζωή όπως η τηλεόραση, το κινητό, έπιπλα, τα κουζινικά σκεύη και οικογενειακό αυτοκίνητο ή μοτοσυκλέτα.
Παράλληλα, τα άτομα της μεσαίας τάξης που ανέβηκαν στην ανώτερη τάξη θα έχουν διαθέσιμο εισόδημα για αγορά σπιτιού ή εξοχικού, να πάνε διακοπές στο εξωτερικό, να σπουδάσουν τα παιδιά τους σε ακριβά πανεπιστήμια και να αντέξουν οικονομικά διάφορα αγαθά πολυτελείας που δεν μπορούσαν να τα έχουν προηγούμενως.
Μεγάλος πληθυσμός σημαίνει μεγάλη ανάγκη για υπηρεσίες υγείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Αρκετά νοσοκομεία του εξωτερικού και φαρμακευτικές εταιρείες ανοίγουν παραρτήματα στην Ινδία για να ικανοποιήσουν τη ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά υγείας στη χώρα, φέρνοντας φρέσκο κεφάλαιο, επενδύσεις και εξειδικευμένο ανθρώπινο ιατρικό προσωπικό.
Τεχνολογία, η αιχμή του δόρατος για την Ινδία
Η κυβέρνηση της Ινδίας έχει βάλει στόχο να εξελιχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη στην Καινοτομία και στην Τεχνολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) για την επίτευξη των στόχων του ψηφιακού μετασχηματισμού.Καθώς η χρήση τεχνολογιών που βασίζονται στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) συνεχίζει να αυξάνεται σε όλους τους κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας, η Ινδία θέλει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο βοηθώντας άλλες χώρες να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα, να μειώσουν το κόστος, να αυξήσουν την οικονομική ένταξη και να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες.
Τα έσοδα της βιομηχανίας τεχνολογίας της Ινδίας αναμένεται να αυξηθούν κατά 245 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το τέλος του 2023, σύμφωνα με τη Nasscom, τη μη κυβερνητική εμπορική ένωση της Ινδίας. Αυτή η ανάπτυξη θα προέλθει από όλες τις ροές προϊόντων πληροφορικής, διαχείρισης επιχειρηματικών διαδικασιών και λογισμικού.
Τι θα μπορούσε να φρενάρει την ανάπτυξη της ινδικής οικονομίας;
Αναμένεται η οικονομία της Ινδίας να παρουσιάσει και αυτή κάποιες διακυμάνσεις και ιδιαίτερη αστάθεια στους εξωτερικούς παράγοντες όπως η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αστάθεια στην Μέση Ανατολή, στην Ουκρανία, και στην ένταση μεταξύ Κίνας με την Ταϊβάν και τις δυτικές δυνάμεις. Η πρόσφατη άνοδος στις τιμές πετρελαίου μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, ενδέχεται να αναγκάσει τις κυριότερες κεντρικές τράπεζες όπως της αμερικανικής Federal Reserve και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ECB) να συσφίγξουν περισσότερο τις νομισματικές πολιτικές τους, δηλαδή υψηλά επιτόκια έως ότου ο πληθωρισμός υποχωρήσει κάτω από το 2%.
Αυτό το γεγονός θα επισκιάσει τις προοπτικές των παγκόσμιων αγορών μέσα στο 2024, καθώς τα επιτόκια πιθανότατα θα παραμείνουν υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και θα περιπλέξουν το επενδυτικό τοπίο για τις εταιρείες και τις κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο, ειδικά εν μέσω των συνεχιζόμενων γεωπολιτικών εντάσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα υψηλά επιτόκια, ο πληθωρισμός ενέργειας και τροφίμων και του δυνατού αμερικανικού δολαρίου, αναμένεται να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο των μικρών ή μεγάλων αναδυόμενων αγορών του πλανήτη, μεταξύ αυτών και της Ινδίας.
Η γεωοικονομική δυναμική της Ινδίας από τα αρχαία χρόνια έως σήμερα
Η Ινδία, από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, είναι μια τεράστια χώρα με απαράμιλλους πόρους, όπως οι εύφορες πεδιάδες της, το μπόλικο πόσιμο νερό από τα Ιμαλάια (σε σύγκριση με τις ερήμους γύρω της) και τους πλωτούς ποταμούς της για το εσωτερικό εμπόριο και μεταφορά κερδοφόρων εμπορευμάτων όπως το σιτάρι, τρόφιμα, μπαχαρικά, χρυσό και πολύτιμους λίθους.
Όποιος ηγεμόνας ή ξένος κατακτητής κατάφερνε να ελέγξει όλους αυτούς τους πόρους στην Ινδία, τότε αυτός ο πλούτος τού επέτρεπε να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ηγεμόνες του τότε γνωστού κόσμου.
Παραδείγματα πολλά, όπως η Περσική Αυτοκρατορία (η λέξη Χιντουστάν, ήταν περσική έκφραση με σημασία: η χώρα των Ινδών) και ο κορυφαίος Μακεδόνας στρατηλάτης Μέγας Αλέξανδρος που έφθασε μέχρι τον Ινδό ποταμό το 326 π.Χ. και οι απόγονοί του που βασίλευσαν για άλλα 300 χρόνια μέσω των ινδο-ελληνικών βασιλείων.
Μάλιστα, η ελληνική αυτοκρατορία στην Ινδία διήρκεσε δέκα χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού, δηλαδή μέχρι το 10 μ.Χ., με καθαρά ελληνικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. Τα ινδοελληνικά βασίλεια ήταν τα τελευταία ανεξάρτητα κλασικά ελληνικά βασίλεια στον τότε ελληνιστικό κόσμο, μετά την πτώση των Σελευκιδών στη Μέση Ανατολή το 63 π.Χ, και των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο το 30 π.Χ.
Από το 1500 μ.Χ και μετά, εμφανίζονται οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες στην ινδική χερσόνησο, με πρώτους τους Πορτογάλους, όπου ο θαλασσοπόρος Βάσκο ντα Γκάμα ονομάστηκε αντιβασιλέας της Πορτογαλίας στην Ινδία το 1524, ενώ αντικαταστάθηκαν από τους Ολλανδούς τον 17ο αιώνα.
Το επικερδές εμπόριο των μπαχαρικών της Ινδίας από την Ολλανδία, την καθιέρωσαν σαν την πρώτη καπιταλιστική χώρα στην παγκόσμια ιστορία, βοήθησε να αναπτυχθεί σε πλούσιο λιμάνι το Άμστερνταμ και να λειτουργήσει το πρώτο χρηματιστήριο στον κόσμο. Όμως η απληστία των Ολλανδών έφερε την πρώτη παγκόσμια πληθωριστική φούσκα, τη μανία της τουλίπας μεταξύ 1636 και 1637 και στον πρώτο παγκόσμιο τυχοδιώκτη του χρηματιστηρίου, ο οποίος κατέβαζε τις τιμές των μετοχών πουλώντας για να τις αγοράσει ξανά με χαμηλότερη τιμή.Η πτώση της Ολλανδίας έφερε στην Ινδία τη νέα ανερχόμενη ναυτική δύναμη του 18ου αιώνια, τη Μεγάλη Βρετανία, αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας γι’ αυτό το μικρό νησί στη βόρεια Ευρώπη, που κατάφερε να γίνει η πιο μεγάλη αυτοκρατορία στον κόσμο χάρης στα αμύθητα «αποικιακά» πλούτη της Ινδίας, της Ασίας και της Αφρικής.Η οικονομική και πολιτική ιστορία διδάσκει αυτούς που θέλουν να την ακούσουν. Η Ινδία είχε, έχει και θα έχει τους αναγκαίους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό για να στηρίξει τη μελλοντική οικονομική της ανάπτυξη, την οποία αυτή την φορά θα την εκμεταλλευθεί η ίδια η χώρα και όχι κάποιος αποικιοκράτης που δελεάστηκε από τα πλούτη της.
*Υπεύθυνος Επενδυτικής Έρευνας στην Exclusive Capital
ΠΗΓΗ: Economy Today
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

