Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σομαλιλάνδη: Μια σταθεροποιητική οντότητα που αδυνατεί να γίνει κράτος

Δημοσιεύτηκε στις

Ποια είναι η Σομαλιλάνδη

Του Νικόλαου Τσελέντη,

Είναι αναντίρρητο γεγονός ότι η αποικιοκρατία επωμίζεται μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το πώς διαμορφώθηκε η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα των λαών που βρέθηκαν υπό ξένο ζυγό.

Βέβαια, ούτε η μαζική απελευθέρωση των υπόδουλων οντοτήτων, γνωστή με τον όρο «αποαποικιοποίηση», πραγματοποιήθηκε πάντοτε με ευνοϊκούς όρους, καθώς οι Ευρωπαίοι δυνάστες επεδίωξαν, μέχρι την τελευταία στιγμή, να αντισταθούν ή να διατηρήσουν κάποια επιρροή κατά την αποχώρησή τους. Το απότοκο αυτής της πρακτικής ήταν η χάραξη «βιαστικών» συνόρων και η αυθαίρετη ένωση των κοινοτήτων, λόγω της αδιαφορίας για τη φυλετική, θρησκευτική και πάσης φύσεως ποικιλομορφία τους, δημιουργώντας ένα ασταθές περιβάλλον για τα νεοσύστατα κράτη. Μια ιδιάζουσα περίπτωση που αντιμετώπισε εξαρχής αναρίθμητους σκοπέλους για τη συγκρότηση ενιαίου κράτους εντοπίζεται στο Κέρας της Αφρικής και απαντά στο όνομα «Σομαλία», με το έτερον ήμισύ της, τη «Σομαλιλάνδη», να εκφράζει επί δεκαετίες τη θέλησή της να αποσχιστεί.

Η έριδα μεταξύ Σομαλίας και Σομαλιλάνδης έχει τις ρίζες της στο 1960, όταν δηλαδή απέκτησαν την ανεξαρτησία τους από τους κατακτητές τους. Το βορειοδυτικό τμήμα της περιοχής (η σημερινή Σομαλιλάνδη), το οποίο αποτέλεσε βρετανικό προτεκτοράτο για μια ογδοηκονταετία, ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο στις 26 Ιουνίου 1960 και λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Ιουλίου, η υπόλοιπη Σομαλία, από τα βορειοανατολικά προς τα νότια, απέταξε οριστικά την ιταλική παρουσία από τα εδάφη της. Τότε, τέθηκε επί τάπητος η ιδέα της σύστασης μια Ομοσπονδίας Σομαλικών Κρατών, η οποία θα ένωνε όλα τα διαφορετικά στοιχεία των πληθυσμών, μέσω ενός δημοψηφίσματος. Ο πολυπληθέστερος Νότος υποστήριξε την ένωση και διαμόρφωσε ουσιαστικά το αποτέλεσμα, ενώ ο Βορράς εξέφρασε την αντίρρησή του, δίχως να κατορθώνει κάτι. Μάλιστα, ακολούθησε μια απόπειρα πραξικοπήματος από τους αξιωματούχους της Σομαλιλάνδης (1961), σε μία απέλπιδα κίνηση να διατηρήσουν την αυτονομία τους, αλλά ο στρατός της Σομαλίας αντέδρασε άμεσα, τούς έθεσε υπό την κυριαρχία της σομαλικής πρωτεύουσας, Mogadishu, και τερμάτισε οριστικά τις όποιες βλέψεις τους.

Χάρτης που απεικονίζει τη Σομαλία και τη Σομαλιλάνδη. Πηγή εικόνας: The Lancet

Παρόλο που η ενωμένη Σομαλία ικανοποίησε την πλειοψηφία των πολιτών, παραγκωνίζοντας τους «αντιρρησίες» του Βορρά, το πολίτευμά της ήταν φύσει σαθρό και η δυσανασχέτηση μεγεθύνθηκε τα προσεχή έτη. Έτσι, το 1969, μία ομάδα μαρξιστών – λενινιστών στρατιωτικών του Νότου, υπό την καθοδήγηση του Υποστράτηγου Mohamed Siad Barre, ανέτρεψε τον νόμιμα εκλεγμένο Πρόεδρο Abdirashid Shermarke και επέβαλλε κομμουνιστική δικτατορία στην αποκαλούμενη «Σομαλική Λαοκρατική Δημοκρατία». Λαμβάνοντας δε την πολύτιμη αρωγή της Σοβιετικής Ένωσης, ο Barre δημιούργησε έναν πανίσχυρο στρατό και έναν μηχανισμό ασφαλείας, ικανό να καταστείλει όλους τους πιθανούς αντιπάλους του. Όταν άρχισε να φθίνει η δυναμική της Μόσχας και η έκβαση του Ψυχρού Πολέμου να «γέρνει» προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το δικτατορικό καθεστώς εναρμονίστηκε με τις κατευθυντήριες γραμμές της κραταιάς υπερδύναμης, προκειμένου να μπορέσει να διαχειριστεί τις φυγόκεντρες τάσεις ορισμένων αξιωματούχων – όπερ και εγένετο. Σε μία από τις πιο ειδεχθείς πράξεις της, το 1988, η κυβέρνηση του Mogadishu βομβάρδισε ανηλεώς τις πόλεις Hargeisa και Bur’o στον Βορρά, αφού οι αντάρτες τις είχαν εντάξει στη σφαίρα επιρροής τους, αλλά δίχως κάποιο νόημα.

Η κατάρρευση του διπολικού συστήματος, το 1991, επέφερε την αμετάκλητη πτώση του καθεστώτος Barre και παράλληλα ιδρύθηκαν ολοένα και περισσότερα αντάρτικα κινήματα, τα οποία βύθισαν τη χώρα σε έναν αιμοσταγή εμφύλιο. Η πρωτεύουσα κατέστη το επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, με τις φυλές να μάχονται για την κατάληψη της εξουσίας, ενώ στον Βορρά οι πρεσβύτεροι, που έχαιραν του τοπικού σεβασμού, συνεργάστηκαν με τους ηγέτες των πολιτοφυλακών και κατεύνασαν τα πλήθη, προχωρώντας στη μεγάλη διάσκεψη φυλών στο Bur’o, όπου συμφωνήθηκε η ανεξαρτησία της Σομαλιλάνδης, εντός των ορίων του πρώην βρετανικού προτεκτοράτου, στις 18 Μαΐου 1991. Σε αυτήν την αυτοανακηρυχθείσα οντότητα, το Εθνικό Κίνημα της Σομαλίας (Somali National Movement – SNM), υποστηριζόμενο από μέλη της φυλής Isaaq, αναδείχθηκε στην ισχυρότερη δύναμη, ορκίζοντας μια μεταβατική κυβέρνηση στη νέα πρωτεύουσα, Hargeisa.

Το αντάρτικο κίνημα SNM υπήρξε η ισχυρότερη δύναμη για την ίδρυση της ανεξάρτητης Σομαλιλάνδης. Πηγή εικόνας: Guban Media

Αφότου ανέκυψαν κι άλλες αψιμαχίες μεταξύ των φατριών της Σομαλιλάνδης, το 1993 πραγματοποιήθηκε μια ακόμη διάσκεψη των φυλών, αντικείμενο της οποίας ήταν η παγίωση της ειρήνης και η θέσπιση ενός εθνικού χάρτη. Ο εν λόγω χάρτης χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινό Σύνταγμα και αποκρυστάλλωνε το όραμα της νέας οντότητας, που επιθυμούσε τον σαφή διαχωρισμό των τριών εξουσιών (δικαστικής, νομοθετικής, εκτελεστικής) και την εισαγωγή ενός διθάλαμου Κοινοβουλίου, αποτελούμενο από τη Βουλή των Πρεσβυτέρων (παρόμοια με τη Βουλή των Λόρδων της Αγγλίας) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Τα ανωτέρω αποτέλεσαν ουσιαστικά τη βάση για την υβριδική πολιτική τάξη πραγμάτων, που ενσωμάτωσε τα παραδοσιακά σομαλικά και δυτικά στοιχεία της πολιτικής, ενώ εγγυήθηκε τη σταθερότητα της Σομαλιλάνδης για τα επόμενα χρόνια. Τέλος, ο Πρόεδρος Haji Ibrahim Egal εκδίωξε το SNM από την κυβέρνησή του, αν και ο ίδιος ήταν μέλος της φυλής Isaaq, και μέσω δημοψηφίσματος, το 2001, εγκαθίδρυσε τον πολυκομματισμό, εγκαινιάζοντας μια εποχή μεστής δημοκρατίας στη Σομαλιλάνδη.

Ποια η στάση της διεθνούς κοινότητας;

Η de facto ανεξαρτησία της Σομαλιλάνδης το 1991 δεν πέρασε προφανώς απαρατήρητη από τη διεθνή κοινότητα. Εν πολλοίς, θεωρήθηκε ως μία αντίδραση στην ανασφάλεια εντός του σομαλικού κράτους, το οποίο πάσχιζε να βρει τις ισορροπίες του και να μεταβεί σε ένα πολίτευμα που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα των διαφόρων φυλών. Για τον λόγο αυτό, οι Η.Π.Α. και η Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν αναγνωρίζουν τη μονομερή πράξη της Σομαλιλάνδης αλλά συνεργάζονται για τη σταθεροποίηση της Σομαλίας – κίνηση ιδιαίτερα ευεργετική για την Ιταλία που είναι κατά της απόσχισης λόγω των αποικιακών δεσμών με το νότιο τμήμα της χώρας. Στη Μαύρη Ήπειρο, η Αίγυπτος υποστηρίζει σθεναρά την ενωμένη Σομαλία, μιας και θα λειτουργεί ως αντίβαρο στην Αιθιοπία, με την οποία ενυπάρχει ένας έντονος ανταγωνισμός για την εκμετάλλευση του Νείλου, και η πλειονότητα των αραβικών κρατών δηλώνει πως είναι προτιμότερη μια ενωμένη, ισχυρή σουνιτική Σομαλία στο Κέρας. Αξίζει να σημειωθεί πως ο πιο σημαντικός παράγοντας που εμποδίζει όλες τις αφρικανικές χώρες να αναγνωρίσουν τη Σομαλιλάνδη είναι η αποφασιστικότητα της Αφρικανικής Ένωσης, ισχυριζόμενη ότι τα αποικιοκρατικά σύνορα δεν δύνανται να αλλάξουν (μοναδικές τρανταχτές εξαιρέσεις η Ερυθραία και το Νότιο Σουδάν).

Η Ταϊβάν έχει προχωρήσει σε στενή συνεργασία με τη Σομαλιλάνδη, δείχοντας έμπρακτα την αλληλεγγύη της, μιας και βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Πηγή εικόνας: middle-east-online.com

Στον αντίποδα, η Δημοκρατία της Κίνας, γνωστή ως Ταϊβάν, μόλις τον Αύγουστο του 2020 εγκαινίασε ένα γραφείο αντιπροσώπευσης στη Σομαλιλάνδη, με την αφρικανική δημοκρατία να προβαίνει σε αντίστοιχη ενέργεια έναν μήνα αργότερα. Πέραν του συμβολικού χαρακτήρα, ελέω του κοινού αισθήματος απομόνωσης που βιώνουν οι δύο οντότητες, εκείνο το γεγονός υπήρξε το εφαλτήριο για τη σύναψη πολλών συμφωνιών συνεργασίας, σε τομείς όπως η αλιεία, η γεωργία, οι τηλεπικοινωνίες και ο εμβολιασμός κατά του κορωνοϊού. Μάλιστα, φέτος, συναντήθηκαν για πρώτη φορά οι Υπουργοί Εξωτερικών της Ταϊβάν και της Σομαλιλάνδης, στο πλαίσιο της εμβάθυνσης της διμερούς τους σύμπραξης σε περαιτέρω ζητήματα. Βέβαια, η ταχεία ανάπτυξη του λιμανιού Berbera της Σομαλιλάνδης και η χρήση της Ειδικής Οικονομικής της Ζώνης για επενδύσεις έχουν οδηγήσει πολλές αλλοδαπές εταιρείες στην οικονομική προσέγγιση της αφρικανικής οντότητας, προερχόμενες από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Μ. Βρετανία, την Ολλανδία και την πανταχού παρούσα Τουρκία.

Τι μέλλει γενέσθαι;

Μέσα στη δίνη της πανδημίας των τελευταίων τριών ετών και την οικονομική καταβαράθρωση της παγκόσμιας αγοράς, η Σομαλιλάνδη δεν στάθηκε αλώβητη. Υπέστη βαριά τραύματα, τα οποία οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη διεθνή της απομόνωση, δίχως όμως να κάνει ολική οπισθοδρόμηση. Ειδικότερα, διεξήγαγε ελεύθερες εκλογές το 2021 και η αλλαγή της εξουσίας έγινε ομαλά, έχοντας παρόντες παρατηρητές από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη στιγμή που η Σομαλία βίωνε ένα déjà vu της μακροχρόνιας κρίσης της. Επομένως, αυτή η αξιοθαύμαστη οντότητα που πράττει ήδη σαν ανεξάρτητο κράτος, προάγοντας τη δημοκρατία, τι πρέπει να κάνει για να θεωρηθεί ισάξιος «παίκτης» της διεθνούς σκακιέρας; Τριάντα ένα χρόνια μετά και το ερώτημα παραμένει…


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Why not recognize independent Somaliland?, The World, διαθέσιμο εδώ
  • Somaliland: 30 Years of De Facto Statehood, and No End In Sight, ISPI Online, διαθέσιμο εδώ
  • Somaliland, an unrecognised state, is winning friends abroad, The Economist, διαθέσιμο εδώ
  • When is a nation not a nation? Somaliland’s dream of independence, The Guardian, διαθέσιμο εδώ
  • Σομαλιλάνδη: Ένα κυρίαρχο κράτος – όαση σταθερότητας αξιώνει διεθνή αναγνώριση!, DefencePoint.gr, διαθέσιμο εδώ

Πηγή: offlinepost.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις19 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις34 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή