Διεθνή
Η φάρσα της ΕΕ με τον Ορμπάν πρέπει να τελειώσει
Του Marc Champion
Έχει περάσει πια σχεδόν μια δεκαετία από τότε που ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν δήλωσε ευθαρσώς τον στόχο του να μετατρέψει τη χώρα σε ένα “μη φιλελεύθερο κράτος” βασισμένο σε “εθνικές” αξίες, με πρότυπο χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και η Τουρκία. Έχει σταθεί πιστός στον λόγο του. Η Ουγγαρία δεν είναι πλέον δημοκρατία με την κυριολεκτική έννοια, ούσα η μοναδική χώρα – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που η αμερικανική μη κερδοσκοπική οργάνωση Freedom House αξιολογεί μόνον ως “εν μέρει” ελεύθερη.
Υπήρχε ακόμη ένα μέρος της ατζέντας την οποία λάνσαρε ο Όρμπαν με την ομιλία που πραγματοποίησε στους Ούγγρους μειονοτικούς στη Ρουμανία εκείνη την ημέρα το 2014. Έκτοτε έχει καταστήσει σαφές ότι στόχος του είναι να κάνει την ανελεύθερη χώρα του πρότυπο για άλλα σημερινά και μελλοντικά μέλη της ΕΕ. Εάν η προσπάθειά του αποδειχθεί επιτυχής, θα άλλαζε τον δομικό σχεδιασμό του μπλοκ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από μια ένωση η οποία στοχεύει στην αποτροπή της επανεμφάνισης εθνικιστικών απολυταρχιών σε μία δομή που θα τις αγκαλιάζει και θα τις χρηματοδοτεί. Σε αυτό το σημείο ο Όρμπαν είχε λιγότερη επιτυχία μέχρι τώρα και είναι εκεί που η ΕΕ μπορεί και πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι ο Ούγγρος πρωθυπουργός θα αποτύχει, μια ανάγκη που έγινε πιο επείγουσα μετά την πρωτιά-έκπληξη του ακροδεξιού ηγέτη Γκέερτ Βίλντερς στις βουλευτικές εκλογές στην Ολλανδία.
Ο Όρμπαν τον περασμένο μήνα έχασε τον μοναδικό σύμμαχό του σε κυβερνητικό επίπεδο στον αγώνα για να γίνει η ΕΕ ασφαλής για τις “ελεγχόμενες” δημοκρατίες, τη συστημική διαφθορά και την πολιτική διακρίσεων, αφού το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) της Πολωνίας έχασε τις βουλευτικές εκλογές στη χώρα. Εν τω μεταξύ, ο ηγέτης που τόσο θαυμάζει ο Ορμπάν – ο Ρώσος Βλαντιμίρ Πούτιν – ταπεινώθηκε στρατιωτικά στην Ουκρανία και αποκόπηκε από τις ευρωπαϊκές αγορές. Η οικονομία της Τουρκίας μόλις που ξέφυγε από μια παρ’ ολίγον θανατηφόρα εμπειρία που προκλήθηκε από τα πειράματα του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν με μια ανορθόδοξη νομισματική πολιτική, ενώ ακόμη και ο βιονικός αναπτυξιακός κινητήρας της Κίνας μοιάζει να μπάζει “νερά”.
Υπερδεξιός, αντιδημοκρατικός μετασχηματισμός
Μακράν του να αναστοχάζεται την πορεία του, ο Όρμπαν επιμένει και μάλιστα σκληρότερα. Κρίνοντας από μια ομιλία την οποία πραγματοποίησε στη Ζυρίχη την Τετάρτη, όπου κάλεσε την Ευρώπη να επανεξετάσει την υποστήριξή της στην Ουκρανία ή να βρεθεί μόνη σε αυτήν την προσπάθεια εάν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακτήσει την προεδρία των ΗΠΑ το επόμενο έτος, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας παραμένει πεπεισμένος ότι η Δύση βρίσκεται σε τροχιά προς έναν υπερδεξιό, αντιδημοκρατικό μετασχηματισμό.
Τον περασμένο μήνα, έγινε ο πρώτος ηγέτης χώρας – μέλους της ΕΕ ο οποίος φωτογραφήθηκε να σφίγγει το χέρι του Πούτιν από τότε που το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα για τη σύλληψη του Ρώσου ηγέτη τον Μάρτιο. Η νίκη του Βίλντερς στην Ολλανδία, χώρα – ιδρυτικό μέλος της ΕΕ και καρδιά του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, θα ενθαρρύνει περαιτέρω τον Όρμπαν.
Το κυβερνών του κόμμα, Fidesz – Ουγγρική Συμμαχία Πολιτών, υπέβαλε την περασμένη εβδομάδα στο κοινοβούλιο της Ουγγαρίας ένα νομοσχέδιο για την Προστασία της Εθνικής Κυριαρχίας το οποίο, εάν εγκριθεί, θα ποινικοποιήσει την ξένη χρηματοδότηση σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς και θα δημιουργήσει ένα παρατηρητήριο-αρχή για να εντοπίζει κάθε φερόμενη ως παρέμβαση από το εξωτερικό στην ουγγρική πολιτική ζωή, κάτι που θα λειτουργεί εκφοβιστικά προς όλους, από δημοσιογράφους μέχρι ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών. Ξεδίπλωσε επίσης μια διαφημιστική εκστρατεία, η οποία δείχνει την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να επισκιάζεται από τον Άλεξ Σόρος, γιο του φιλελεύθερου και εβραίου “αποδιοπομπαίου τράγου” Τζορτζ Σόρος, με το σύνθημα: “Ας μη χορεύουμε στους ήχους τους”.
Ίσως όμως το πιο χαρακτηριστικό είναι ένα δημοψήφισμα-φάρσα το οποίο η κυβέρνηση πρότεινε για την καταγραφή της λαϊκής υποστήριξης για την αντιπαράθεση με την ΕΕ σε ζητήματα σχετικά με την οικονομία, τη μετανάστευση, την ισότητα των φύλων, το κράτος δικαίου και την εξωτερική πολιτική. Η μη δεσμευτική, μη επαληθεύσιμη “διαβούλευση” μοιάζει με προετοιμασία για ισχυρή πίεση προς την ΕΕ για την αποδέσμευση περισσότερων από 30 δισεκατομμυρίων ευρώ σε οικονομική βοήθεια προς την Ουγγαρία, την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δεσμεύσει με την αιτιολογία ότι ο Όρμπαν παραβιάζει βασικούς όρους και κανόνες για χώρες που είναι μέλη της Ένωσης.
Ο κατάλογος των ερωτημάτων της “διαβούλευσης” μοιάζει με κάτι που θα μπορούσε να συντάξει ένας καθηγητής για να δείξει σε μια τάξη πώς να μην διεξάγεται ποτέ μια έρευνα κοινής γνώμης. Μια ερώτηση συνδέει το θέμα της οικονομικής βοήθειας της ΕΕ προς την Ουκρανία απευθείας με τη διαδικασία επί παραβάσει του μπλοκ κατά της Ουγγαρίας, ζητώντας από τους ψηφοφόρους να επιλέξουν αν θέλουν να αρνηθούν να “πληρώνουν περισσότερα για να στηρίζουν την Ουκρανία μέχρι να λάβουμε τα χρήματα που μας αναλογούν”. Μια άλλη ερωτά εάν η Ουκρανία είναι έτοιμη για ένταξη στην ΕΕ, μια τρομερή παρερμηνεία του ζητήματος επί του οποίου θα αποφασίσει η ΕΕ τον επόμενο μήνα, το οποίο είναι αν θα προσφέρει το καθεστώς υποψήφιας χώρας στο Κίεβο – σημείο έναρξης μιας πολυετούς διαδικασίας μέχρι την ένταξη. Έπειτα, υπάρχει η προσωπική μου αγαπημένη μεταξύ αυτών των “αχυρένιων” επιλογών: “Δεν πρέπει να επιτρέψουμε τη δημιουργία γκέτο μεταναστών στη χώρα μας”, με αντίθετη επιλογή το: “τα μεταναστευτικά σχέδια των Βρυξελλών πρέπει να γίνουν αποδεκτά”.
Δυνατότητες
Όπως όλες αυτές οι λαϊκιστικές απόπειρες χειραγώγησης – από τους ψευδείς ισχυρισμούς του πρώην πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Μπόρις Τζόνσον για τα οικονομικά οφέλη από την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, που διατυπώθηκαν πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016, έως τους εξίσου ψευδείς ισχυρισμούς του Τραμπ περί “κλοπής” των εκλογών του 2020 στις ΗΠΑ – και εκείνοι του Όρμπαν είναι πειστικοί σε έναν κόσμο διαλυμένης εμπιστοσύνης.
Σε μια ιδανική περίπτωση, η ΕΕ θα ανέστελλε το δικαίωμα ψήφου της Ουγγαρίας και τις ταμειακές ροές προς τη Βουδαπέστη έως ότου εκείνη αποκαταστήσει τις θεμελιώδεις απαιτήσεις για τη συμμετοχή στο μπλοκ των 27, όπως ορίζεται στα λεγόμενα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Οποιαδήποτε υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ χώρα πρέπει να επιδεικνύει “σταθερότητα θεσμών που εγγυώνται τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον σεβασμό και την προστασία των μειονοτήτων”. Αυτό είναι κάτι που η Ουγγαρία έχει πάψει πια να κάνει.
Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα για μια τέτοια κίνηση από πλευράς ΕΕ. “Όσο αυτή η νησίδα αυταρχισμού θα παραμένει εντός ΕΕ, θα υπονομεύει συνεχώς την ευρωπαϊκή λήψη αποφάσεων, θα προσπαθεί συνεχώς να διαδίδει αυτήν την ανελεύθερη δυσφορία και θα λειτουργεί ως κερκόπορτα για τα συμφέροντα της Ρωσίας και της Κίνας”, λέει ο Daniel Hegedus, ανώτερος ερευνητής για την Κεντρική Ευρώπη με έδρα το Βερολίνο για το German Marshall Fund. Ωστόσο, ακόμη και πριν από τη νίκη-σοκ του Βίλντερς στην Ολλανδία την περασμένη εβδομάδα, οποιαδήποτε προσπάθεια να μπλοκαριστεί η ψήφος της Ουγγαρίας στην ΕΕ θα ήταν απίθανο να πετύχει, καθώς η απαιτούμενη ομοφωνία μεταξύ των κρατών-μελών θα ήταν σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί. Καλύτερα, επειδή τουλάχιστον αυτό μπορεί όντως να γίνει, θα ήταν να διασφαλιστεί ότι ο Όρμπαν δεν θα μπορεί να έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, για να δανειστούμε ένα παράδειγμα από την παράλογη ελπίδα του Τζόνσον στις διαπραγματεύσεις για το Brexit με την ΕΕ. Το μοντέλο του Όρμπαν για την καταστροφή της δημοκρατικής επιλογής, των ελεύθερων μέσων ενημέρωσης και μιας ανεξάρτητης Δικαιοσύνης δεν πρέπει να χρηματοδοτείται ή να επιτρέπεται “αθόρυβα” από την ΕΕ.
Ο πειρασμός θα είναι να υπάρξει διαπραγμάτευση στη λογική “χρήματα έναντι χειρονομιών και υποσχέσεων για συνεργασία”. Προέκυψε την Πέμπτη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να αποδεσμεύσει έως και 1 δισεκατομμύριο ευρώ που σχετίζονται με δόση του μετα-Covid Ταμείου Ανάκαμψης για την Ουγγαρία, ενώ άλλα 13 δισεκατομμύρια ευρώ τα οποία έχουν παρακρατηθεί λόγω της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους.
Κανένα τμήμα από τα χρήματα αυτά δε θα πρέπει να αποδεσμευτεί έως ότου ο Όρμπαν κάνει κάτι παραπάνω από γραφειοκρατικές, αμιγώς “στα χαρτιά” προσαρμογές στην ελεγχόμενη δημοκρατία του. Είναι απίθανο να συμμορφωθεί πραγματικά και η οικονομία της Ουγγαρίας θα επιβίωνε έτσι κι αλλιώς χωρίς τα χρήματα της ΕΕ. Για μία χώρα, ωστόσο, με ακαθάριστο εγχώριο προϊόν λίγο κάτω από 180 δισεκατομμύρια ευρώ, τα 30 δισ. ευρώ είναι μια τεράστια απώλεια. Σε ζητήματα όπως το ουκρανικό, η Ουγγαρία θα πρέπει απλώς να παρακαμφθεί αντί να επιτρέπεται η επιτυχία του εκβιασμού της, με δομές βοήθειας οργανωμένες εκτός των επίσημων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, μια πρακτική η οποία έχει χρησιμοποιηθεί και άλλοτε επί αμφιλεγόμενων ζητημάτων.
Ο Όρμπαν, ο Βίλντερς και άλλοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να εφαρμόζουν τις πολιτικές που επιλέγουν οι ψηφοφόροι των χωρών τους. Ο φιλελευθερισμός δεν είναι “ιερός”. Ωστόσο, εντός της ΕΕ, η δημοκρατία πρέπει να υπάρχει – και δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μοντέλο “ανελεύθερης δημοκρατίας”. Πρόκειται απλούστατα για μη δημοκρατία. Η διάλυση των θεσμών οι οποίοι διασφαλίζουν το κράτος δικαίου, την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και την πολιτική αντιπολίτευση περιορίζει τη μελλοντική δυνατότητα των ψηφοφόρων να επιλέγουν ποιος θα τους κυβερνήσει, φιλελεύθερος ή μη.
Αυτό επιτρέπει τη δημιουργία ολιγαρχικών δομών, τη διαφθορά και την κατάχρηση εξουσίας, αντίθετα με όλα όσα έχει χτιστεί για να επιτυγχάνει η ΕΕ. Το μπλοκ θα πρέπει να μη διστάζει να επιβάλλει ένα τίμημα για κάθε ενέργεια του Όρμπαν που απειλεί αυτές τις θεμελιώδεις αρχές, αφήνοντάς τον διπλωματικά απομονωμένο και στο μικροσκόπιο για το πώς ξοδεύει η Ουγγαρία τα κονδύλια που λαμβάνει από την ΕΕ. Είναι μια μάχη που έχει επιλέξει ο ίδιος και θα πρέπει απαραιτήτως να βγει από αυτήν τραυματισμένος.
Απόδοση – Επιμέλεια – Επιλογή Κειμένων (2019-2023): Γ.Δ. Παυλόπουλος
Bloomberg, αναδημοσίευση από το capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

