Διεθνή
Γιώργος Ξηραδάκης: Tο μέλλον των Ελληνο-Ινδικών σχέσεων στη ναυτιλιακή βιομηχανία
Το μέλλον των Ελληνο-Ινδικών σχέσεων στη ναυτιλιακή βιομηχανία συζητήθηκε στη διάρκεια webinar που διοργανώθηκε από κοινού από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά, το Enterprise Greece και το Invest India με σκοπό να συζητήσουν για την τρέχουσα κατάσταση και τις ευκαιρίες συνεργασίας
Οι Έλληνες εφοπλιστές πρωταγωνιστούν στις εισαγωγές της Ινδίας που είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας άνθρακα, αφού μεταφέρουν επιπλέον σιτηρά και άλλα γεωργικά προϊόντα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, σιδηρομετάλλευμα, χημικά, λιπάσματα και δασικά προϊόντα.
Το μέλλον των Ελληνο-Ινδικών σχέσεων στη ναυτιλιακή βιομηχανία συζητήθηκε στη διάρκεια webinar που διοργανώθηκε από κοινού από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά, το Enterprise Greece και το Invest India με σκοπό να συζητήσουν για την τρέχουσα κατάσταση και τις ευκαιρίες συνεργασίας.
Ο Γιώργος Ξηραδάκης, Ειδικός Σύμβουλος του ΔΣ του ΕΒΕΠ, Πρόεδρος της Ένωσης Τραπεζικών & Χρηματοοικονομικών Στελεχών Ελληνικής Ναυτιλίας και Ιδρυτής & Διευθύνων Σύμβουλος XRTC Business Consultants άρχισε την ομιλία του κάνοντας μία ιστορική διαδρομή στις σχέσεις των δύο κρατών:
«Οι επαφές της Ινδίας με την Ελλάδα ξεκίνησαν πριν από 2.500 χρόνια. Το εμπόριο μεταξύ των βασιλέων Mauryan και της Ελλάδας αποδεικνύεται από νομίσματα και γραπτά. Ως αρχαίοι πολιτισμοί, οι δύο χώρες μοιράζονταν ισχυρούς διπλωματικούς δεσμούς και απολάμβαναν στενή σχέση για χρόνια. Μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι στην Ελλάδα στις 25 Αυγούστου 2023, οι δεσμοί αυτοί αναβαθμίστηκαν σε επίπεδο «στρατηγικής εταιρικής σχέσης» με στόχο την εμβάθυνση της συνεργασίας στους τομείς του εμπορίου, των επενδύσεων, της ασφάλειας, της άμυνας, της ενέργειας, της μετανάστευσης, των υποδομών, του τουρισμού, της συνδεσιμότητας και της γεωργίας”.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον ρόλο που διαδραματίζει η Ελλάδα αλλά και το λιμάνι του Πειραιά στην προσπάθεια της Ινδίας να φτάσει επιχειρηματικά στην Ευρώπη:
“Η προσπάθεια της ινδικής οικονομίας, της πέμπτης στον κόσμο, να φτάσει στην καρδιά της Ευρώπης με τα προϊόντα της, μπορεί να πραγματοποιηθεί με επιτυχία μέσω της Ελλάδας. Η ζωτικής σημασίας τοποθεσία της τελευταίας στην Ανατολική Μεσόγειο και η θέση της τόσο ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του ΝΑΤΟ, την καθιστά πιθανή πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη. Το μεγαλύτερο λιμάνι της περιοχής, το λιμάνι του Πειραιά, μπορεί να αποτελέσει βασικό κόμβο για το εμπόριο της Ινδίας και για τις ινδικές εταιρείες που επιθυμούν να εισέλθουν στην Ευρώπη μέσω. Εκτός από το λιμάνι του Πειραιά, οι ινδικές εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιήσουν και άλλες πύλες για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους, εκ των οποίων η επιτυχής ιδιωτικοποίηση αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα μετά την προσέλκυση του ενδιαφέροντος παγκόσμιων παικτών που δραστηριοποιούνται στη λιμενική βιομηχανία”.
Όπως είπε ο Γιώργος Ξηραδάκης σύμφωνα με τα στοιχεία της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), λόγω της αρνητικής εμπειρίας από την πανδημία καθώς και των γεωπολιτικών εξελίξεων, πολλές εταιρείες παγκοσμίως επαναπροσδιορίζουν ήδη τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, επιλέγοντας διαφορετικές περιοχές για την προμήθεια υλικών, όπως η Ινδία».
Σημείωσε ότι τα νέα ανοίγματα της Ινδίας, τα οποία έχουν ενταθεί μετά την πανδημία του κορωνοϊού, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν μόνο με το δικό της εμπορικό στόλο. Η Ελληνική ναυτιλία με την de facto υπεροχή της στις κορυφαίες πλοιοκτήτριες χώρες του κόσμου, διασφαλίζει τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας, την επισιτιστική επάρκεια και την ενεργειακή αυτονομία. Η Ελληνική ναυτιλία ως ηγέτιδα δύναμη στη διεξαγωγή του διεθνούς εμπορίου μπορεί να αποτελέσει βασικό άξονα για την ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας.
Στην συνέχεια εστίασε στον ρόλο της ελληνικών συμφερόντων ναυτιλίας:
«Οι Έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν το 21% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου σε χωρητικότητα dwt, ενώ την τελευταία δεκαετία η συνολική χωρητικότητα του Ελληνικού εμπορικού στόλου, που αποτελείται από 5.520 πλοία, έχει αυξηθεί κατά 50%. Με βάση τα τρέχοντα στοιχεία, ο ελληνικός στόλος αντιπροσωπεύει με βάση τη χωρητικότητα, το 31,27% του παγκόσμιου στόλου πετρελαιοφόρων, το 25,32% του παγκόσμιου στόλου ξηρού χύδην φορτίου, το 22,65% του παγκόσμιου στόλου υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), το 15,79% του παγκόσμιου στόλου χημικών και πετρελαιοειδών, το 11,46% του παγκόσμιου στόλου LPG και το 8,92% του παγκόσμιου στόλου εμπορευματοκιβωτίων.
Η Ινδία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας άνθρακα, εισάγει μεταξύ άλλων σιτηρά και άλλα γεωργικά προϊόντα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, σιδηρομετάλλευμα, χημικά, λιπάσματα και δασικά προϊόντα. Στο εμπόριο προϊόντων σε εμπορευματοκιβώτια, η Ινδία έχει αυξήσει το μερίδιό της μαζί με το Βιετνάμ, σύμφωνα με τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD)”.
Για το διμερές εμπόριο ανέφερε:
“Το διμερές εμπόριο των δύο χωρών, το οποίο ανήλθε σε σχεδόν $2 δισ. το 2022-23, σχεδιάζεται να διπλασιαστεί έως το 2030. Η Ινδία μεταξύ άλλων εξάγει αλουμίνιο, οργανικά χημικά, ψάρια και οστρακοειδή και σίδηρο και χάλυβα στην Ελλάδα. Εν τω μεταξύ, οι κορυφαίες εξαγωγές της Ελλάδας προς την Ινδία είναι ορυκτά καύσιμα, ορυκτέλαια και προϊόντα, θείο και αλουμινόχαρτο”.
Μίλησε στη συνέχεια για την ανακύκλωση των παλιών πλοίων:
“Ένας άλλος σημαντικός και ζωτικός τομέας της ναυτιλιακής βιομηχανίας είναι η ανακύκλωση πλοίων. Η Ινδία φιλοξενεί μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις διάλυσης πλοίων στον κόσμο με πάνω από 150 ναυπηγεία ή χώρους που διαλύουν πλοία στο τέλος του κύκλου της ζωής τους για την εξαγωγή διαφόρων τύπων απορριμμάτων και εξοπλισμού για ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση. Κατά μέσο όρο, σχεδόν 6,2 εκατομμύρια GT διαλύονται στην Ινδία κάθε χρόνο, αριθμός που αντιπροσωπεύει το 33% της συνολικής χωρητικότητας στον κόσμο. Η Ινδία έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στην προσχώρηση στη σύμβαση του Χονγκ Κονγκ και έχει επίσης λάβει προληπτικά μέτρα για τη συμμόρφωση των ναυπηγείων ανακύκλωσης πλοίων με τις απαιτήσεις των κανονισμών ανακύκλωσης πλοίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) (EU-SRR). Επί του παρόντος, σχεδόν 103 ναυπηγεία έχουν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του HKC. Επιπλέον, σχεδόν 27 ναυπηγεία βρίσκονται στη διαδικασία κατάταξης σύμφωνα με τους κανονισμούς ανακύκλωσης πλοίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) (EU-SRR 1257/2013)»
Τέλος, σημείωσε: «Υπάρχουν πάνω από 100.000 νεοσύστατες επιχειρήσεις που ευδοκιμούν σήμερα στην Ινδία, των οποίων οι εξαγωγές βρίσκονται σε πρωτοφανή επίπεδα. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ινδία, οι ναυτιλιακοί τομείς υφίστανται βαθύ μετασχηματισμό μέσω της ψηφιοποίησης. Από τις λιμενικές λειτουργίες και τη ναυτιλιακή αλυσίδα εφοδιασμού έως την ασφάλεια και την προστασία, η ψηφιοποίηση αναδιαμορφώνει το τοπίο αυτού του κρίσιμου τομέα, που οδηγείται από παράγοντες όπως η παγκοσμιοποίηση, η επέκταση του εμπορίου και η οικονομική ανάπτυξη. Η Ινδία έχει βελτιωθεί στην κατάταξη των κρατών εφοδιαστικής αλυσίδας της Παγκόσμιας Τράπεζας για να φτάσει στην 38η θέση από 139 χώρες.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες πιθανές εξελίξεις της Ελληνο-ινδικής σχέσης, πιστεύω πραγματικά ότι πρέπει να δοθεί έμφαση στους ακόλουθους τομείς:
- Ναυπηγική δραστηριότητα
- Χρηματοδότηση
- Ψηφιοποίηση – Πληροφορική – Μεγάλα δεδομένα – Τεχνητή Νοημοσύνη – Internet of Things
- Ανάπτυξη θαλάσσιων και χερσαίων λιμένων
- Εφοδιαστική Αλυσίδα – Logistics και διανομή
- Κοινές ερευνητικές πρωτοβουλίες»
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του είπε ότι η διμερής σχέση μεταξύ της πρώτης δημοκρατίας και της πολυπληθέστερης δημοκρατίας του σήμερα μπορεί να αποδειχθεί αμοιβαία επωφελής και ότι η Ινδία και η Ελλάδα πρέπει να διερευνήσουν τις τεράστιες ευκαιρίες σε πολλούς τομείς προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους. Έκλεισε την ομιλία του με την ελπίδα ότι το σημερινό διαδικτυακό σεμινάριο θα αποτελέσει ένα σκαλοπάτι προς αυτήν την κατεύθυνση.
ΠΗΓΗ: newmoney.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

