Τι έλεγε ο Παπανδρέου για τον αγώνα των Παλαιστινίων και οι σχέσεις με τον ηγέτη τους
Τι έλεγε ο Παπανδρέου για τον αγώνα των Παλαιστινίων και οι σχέσεις με τον ηγέτη τους
Ιανουάριος 1984. Από τις φορές που η αγριότητα ξεπερνάει κάθε ανθρώπινο όριο. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα άκαρδο και άψυχο ον που θέλει με κάθε τρόπο να ξεδιψάσει την ακόρεστη δίψα του για αίμα. Πολλές είναι οι φρικιαστικές σκηνές που γεμίζουν τα βιβλία ιστορίας και άνετα θα ταίριαζαν στην παραπάνω περιγραφή.
Μια τέτοια μαύρη σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας γράφτηκε τότε όταν Παλαιστίνιοι, σχεδόν κλειδωμένοι μέσα στους προσφυγικούς καταυλισμούς στη Σάμπρα και στη Σατίλα στο Λίβανο, σφαγιάσθηκαν από παραστρατιωτικούς οι οποίοι είχαν ως «κρυφό άσσο» την ανοχή των Ισραηλινών που υποτίθεται πως… φρουρούσαν τους καταυλισμούς αλλά τη νύχτα άναβαν μέχρι και φωτοβολίδες για να υπάρχει φως και να συνεχιστεί το αιματοκύλισμα.
Η παγκόσμια κοινή γνώμη έμεινε σοκαρισμένη να κοιτάει τη σφαγή. Ακόμα και ένας Ισραηλινός συγγραφέας την παρομοίασε με εκείνη των Γιουγκοσλάβων από τους υποστηρικτές των Ναζί κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Είχε προηγηθεί ένα πολιτικό θρίλερ με τον παλαιστίνιο ηγέτη Γιασέρ Αραφάτ να βρίσκει καταφύγιο στην Αθήνα, φιλοξενούμενος του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, προσπαθώντας να ισχυροποιηθεί στη Δύση και να αποτρέψει μια αναπόφευκτη –όπως αποδείχθηκε- σφαγή στη Μέση Ανατολή. Δύο άντρες που στην πορεία έγιναν φίλοι. Μέχρι το τέλος.
Η αντίστροφη μέτρηση για την ανθρωποσφαγή στους δυο προσφυγικούς καταυλισμούς είχε ξεκινήσει μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Ο Ισραηλινός στρατός είχε εισβάλει στον Λίβανο με πρόσχημα τον πόλεμο κατά των Παλαιστινίων. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκαναν οι Ισραηλινοί ήταν να περικυκλώσουν τους δυο προσφυγικούς καταυλισμούς. Το έκαναν αυτό ως μέτρο πίεσης δεδομένου πως η συντριπτική πλειονότητα όσων βρίσκονταν μέσα στη Σάμπρα και τη Σατίλα ήταν γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι.
Ως θρυαλλίδα των δραματικών εξελίξεων θεωρείται η δολοφονία του Μπασίρ Τζεμαγέλ, ενός εκ των ηγετών του κόμματος «Phalange», μια χριστιανική πολιτοφυλακή του Λιβάνου. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτών των «φαλλαγιτών» ήταν το μίσος που έτρεφαν για τους Παλαιστίνιους. Αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο τότε υπουργός Άμυνας του Ισραήλ (και μετέπειτα πρωθυπουργός) Αριέλ Σαρόν, ο οποίος μίλησε με τον Ελι Χομπέικα (υψηλόβαθμό στέλεχος του Phalange) και του είπε πως πίσω από τη δολοφονία βρίσκονται οι εξτρεμιστές Παλαιστίνιοι, κάποιοι από τους οποίους κρύβονται μέσα σε σπίτια στους δυο προσφυγικούς καταυλισμούς. Ο κύβος ερρίφθη.
Ο βετεράνος ανταποκριτής του «Independent» στη Μέση Ανατολή, Ρόμπερτ Φισκ, που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του μακελειού είχε δώσει μια από τις συγκλονιστικότερες περιγραφές: «Θυμάμαι τον γέρο με τις πιτζάμες που ήταν ανάσκελα στον κεντρικό δρόμο με το μπαστούνι του να κείται αθώο δίπλα του, τις δυο γυναίκες και το μωρό που πυροβολήθηκαν δίπλα σ’ ένα νεκρό άλογο, το ιδιωτικό σπίτι στο οποίο μπήκα για να κρυφτώ από τους δολοφόνους και βρήκα μια νεαρή γυναίκα νεκρή στην αυλή. Μερικές από τις γυναίκες είχαν βιαστεί πριν τις σκοτώσουν. Μιλιούνια οι μύγες, η οσμή της αποσύνθεσης. Αυτά θυμάται κανείς…».
Η άφιξη του Αραφάτ κάτω από τη… μύτη των Ευρωπαίων
Τον Αύγουστο πριν από τη σφαγή, η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) αναγνώρισε την ήττα της στον πόλεμο με τους Ισραηλινούς και υπέγραψε μια διεθνή συμφωνία που προέβλεπε την αποχώρηση των μαχητών της προς διάφορες χώρες και τη μετεγκατάσταση των αρχηγείων της στην Τυνησία. Ο Γιάσερ Αραφάτ όμως φοβόταν για τη ζωή του και φεύγει, στις 30 Αυγούστου, από την περιοχή και με ελληνικά πλοία αποβιβάζεται στο Φάληρο, όπου τον υποδέχτηκε ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου!
Ο Ανδρέας, που είχε εξαιρετικές σχέσεις και με τον Γερμανό καγκελάριο Χέλμουτ Κολ και με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Μιτερέν (που διαρκώς αποκαλούσε ως «φίλο του») το είχε οργανώσει κυριολεκτικά… κάτω από τη μύτη τους.
Άλλωστε, μόλις 40 μέρες μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναγνωρίσει την PLO, μια απόφαση που «πάγωσε» τη Δύση δεδομένου πως οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ την θεωρούσαν τρομοκρατική οργάνωση…
Ο κόσμος, σε Ελλάδα και Ευρώπη, διχάζεται. Από την μια υπάρχει η τάση που εκφράζεται μέσα από την δήλωση-φωτιά της Μελίνας Μερκούρη (που υπόσχεται ότι θα «καρφώσει τη σημαία της Παλαιστίνης στα Ιεροσόλυμα») και από την άλλη η τάση που εκφράζεται από δηλώσεις ανάλογες με εκείνη του (προέδρου της Δημοκρατίας, πια) Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος συστήνει ουδετερότητα (τονίζοντας πως «τα μεγάλα είναι για μεγάλους»).
Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν φαίνεται να επηρεάζεται –σε πρώτη φάση, τουλάχιστον- απ’ όλα αυτά και μαζί με τον Αραφάτ παραχωρούν συνέντευξη στο «Μεγάλη Βρετανία». Οι πιέσεις, ωστόσο, για να σταματήσει η Ελλάδα να παίρνει θέση πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι πολλές – μονάχα ο σοσιαλιστής πρόεδρος της Ιταλίας Σάντρο Περτίνι είναι εκφράζει δημόσια τη συμπαράστασή του.
Τελικά, η Δύση φαίνεται πως επέβαλε την άποψη της και ο Αραφάτ αποχωρεί από την Ελλάδα με προορισμό την Τύνιδα. Από εκεί εκφράζει δυο αιτήματα. Το πρώτο είναι να μεταφερθούν Παλαιστίνιοι μαχητές από τη Βηρυτό σε κάποιο ελληνικό νησί.
Η Αθήνα, ωστόσο, έχοντας ήδη δεχθεί ισχυρές πιέσεις δεν θέλει να τραβήξει κι άλλο το σχοινί ανησυχώντας, παράλληλα, για πιθανές αντιδράσεις της Άγκυρας. Επιπλέον, ο Παλαιστίνιος ηγέτης ζητά να εγκατασταθεί πολυεθνική δύναμη με τη συμμετοχή και της Ελλάδας στον Λίβανο, φοβούμενος εκκαθαριστικές επιχειρήσεις από Ισραηλινούς. Το αίτημά του δεν γίνεται αποδεκτό και μερικές ημέρες αργότερα οι χειρότεροι φόβοι του Αραφάτ γίνονται πραγματικότητα, με τη σφαγή στους καταυλισμούς…
Αραφάτ και Παπανδρέου γνωρίστηκαν σε βάση Παλαιστινίων ανταρτών στο Λίβανο, την οποία επισκέφθηκε ο ιδρυτής του ΠΑΚ (πρελούδιο του ΠΑΣΟΚ) λίγους μήνες μετά την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών. «Σε εκείνη τη συνάντηση αποφασίσαμε να εργαστούμε μαζί για τη νίκη της δημοκρατίας στην Ελλάδα και για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης από την ισραηλινή κατοχή», είχε αναφέρει χρόνια αργότερα ο Παλαιστίνιος ηγέτης.

Το Δεκέμβριο του 1981, δύο μήνες μετά τον εκλογικό θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ και τη συγκρότηση της πρώτης κυβέρνησης της Αλλαγής, ο Αραφάτ επισκέφθηκε την Ελλάδα, όπου έγινε δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους.
Μετά τη σφαγή του ’84. οι επισκέψεις του Αραφάτ στην Ελλάδα έγιναν όλο και συχνότερες. Είχε συναντηθεί με πολλά υψηλόβαθμα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Άκης Τσοχατζόπουλος, καθώς επίσης και με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο.
Αυτός που πραγματικά καθιέρωσε το Παλαιστινιακό στις συνειδήσεις και το έφερε στους δέκτες των ελληνικών σπιτιών ήταν ομολογουμένως ο Ανδρέας Παπανδρέου μετά το ’81. Ηταν εποχές δύσκολες για τον Παλαιστίνιο ηγέτη («τρομοκράτη» για πολλά δυτικά ΜΜΕ), που θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τον Λίβανο για την Τυνησία.
Ο τότε πρωθυπουργός, με τις στενές σχέσεις με σοσιαλιστές ηγέτες θα χρησιμοποιούσε το κλαμπ των ισχυρών, στο οποίο πλέον ανήκε, για να δώσει βήμα σε έναν εκ των εξεγερθέντων κολασμένων της Γης.

Αυτή η στάση, εκτός δυτικής ή έστω ευρωπαϊκής «γραμμής», ήταν η φαντασιακή συνέχιση του αντιδικτατορικού αγώνα και της αντιιμπεριαλιστικής (και αντιαμερικανικής) ουράς του. Αλλωστε το ίδιο το ΠΑΚ, η αντιδικτατορική οργάνωση της οποίας είχε ηγηθεί ο Ανδρέας κατά τη διάρκεια της χούντας, είχε υιοθετήσει πλήρως τον τριτοκοσμισμό και την αλληλεγγύη στα εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα, έχοντας ως σύμβολό του ένα υψωμένο χέρι που κράδαινε καλάσνικοφ. Το κόμμα, λοιπόν, που έμελλε να κυριαρχήσει στην ελληνική Μεταπολίτευση είχε την «αντίσταση» εγγεγραμμένη στον γενετικό του κώδικα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου προέταξε μεταξύ άλλων τον προσεταιρισμό του αραβικού κόσμου θεωρώντας πως η Ελλάδα θα πρέπει να αποτελέσει τη γέφυρα τους με την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των Παλαιστινίων. Αντιλαμβανόταν το βάθος των αγαστών σχέσεων που είχαν οι Άραβες με την γειτονική Τουρκία και θεώρησε ότι θα έπρεπε να προβεί και από την πλευρά του σε μια προσέγγιση προς αυτούς, προκειμένου αυτή η φιλία να φανεί χρήσιμη σε μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση.
Παράλληλα η ελληνική κυβέρνηση με την κίνηση αυτή, διαδραμάτισε ακολούθως θετικό ρόλο στην βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Λιβύης και Γαλλίας. Με τη μεσολάβηση του Ανδρέα Παπανδρέου, κανονίστηκε υπό άκρα μυστικότητα τον Νοέμβριο του 1984 η συνάντηση μεταξύ του Μουμάρ Καντάφι και του σοσιαλιστή Γάλλου προέδρου Μιτεράν στην Ελούντα της Κρήτης που κατέληξε σε συμφωνία αποχώρησης των στρατευμάτων από το Τσαντ – μια κεντροαφρικανική χώρα που αποτελούσε μόνιμη εστία έντασης ανάμεσα στη Γαλλία και τη Λιβύη, γεγονός που τροφοδότησε μια σειρά από εμφύλιους πολέμους.
Με το πέρας των μαραθώνιων συζητήσεων ο Καντάφι δήλωσε ενώπιον των δημοσιογράφων «ευχαριστώ τον μεγάλο μας φίλο Παπανδρέου». Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ επιχειρούσε να φανεί ως «μεγάλος παίκτης» στη γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής θέλοντας τεχνηέντως να καταδείξει παράλληλα πως διαφοροποιείται από τις κοινές πολιτικές των υπόλοιπων δυτικών χωρών.
Βέβαια μπορεί να υποστήριζε το δικαίωμα ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους, ταυτόχρονα όμως αναγνώριζε και το αναφαίρετο δικαίωμα του Ισραήλ να εξακολουθεί να υπάρχει με ασφάλεια ως κράτος. Θα περίμενε κάποιος ότι το άνοιγμα στον αραβικό κόσμο θα μεταφραζόταν και σε ένα κύμα επενδύσεων προς την Ελλάδα. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ.

Οι επενδύσεις των αραβικών χωρών προς την Ελλάδα όχι μόνο δεν αυξήθηκαν αλλά αντιθέτως μειώθηκαν κιόλας σε σχέση με τα δεδομένα πριν τη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ειδικότερα, υπήρχε μια πτώση των εξαγωγών προς τις αραβικές χώρες από τα 1.296 εκατομμύρια δολάρια το 1980, στα 799 εκατομμύρια δολάρια το 1985 ενώ το ποσοστό κάλυψης των εισαγωγών σε πετρέλαιο έπεσε από το 73% στο 33%. Παράλληλα μειώθηκαν και οι διακρατικές συμφωνίες με Ιράκ, Συρία και Αίγυπτο.
Σε, δε, πολιτικό επίπεδο, το μοναδικό απτό αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε ήταν η ανάκληση της απόφασης για αναγνώριση ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους από τη Λιβύη. Θα ήταν παράλειψη να μην επισημάνουμε πως η πολιτική του ΠΑΣΟΚ απέναντι στους Παλαιστίνιους (σ.σ. η PLO είχε ανοίξει ακόμη και γραφεία στην Αθήνα) δεν ενόχλησε μόνο τη Δύση αλλά και κάποιες αραβικές κυβερνήσεις δεδομένου ότι δεν υπήρχε ταύτιση όλων των Αράβων στο εν λόγω θέμα.
Και εννοείται η υποστήριξη των Παλαιστινίων και ιδίως η συνεργασία με τη Λιβύη από την ελληνική κυβέρνηση, ενόχλησε σφόδρα τις ΗΠΑ που θεώρησαν ότι ως ένα βαθμό η χώρα μας υπέθαλπε την διεθνή τρομοκρατία με αποτέλεσμα να εκδοθεί από την κυβέρνηση Ρίγκαν ταξιδιωτική οδηγία για την Ελλάδα.
Οι διεθνείς αναλυτές περιέγραφαν τον Αραφάτ ως ικανό στη διατήρηση των εύθραυστων ισορροπιών. Επί των ημερών του ξεκίνησαν οι πρώτες ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστίνιων, με θεωρητικό σκοπό την εφαρμογή της «{λύσης των δύο κρατών».
Συναντήθηκε και έδωσε τα χέρια με Ισραηλινούς πρωθυπουργούς, όπως ο Γιτζάκ Ραμπίν και ο Εχούντ Μπάρακ και βραβεύτηκε με Νόμπελ Ειρήνης. Για πολλούς, όμως, Ισραηλινούς, όπως ο Αριέλ Σαρόν, ο Αραφάτ ήταν ένας τρομοκράτης, τον οποίο δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να εμπιστευτούν οι Ισραηλινοί.
Ακόμη και μεταξύ των Παλαιστινίων υπήρχαν αντικρουόμενες απόψεις για τον Αραφάτ. Ένα μεγάλο ποσοστό τον λάτρευε ως τον άνθρωπο που ενσάρκωνε τα όνειρα και τους πόθους ενός ολόκληρου λαού και ένα άλλο, αποτελούμενο από φανατικούς ισλαμιστές, τον μεμφόταν ως διεφθαρμένο και υπερβολικά συμβιβαστικό με το Ισραήλ.
Όλοι, όμως, συμφώνησαν ότι ο θάνατος του Αραφάτ το 2004, ήρθε σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία για την περιοχή της Μέσης Ανατολής και άνοιξε το δρόμο για την παγίωση της θέσης και της ισχύος των ακραίων ισλαμιστών της Χαμάς τα επόμενα έτη.

Ο Αραφάτ ήταν ο τελευταίος ηγέτης που συνάντησε τον Ανδρέα Παπανδρέου λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατό του. Τον επισκέφθηκε στο σπίτι του στην Εκάλη στις 21 Μαΐου 1996 και σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η ατμόσφαιρα ήταν συναισθηματικά φορτισμένη.
Ο Παλαιστίνιος ηγέτης φέρεται να είπε στον Κάρολο Παπούλια: «Δεν μπορώ να φύγω από την Ελλάδα χωρίς να συναντήσω τον Ανδρέα».
Μετά το τέλος της επίσκεψης, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε αν γνωρίζει ότι ήταν ο πρώτος ξένος ηγέτης που επισκέφθηκε τον Παπανδρέου μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο. Η απάντηση του Αραφάτ ήταν αφοπλιστική: «Εγώ δεν είμαι ξένος, είμαι αδερφός του Ανδρέα Παπανδρέου».
Τον Οκτώβριο του 2001, ο Παλαιστίνιος ηγέτης παρευρέθηκε στο 6ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, 17 χρόνια μετά τη συμμετοχή στο 1ο Συνέδριο του κόμματος. Εκφώνησε ομιλία υπό την παρουσία του Κώστα Σημίτη, υπουργών και βουλευτών και αυτό που ξεχώρισε ήταν η υπόσχεση: «Θα δώσουμε το όνομά του Ανδρέα Παπανδρέου σε μια κεντρική πλατεία της Παλαιστίνης αμέσως μετά την ίδρυση του παλαιστινιακού κράτους».
Οι συμφωνίες του Όσλο
Mετά από μυστικές διαπραγματεύσεις στο Όσλο, υπό τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ, ο Γιάσερ Αραφάτ και ο τότε Ισραηλινός πρωθυπουργός, Γιτζάκ Ραμπίν υπέγραψαν τις λεγόμενες «Συμφωνίες του Όσλο» στην Ουάσιγκτον.
Μέσω αυτών, αναγνωριζόταν η Παλαιστινιακή Αρχή ως φορέας αυτόνομης, αλλά περιορισμένης εξουσίας στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας και τα ισραηλινά στράτευμα θα αποχωρούσαν, με αντάλλαγμα την παύση των παλαιστινιακών επιθέσεων σε ισραηλινούς στόχους.
Το Σεπτέμβριο του 1993, Ράμπιν και Αραφάτ αντάλλαξαν μια ιστορική χειραψία στον κήπο του Λευκού Οίκου, παρουσία του Αμερικανού προέδρου, Μπιλ Κλίντον. Αντίστοιχη χειραψία είχε κάνει και με τον πρωθυπουργό, Εχούντ Μπάρακ επτά χρόνια αργότερα, ξανά υπό το βλέμμα του Κλίντον.

Το Δεκέμβριο του 1994, ο Αραφάτ μοιράστηκε το Νόμπελ Ειρήνης με τον Ράμπιν, ο οποίος τον επόμενο χρόνο δολοφονήθηκε και τον Ισραηλινό υπουργό Εξωτερικών, Σιμόν Πέρες, για το ρόλο του στις προσπάθειες γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους.
Παρά τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν, οι προσπάθειες για οριστική διπλωματική λύση στο Παλαιστινιακό δεν απέδωσαν καρπούς. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Μπαράκ Ομπάμα και Αραφάτ στη Διάσκεψη Κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ το 2000 κατέρρευσαν και την ίδια χρονιά, ξέσπασε η Δεύτερη Παλαιστινιακή Ιντιφάντα με χιλιάδες νεκρούς και από τα δύο στρατόπεδα.
Οι ουδέτεροι αναλυτές θεώρησαν ως βασική αιτία της αποτυχίας των συνομιλιών, τη θεμελιώδη έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο πλευρές και την επικράτηση των ακραίων κύκλων. Για πολλούς ήταν μια χαμένη ευκαιρία, την οποία ακολούθησε ένας νέος κύκλος τυφλής βίας, με εκατέρωθεν χτυπήματα που προκαλούν μέχρι σήμερα εκατόμβες άμαχων νεκρών.
Ακόμη και σήμερα…
Στα τέλη Οκτωβρίου του 2004, ο Γιασέρ Αραφάτ μεταφέρθηκε με στρατιωτικό αεροπλάνο στη Γαλλία και έπεσε σε κώμα. Άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο του Παρισιού, στις 11 Νοεμβρίου 2004, σε ηλικία 75 ετών.

«Οι Παλαιστίνιοι έχασαν τον πατέρα τους» και «Τελευταίο αντίο σε έναν θρύλο», έγραψαν οι εφημερίδες την επομένη του θανάτου του. Παρόμοια δημοσιεύματα γράφτηκαν και στα διεθνή Μέσα ενημέρωσης, τα οποία έκαναν λόγο για «άγνωστη νέα αρχή» για τις σχέσεις Ισραήλ και Παλαιστίνης.
Ο θάνατός του αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης και μέχρι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα από τι πέθανε ο Αραφάτ. Ορισμένοι ειδικοί μίλησαν για θάνατο από εγκεφαλική αιμορραγία και άλλοι για ασθένεια στο αίμα, ωστόσο Ελβετοί επιστήμονες έκαναν λόγο, το 2012, για δηλητηρίαση με ραδιενεργό πολώνιο. Αντίθετη γνώμη εξέφρασε ρωσικό εργαστήριο, αλλά από μόνη της η εκδοχή της δηλητηρίασης αρκούσε, για να ενισχύσει τις φήμες ότι πίσω από το θάνατο του Αραφάτ, βρισκόταν το Ισραήλ.
Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.
Με επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας γίνονται οι διαδηλώσεις στο Παρίσι όσο και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας, στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων κατά της ακρίβειας και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης.
Εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων έκανε η αστυνομία, που μέχρι το μεσημέρι προχώρησε σε 166 συλλήψεις, ενώ οι διαδηλωτές εισέβαλαν και στο λόμπι του δημαρχείου της Μασσαλίας, σπάζοντας την πόρτα.
Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν μαθητές λυκείου, αγρότες, ακτιβιστές για το κλίμα και υποστηρικτές του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων».
Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.
Δεκάδες συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν από τις πρωινές ώρες στο Παρίσι, όπου η αστυνομική παρουσία ήταν ιδιαίτερα έντονη, κυρίως κοντά σε εμβληματικά σημεία της πρωτεύουσας, όπως η Λεωφόρος των Ηλυσίων Πεδίων και η Αψίδα του Θριάμβου.
Για το συγκεκριμένο περιστατικό οι αρχές ανακοίνωσαν 21 συλλήψεις, ενώ ακόμη 40 άτομα συνελήφθησαν στην πρωτεύουσα, κυρίως για κατοχή προστατευτικού εξοπλισμού ή απαγορευμένων όπλων.
Επεισόδια σημειώθηκαν και στη Μασσαλία, όπου διαδηλωτές εκτόξευσαν αντικείμενα και οι αστυνομικές δυνάμεις απάντησαν με χρήση δακρυγόνων. Στην ίδια πόλη, ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα έγινε στόχος διαδηλωτών.
Νωρίτερα, η κεντρική λεωφόρος Πραντό είχε αποκλειστεί προσωρινά με κάδους απορριμμάτων και πατίνια, προτού η αστυνομία διαλύσει τους συγκεντρωμένους.
Στην πόλη, δεκάδες διαδηλωτές έκαναν έφοδο στο λόμπι του δημαρχείου, στο Παλιό Λιμάνι, σπάζοντας πρώτα την είσοδο και φωνάζοντας «Επανάσταση! Καταλαμβάνουμε τη Βαστίλη!». Οι διαδηλωτές παρέμειναν για λίγη ώρα στον χώρο, προτού απομακρυνθούν από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Στη Λυών, αστυνομικοί χρησιμοποίησαν δακρυγόνα για να διαλύσουν περίπου 300 άτομα που είχαν συγκεντρωθεί μπροστά σε πανεπιστήμιο, σύμφωνα με το AFP.
Παράλληλα, περίπου 40 άτομα επιχείρησαν να διακόψουν την κυκλοφορία σε γέφυρα της πόλης, ενώ άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να συγκεντρωθούν κοντά σε διυλιστήριο, σύμφωνα με τη νομαρχία.
Στην Τουλούζη, οι αστυνομικές δυνάμεις παρενέβησαν προκειμένου να αποτρέψουν αποκλεισμούς τρένων και ενός κυκλικού κόμβου.
Στη Ρεν της Βρετάνης, περίπου 20 άτομα έστησαν αυτοσχέδιο οδόφραγμα με κάδους απορριμμάτων κοντά σε μεγάλο εμπορικό κέντρο.
Στη Ρουέν της Νορμανδίας, πανεπιστημιακό κτίριο υπέστη ζημιές από φωτιά που εκδηλώθηκε νωρίς το πρωί και πιθανότατα οφείλεται σε εμπρησμό, σύμφωνα με πηγή κοντά στην έρευνα.
Πάντως, δημοσιογράφοι του AFP διαπίστωσαν ότι αρκετοί από τους αποκλεισμούς που είχαν προαναγγελθεί δεν πραγματοποιήθηκαν, όπως στον σταθμό διοδίων στη γέφυρα Ιλ ντε Ρε, στις ακτές του Ατλαντικού, και στο Μπορντό.
Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται με βασικό αίτημα την αντιμετώπιση της ακρίβειας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυξημένες τιμές των καυσίμων και η μείωση της αγοραστικής δύναμης τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια στη Γαλλία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η επιστροφή υποστηρικτών του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων», που είχε προκαλέσει μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις το 2018 και το 2019, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Εμανουέλ Μακρόν.
Το κίνημα, που είχε ξεκινήσει με αφορμή τις αυξήσεις στους φόρους καυσίμων, είχε πραγματοποιήσει εκτεταμένες διαδηλώσεις, με ορισμένες να συνοδεύονται από σοβαρά επεισόδια, ιδιαίτερα στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων.
Το νέο κάλεσμα για κινητοποιήσεις περιλαμβάνει αποκλεισμούς κυκλικών κόμβων και στρατηγικών σημείων, ενώ συμπίπτει με τις διαδηλώσεις μαθητών και φοιτητών που πραγματοποιούνται από τα μέσα Σεπτεμβρίου, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες σπουδών.
Για το Σάββατο είχαν ανακοινωθεί περίπου 1.500 δράσεις, διαδηλώσεις ή αποκλεισμοί σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με κύκλους του υπουργείου Εσωτερικών, αναμένονταν περίπου 500 προγραμματισμένες δράσεις και περισσότερες από 90 προγραμματισμένες διαδηλώσεις.
Πριν από την έναρξη των κινητοποιήσεων, αστυνομική πηγή είχε εκτιμήσει ότι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν περίπου 150.000 διαδηλωτές εκτός της μητροπολιτικής περιοχής του Παρισιού και άλλοι 40.000 στην πρωτεύουσα.
Ωστόσο, η πραγματική έκταση των διαδηλώσεων παρέμενε δύσκολο να προβλεφθεί, καθώς η σημερινή ημέρα συμπίπτει με την έναρξη των σχολικών διακοπών.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, μιλώντας την Παρασκευή από τις Βρυξέλλες, απηύθυνε έκκληση για ηρεμία, υπογραμμίζοντας ότι το δικαίωμα στη διαδήλωση πρέπει να συνοδεύεται από σεβασμό, χωρίς προσβολές και βανδαλισμούς.
Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται έπειτα από εβδομάδες κοινωνικών εντάσεων, κατά τις οποίες έχουν καταγραφεί σοβαροί τραυματισμοί διαδηλωτών και αστυνομικών.
Η γαλλική αστυνομία έχει δεχθεί επικρίσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης προηγούμενων διαδηλώσεων, ενώ η αρμόδια υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου διερευνά τουλάχιστον 24 περιπτώσεις καταγγελιών για αστυνομική βία.
Μεταξύ των περιστατικών που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις είναι ο τραυματισμός ενός 15χρονου, ο οποίος έχασε το χέρι του όταν εξερράγη στα χέρια του κροτίδα κρότου-λάμψης.
Μετά το περιστατικό, οι αρχές ανέστειλαν τη χρήση των συγκεκριμένων μέσων, ωστόσο ο υπουργός Εσωτερικών δήλωσε ότι ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ξανά εφόσον χρειαστεί.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανέφερε ότι περισσότεροι από 900 αστυνομικοί έχουν τραυματιστεί κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των τελευταίων εβδομάδων.
Οι κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται περίπου έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, σε μια περίοδο αυξημένων κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων.
Η κυβέρνηση κατηγορεί την «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI) της ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι υποδαυλίζει τις κινητοποιήσεις. Όμως, το κόμμα αρνείται τις κατηγορίες.
Από την πλευρά του, ο Ζερόμ Ροντρίγκες, μία από τις γνωστότερες προσωπικότητες των «Κίτρινων Γιλέκων», ο οποίος έχασε το ένα του μάτι κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 2019, υποστήριξε ότι οι κινητοποιήσεις πρέπει να συνεχιστούν.
Στο μεταξύ, συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ήδη καλέσει εργαζομένους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σε νέα ημέρα διαδηλώσεων και απεργίας στις 5 Νοεμβρίου.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Το τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
Ρωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
Πακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
Το διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
Καραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
Ξέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
Τί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
Εάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας