Διεθνή
Μελέτη του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών: Στρατηγικό σημείο ανάφλεξης η Αν. Μεσόγειος – Η Ελλάδα σε μια πολλαπλά «δύσκολη» γειτονιά
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η Ελλάδα και άλλες χώρες της περιοχής και ο αυξανόμενα επιθετικός ρόλος της Τουρκίας στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία τείνει να μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη για μια σειρά από λόγους, βρίσκονται στο επίκεντρο της μελέτης του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών (IISS) με τίτλο «Αναταράξεις στην Ανατολική Μεσόγειο» και ανάλυση πάνω στη γεωπολιτική κατάσταση και την ασφάλεια της περιοχής. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι οι συγγραφείς της μελέτης περιγράφουν την Ανατολική Μεσόγειο ως «στρατηγικό σημείο ανάφλεξης» και κάνουν λόγο για περίπου δύο δεκαετίες συσσώρευσης έντασης για μια σειρά από αίτια. Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πολλές διαφωνίες που υπάρχουν ανάμεσα στα κράτη της περιοχής, αλλά και οι εμφύλιοι πόλεμοι, η ιδεολογική διάσταση (πολιτικό Ισλάμ), η μετανάστευση, η τρομοκρατία, η ανάδυση δύο αναθεωρητικών δυνάμεων (Τουρκία και Ιράν). Ενδεικτικό της αντίληψης η οποία πλέον υπάρχει και στις εκδόσεις ενός από τα πιο έγκυρα think tanks στον κόσμο, είναι ότι στο γεωπολιτικό τοπίο ως προεξάρχουσα προβάλλεται η αποφασιστικότητα της Αγκυρας στην προβολή των συμφερόντων της αλλά και στις σχέσεις με τη Δύση. Ο αμερικανικός «αναχωρητισμός» από την περιοχή, ο δάκτυλος της Ρωσίας, η αυξανόμενη οικονομική επιρροή της Κίνας αλλά και οι νέες δυναμικές λόγω των πολλαπλών συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή βρίσκονται επίσης στο επίκεντρο της μελέτης. Οπως άλλωστε και η Ανατολική Μεσόγειος ως σταυροδρόμι εμπορίου και ως περιοχή άντλησης ενεργειακών πόρων. Ειδικότερα, στη μελέτη αναφέρονται τα εξής:
Ελληνοτουρκικές σχέσεις και Κυπριακό
Αν και εκτιµάται ότι είναι απίθανη μια τουρκική εισβολή στην Κυπριακή Δημοκρατία, είναι «ελαφρώς λιγότερο απίθανη» η ανοιχτή προσάρτηση του ψευδοκράτους από την Τουρκία. Σημειώνεται ότι για την Κύπρο οι τουρκικές φιλοδοξίες είναι «υπαρξιακή απειλή», ενώ για την Ελλάδα πρωταρχική. Οι εντάσεις που έχει δημιουργήσει η Τουρκία με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία γίνονται αντιληπτές ως καθοριστικές για «μια δεκαετία φρενήρους γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην περιοχή». Αν και δεν υποτιμάται η προσπάθεια της Αγκυρας να ρίξει τους τόνους «από οικονομική αναγκαιότητα», υπογραμμίζεται ότι η προσπάθεια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αφήσει μια κληρονομιά τουλάχιστον ανάλογη εκείνης του Κεμάλ Ατατούρκ δημιουργεί «το ενδεχόμενο για νέα κλιμάκωση στη θάλασσα με την Ελλάδα και την Κύπρο», όπως και την ανατροφοδότηση των εντάσεων με περιφερειακούς παίκτες της περιοχής όπως η Αίγυπτος, το Ισραήλ και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου. Στο σκέλος των διαφορών Ελλάδας και Τουρκίας στον τομέα των θαλάσσιων ζωνών, κρίνεται ότι το Διεθνές Δικαίο και η Διεθνής Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) «έχει αποδειχθεί ανεπαρκές» στην επίλυσή τους.
Ο ρόλος και οι στόχοι της Τουρκίας
Εύλογα η Τουρκία δεν αντιµετωπίζεται µόνο µέσα από το πρίσµα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Τονίζεται ότι η προσπάθεια επέκτασης της επιρροής της Τουρκίας ενοχλεί και άλλους στην περιοχή, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ, που –όπως αναφέρεται– δεν έχουν καταφέρει να περιορίσουν την Αγκυρα, «διότι δεν µοιράζονται τους ίδιους στρατηγικούς στόχους και αναλύσεις κινδύνου». Εν ολίγοις Αίγυπτος και Ισραήλ δεν αντιλαµβάνονται την άνοδο της Τουρκίας ως υπαρξιακή απειλή (όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Συρία) αλλά ως µια σηµαντική πρόκληση που πρέπει µάλλον να διαχειριστούν. Οι συγγραφείς της µελέτης υπογραµµίζουν, επιπλέον, ότι η Τουρκία δεν έχει κατορθώσει να επιτύχει πλήρως τους στρατηγικούς στόχους της: «Οι εταίροι της στη Συρία και την Αίγυπτο έχουν αποτύχει να εξασφαλίσουν την εξουσία και οι σχέσεις µε τους βασικούς δρώντες της περιοχής (Ελλάδα, Αίγυπτος και Ισραήλ) είναι γεµάτες δυσπιστία. Ωστόσο έχει παρέµβει επιτυχώς στη Λιβύη και στη Συρία, ανακόπτοντας εχθρούς και µετατρεπόµενη σε κεντρικό παίκτη για οποιαδήποτε διπλωµατική επίλυση αυτών των κρίσεων». Σε γενικές γραµµές, αναφέρεται ότι «η Τουρκία υπήρξε η µοναδική χώρα στην περιοχή που πέτυχε να διαµορφώσει το άµεσο περιβάλλον της, ειδικότερα µέσω της προβολής ισχύος στη Λιβύη και στη Συρία», αν και επισηµαίνεται ότι δεν έχει κατορθώσει να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην περιοχή «λόγω των οικονοµικών κρίσεων και των δύσκολων σχέσεών της µε τους πιο σηµαντικούς συµµάχους στο ΝΑΤΟ και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου».
Η περιοχή περιγράφεται ως «στρατηγικό σημείο ανάφλεξης», ενώ γίνεται λόγος για περίπου δύο δεκαετίες συσσώρευσης έντασης – Ποια είναι τα σενάρια.
Οι ΗΠΑ και άλλοι μεγάλοι δυτικοί παίκτες
Οι συγγραφείς της μελέτης αναφέρουν ως έναν από τους λόγους της αναταραχής στην περιοχή τη σταδιακή υποχώρηση των ΗΠΑ από την Ανατολική Μεσόγειο, εξέλιξη η οποία έχει δημιουργήσει κενά στην πολιτική σταθερότητα και στην ασφάλεια. Ωστόσο εκτιμούν ότι ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων «δεν είναι ακόμα καθοριστικό χαρακτηριστικό στο πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου». Η Ρωσία και η Κίνα δεν θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού (game changers) αλλά αντιμετωπίζονται από τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ως «μοχλοί» που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν τη μεγαλύτερη ανάμειξη μεγάλων δυτικών παικτών, κυρίως των ΗΠΑ. Προφανώς ο ιδιότυπος ανταγωνισμός ΗΠΑ και Ρωσίας δεν υποτιμάται, αλλά περιγράφεται ως «περίπλοκος». Οι ΗΠΑ, όπως και άλλοι δυτικοί παράγοντες, κυρίως η Γερμανία και λιγότερο η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, περιγράφονται ως «αναντικατάστατοι» για «ζωτική οικονομική, πιστωτική, στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη». Σημειώνεται, πάντως, ότι ακριβώς η πολύ πιο αποσπασματική παρουσία των ΗΠΑ έχει οδηγήσει την αμερικανική πολιτική στην περιοχή σε επιλογές «μινιμαλιστικές, οπορτουνιστικές και αντανακλαστικές». Μάλιστα τονίζεται ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί, όποτε είναι δυνατόν, να αναθέτει την προσπάθεια σε χώρες της Ευρώπης (outsource) ή να συνεργάζεται στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων. Και φέρνουν ως παράδειγμα την από κοινού διαχείριση της ελληνοτουρκικής κρίσης του 2020 από την Ουάσιγκτον και το Βερολίνο.
Οι δαπάνες για αναβάθμιση εξοπλισμών
Οι συγγραφείς της μελέτης δεν θα μπορούσαν να παραλείψουν από την έρευνά τους τις σημαντικές δαπάνες για αγορές οπλικών συστημάτων και αναβάθμιση υφισταμένων, από όλα τα κράτη της περιοχής. Αναφέρονται, μάλιστα, στις προσπάθειες Ελλάδας, Τουρκίας, Ισραήλ, Αιγύπτου και Κύπρου για αναβάθμιση των αμυντικών δυνατοτήτων τους, κυρίως στον αέρα και στη θάλασσα, σημειώνοντας ότι, παρ’ όλα αυτά, δεν αποτελούν «ανταγωνισμό εξοπλισμών». Στον τομέα των εξοπλισμών γίνεται λόγος για «αλλαγή δυναμικής» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στον τομέα της αεροπορίας. Η Ελλάδα, αναφέρουν, «είναι πιθανόν να εκσυγχρονίσει τον στόλο της με Rafale και F-35, ενώ στην Τουρκία οι ΗΠΑ έχουν αρνηθεί την προμήθεια σύγχρονων αεροσκαφών», λόγω της επιλογής της Αγκυρας να αγοράσει S-400 από τη Ρωσία. «Προς το παρόν η Τουρκία μπορεί να περιμένει μόνο την αναβάθμιση των F-16 που ήδη διαθέτει», συμπληρώνουν. Τονίζουν, πάντως, ότι η Τουρκία έχει αυξήσει τις επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία της «με επίκεντρο την παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) και στόχο την κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, στόχος που προς το παρόν παραμένει απροσπέλαστος». Στη μελέτη σημειώνεται, ακόμα, ότι καμία από τις χώρες της περιοχής δεν έχει σημαντικές «εκστρατευτικές» δυνατότητες, ωστόσο γίνεται ειδική αναφορά στην Τουρκία. Οπως λένε, η Τουρκία «έχει αναπτύξει ένα αποτελεσματικό μοντέλο περιορισμένης παρέμβασης μέσω ενός μείγματος απευθείας στρατιωτικής εμπλοκής και υποστήριξης τοπικών ένοπλων ή με επιρροή σε διάφορα δίκτυα, όπως έγινε στη Συρία και στη Λιβύη. Γίνεται αναφορά και σε δαπάνες για εξοπλισμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία του IISS το Ισραήλ δαπάνησε το προηγούμενο έτος συνολικά 22,48 δισ. δολάρια, η Τουρκία 9,69, η Ελλάδα 7,35, η Αίγυπτος 4,88 και η Κύπρος 0,57 δισ. δολάρια.
Ενεργειακά σχέδια και ανταγωνισμός
Ως προς την ενεργειακή διάσταση του ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο οι συγγραφείς εκτιμούν ότι επί της ουσίας είναι πιο σημαντική για τις χώρες της περιοχής απ’ ό,τι «για τους επιδιωκόμενους εισαγωγείς της ενέργειας». Οπως αναφέρουν, μεταξύ άλλων, «οι ενεργειακές φιλοδοξίες των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου αντιμετωπίζουν αρκετές σημαντικές προκλήσεις. Οι βραχυπρόθεσμες συνθήκες (κυρίως οι ευρωπαϊκές ανησυχίες για ενεργειακή ασφάλεια αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία) έχουν δώσει στο φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου μια ώθηση που είναι απίθανο να διατηρηθεί. Οι πλέον αισιόδοξες προβλέψεις για το μέγεθος των περιφερειακών αποθεμάτων φυσικού αερίου τα περιγράφουν, στο καλύτερο, ως μια μικρή πηγή διαφοροποίησης για τις ευρωπαϊκές αγορές. Πράγματι, η συνδυασμένη ποσότητα αποδεδειγμένων αποθεμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο αντιπροσωπεύει ένα κλάσμα από εκείνο των μεγάλων παραγωγών όπως το Κατάρ και η Ρωσία, ή ακόμη μικρότερων παικτών όπως το Αζερμπαϊτζάν». Κατά τους συγγραφείς, αυτό το σχετικά μικρό απόθεμα δεν μπορεί να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες των τριών κύριων χωρών (Αίγυπτος, Ισραήλ και Τουρκία) να γίνουν ενεργειακοί κόμβοι.
Οι δύο βασικές προκλήσεις για το μέλλον
Ως δύο βασικά στοιχεία κινδύνου για το μέλλον οι συγγραφείς επιλέγουν τη μετανάστευση και την τρομοκρατία, ιδιαίτερα από την οπτική γωνία των Ευρωπαίων. Η μετανάστευση και η τρομοκρατία (τοπική ή εισαγόμενη) γίνονται αντιληπτές ως παράγοντες αποσταθεροποίησης. Κατά τους συγγραφείς, από τον Οκτώβριο του 2023 και την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς αυξήθηκε σημαντικά το πολιτικό ρίσκο για όλη την περιοχή. Ευρύτερα, ως παράγοντας κινδύνου περιγράφεται και ο ανταγωνισμός των χωρών της περιοχής για τα νέα «διηπειρωτικά πρότζεκτ συνδεσιμότητας», δηλαδή τις ευκαιρίες για μεταφορά ηλεκτρισμού που θα συνδέουν τα δίκτυα Αφρικής, Ασίας και Ευρώπης. Ωστόσο επισημαίνουν ότι «η πολιτική αστάθεια, σε συνδυασμό με τους περιορισμένους πόρους και τις συνδέσεις υποδομών και, γενικά, την κακή διακυβέρνηση, έχουν κάνει τους επενδυτές καχύποπτους και διστακτικούς». Ακόμα και οι καλύτερα τοποθετημένες χώρες, όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους, όπως φάνηκε πρόσφατα.
ΠΗΓΗ: Καθημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

