Ιστορία - Πολιτισμός
Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος, ο Πρώτος Μακεδονομάχος [958 – 15 Δεκεμβρίου 1025]
Ευαγγελία Κ. Λάππα
14 Δεκεμβρίου 2023
«Ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος θεωρείται ο «Πρώτος Μακεδονομάχος», αφού είναι ο πρώτος που διέσωσε την Ελληνικότητα της Μακεδονίας από την βουλγαροσλαβική απειλή»
Μάνος Ν. Χατζηδάκης, Ιστορικός Ερευνητής- Συγγραφέας
Ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Β΄, ο επονομαζόμενος Βουλγαροκτόνος, γεννήθηκε το 958 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορος της Ρωμανίας Ρωμανού Β΄[1] και της αυτοκράτειρας Θεοφανούς[2]. Ο πατέρας του απεβίωσε στις 15 Μαρτίου 963 και εκείνος εστέφθη Συναυτοκράτωρ μαζί με τον μικρότερο αδελφό του, τον Κωνσταντίνο. Λόγω του γεγονότος ότι ήτο ακόμη ανήλικος, επιτροπεύθηκε από τον Νικηφόρο Φωκά[3] και μετά τον θάνατο του τελευταίου, από τον Ιωάννη Τσιμισκή[4].
Το 976, σε ηλικία 18 ετών, ανέλαβε την διακυβέρνηση της Ρωμανίας, επισκιαζόμενος, όμως, από τον ευνούχο Βασίλειο Λακαπηνό[5], ο οποίος ασκούσε –ουσιαστικώς– την διοίκηση της Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, ο νεαρός Αυτοκράτωρ είχε ως νέος άσωτη ζωή, καθώς «άλλο δεν τον απασχολούσε παρά ο έρωτας και τα συμπόσια» [6].
Η απόφαση του Λακαπηνού να μεταθέσει τον επιφανή στρατηγό Βάρδα Σκληρό[7] από το Θέμα[8] Αρμενιακών στην Μεσοποταμία, εστάθη αφορμή εξεγέρσεως του τελευταίου. Το καλοκαίρι του 976, τα στρατεύματα της Ανατολής ανεκήρυξαν τον Βάρδα Σκληρό ως «Αυτοκράτορα»[9]. Στις αρχές του 978, ο Βάρδας Σκληρός έχοντας νικήσει όλους τους στρατηγούς που εστάλησαν εναντίον του, πλησίασε την πρωτεύουσα[10]. Τότε, ο ευνούχος Βασίλειος εστράφη στον Βάρδα Φωκά[11], στον οποίο ανέθεσε την συντριβή της ανταρσίας[12]. Τον Μάιο του 979, ο Φωκάς ενίκησε οριστικώς τον Σκληρό, ο οποίος κατέφυγε στην αυλή του Άραβος Χαλίφη της Βαγδάτης[13].
Με την εξέγερση του Σκληρού, βρήκε ευκαιρία ο ηγεμών των Βουλγάρων[14], Σαμουήλ[15], μαζί με τους αδελφούς του Δαυίδ[16], Μωυσή και Ααρών[17], να αναπτύξει βουλγαρικό κίνημα, με κέντρο την Πρέσπα, ελέγχοντας την βορειοανατολική Μυσία. Ο Λακαπηνός, εντέχνως, άφησε τον πρώην Βούλγαρο βασιλέα Βόγορι Β΄ και τον ευνούχο αδελφό του Ρομάν[18] να διαφύγουν, ώστε να διχάσουν το βουλγαρικό κίνημα. Ο πρώτος σκοτώθηκε, ενώ τον δεύτερο τον προσεταιρίσθηκε ο Σαμουήλ και τον ανεκήρυξε «Τσάρο». Ο ίδιος διετήρησε την Αρχιστρατηγία και επετέθη διαδοχικώς στις Σέρρες[19], στην Θεσσαλονίκη, στην Θεσσαλία, στην Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο.
Μετά την καταστολή της στάσεως του Σκληρού, ο Βασίλειος Λακαπηνός, αισθανόμενος τα εχθρικά αισθήματα του Βασιλείου Β΄ εναντίον του, άρχισε να συνωμοτεί με τον Βάρδα Φωκά[20]. Το 985, η συνωμοσία απεκαλύφθη και ο Βασίλειος Β΄, παίρνοντας την εξουσία δικαιωματικώς στα χέρια του, εξόρισε τον Λακαπηνό και δήμευσε την περιουσία του[21].
Το 986, ο Σαμουήλ κατέλαβε την Λάρισα, της οποίας αιχμαλώτισε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και μετέφερε τα λείψανα του Αγίου Αχιλλείου στην Πρέσπα[22]. Το ίδιο έτος, ο Βασίλειος Β΄, αποφασισμένος να πολεμήσει τον Σαμουήλ, ηγήθηκε εκστρατείας περίπου 30.000 ανδρών. Αφήνοντας τον Λέοντα Μελισσηνό με φρουρά στην Φιλιππούπολη να φυλάει τα νώτα του, εστράφη προς την Τριαδίτσα[23] αλλά απέτυχε να την απελευθερώσει. Μάλιστα, ο στρατηγός του ο Κοντοστέφανος, εξυπηρετώντας τους σφετεριστές του θρόνου, είπε στον Βασίλειο ότι δήθεν ο Λέων Μελισσηνός είχε λιποτακτήσει, παρασύροντάς τον, έτσι, σε παγίδα των Βουλγάρων, με αποτέλεσμα να ηττηθεί στις 16 Αυγούστου 986. Ο Αυτοκράτωρ σώθηκε, την τελευταία στιγμή, χάρη στην βοήθεια των πιστών στρατηγών του, Νικηφόρου Ουρανού και Νικήτα Χρυσολωρά. Ο Κοντοστέφανος τιμωρήθηκε γι’ αυτή του τη προδοσία[24], αλλά η Μακεδονία βρέθηκε πάλι στο έλεος των Βουλγάρων.
Ο Βάρδας Σκληρός επωφελούμενος από αυτή την ήττα και όντας συνεννοημένος με τους Άραβες, ανηγορεύθη «Αυτοκράτωρ» στη Μελιτηνή, με την στήριξη των Αρμενικών πληθυσμών[25]. Ο Βασίλειος Β΄ έστειλε τον Στρατηγό Βάρδα Φωκά, προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή την στάση, αλλά και αυτός αυτοανεκηρύχθη «Αυτοκράτωρ» στην Καισάρεια, στις 15 Αυγούστου 987[26]. Σύμφωνα με τον Στέφανο Ταρωνίτη, είχε, αρχικώς, συμφωνήσει συμμαχία εναντίον του Βασιλείου Β΄ με τον Σκληρό, τον οποίο, όμως, εξηπάτησε και συνέλαβε στις 14 Σεπτεμβρίου 987. Έπειτα, ο Βάρδας Φωκάς με το πιστό σε αυτόν στράτευμά του, στρατοπέδευσε στην Χρυσούπολη[27], στην ασιατική ακτή απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, έστειλε και άλλο στράτευμα στην Άβυδο[28], προκειμένου να επιτεθεί από ξηρά και θάλασσα. Ο Βασίλειος, με την βοήθεια Σκανδιναβών και Βαράγγων (Ρώσων) μισθοφόρων[29], συνέτριψε τους κινηματίες στην Χρυσούπολη και εστράφη προς την Άβυδο. Στις 13 Απριλίου 988, οι δύο αντίπαλοι μονομάχησαν, αλλά ο Φωκάς απεβίωσε αιφνιδίως και ο στρατός του διελύθη.
Ως αντάλλαγμα για την παροχή της βοήθειάς τους, ο ηγεμών των Ρώσων, Βλαδίμηρος Α΄ ζήτησε να νυμφευθεί την πορφυρογέννητη αδελφή του Βασιλείου Άννα και ως εγγύηση γι’ αυτή του την απαίτηση, κατέλαβε τη Χερσώνα[30]. Ο Αυτοκράτωρ εδέχθη να πραγματοποιηθεί ο γάμος, με τον όρο ότι οι Ρώσοι θα εξεχριστιανίζονταν, όπως και έγινε[31]. Το 989, ο Βάρδας Σκληρός στασίασε πάλι ανεπιτυχώ,ς αλλά τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου του εδόθη αμνηστεία και ο τίτλος του «κουροπλάτου»[32] και παρεδόθη. Μάλιστα, ο Βασίλειος τον εκράτησε ως σύμβουλό του.
Η καταστολή αλλεπαλλήλων στάσεων των στρατηγών Βάρδα Φωκά και Βάρδα Σκληρού, απαλλαγής του από τον ευνούχο Βασίλειο Λακαπηνό, αλλά και η νεανική -πρώτη και τελευταία ήττα της ζωής του, κατόπιν προδοσίας, στις Πύλες του Τραϊανού, εδραίωσαν την εξουσία του, τον ωρίμασαν[33] και τον μεταμόρφωσαν σε έναν εξαίρετο πολιτικό αλλά και ιδιοφυή στρατιωτικό. Εξελίχθηκε, κατά τον Μιχαήλ Ψελλό, σε άνθρωπο «λιτοδίαιτο και ενεργητικό στο έπακρο», ο οποίος «με θέληση αδάμαστη δόθηκε στο καθήκον[32]». Σύμφωνα με τον Ostrogorsky, ο Βασίλειος
«είχε χάσει πια κάθε διάθεση για τις απολαύσεις της ζωής, που είχε γευθεί στην νεότητά του με αχαλίνωτο πάθος… Όλη του η φιλοδοξία στράφηκε στην αύξηση της δυνάμεως του κράτους και στον αγώνα εναντίον των εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών της Αυτοκρατορίας»[35].
Την περίοδο 990 – 994, διεξάγοντας πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων, εφήρμοσε την στρατηγική της εξουθενώσεως του εχθρού[36], με αλλεπάλληλες αιφνιδιαστικές επιθέσεις και αναδιπλώσεις στα οχυρά. Απελευθέρωσε την Βέρροια και όλη την νότιο Μακεδονία και έτρεψε σε φυγή τις βουλγαρικές δυνάμεις. Το 991, μάλιστα, σε μία από αυτές τις εφόδους, συνελήφθη ο «τσάρος» των Βουλγάρων Ρομάν, ο οποίος εστάλη αιχμάλωτος στη Βασιλεύουσα.
Το 992, ο Βασίλειος, διαβλέποντας την στρατηγική αξία του αναπτυσσόμενου στόλου της Βενετίας, φρόντισε να της παραχωρήσει ειδικά εμπορικά προνόμια.
Το 994, όμως, οι Φατιμίδες της Αιγύπτου[37], παραβιάζοντας την συνθήκη ειρήνης που είχε υπογραφεί το 987, επετέθησαν στην Αυτοκρατορία και πολιόρκησαν το Χαλέπι[38]. Τότε, ο Βασίλειος συνεκέντρωσε κεραυνοβόλα στρατιά, με ταχύτητα προελάσεως που εκάλυπτε 100 μίλια την ημέρα και κατέφθασε στο Χαλέπι με 40.000 στρατό, μέσα σε 16 ημέρες. Η εμφάνισή του αιφνιδίασε τόσο τούς Φατιμίδες, οι οποίοι έλυσαν την πολιορκία και ετράπησαν σε φυγή. Ο Βασίλειος, μετά την νίκη του, αφού ανέκτησε την Εμέσα[39] και την Αντάραδο και όρισε ως Διοικητή της Αντιόχειας τον Δαμιανό Δαλασσηνό, επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη.
Στις 1 Ιανουαρίου 996, ο Βασίλειος, με την περίφημη «Νεαρά»[40] του «Περί των δυνατών των από πενήτων επικτωμένων» κατήργησε την 40ετή χρησικτησία και επανέφερε την γη στους μικροϊδιοκτήτες[41]. Επίσης, κατήργησε την προνομιακή μεταχείριση των ανωτάτων αξιωματούχων στις περιπτώσεις δολοφονιών και απηγόρευσε στους Μητροπολίτες να επεμβαίνουν σε αγροτικές κοινότητες της Μητροπόλεώς τους και να ιδιοποιούνται μονές, που είχαν ιδρυθεί από αυτές και τέλος, ρύθμισε ζητήματα πανηγύρεων[42]. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Καραγιαννόπουλο, κατά τις εκστρατείες του «είχε κάθε ευκαιρία να αντιληφθεί το μέγεθος της δύναμης των μεγαλογαιοκτημόνων, των Φωκάδων, των Μαλεϊνών, των Σκληρών, αυτών πού επιχείρησαν με τα όπλα να του διεκδικήσουν το θρόνο, και είχε κάθε δυνατότητα να δεχθεί τα παράπονα και τις καταγγελίες των ταπεινών μικροκαλλιεργητών, με τις θυσίες των οποίων πετύχαινε τις νίκες του…»[43].
Παράλληλα, ο Σαμουήλ, εκμεταλλευόμενος την απουσία του Αυτοκράτορος, κατέλαβε την Βέρροια, πολιόρκησε την Θεσσαλονίκη, ενώ προήλασε μέχρι την Πελοπόννησο το 997[44]. Το ίδιο έτος μάλιστα, μετά τον θάνατο του αιχμαλώτου στην Κωνσταντινούπολη Ρομάν, αυτονακηρύχθη «Τσάρος». Ο Βασίλειος ανέθεσε στον Δομέστικο των Σχολών[45] Στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό να εκστρατεύσει εναντίον του. Ο Στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός αιφνιδίασε τον Σαμουήλ και τον νίκησε κατά κράτος στην μάχη του Σπερχειού[46]. Ο Σαμουήλ, όμως, παρά την ήττα του, συνέχισε και κατέκτησε το Δυρράχιο και τις πόλεις, της περιοχής της Νοτιοανατολικής Σερβίας, Ρασκία και Διόκλεια[47].
Το 998, ο νέος χαλίφης των Φατιμιδών, Al Hakim πολιόρκησε πάλι το Χαλέπι. Ο διοικητής της Αντιόχειας Δαμιανός Δαλασσηνός απέκρουε επιτυχώς τις επιθέσεις, αλλά σε μάχη στην Απάμεια, σκοτώθηκε και το στράτευμά του διελύθη τον Ιούλιο του 999. Ο Βασίλειος Β΄ πρότεινε στον Χαλίφη ειρηνική διευθέτηση με πρεσβεία στο Κάιρο και μετά από την άρνηση του τελευταίου, προήλασε μέχρι την Απάμεια. Απελευθέρωσε διαδοχικώς την Συριακή Λάρισα, την Έμεσα, την Καισάρεια του Φιλίππου, την Άκρα και την Ηλιούπολη (Μπααλμπέκ), την οποία και ισοπέδωσε. Στις 1 Ιανουαρίου 1000, εόρτασε την έλευση της νέας χιλιετίας στην Αντιόχεια, την οποία στην συνέχεια ενίσχυσε με οχυρώσεις και διόρισε ως Διοικητή της, τον στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό. Το 1001, μετά από υποχώρηση του Χαλίφη, υπεγράφη δεκαετής συνθήκη, με βάση την οποία αναγνωρίζετο η κυριαρχία της Ρωμανίας στα Συριακά εδάφη.
Το ίδιο έτος, ο Βασίλειος, αφού επέστρεψε στο Βαλκανικό μέτωπο, επετέθη στο κέντρο των Βουλγάρων, σκοπεύοντας να πλήξει τις ζωτικές εχθρικές επαρχίες και να αποκόψει τον Σαμουήλ από τις ενισχύσεις που περίμενε, όσο θα λεηλατούσε την Δυτική Μακεδονία. Απελευθέρωσε όλες τις παραδουνάβιες περιοχές, τις οποίες και οχύρωσε.
Το 1002, ο Βασίλειος επανέφερε σε ισχύ τον παλιό νόμο του Νικηφόρου Α΄, τον λεγόμενο «Αλληλέγγυον»[48], και τον τροποποίησε, ορίζοντας ότι την πληρωμή των φόρων των πτωχών μόνον από τους μεγαλογαιοκτήμονες[49].
Το 1003 – 1004, η πόλη Βάρη της Κάτω Ιταλίας πολιορκήθηκε από Σαρακηνούς, αλλά εσώθη, χάρις στην επέμβαση του Βενετικού στόλου. Τότε, ο Βασίλειος, αξιοποιώντας την υψηλή στρατηγική συμμαχιών στην Ιταλία, προσέφερε την ανιψιά του Μαρία Αργυροπουλίνα[50], ως νύφη στον γιό του Δόγη της Βενετίας, Ιωάννη. Ο γάμος ετελέσθη στην Κωνσταντινούπολη το 1004.
Το 1004, ο Αυτοκράτωρ Βασίλειος, με γρήγορη προέλαση προς νότο, απελευθέρωσε τα Σκόπια[51]. Το 1005, και, ενώ πολλοί Στρατηγοί και Διοικητές του Σαμουήλ ήρχισαν να εγκαταλείπουν τον αρχηγό τους, ο Βασίλειος απελευθέρωσε το Δυρράχιο. Με πρωτοβουλία του εμπείρου στρατηγού του, Νικηφόρου Ξιφία[52], κύκλωσε τους Βουλγάρους από τα νότια του Κλειδίου[53] και μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια, ευρέθη στα νώτα του Σαμουήλ, απ΄ όπου και του επετέθη στις 29 Ιουλίου του 1014. Οι Βούλγαροι, πανικόβλητοι από την αιφνιδιαστική επίθεση, ετράπησαν σε φυγή και πολλοί από αυτούς παρεδόθησαν. Όσοι από αυτούς ευρέθησαν κοντά στον αρχηγό τους, πολέμησαν μέχρι εσχάτων, έτσι ώστε εκείνος να μπορέσει να καταφύγει με τον γιό του, τον Γαβριήλ – Ρωμανό ή Ραδομήρο στην πόλη Πρίλαπο[54], βορείως της Αχρίδας. Ο Βασίλειος, θέλοντας να απαλλαγεί οριστικώς από τους εχθρούς του, διέταξε να τυφλωθούν και οι 15.000 αιχμάλωτοι Βούλγαροι στρατιώτες και σε κάθε εκατοντάδα να αφήσουν έναν μονόφθαλμο, ο οποίος θα οδηγούσε τους τυφλούς στρατιώτες στον Σαμουήλ[55]. Όταν αυτή η φάλαγγα έφτασε στο Πρίλαπο, ο Βούλγαρος ηγεμών, μόλις τους αντίκρισε, έπαθε αποπληξία και σε δύο μέρες απεβίωσε[56].

Η νίκη των Ελλήνων κατά των Βουλγάρων στην Μάχη του Κλειδίου και ο θάνατος του Σαμουήλ. (Πηγή: eranistis.net)
Ο γιος του Σαμουήλ, ο Γαβριήλ Ρωμανός, που τον διεδέχθη, έστειλε πρεσβεία στον Βασίλειο για διαπραγματεύσεις για ειρήνη μεταξύ των δύο Εθνών. Στην πραγματικότητα, όμως, ο νέος Τσάρος ήθελε να κερδίσει χρόνο για την ανασύνταξη των δυνάμεών του. Στην κοιλάδα του ποταμού Στρώμνιτσα, παγίδευσαν και απεδεκάτισαν στράτευμα της Ρωμανίας, μαζί με τον επικεφαλής του, Θεοφύλακτο Βοτανειάτη. Αυτό το γεγονός πεισμάτωσε το Βασίλειο, ο οποίος συνέχισε την απελευθέρωση πόλεων της Μακεδονίας, με τελικό στόχο την Αχρίδα και την Πρέσπα της Δυτικής Μακεδονίας.
Το 1016, ο Γαβριήλ Ρωμανός δολοφονήθηκε από τον ξάδελφό του, τον Ιωάννη Βλαδισλάβο, ο οποίος έγινε ηγεμών των Βουλγάρων και ακολούθησε την ίδια πολιτική του προκατόχου του. Το 1017 ο Βασίλειος απελευθέρωσε τις πόλεις Μοναστήρι[57], Πρίλαπο, Μελένικο[58], Άστυβο[59], Μογλενά[60] και Έδεσσα, συντρίβοντας κάθε βουλγαρική αντίσταση στο πέρασμά του. Την άνοιξη του 1018, ο Βλαδισλάβος εσκοτώθη σε μονομαχία με τον υπερασπιστή του Δυρραχίου, Νικήτα Πηγωνίτη και, κατόπιν, όλοι οι Βούλγαροι Βόγιαροι και Στρατηγοί άρχισαν να αποστέλλουν στον Αυτοκράτορα αγγελιοφόρους, με τους οποίους του παρέδιδαν όλα τα κάστρα και τις πόλεις. Μάλιστα, η χήρα του Βλαδισλάβου, με επιστολή της, του παρέδωσε την Βουλγαρική ηγεμονία, με αντάλλαγμα την ζωή των παιδιών της.
Ο Αυτοκράτωρ εισήλθε νικηφόρος στην Αχρίδα, στην οποία όρισε διοικητή τον Στρατηγό Ευστάθιο Δαφνομήλη. Παράλληλα, οι Στρατηγοί Αριανίτης και Νικηφόρος Ξιφίας απελευθέρωσαν την Στρώμνιτσα και την Τριαδίτσα αντιστοίχως. Το 1018 ο Βασίλειος απέστειλε, εναντίον των Νορμανδών και των Λομβαρδών, τον στρατηγό Βασίλειο Βοϊωάννη, ο οποίος στις Κάννες Απουλίας τους συνέτριψε.
Μετά την υποταγή των Βουλγάρων, ο Βασίλειος Β΄ πήγε στην Αθήνα και τέλεσε δοξολογία μέσα στο Παρθενώνα, ο οποίος τότε λειτουργούσε ως Εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία την Αθηνιώτισσα. Για την οριστική νίκη του, εναντίον των Βουλγάρων, επονομάστηκε έκτοτε Βουλγαροκτόνος[61].
Το 1019, με την απελευθέρωση του Σιρμίου και την υποταγή της Σερβίας, ενετάχθη ξανά ολόκληρη η χερσόνησος του Αίμου στη Ρωμανία.
Το 1020 ξέσπασαν ταραχές στην Αρμενία και ο ηγεμών της ενδότερης Ιβηρίας[62] και της Αβασγίας[63] Giorgi εισέβαλε και κατέκτησε πόλεις και φρούρια του Θέματος Ιβηρίας. Γι’ αυτό τον λόγο, ο Βασίλειος Β΄ προχώρησε σε δεύτερη εκστρατεία στον Καύκασο τον Φεβρουάριο του 1021. Νίκησε σε επανειλημμένες συγκρούσεις τις δυνάμεις του ηγεμόνος της Ιβηρίας Giorgi και, εντός 3 μηνών, κατέλαβε όλη την Αβασγία, υπέταξε την Αρμενία και το ανεξάρτητο Βασπουρακάν στην Ρωμανία. Ο Giorgi αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει, ζητώντας συγχώρηση από τον Αυτοκράτορα.
Την ίδια περίοδο, κατά την διάρκεια της Καυκάσιας εκστρατείας του Βασιλείου Β΄, οι στρατηγοί Νικηφόρος Ξιφίας και Νικηφόρος Φωκάς Βαρυτράχηλος, θεωρώντας ότι ο Αυτοκράτωρ τους αγνόησε και υποστηριζόμενοι από τον Giorgi της Ιβηρίας, συνωμότησαν να τον δολοφονήσουν. Ο Βασίλειος Β΄ μόλις εξεδηλώθη η συνομωσία τους, έσπειρε την διχόνοια μεταξύ τους μέσω επιστολών, με αποτέλεσμα ο Νικηφόρος Ξιφίας να δολοφονήσει τον Φωκά και κατόπιν να παραδοθεί στον νέο δομέστικο των Σχολών Θεοφύλακτο Δαλασσηνό.
Το 1024, ο Βασίλειος Β΄ έκανε επιδρομή στο Θέμα Δαλματίας.
Προς το τέλος της ζωής του, έστρεψε το ενδιαφέρον του στις Ελληνικές κτήσεις στη Σικελία[64], οι οποίες ευρίσκονταν υπό τη κυριαρχία των Φράγκων. Δεν πρόλαβε, όμως, να επιχειρήσει να τις ελευθερώσει, καθώς απεβίωσε στις 15 Δεκεμβρίου 1025[65]. Ετάφη, όπως ο ίδιος ζήτησε, δίχως πομπές και επισημότητες στον Ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην περιοχή Έβδομον, έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Στον τάφο του εχαράχθη επιγραφή, που έλεγε «οὐ γάρ τίς εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμόν δόρυ… ὁτέ στρατεύων ἀνδρικῶς προς εσπέραν, ὁτέ πρός αὐτούς τούς ὅρους τούς τῆς ἕω, ἱστών τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία», που σήμαινε «Ποτέ κανείς δεν είδε να ηρεμεί το δικό μου δόρυ… άλλοτε εκστράτευα ανδρείως προς βορρά καί δύση και άλλοτε προς τα όρη της ανατολής, στήνοντας παντού στην γη χιλιάδες τρόπαια».

Χάρτης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1025, κατά το θάνατο του Βασιλείου Β΄. (Πηγή: cognoscoteam.gr)
Τον διεδέχθη στον θρόνο ο αδελφός του ο Κωνσταντίνος Η΄, καθώς αυτός δεν είχε νυμφευθεί. Ο Κωνσταντίνος Η΄, όμως, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για το Κράτος, δεν είχε διάθεση για εκστρατείες και για πολεμικά κατορθώματα, αλλά ούτε και γνώριζε από πολεμική τέχνη. Ανέθεσε την κρατική διοίκηση στους λογίους και στους διεφθαρμένους ευνούχους[66]. Στην δημοσιονομική πολιτική κατέστρεψε το έργο του αδελφού του, καθώς κατάργησε την πενταετή αναστολή της φορολογίας των φτωχότερων τάξεων και απαίτησε την αναδρομική είσπραξη δυο δασμοφοριών, που έπληξε όλες τις τάξεις[67]. Παραλλήλως, θέσπισε νόμο, με τον οποίο αναθεματίζετο όποιος στασίαζε, ενώ τύφλωσε άτομα που θεωρούσε ο ίδιος επικίνδυνα, ανεξαρτήτως αν ήταν πράγματι έτσι[68].
Σας παραθέτω ένα ποίημα μου που έγραψα για τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο:
Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος
Χαίρε Βασίλειε συ Βουλγαροκτόνε,
της δυναστείας των Μακεδόνων γόνε,
συ της Ελλάδος βλαστέ δοξασμένε.
Χαίρε αυτοκράτωρ τιμημένε.
***
Τη Ρωμανία πανίσχυρη κατέστησες,
αιώνια προβλήματα έλυσες,
πανίσχυρο στρατό συνέταξες,
την Ρωμανία να λάμψει έκανες.
***
Στάσεις ενάντιά σου πάταξες,
Ίβηρες, Άραβες, Βουλγάρους σάρωσες,
μύριους βαρβάρους επολέμησες,
άλλους υπέταξες, άλλους κατέλυσες.
***
Ήπειρο, Θράκη, Μακεδονία ελευθέρωσες,
ένδοξες σελίδες ιστορίας έγραψες,
σκλάβες πατρίδες έσωσες,
Ορθοδοξία στην Ρωσία διέδωσες.
***
Οι διάδοχοί σου ανάξιοι εδείχθησαν[69],
την Ρωμανία σε παρακμή οδήγησαν,
το μέγα σου έργο ακύρωσαν,
εκούσια ή ακούσια την συρρίκνωσαν.
***
Συ δείξας, ως Μακεδονομάχος πρώτος
(ότι) Μακεδονία εστί Ελλάδος θρόνος.
***
Χαίρε, Βασίλειε, συ Βουλγαροκτόνε,
της δυναστείας των Μακεδόνων γόνε,
συ της Ελλάδος βλαστέ δοξασμένε.
Χαίρε μεγάλε Αυτοκράτωρ, τιμημένε.
Ευαγγελία Κ. Λάππα
16 Αυγούστου 2022
Πηγές:
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος
- Vasiliev Α.Α., Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, Εκδόσεις Πάπυρος
- Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, τέταρτη έκδοση
- Ο πραγματικός Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος | https://cognoscoteam.gr/ο-πραγματικός-βασίλειος-β΄-ο-βουλγαρο/
- Παγουλάτου Μενελάου, Η ιστορία του Βυζαντινού Ελληνισμού, Η Δυναστεία των Ισαύρων έως την Δυναστεία των Κομνηνών (Μέρος Α΄), Εκδόσεις ΤΑΛΩΣ Φ.
- Σταυρίδη Φωτίου Χρ., Βυζάντιο, τα χίλια χρόνια που θέλουν να ξεχάσουμε, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2015
- Σταυρίδη Φωτίου Χρ., Ο Χρυσός Αιώνας της Ρωμιοσύνης (960 – 1060), Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2021
- Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022
- Ψελλού Μιχαήλ, Χρονογραφία
_____________________
- Ο Ρωμανός ο Β΄ ήταν γιος και διάδοχος του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ρωμανίας το 959. Ξόδευε τις ώρες του σε γλέντια και κραιπάλες, χωρίς να ασχολείται με τα θέματα του κράτους και σύμφωνα με τον Ζωναρά, λόγω της συμπεριφοράς του αυτής, αν και ήταν ενήλικας, τον χαρακτήριζαν «παιδαρέλι». Επίσης, φαινόταν ότι παραμελούσε την σύζυγο του, γεγονός που φαινόταν να την δυσαρεστούσε έντονα. (Πηγές: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022 και Λινάρδου Κωνσταντίνου – Νικηφόρος Φωκάς (919-969 μ. Χ.): ο ασκητής Αυτοκράτωρ | https://www.istorikathemata.com/2017/02/919-969.html)
- Το πραγματικό της όνομα ήταν Αναστασώ και ήταν κόρη του Κρατερού, ενός φτωχού ταβερνιάρη από τη Λακωνία. Το όνομα Θεοφανώ το πήρε όταν έγινε αυτοκράτειρα. (Πηγές: Νικηφόρος Φωκάς [919-969 μ.Χ.]: Ο ασκητής Αυτοκράτωρ | http://www.istorikathemata.com/2017/02/919-969.html, Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022 και https://cognoscoteam.gr/ο-πραγματικός-βασίλειος-β΄-ο-βουλγαρο/ | Ο πραγματικός Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος)
- Ο Άγιος Νικηφόρος Φωκάς γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ως γιός του Βάρδα Φωκά το 919. Το 955, διορίσθηκε Δομέστικος της Ανατολής από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο. Επί αυτοκράτορος Ρωμανού του Β΄ ο Νικηφόρος Φωκάς ανέλαβε την προσπάθεια για την απελευθέρωση της Κρήτης, η οποία βρισκόταν υπό την κατοχή των Σαρακηνών από το 827. Τον Ιούλιο του 960, το μεγάλο στράτευμά του αποβιβάσθηκε και απέκλεισε το νησί, με σκοπό να επιτύχει την δυσχέρεια της έξωθεν ενίσχυσης των Σαρακηνών. Στη συνέχεια, επιχειρήθηκε η εκπόρθηση των πόλεων της νήσου, ιδιαίτερα του Χάνδακα (Ηρακλείου), του οποίου τελικά, η απελευθέρωση επετεύχθη την άνοιξη του 961. Στις αρχές του 962, ο Νικηφόρος Φωκάς, ως αρχιστράτηγος της Ανατολής, απελευθέρωσε από τους Άραβες τις πόλεις της Μικράς Ασίας, Ανάζορβο, Ταρσό, Δολίχη, Ιεράπολη, Μοψουεστία και Γερμανίκεια Καισαρείας (Μαράς). Το 963, μετά τον θάνατο του Ρωμανού Β΄ τα πιστά στον Νικηφόρο Φωκά στρατεύματα επαναστάτησαν και τον ανακήρυξαν Αυτοκράτορα. Στις 16 Αυγούστου 963 έγινε η στέψη του στην Αγία Σοφία, από τον Πατριάρχη Πολύευκτο. Αμέσως άρχισε αλλεπάλληλες εκστρατείες κατά των Αράβων ενώ διεξήγαγε συνοριακές επιχειρήσεις στον βορρά και κατέλαβε βουλγαρικά φρούρια της μεθορίου το 967. Στις 11 Δεκεμβρίου 969, όμως, δολοφονήθηκε. (Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022.)
- Ο Ιωάννης Κουρκούας, ο λεγόμενος Τσιμισκής, ήταν ανιψιός του Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος τον όρισε Δομέστικο των Σχολών της Ανατολής. Οι διαφωνίες του με τον Φωκά τον οδήγησαν σε συνωμοσία με άλλους στρατιωτικούς, που δολοφόνησαν στις 11 Δεκεμβρίου 969 τον Νικηφόρο και ο Ιωάννης Τσιμισκής έγινε Αυτοκράτωρ. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του, συνέχισε τις εκστρατείες στην ανατολή στα βήματα του Φωκά και πέθανε από ασθένεια ή δηλητηρίαση λίγο μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη στις 10 Ιανουαρίου 976. Το παρωνύμιό του «Τσιμισκής» σημαίνει στα αρμενικά «κοντούλης». (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022)
- Ο Βασίλειος Λακαπηνός ήταν νόθος γιος του Αυτοκράτορος Ρωμανού Α΄ Λακαπηνού από μια δούλη και ευνουχίστηκε από τον Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο για να μην διεκδικήσει το θρόνο. Απέκτησε μεγάλη επιρροή επί Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου Τσιμισκή και για ένα διάστημα κηδεμόνευσε τους ανήλικους διαδόχους του θρόνου Βασίλειο και Κωνσταντίνο. Πέθανε παράλυτος και εξόριστος από τον Βασίλειο Β΄ στην Κριμαία το 996. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022)
- Ψελλού Μιχαήλ, Χρονογραφία, σελ. 69
- Ο Βάρδας Σκληρός κατήγετο από την οικογένεια των Σκληρών, η οποία ήλκε την καταγωγή της από το Θέμα Σεβαστείας και ανήκε στην στρατιωτική αριστοκρατία της Ρωμανίας.
- Τα Θέματα (διοικ. περιφέρειες) είχαν δημιουργηθεί τον 7ο αιώνα από τον Κώνστα Β΄ (641-668). O αριθμός των Θεμάτων άλλαζε συχνά. Στο τέλος του 9ου αιώνα υπήρχαν 26 Θέματα εκ των οποίων 25 ήταν στρατηγεσίες διοικούμενες από στρατηγό, ενώ το Θέμα Οψικίου είχε κυβερνήτη τον Κόμη Οψικίου. Θεματικός στρατηγός θεωρείτο (αν και δεν ήταν ακριβώς) και ο “από εκ προσώπου”. (Πηγή: Βυζαντινά Αξιώματα στο Κλητορολόγιον του Φιλοθέου (9ος αιών) | https://byzantium.gr/axiomkletor.php)
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Δεύτερος τόμος, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 181
- ο. π.
- Ο Βάρδας Φωκάς ο νεότερος καταγόταν από την επιφανή Ελληνική οικογένεια των Φωκάδων και ήταν ανιψιός του Αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά. Το 970, εξεγέρθηκε κατά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή, αλλά η εξέγερση κατεστάλη από τον Βάρδα Σκληρό. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022)
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Δεύτερος τόμος, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 181
- ο. π., σελ. 182
- Οι Βούλγαροι, λαός μογγολικής καταγωγής, που εγκαταστάθηκε αρχικώς στον Βόλγα ποταμό, που διασχίζει την Ρωσία. Στα τέλη του 7ου αιώνα, μετακινήθηκαν στην Χερσόνησο του Αίμου, όπου και εκσλαβίσθηκαν. Η ακριβής προέλευση του ονόματός τους, είναι αμφίβολη. Κατά μία εκδοχή, συνδέεται με τον Βόλγα ποταμό, ενώ σύμφωνα με τον Κεραμόπουλο, το όνομά τους βγαίνει από την λέξη «βουργάροι» που σημαίνει οροφύλακες. (Πηγή: Νεότερο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικού του «Ηλίου», τόμος 4, σελ. 752) Ως αντίδραση στην προσπάθεια εκχριστιανισμού τους από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, είχαν ασπασθεί τον Βογομιλισμό, αίρεση με μανιχαϊστικές και δυϊστικές απόψεις (Πηγή: Βούρτση Ροζάννας, Καθαροί, οι «αιρετικοί» της Γνώσης και της Αγνότητας στο Μυστικές Εταιρείες, Εκδόσεις Αρχέτυπο, 7η έκδοση, σελ. 26. Βλ. Γεωργαλά Γεωργίου, Εις Βυζάντιον οδηγός, Σειρά: Βυζάντιον Ε΄, Εκδόσεις Ερωδιός, σελ. 104, 110 – 111). Επίσης, έχοντας δημιουργήσει ένα δικό τους υποτελές έθνος-κράτος, εξεγείρονταν εναντίον της Ρωμανίας, πράγμα που δείχνει εξίσου την αντίδραση τους στον εξελληνισμό τους (Πηγή: Ο πραγματικός Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος | https://cognoscoteam.gr/ο-πραγματικός-βασίλειος-β΄-ο-βουλγαρο/).
- Ο Σαμουήλ ήταν νεότερος γιος κάποιου Βούλγαρου Νικολάου, που ήταν κόμης του Σρέντετς (Σόφιας), γι’ αυτό και απεκλήθη «κομητόπουλος». Πιθανολογείται ότι μητέρα του ήταν η Ριψίμια κόρη του Βασιλέως της Αρμενίας Ασώτ Β΄. (Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 429 και Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 164)
- Ο Δαυίδ, σκοτώθηκε από τους Βαλάχους. (Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 429)
- Ο Ααρών θανατώθηκε αργότερα από τον ίδιο τον Σαμουήλ, πιθανόν γιατί είχε έλθει σε συνεννόηση με την Κωανταντινούπολη. (Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 429)
- Τον είχε ευνουχίσει ο Ιωάννης Τσιμισκής για να μην αποκτήσει Βουλγάρους απογόνους. (Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 429)
- Εκεί σκοτώθηκε και ο αδελφός του Σαμουήλ, Μωυσής. (Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 429)
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Δεύτερος τόμος, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 182
- ο. π., σελ. 183
- ο. π., σελ. 185
- Πρόκειται για την σημερινή Σόφια, η οποία ελέγετο και Σερδική και Σρέντετς.
- Προφανώς, ήθελε ο Κοντοστέφανος να σκοτωθεί μέσα στην πανωλεθρία ή να αιχμαλωτισθεί ο Αυτοκράτωρ, για να μπορέσουν οι διεκδικητές του θρόνου να πετύχουν το σκοπό τους.
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 187
- ο. π.
- H Χρυσούπολη, το σημερινό Üsküdar ή Σκούταρι είναι μεγάλος και πυκνοκατοικημένος δήμος της Κωνσταντινούπολης στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. (Πηγή: Μάχη της Χρυσουπόλεως | https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=b4_06)
- Άβυδος Βρίσκεται στο δεύτερο στενότερο σημείο των Δαρδανελλίων, στην Βόρεια Μικρά Ασία. (Πηγή: Μάχη της Αβύδου | https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c10_20)
- Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, τέταρτη έκδοση, σελ. 165
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τόμος δεύτερος, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 187
- ο. π., σελ. 186 – 187
- Ο τίτλος του Κουροπαλάτου ήταν ένα από τα υψηλότερα τιμητικά αξιώματα της Ρωμανίας από τον 6ο έως τον 11ο αιώνα. Προέρχεται από το λατινικό cura palatii (διαχείριση του Παλατίου). Το 552, όμως, ο Ιουστινιανός Α΄ έδωσε το αξίωμα αυτό στον ανεψιό και διάδοχό του, Ιουστίνο. Έκτοτε το αξίωμα μετετράπη σε τιμητικό τίτλο, τον υψηλότερο μετά από αυτούς του Καίσαρος και του Νωβελισσίμου (Ευγενεστάτου). (Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 324)
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 181
- Ψελλού Μιχαήλ, Χρονογραφία, σελ. 69
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 187
- Κατά την στρατηγική σκέψη του Θουκυδίδη, στην Στρατηγική Εξουθένωσης (Exhaustion) η καταστροφή των αντιπάλων προθέσεων επιτυγχάνεται μέσω μίας σταδιακής, και συχνά έμμεσης φθοράς, η οποία απορρέει από την παράταση της διάρκειας της δράσης. Μία παράταση, που σύμφωνα με τον Karl von Klausewitz στο βιβλίο του «Περί του Πολέμου», έχει ως αντικειμενικό στόχο, την εξάντληση του αντιπάλου και την επιδίωξη της νίκης, είτε μέσω της ηθικής και οικονομικής του καταρρεύσεώς του, είτε της ικανότητάς του για εφοδιαστική υποστήριξη των δυνάμεών του. Όπως επιγραμματικά το θέτει ο Sun Tzu «η μεγαλύτερη ικανότητα είναι το να συντρίβεις την αντίσταση του εχθρού χωρίς μάχη.» Η συγκεκριμένη στρατηγική αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες της υψηλής στρατηγικής των Αθηνών κατά τη διάρκεια εκείνη του Πελοποννησιακού πολέμου που διατέλεσαν υπό την ηγεσία του Περικλή. (Πηγή: Σμαγά Δημητρίου Φ., Η στρατηγική σκέψη του Θουκυδίδη, Διπλωματική Εργασία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2014).
- Αραβική Δυναστεία του Χαλιφάτου.
- Πρόκειται για την ελληνιστική Βέροια της Συρίας. Η πόλη ήταν από τον Οκτώβριο του 944 ἡ έδρα ξεχωριστού Εμιράτου υπό τον Saif ad Dawla.
- Εμέσα: σημερινή Χομς της Συρίας.
- Νεαρά: Νομική διάταξη που εξέδιδε ο εκάστοτε Αυτοκράτωρ της Ρωμανίας, είτε για να συμπληρώσει ή να τροποποιήσει τον νομοθετικό κώδικα είτε για να ρυθμίσει μια νέα σχέση. (Πηγή: Πύλη για την Ελληνική γλώσσα – https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=νεαρά)
- Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, τέταρτη έκδοση, σελ. 166.
- ο. π.
- Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, τέταρτη έκδοση, σελ. 165
- ο. π., σελ. 167
- Δομέστικος των Σχολών: Οι Σχολές ήταν 7 μονάδες σωματοφυλακής του αυτοκράτορα (εκ του Scholae Palatinae που αντικατέστησαν τους Πραιτοριανούς) επί Μεγ. Κωνσταντίνου. Τον 5ο αιώνα οι σχολάριοι υποβαθμίστηκαν σε διακοσμητικό ρόλο, αλλά τον 8ο αι. επανιδρύθηκαν ως ένα από τα 4 τάγματα τακτικού στρατού που στάθμευαν κοντά στην Πόλη. Διοικητής του τάγματος ήταν ο εν λόγω αξιωματούχος που από τον 9ο αιώνα εξελίχτηκε σε αρχηγό όλου του στρατού και αργότερα o τίτλος του έγινε Μέγας Δομέστικος. (Πηγή: Βυζαντινά Αξιώματα και Ιεραρχία κατά τον 9ο και 10ο αιώνα | https://byzantium.gr/axiombyz910.php)
- Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, τέταρτη έκδοση, σελ. 165
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τόμος δεύτερος, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 191
- Ο νόμος «Αλληλέγγυον» είχε θεσπισθεί επί Αυτοκράτορος Νικηφόρου Α΄ (802 – 811) και όριζε την στρατολόγηση των αγροτών, με συνεισφορά της κοινότητος. Ο νόμος υποχρέωνε κυρίως τους πλουσίους να συμβάλουν στην πληρωμή του φόρου και των εξόδων του εξοπλισμού των πενέστερων αγροτών. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 319)
- Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, τέταρτη έκδοση, σελ. 167
- Ήταν εγγονή του Ρωμανού Β΄ και καταγράφεται ως κόρη του ευγενούς Αργυρόπουλου. Το 1007, απεβίωσε από επιδημία πανώλης. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 444)
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τόμος δεύτερος, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 192
- Ο Νικηφόρος Ξιφίας ήταν γιος του Αλεξίου Ξιφία, που υπηρέτησε ως Κατεπάνω της Ιταλίας την περίοδο 1006 – 1008 και κατήγετο πιθανώς από αριστοκρατική μικρασιατική οικογένεια. (Πηγή: Χατζηδάκη Μάνου Ν., Αυτοκρατορικός Ελληνισμός, 324 – 1081 μ.Χ., Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την άνοδο των Κομνηνών, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022, σελ. 446)
- Ορεινό πέρασμα βορείως του όρους Κερκίνη (Μπέλες), σε μια κοιλάδα ενός παραπόταμου του Στρύμονα, που ονομαζόταν Στρώμνιτσα. Οι λατινόφωνοι Έλληνες (Βλάχοι) της περιοχής το ονόμαζαν Κίμβα Λόγγα ενώ οι ελληνόφωνοι Κλειδίον. Σήμερα, κατέχεται από την Βουλγαρία και βρίσκεται κοντά στα σύνορα Ελλάδος – Σκοπίων. (Πηγή: Φώτιος Χρ. Σταυρίδης, Ο Χρυσός Αιώνας της Ρωμιοσύνης (960 – 1060), Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2021)
- Πρόκειται για την αρχαία Ελληνική πόλη Στύβερρα.
- Ostrogorski Georg, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τόμος δεύτερος, Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, σελ. 193
- ο. π.
- Η πόλη Μοναστήρι ιδρύθηκε ως Ηράκλεια Λυγκηστίς από τον Φίλιππο τον Β΄ της Μακεδονίας, κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. Διεκρίνετο για τον ακμαίο Ελληνικό πληθυσμό της μέχρι τον 20ο αιώνα.
- Το Μελένικο ήταν πόλη με ακμαίο Ελληνικό πληθυσμό μέχρι τον 20ο αιώνα.
- Πρωτεύουσα του αρχαίου Ελληνικού φύλου των Παιόνων και κατόπιν της επικρατείας του Κράτους του Φιλίππου Β΄
- Μογλενά: Τμήμα της αρχαίας Ελληνικής Αλμωπίας.
- Έχει υποστηριχθεί ότι οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων υπήρξε «εμφύλιος πόλεμος» με το αιτιολογικό ότι οι Βούλγαροι ήταν εγκατεστημένοι στα εδάφη της Ρωμανίας. Κατ΄ αρχήν, εμφύλιος πόλεμος σημαίνει «ο μεταξύ ατόμων της αυτής φυλής γινόμενος, διεξαγόμενος πόλεμος» (Λεξικό Δημητράκου, τόμος Ε, σελ. 2499), δηλαδή πόλεμος ανάμεσα στους κόλπους ενός Έθνους. Οι Βούλγαροι αποτελούσαν ξεχωριστό έθνος από τους Έλληνες και, παρά την εγκατάστασή τους στα εδάφη της Ρωμανίας, ουδέποτε αφομοιώθηκαν με αυτούς. Αντιθέτως, εξηγείρονταν συχνά εναντίον του Αυτοκράτορος, επιδιώκοντας να ανεξαρτητοποιηθούν. Ως εκ τούτου, ο όρος «εμφύλιος πόλεμος» είναι αδόκιμος.
- Ιβηρία: σημερινή Γεωργία. Μέχρι την εποχή του Βασιλείου Β΄, η Ιβηρία είχε αυτόνομο Βασιλέα αλλά υποτελή στην Ρωμανία. Το 991, απεβίωσε ο βασιλεύς της Δαυίδ, ο οποίος, επειδή δεν είχε διάδοχο, κληροδότησε την χώρα του δια διαθήκης στον Βασίλειο Β΄. Παγουλάτου Μενελάου, Η ιστορία του Βυζαντινού Ελληνισμού, Η Δυναστεία των Ισαύρων έως την Δυναστεία των Κομνηνών (Μέρος Α΄), Εκδόσεις ΤΑΛΩΣ Φ., σελ. 129)
- Ασβαγία: Πρόκειται για την σημερινή Αμπχαζία.
- Vasiliev Α.Α., Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, Εκδόσεις Πάπυρος, σελ. 395
- Καραγιαννόπουλου Ιωάννη, Το Βυζαντινό Κράτος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, τέταρτη έκδοση, σελ. 169
- ο. π., σελ. 171
- ο. π., σελ. 172
- ο. π., σελ. 171
- Βέβαια υπήρξαν και εξαιρέσεις, όπως λ.χ. ο Ρωμανός ο Δ΄ ο Διογένης.
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας