Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Προκόπης Παυλόπουλος: “Από την Κλιματική Αλλαγή στην Κλιματική Κρίση: Πρόσφοροι «δείκτες πορείας» για την ερμηνεία του Συντάγματος”

Δημοσιεύτηκε στις

Στην ομιλία του, με τίτλο: «Από την Κλιματική Αλλαγή στην Κλιματική Κρίση: Πρόσφοροι “δείκτες πορείας” για την ερμηνεία του Συντάγματος», κατά τον διάλογο που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών με θέμα: «Περιβαλλοντικές και θεσμικές διαστάσεις της Κλιματικής Κρίσης», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής :

Πρόλογος

Ολοένα και περισσότερο εδραιώνεται η πεποίθηση ότι στην εποχή μας κυριαρχεί ένα αίσθημα αβεβαιότητας το οποίο καταλήγει, μεταξύ άλλων,  και στην έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς την ικανότητα του κρατικού μηχανισμού να διαχειρισθεί «τις τύχες» του κοινωνικού συνόλου μέσα στην δίνη των σύγχρονων μεγάλων και «πολυπρισματικών» προκλήσεων. Επέκεινα δε και στην έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τις δυνατότητες του Κράτους Δικαίου αλλά και των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εν γένει να υπερασπισθούν την αξία του Ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.  Αυτό το αίσθημα αβεβαιότητας οφείλεται, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, στις «αναταράξεις» που προκαλούν, στο πλαίσιο του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι, από την μια πλευρά ορισμένες πτυχές της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης.  Και, από την άλλη πλευρά, η οικολογική ανισορροπία λόγω της ραγδαίας Κλιματικής Αλλαγής, η οποία έχει πάρει εδώ και καιρό τα χαρακτηριστικά μιας άκρως δυσοίωνης και «βασανιστικώς» επιδεινούμενης Κλιματικής Κρίσης.   Είναι προφανές ότι οι δύο αυτές αιτίες δημιουργίας του αισθήματος αβεβαιότητας συνδέονται μεταξύ τους, αν αναλογισθεί κανείς το ότι η «μετάπτωση» της Κλιματικής Αλλαγής σε Κλιματική Κρίση έχει τις ρίζες της, εν πολλοίς, και στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν ισχυροί και καταλυτικώς επιδραστικοί φορείς της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης την οικονομική ανάπτυξη in globo και τους όρους εκδήλωσης της εντεύθεν εκδηλούμενης  επιχειρηματικής δραστηριότητας, η οποία την προωθεί  παγκοσμίως.  Μια οικονομική ανάπτυξη η οποία, επιπροσθέτως και δίχως προσχήματα πια, ουδόλως ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις της αυθεντικής αειφορίας και, κατά συνέπεια, της γνήσιας βιωσιμότητας.

Α. Για την ακρίβεια, τις συνθήκες αβεβαιότητας για το μέλλον που, όπως ήδη σημειώθηκε, προκαλούν οι ιδιομορφίες της σύγχρονης Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και η «επικυριαρχία» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού» -η οποία επέρχεται πρωτίστως λόγω αυτών των ιδιομορφιών- επιτείνει η οικολογική ανισορροπία.  Μια ανισορροπία η οποία μάλιστα βαίνει «καλπάζοντας» επί τα χείρω για τον Πλανήτη, όντας απόρροια ενός ανεύθυνου, διεθνώς, «μιθριδατισμού» ως προς τις επιπτώσεις της, και μιας καταστροφικής «επιμηθεϊκής» νοοτροπίας ως προς τα επώδυνα αποτελέσματα των επιπτώσεων τούτων.  Πρέπει δε να διευκρινισθεί ότι οι συνθήκες αβεβαιότητας για το μέλλον του Ανθρώπου και της Ανθρωπότητας, λόγω της προϊούσας οικολογικής ανισορροπίας στον Πλανήτη, έχουν ως βασικές αιτίες αφενός τις  οικονομικές επιπτώσεις της παγκοσμίως, οι οποίες επιβαρύνουν δραματικά και την παγκόσμια οικονομική κρίση και τις εξ αυτής αναφυόμενες ανισότητες.  Ανισότητες, οι οποίες εξανεμίζουν το κατά κεφαλήν εισόδημα και γιγαντώνουν τις διαστάσεις  της φτώχειας, με όλες τις συνακόλουθες κοινωνικές «εκρήξεις» που κάθε άλλο παρά προετοιμάζουν ασφαλώς τις συνθήκες μιας στοιχειωδώς ομαλής και δημιουργικής κοινωνικής συμβίωσης.   Και, αφετέρου -κάτι το οποίο δεν πρέπει να αγνοούμε, το αντίθετο μάλιστα- την καταστροφική, κυριολεκτικώς, επιβάρυνση των συνθηκών ζωής, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα καθώς και στις οικονομικώς χειμαζόμενες Χώρες. Ουδείς δε δικαιούται να υποστηρίζει ότι αυτή η, εξίσου καταστροφική, πραγματικότητα του είναι άγνωστη όταν, σε καθημερινή βάση, τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο την αποτυπώνουν «δια ζώσης», εκπέμποντας ταυτοχρόνως -ακόμη και αν δεν το επιδιώκουν ευθέως– «ηχηρά» σήματα κινδύνου γι’ αυτό που μας περιμένει στο άμεσο και, ακόμη περισσότερο, στο απώτερο μέλλον.

Β.  Υπό τα ως άνω δεδομένα πολλά είναι εκείνα που πρέπει να γίνουν επειγόντως -άλλωστε είμαστε πολύ κοντά, αν δεν το έχουμε ήδη υπερβεί, στο «σημείο μηδέν»- για την αποτελεσματική λήψη των μέτρων, προληπτικών και κατασταλτικών, τα οποία με βάση τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα μπορούν ν’ ανακόψουν την «επέλαση» της οικολογικής ανισορροπίας ή, όσο αυτό είναι εφικτό, και να διευκολύνουν την σταδιακή επάνοδο σε συνθήκες επαρκούς οικολογικής ισορροπίας και πραγματικής αειφόρου και βιώσιμης ανάπτυξης.   Όμως στοιχειώδεις λόγοι σεβασμού του ανθρωπιστικού «πυρήνα» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας -άρα της Ελευθερίας, γενικώς,  και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- επιβάλλουν και ανάλογης σημασίας και εμβέλειας προσαρμογές ή και αλλαγές στην δομή της ίδιας της Έννομης Τάξης και στις μεθόδους ερμηνείας των κανόνων δικαίου που την συνθέτουν, με «κολοφώνα» τις διατάξεις της «βάσης» και της «κορυφής» της, ήτοι του Συντάγματος. Επικεντρώνοντας την ανάλυση στα δεδομένα της Ελληνικής Έννομης Τάξης, η μείωση των επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης  -η οποία είναι καταδήλως «παρούσα» και στην Χώρα μας-  επιβάλλει όχι μόνο την θέσπιση των κατάλληλων κανόνων δικαίου αλλά και την ερμηνεία των ισχυουσών κανονιστικών ρυθμίσεων υπό το πρίσμα του θεσμικού «προτάγματος» της προστασίας  του Περιβάλλοντος και της κανονιστικής «θωράκισης» του εκάστοτε διαμορφούμενου «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου».  Και εδώ αποκτά, οπωσδήποτε, βαρύνουσα σημασία -πέραν της ερμηνείας των ειδικών διατάξεων του άρθρου 24 περί προστασίας του Περιβάλλοντος- η ερμηνεία συγκεκριμένων θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος, ιδίως δε των γενικών ρητρών που εμπεδώνουν κανονιστικώς τον Ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα.  Ήτοι των γενικών ρητρών των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1,  για τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου, 5 παρ. 1,  για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του καθώς και  25 παρ. 1, για τις ουσιαστικές θεσμικές συνιστώσες του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου.  Προς αυτή, και μόνο, την κατεύθυνση κινούνται και οι σκέψεις που έπονται, με την προηγούμενη προσθήκη μιας σύντομης περιγραφής του πώς και γιατί η Κλιματική Αλλαγή έχει «μεταλλαχθεί» σε τέτοιο βαθμό ώστε, όπως ήδη επισημάνθηκε, να φέρει πια όλα τα χαρακτηριστικά της δραματικώς επιδεινούμενης Κλιματικής Κρίσης. 

Ι. Η Κλιματική Κρίση ως συνέπεια της ανεύθυνης ανθρωπογενούς παρέμβασης εκτός των ορίων της «φυσιολογικής» Κλιματικής Αλλαγής 

Τα σύγχρονα, πλήρως τεκμηριωμένα, επιστημονικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι, όπως προεκτέθηκε ακροθιγώς, η Κλιματική Κρίση  επέρχεται ως απόρροια της υπέρβασης των ακραίων ορίων της έκπαλαι «φυσιολογικώς» εξελισσόμενης Κλιματικής Αλλαγής λόγω της αλόγιστης παρέμβασης εξωγενών παραγόντων, προεχόντως δε λόγω της ανθρωπογενούς, lato sensu οικονομικής, παρέμβασης.  Συγκεκριμένα δε μιας παρέμβασης  η οποία επιχειρείται, δήθεν, «στο όνομα» της οικονομικής ανάπτυξης και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής, πλην όμως στην πράξη οργανώνεται και εκτελείται κατά παράβαση βασικών επιστημονικών κανόνων που ορίζουν υπό ποιες προϋποθέσεις διασφαλίζεται η, απαραίτητη για την «σωτηρία» του Πλανήτη, οικολογική ισορροπία σε συνδυασμό με την αειφόρο και βιώσιμη ανάπτυξη.   Με άλλες λέξεις,  η Κλιματική Κρίση δεν είναι «προέκταση» της «φυσιολογικώς» εξελισσόμενης Κλιματικής Αλλαγής, αλλά σχεδόν αποκλειστικώς οιονεί «νομοτελειακή» συνέπεια επιμέρους δραστηριοτήτων του Ανθρώπου. Δραστηριοτήτων,  οι οποίες είτε από άγνοια και λάθος εκτιμήσεις είτε και από μια μορφή «επιμηθεϊκής» αδιαφορίας αναπτύσσονται αγνοώντας θεμελιώδεις κανόνες των Θετικών Επιστημών σχετικά με την ιδιοσυστασία και την προοπτική του εν γένει Φυσικού Περιβάλλοντος, εν τέλει δε αυτού τούτου του Πλανήτη.  Τούτο συνάγεται, ευχερώς, και από τα εξής:

Α. Το «διάνυσμα» από τις φυσικές στις ανθρωπογενείς διεργασίες «υποκίνησης» της Κλιματικής Αλλαγής

Ο Αριστοτέλης, στο βιβλίο του «Μετεωρολογικά», καθόρισε, τον 4ο αιώνα π.Χ., τις κλιματικές ζώνες της Γης.  Στο ίδιο σύγγραμμα περιγράφονται και οι κλιματικές μεταβολές που παρατηρούνται στην Φύση και χαρακτηριστικά αναφέρει: «Οι ίδιοι τόποι στην Γη δεν είναι ούτε πάντα ξηροί ούτε πάντα υγροί, αλλά με κάποιο νόμο μεταλλάσσονται μέσα στους αιώνες».  Η παρατηρητικότητα του Αριστοτέλους βοήθησε τους ερευνητές, έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, να συμπεράνουν ότι οι κλιματικές αλλαγές επέρχονται μέσα σε χιλιάδες χρόνια.  Και τούτο διότι οι κλιματικές αλλαγές οφείλονται σε μακροχρόνιες μεταβολές τόσο του σχήματος της τροχιάς της Γης γύρω από τον ήλιο, όσο  και της κλίσης του άξονα περιστροφής του Πλανήτη μέσα σε δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

  1. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, και ιδιαίτερα κατά τον 20ό  αιώνα, κατέστη σαφές ότι δεν είναι, δυστυχώς, μόνον οι μακροχρόνιες μεταβολές που μπορούν ν’ αλλάξουν το κλίμα αλλά και ο ίδιος ο Άνθρωπος. Και δη σε βαθμό ώστε αυτή η αλλαγή κλίματος να λάβει διαστάσεις βαθιάς και επικίνδυνης κρίσης. 

α) Προφητικά, ο Svante Arrhenius[1] υπολόγισε, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, ότι τυχόν διπλασιασμός του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα του Πλανήτη θα οδηγούσε στο φαινόμενο της «Θερμής Οικίας» («Hot House»), κατά το οποίο η μέση θερμοκρασία σε αυτή θ’ αυξηθεί περισσότερο από 2 βαθμούς Κελσίου. 

β) Κατά τον 20ό αιώνα η θεωρία αυτή ονομάσθηκε «Φαινόμενο του Θερμοκηπίου».  Kαι έχει ήδη αποδειχθεί ότι τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα -που είναι ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες του θερμορυθμιστικού συστήματος της Γης- έχουν αυξηθεί περισσότερο από 25%.  Η τάση, παγκοσμίως, παραμένει αυξητική και όλα μαζί τα ονομαζόμενα «αέρια του θερμοκηπίου» έχουν υπερθερμάνει την Γη -κατ’ εξοχήν τα τελευταία 50 χρόνια- προκαλώντας μιαν ανθρωπογενούς προέλευσης ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση του κλίματος.

  1. Ο Καθηγητής Paul Crutzen[2]ονόμασε αυτή την τελευταία περίοδο  «Ανθρωπόκαινο».  Λέξη  σύνθετη,  την οποία διαμορφώνουν οι επιμέρους λέξεις «άνθρωπος» και «καινός» και η οποία σημαίνει, κατ’ ουσία, την «πρόσφατη περίοδο». 

α) Στην διεθνή ορολογία επικράτησε να λέγεται η ως άνω περίοδος «Anthropocène».  Σε αυτή την «Ανθρωπόκαινο» περίοδο τα περισσότερα κράτη του Πλανήτη αποδέχθηκαν, ήδη από την Διάσκεψη του Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992, τις ενδείξεις ότι ο Άνθρωπος μπορεί να παρέμβει στην Φύση μεταβάλλοντας το κλίμα με τέτοιο τρόπο,  ώστε να  συμβαίνουν  συχνότερα  ακραία  καιρικά φαινόμενα σε παγκόσμια κλίμακα.  Σε πολλές περιπτώσεις τ’ ακραία κλιματικά φαινόμενα έχουν μεγάλα και καταστροφικά αποτελέσματα, από τον Αρκτικό κύκλο έως και την Ανταρκτική. 

β) Η συχνότητα εμφάνισης των ακραίων καιρικών φαινομένων εντείνεται, μ’ εντυπωσιακό ρυθμό, εξ ου και η «επιβαρυντική μετάβαση» από την Κλιματική Αλλαγή στην Κλιματική Κρίση.  Έτσι π.χ. στην Ευρώπη κάθε χρόνο περίπου 5% των Ευρωπαίων αντιμετωπίζουν ένα ακραίο κλιματικό γεγονός, όπως έναν καύσωνα, μια πλημμύρα, μια ξηρασία.  Στα δε προσεχή 50 χρόνια το ποσοστό αυτό αναμένεται ότι θ’ αυξηθεί πάνω από 60%.

  1. Μια από τις πιο απτές αποδείξεις για το ότι βρισκόμαστε πια -και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο- στην εποχή της Κλιματικής Κρίσης είναι και η ραγδαία άνοδος της μέσης θερμοκρασίας στον Πλανήτη. Ειδικότερα:

α) Σύμφωνα με τις μετρήσεις, οι οποίες έχουν αρχίσει να διεξάγονται με αξιόπιστο τρόπο από το 1850, ο Πλανήτης έζησε κατά την τελευταία δεκαετία τα πέντε πιο θερμά έτη της μεταβιομηχανικής εποχής, με το 2023 να είναι το θερμότερο όλων.  Τις μετρήσεις αυτές επιβεβαίωσε και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Κλιματικής Αλλαγής «Copernicus».  Κατά την υπηρεσία αυτή η μέση θερμοκρασία του Πλανήτη ξεπέρασε κατά 1,48 βαθμούς Κελσίου τα επίπεδα του 19ου αιώνα, πλησιάζοντας πλέον «απειλητικά» τον στόχο της «Διάσκεψης των Παρισίων», του 2015, ήτοι τον στόχο να μην ξεπεράσει αυτή η άνοδος της θερμοκρασίας τους 1,5 βαθμούς Κελσίου.  Αυτά τα στοιχεία μετρήσεων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Κλιματικής Αλλαγής «Copernicus» επιβεβαίωσε προσφάτως και η εξαιρετικά έγκυρη εν προκειμένω Μετεωρολογική υπηρεσία της Ιαπωνίας, υπολογίζοντας την άνοδο της μέσης θερμοκρασίας του Πλανήτη σε 1,43 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα επίπεδα του 19ου αιώνα.

β) Η προμνημονευόμενη δραματική υπερθέρμανση του Πλανήτη οφείλεται, σύμφωνα με όλα τα σύγχρονα τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα, πρωτίστως στην συνεχιζόμενη αύξηση των «αερίων του θερμοκηπίου» στην ατμόσφαιρα και προκαλείται,  κατά το μεγαλύτερο μέρος της,  από την καύση ορυκτών καυσίμων.  Μια καύση η οποία κατά τις ισχύουσες διεθνείς συνθήκες έπρεπε να έχει μειωθεί δραστικά, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να καθίσταται εφικτό  -το αντίθετο μάλιστα-  δοθέντος ότι ιδίως ισχυρές Χώρες με εξαιρετικά μεγάλη βιομηχανική παραγωγή αρνούνται στην πράξη, εμμέσως ή και αμέσως και ευθέως, να τηρήσουν τις συμπεφωνημένες διεθνείς προδιαγραφές εκπομπών «αερίων του θερμοκηπίου».  Και μάλιστα με κάποιες από τις ηγεσίες τους να φθάνουν σε τέτοιο σημείο πολιτικής ανευθυνότητας ώστε ν’ αμφισβητούν, απροκαλύπτως, ακόμη και την ίδια την ύπαρξη Κλιματικής Κρίσης στον Πλανήτη.   Αποτέλεσμα μιας τέτοιας τακτικής είναι και το γεγονός ότι η Κλιματική Κρίση και «παρούσα» είναι και επιδεινώνεται με γεωμετρική πρόοδο.  Για παράδειγμα το 2023  το διοξείδιο του άνθρακα, δηλαδή το καταλυτικό για την υπερθέρμανση του Πλανήτη «θερμοκηπικό αέριο», άγγιξε συγκεντρώσεις οι οποίες φθάνουν στα επίπεδα των 420 ppm, από μόλις 380 ppm που ήταν το πολύ κοντινό 2006.  Υπό την επιρροή αυτής της άκρως δυσοίωνης κατάστασης, το Global Carbon Project οδηγήθηκε, μοιραίως, και στην εξής «αποφράδα» επισήμανση: Ενώ οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έπρεπε, όπως ήδη σημειώθηκε, να μειώνονται, συνεχώς και με επιταχυνόμενο ρυθμό, κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν συνέβη,  αλλά το 2023 είχαμε αύξηση κατά 1,1%,  με τις σχετικές εκλύσεις να «εκτοξεύονται» στους 40,9 γιγατόνους. 

  1. Το «υπέρτατο στάδιο» της Κλιματικής Κρίσης θα μπορούσε να είναι αυτό το οποίο εμφανίζεται σήμερα, και δη με αδιασείστως τεκμηριωμένα στοιχεία, ως σενάριο «Κλιματικής Κατάρρευσης» («Climate Breakdown»). Με την αναγκαία προσθήκη πως ο όρος αυτός δεν είναι επιστημονικώς ακριβής -απλώς χρησιμοποιείται εν είδει «ηχηρού» σήματος S.O.S. για το μέλλον του Πλανήτη- αφού δεν νοείται, κατ’ επιστημονική κυριολεξία, «κλιματική κατάρρευση». Εκείνο το οποίο συνιστά υπαρκτό και μέγιστο κίνδυνο, λόγω της αμείωτης επιδείνωσης της Κλιματικής Κρίσης, είναι ένα είδος «βίαιης» προσαρμογής του Κλίματος στα νέα «εφιαλτικά» επίπεδα συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

α) Και τούτο διότι μια τέτοια «βίαιη» προσαρμογή οδηγεί -και μάλιστα με ολοένα και εντεινόμενη την αδυναμία αναστροφής του «μοιραίου»– σε «κατάρρευση», λόγω υπερθέρμανσης, όλο το οικοσύστημα του Πλανήτη υπό τις ως τώρα γνωστές συνθήκες έστω και ασταθούς ισορροπίας του.  Επέκεινα δε μπορεί εν δυνάμει να οδηγήσει στην εξαφάνιση του Ανθρώπου και του Πολιτισμού του, άρα σε μαζικό αφανισμό.  Η τραγική αυτή αλήθεια δεν μπορεί και δεν πρέπει ν’ αποκρυβεί, κατ’ ουδένα τρόπο.  Εξ ου και η έκκληση που υπέγραψαν το 2019 περισσότεροι από 11.000 επιστήμονες από 153 Χώρες, «εκπέμποντας» το σύνθημα: «Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους» («tell it like it is»).

β) Είναι δε εξαιρετικά χαρακτηριστική και «ηχηρή» η παρέμβαση του γνωστού φυσιοδίφη και φυσικού David Attenborough κατά την διάρκεια της Διεθνούς Διάσκεψης για το Κλίμα που συγκλήθηκε στην Πολωνία το 2018: «Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μιαν ανθρωπογενή καταστροφή πλανητικών διαστάσεων, την μεγαλύτερη απειλή εδώ και χιλιάδες χρόνια, δηλαδή την Κλιματική Αλλαγή.  Αν δεν δραστηριοποιηθούμε αμέσως, η κατάρρευση του Πολιτισμού μας και η εξαφάνιση μεγάλου μέρους του Φυσικού Περιβάλλοντος είναι πλέον ορατή στον ορίζοντα». Το ίδιο χαρακτηριστική και «ηχηρή» «αντηχεί», και τώρα, η διαπίστωση που έκανε το 2017 ο καθηγητής Gerardo Ceballos, ο οποίος έχει ηγηθεί σειράς ερευνών και μελετών σχετικά με τους ανησυχητικώς αυξανόμενους ρυθμούς εξαφάνισης των ειδών: «Η κατάσταση είναι σήμερα τόσο άσχημη, ώστε θα ήταν κυριολεκτικώς ανήθικο να μην χρησιμοποιούμε γι’ αυτή  την αρμόζουσα σκληρή γλώσσα».

γ) Αυτές οι «κραυγές αγωνίας» δεν ενέχουν τίποτα το υπερβολικό -και πολύ περισσότερο ανακριβές- αν συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι το «τρομακτικό» σενάριο της «αυτοτροφοδοτούμενης» Κλιματικής Αλλαγής δεν είναι αποκύημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά είναι καθ’ όλα υπαρκτός και επιστημονικώς αποδεκτός άμεσος κίνδυνος. Πρόκειται για την επιστημονική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπογενούς προέλευσης υπερθέρμανση του Πλανήτη θέτει σε λειτουργία κλιματικής υφής μηχανισμούς που συνεπάγονται μιαν «αυτοτροφο-δοτούμενη» περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας σε πλανητικό επίπεδο.  Αύξηση την οποία, ακριβώς λόγω της φυσικής ιδιοσυστασίας της, δεν μπορεί ν’ ανακόψει ή και να σταματήσει η ανθρώπινη παρέμβαση, ακόμη και με τα πιο εξελιγμένα επιστημονικά μέσα.  Κατ’ ακρίβεια, την «αυτοτροφοδοτούμενη» Κλιματική Αλλαγή επιτρέπουν κατά κύριο λόγο οι «Μηχανισμοί Ανάδρασης» («Feedback Loops»)  του κλιματικού συστήματος.  Τέτοιοι μηχανισμοί είναι π.χ. το λιώσιμο των μεγάλων όγκων πάγου που περιέχουν τεράστιες ποσότητες μεθανίου, το λιώσιμο των υδριτών μεθανίου που παραμένουν «εγκλωβισμένοι» στους ωκεανούς και η γενικευμένη πια αποδυνάμωση της ικανότητας των Ωκεανών και της Γης ν’ απορροφούν και να συγκρατούν τον άνθρακα.

Β.  Σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις της Κλιματικής Κρίσης

Στο πλαίσιο μιας, μερικής βεβαίως, οικονομικής ανάλυσης, είναι χρήσιμο ν’ αναφερθεί και το ακόλουθο παράδειγμα για την Ελλάδα, το οποίο όμως, κατά βάθος αφορά όχι μόνο την Χώρα μας αλλά και όλο τον Πλανήτη: 

  1. Από τ’ αποτελέσματα της Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες, αντίστοιχες, εκτιμήσεις στην διεθνή βιβλιογραφία προκύπτει ότι, σε αμιγώς οικονομικό επίπεδο, το κόστος της ανθρωπογενούς κλιματικής μεταβολής για την Ελλάδα, έως το τέλος του 21ουαιώνα -φυσικά εάν δεν γίνει καμία παρέμβαση- θ’ ανέβει στο εξωφρενικό ποσό των 700 δισεκατομμυρίων ευρώ! 

α) Δηλαδή το κόστος στην Χώρα μας θα είναι περισσότερο από το διπλάσιο του εξωτερικού μας χρέους! Σύμφωνα με την ίδια Έκθεση, το κόστος αυτό θα μειωθεί περίπου στο μισό εάν γίνει μια συστηματική προσαρμογή ολόκληρης της Χώρας στα νέα δεδομένα, στην νέα αυτή κατάσταση. Τα νέα δεδομένα δείχνουν, πέρα από κάθε αμφιβολία -όπως προκύπτει και από τις Εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή αλλά και από τα έγγραφα που διανεμήθηκαν στην Διάσκεψη των Παρισίων,  τον Δεκέμβριο του 2015- ότι ο στόχος, ο οποίος τέθηκε στο Παρίσι να ληφθούν μέτρα προκειμένου η μέση θερμοκρασία του Πλανήτη να μην ξεπεράσει τον 1,5 βαθμό Κελσίου, είναι ένα «ευοίωνο» αλλά και εφικτό ζητούμενο. 

β) Τα μέτρα που απαιτούνται για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, όπως προτείνει η Επιστημονική Κοινότητα, αποτελούν μια μοναδική  ευκαιρία για την Ανθρωπότητα για ν’ «απεξαρτηθεί» το ζήτημα της ενέργειας από την καύση ορυκτών καυσίμων.  Δίνοντας έμφαση στις νέες τεχνολογίες των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της εξοικονόμησης ενέργειας και της κατανάλωσης των φυσικών πόρων, μπορούμε να φθάσουμε αφενός σε καθαρότερο και ασφαλέστερο Περιβάλλον και, αφετέρου, στην δημιουργία πολλών νέων θέσεων εργασίας.

  1. Επομένως, η ανθρωπογενής παρέμβαση στο κλίμα -αν βεβαίως την δει κανείς από την σκοπιά όχι της «παλαιάς κοπής» «Βιομηχανικής Επανάστασης» αλλά μιας «Επανάστασης», η οποία στηρίζεται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε τεχνολογίες και δράσεις φιλικές προς το Περιβάλλον και τον Άνθρωπο- μπορεί να οδηγήσει και στην συνειδητοποίηση του ότι τα λάθη του παρελθόντος πρέπει να μας αναγκάσουν ν’ αλλάξουμε σελίδα προς μια νέα μορφή καθαρότερης και ασφαλέστερης πόλης, προς μια νέα εποχή όπου η ισορροπία ανάμεσα στην βιόσφαιρα και στον Πλανήτη τελικώς θα διατηρηθεί. 

α)  Το κόστος, σε αυτή την νέα εποχή, θα είναι πολύ μικρότερο από την τραγωδία με τις εκατόμβες των θυμάτων που αντιμετωπίσαμε κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ως συνέπεια της έντασης της συχνότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων.  Το κόστος αυτό θα είναι μάλιστα αμελητέο σε σχέση με το κόστος που θα έχουμε, προς το τέλος του 21ου αιώνα, στην περίπτωση κατά την οποία δεν θα εφαρμόσουμε, με συνέπεια και στο ακέραιο, το «Σύμφωνο των Παρισίων», του 2016.

β) Χαρακτηριστικά -και μ’ επίκεντρο την αμιγώς οικονομική ανάλυση- αναφέρεται  ότι, σ’ Ευρωπαϊκό επίπεδο, πολύ πρόσφατες έρευνες υπολογίζουν πως χωρίς την Πανευρωπαϊκή προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, έως το τέλος του 21ου αιώνα το κόστος από τις πλημμύρες στις παράκτιες περιοχές της Ευρώπης θα ξεπεράσει τα 900 δισεκατομμύρια ευρώ!  Και αυτός είναι μόνον ένας παράγοντας.  Χώρες, λοιπόν, όπως το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες αλλά και Χώρες με μεγάλη ακτογραμμή, όπως η Ελλάδα, είναι πιθανό να μην μπορέσουν ν’ αντέξουν σε αυτά τα «μυθώδη» κόστη μη προσαρμογής και αδιαφορίας απέναντι σε μια Φύση, η οποία εδώ και καιρό μας δείχνει καθαρά ότι η «Ανθρωπόκαινος Περίοδος» θα είναι εξαιρετικά επώδυνη. Προεχόντως δε σ’ επίπεδο ανθρώπινων απωλειών που, βεβαίως, συνιστούν και την πιο καταλυτική συνέπεια.

  1. Τους βασικούς άξονες μιας αποτελεσματικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της προαναφερόμενης, άκρως δυσοίωνης, εξέλιξης λόγω της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης καθορίζει -μεταξύ άλλων οπωσδήποτε- από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης η «Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία», όπως δρομολογήθηκε από την Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2019. Η «Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» αφενός συντίθεται από μια δέσμη μέτρων, η συνεπής εφαρμογή των οποίων κατατείνει στην μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέχρις ότου επιτευχθεί ένα ουδέτερο ισοζύγιο. Και, αφετέρου, αποσκοπεί, εν τέλει και παραλλήλως, στην διασφάλιση μιας δίκαιης, υγιούς και ευημερούσας κοινωνίας για τις μελλοντικές γενιές.  Ειδικότερος, πλην όμως καίριος από κάθε άποψη, στόχος της «Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας» είναι να καταστεί η Ευρώπη η πρώτη κλιματικώς ουδέτερη Ήπειρος το αργότερο έως το 2050.  Τούτο, βεβαίως και συνακόλουθα, προϋποθέτει και απαιτεί όσο το δυνατό μεγαλύτερη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και, ταυτοχρόνως, όσο το δυνατό μεγαλύτερη αύξηση των απορροφήσεων των αερίων του θερμοκηπίου από την ατμόσφαιρα, έτσι ώστε να προσεγγίσουμε την μείζονα επιδίωξη των «μηδενικών καθαρών εκπομπών».

ΙΙ. Οι Ανθρωποκεντρικές «συνιστώσες» του Συντάγματος στην δίνη της Κλιματικής Κρίσης

    Τα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως ως προς τις, πλανητικών διαστάσεων, κλιματικές αλλαγές εξαιτίας της αλόγιστης ανθρωπογενούς παρέμβασης στο Φυσικό Περιβάλλον εν γένει αρκούν για να καταδείξουν μ’ ενάργεια, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Οι επιπτώσεις της «μετάλλαξης» της Κλιματικής Αλλαγής σε Κλιματική Κρίση -ακριβώς λόγω της «καταγωγής» της και της εντεύθεν αρνητικής επίδρασής της στο όλο οικοσύστημα του Πλανήτη- έχουν διαμορφώσει μιαν άκρως «δυστοπική» προοπτική για την πορεία του Ανθρώπου και της Ανθρωπότητας.  Σε πολύ γενικές γραμμές, το πεδίο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η ανθρώπινη δημιουργία και η κοινωνική συνύπαρξη  -από τις πιο απλές μορφές τους έως τις πιο σύνθετες, που αφορούν την δημιουργία και την σύμπραξη των Κρατών και των Λαών εντός της Διεθνούς Κοινότητας- υφίσταται τις συνέπειες μιας εφιαλτικής, δίχως υπερβολή, επιδείνωσης, η οποία μάλιστα τείνει να πάρει «ενδημικές» διαστάσεις εξαιτίας της ολιγωρίας ή και της απραξίας μπροστά στις αντίστοιχες κρίσιμες προκλήσεις. Το υποβαθμισμένο Κλίμα, μέσα στο οποίο καλείται να ζήσει και να δημιουργήσει ο Άνθρωπος σε  όλα τα «μήκη και τα πλάτη» του Πλανήτη, καθιστά την ζωή πραγματικό «βίο», κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι ανισότητες, οι οποίες διευρύνονται αδιαλείπτως, και δη με γεωμετρική πρόοδο, τόσο στο πλαίσιο κάθε Κράτους όσο και, κατ’ εξοχήν μάλιστα, διεθνώς  -ήτοι μεταξύ Κρατών και Λαών-  και οι οποίες περαιτέρω διευρύνουν αντιστοίχως το χάσμα μεταξύ πλούσιων και πτωχών, «προσθέτουν» ένα ακόμη «κυκλώπειο» βάρος στον Άνθρωπο και στο κοινωνικό σύνολο, εντός του οποίου αυτός υποχρεούται να ζήσει, να υπερασπισθεί την αξία του και ν’ αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του.  Το «άγος» της μοναξιάς, φθάνοντας στα όρια της καταθλιπτικής απομόνωσης με βασική αιτία την παντελή έλλειψη αλληλεγγύης και συμπαράστασης από και προς τον «συνάνθρωπο», ωθεί τον Άνθρωπο να κινείται σαν «εκκρεμές» μεταξύ παθητικής παράδοσης στην μοίρα του και οργής έναντι κάθε οργανωμένης «αρχής», την οποία θεσπίζει και «εφοδιάζει» με αρμοδιότητες η Έννομη Τάξη εντός του πολιτειακού και πολιτικού συστήματος της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Και κάπως έτσι μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα είχαν πολύ περισσότερα «εναύσματα» για να περιγράψουν σήμερα π.χ. ο André Malraux την «ανθρώπινη μοίρα» ή ο Albert Camus τον «μύθο του Σισύφου».  Υπό αυτές τις προϋποθέσεις  -και για ν’ αναχθούμε στα δεδομένα του Συντάγματός μας και της Έννομης Τάξης μας-  καθίσταται κάτι παραπάνω από προφανές πως σε ό,τι αφορά την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση στην Χώρα μας, αυτή θίγει επικίνδυνα τους ίδιους τους Ανθρωπιστικούς «πυλώνες» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Και τούτο διότι αφού η Κλιματική Κρίση «απογυμνώνει» τον Άνθρωπο από τα μέσα και την διάθεση για να υπερασπισθεί την αξία του και ν’ αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του, προφανώς θίγεται, αναλόγως, ο Ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του Συντάγματος, όπως τον στοιχειοθετούν θεσμικώς πρωτίστως οι παρακάτω γενικές ρήτρες και οι διατάξεις που τις «θωρακίζουν» κανονιστικώς.  Διατάξεις, οι οποίες λόγω της καθοριστικής σημασίας τους για την υπόσταση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εν γένει δεν υπόκεινται, τουλάχιστον στην «συντριπτική» πλειονότητά τους, σε αναθεώρηση σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος.

Α. Η γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος για τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου

Τον Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος «διακηρύσσει» και καθιερώνει, μ’ εμβληματικό τρόπο, πριν απ’ όλα η γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την διάταξη του οποίου «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».  Ο κορυφαίος ρόλος της ρήτρας αυτής αναδεικνύεται και από το ότι το Σύνταγμα, κατά την ρητή διατύπωσή του, ανάγει την υποχρέωση του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του Ανθρώπου όχι απλώς σε «πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» αλλά, επιτακτικώς, «στην» πρωταρχική της υποχρέωση.

  1. Ως προς την κανονιστική σημασία της ρήτρας αυτής αρκεί η εξής «συμπυκνωμένη» επισήμανση:

 

α) Κατά την γραμματική και την τελεολογική ερμηνεία της, είναι ο Άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, ο οποίος επειδή «ενσαρκώνει» τον αποκλειστικό φορέα υπεράσπισης της αξίας του, νομιμοποιείται να κινείται, φυσικά εντός του οικείου κανονιστικού πλαισίου του Συντάγματος, δημιουργικώς στο πεδίο του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι υπό όρους Ελευθερίας και, επομένως, ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του.

β) Ενώ το Κράτος οφείλει να περιορίζεται στον ρόλο του φορέα ο οποίος, μέσω του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του Ανθρώπου, απλώς του διασφαλίζει τις προϋποθέσεις ακώλυτης  -επίσης φυσικά στο πλαίσιο της Έννομης Τάξης- και έμπρακτης ανάδειξής της.  Πρέπει δε να τονισθεί, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση, ότι η προαναφερόμενη κανονιστική εμβέλεια της γενικής ρήτρας της αξίας του Ανθρώπου αποκτά τόσο μεγαλύτερη διάσταση, όσο η «αξία» έχει, όπως αναλύεται στην συνέχεια,  πολύ ευρύτερη προστατευτική εμβέλεια από την «αξιοπρέπεια», την οποία χρησιμοποιούν ορολογικώς άλλα Συντάγματα (π.χ. ο Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης, του 1949).

  1. Συγκεκριμένα, είναι προφανές ότι η νομική έννοια της αξίας, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, παρίσταται καταφανώς ευρύτερη εκείνης της προσωπικότητας καθώς και, κατ’ επέκταση, της αξιοπρέπειας. Ειδικότερα:

α) Η αξία του Ανθρώπου υπερβαίνει εννοιολογικώς την προσωπικότητά του, στο μέτρο που τον αφορά ως «Όν» γενικώς, δηλαδή ως βιολογικό οργανισμό.  Κατά νομική ακρίβεια δε              -και όχι μόνο, οπωσδήποτε-  ως έμβιο έλλογο «Όν», του οποίου η νοημοσύνη και η συνείδηση είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες άλλων έμβιων όντων -βεβαίως αν και όσο υπάρχουν κατά τα τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα- των θεωρούμενων, για λόγους ορολογικής αντιπροσωπευτικότητας, ως «άλογων» όντων.  Είναι δε αυτά τα χαρακτηριστικά του Ανθρώπου, τα οποία προσδιορίζουν την «μοναδικότητά» του τόσο σε σχέση με τα απλά αντικείμενα -που, αυτονοήτως, δεν είναι έμβια όντα- όσο και σε σχέση με τα θεωρούμενα ως μη νοήμονα έμβια όντα.

β) Κατά λογική νομική ακολουθία –και παρά το γεγονός ότι η νομολογία π.χ. του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν φαίνεται να διαχωρίζει ευκρινώς την αξία του Ανθρώπου από την αξιοπρέπειά του (βλ., ενδεικτικώς, ΣτΕ 1460/1978)- η συνταγματική κατοχύρωση της αξίας του Ανθρώπου, με βάση την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος:

β1) «Υπερακοντίζει», από πλευράς προστασίας, την κατά τα  προμνημονευόμενα έννοια της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι η προστασία αυτή δεν περιορίζεται, αποκλειστικώς, στην υπέρ αυτού κατοχύρωση των κάθε είδους μέσων ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.

β2) Αυτό οφείλεται στο ότι, πέραν της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειάς του, η κατά τ’ ανωτέρω διάταξη υπερασπίζεται την εν γένει οντότητα του Ανθρώπου, ήτοι την, lato sensu, ζωή του.  Και μάλιστα την ζωή, όπως εκτείνεται από την σύλληψη του Ανθρώπου, κατά τους κανόνες της γενετικής, έως τον θάνατό του.  Επιπλέον, καθ’ όλη αυτή την διάρκεια η αξία του Ανθρώπου είναι νομικώς ενεργή και αναλόγως και αντιστοίχως υπερασπίσιμη, ανεξάρτητα από τον δείκτη νοημοσύνης του φορέα της. A fortiori δε ανεξάρτητα από την δυνατότητά του ν’ αναπτύσσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την προσωπικότητά του. 

Β. Η γενική ρήτρα του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας

Τον Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος ενισχύει, ύστερα από τις προεκτιθέμενες εγγυήσεις του άρθρου 2 παρ. 1 για τoν σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου, και η γενική ρήτρα περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.

  1. Πρόκειται για την γενική ρήτρα του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την διάταξη της οποίας «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».  Είναι προφανές πως η δεύτερη αυτή γενική ρήτρα λειτουργεί ενισχυτικώς αλλά και συμπληρωματικώς σε σχέση με την γενική ρήτρα που αφορά τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου.

 

  1. Και τούτο διότι ο κυριότερος τρόπος υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου, μέσω της δραστηριοποίησής του στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι, επιτυγχάνεται, και δη «προνομιακώς», δια της μέσω των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του ελεύθερης ανάπτυξης της δραστηριότητάς του στους τομείς της κοινωνικής, της οικονομικής και της πολιτικής ζωής, που απαρτίζουν το σύνολο του πεδίου δράσης του Ανθρώπου ο οποίος ζει και ενεργεί εντός οργανωμένης Έννομης Τάξης. Πλειάδα διατάξεων κοινών νόμων αλλά και κανονιστικών διοικητικών πράξεων εξειδικεύουν, στην πράξη, την ρήτρα της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, διαμορφώνοντας θεσμικώς τις αντίστοιχες έννομες σχέσεις στους επιμέρους τομείς δραστηριοποίησης του Ανθρώπου.

Γ. Η γενική ρήτρα του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος για το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου

Τέλος, τον Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος «εμπεδώνει» η γενική ρήτρα των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, της οποίας το ευρύτερο κανονιστικό πλαίσιο  οριοθετεί πρωτίστως την έννοια και τις βασικές «συντεταγμένες» του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, ως μηχανισμού «προάσπισης» ιδίως των Κοινωνικών Δικαιωμάτων  και, κατά λογική νομική ακολουθία, της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.  Αυτή την γενική ρήτρα «συνθέτουν» ορισμένες μερικότερες συνταγματικές  ρυθμίσεις. Πρόκειται:

  1. Για την κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία «τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους».

 

α) Όπως είναι προφανές, η ρύθμιση αυτή απηχεί προεχόντως την ανθρωποκεντρική-φιλελεύθερη αντίληψη ότι το Κράτος, ως θεσμικό «εποικοδόμημα», υπάρχει και λειτουργεί έχοντας ως κύρια αποστολή την εγγύηση των δικαιωμάτων, μέσω των οποίων ο Άνθρωπος δραστηριοποιείται προκειμένου ν’ αναδείξει την αξία του και ν’ αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του.  Μεταξύ δε των ως άνω δικαιωμάτων «κυρίαρχη» είναι η θεσμική σημασία και θέση εκείνων, τα οποία «υπερβαίνουν» τα «παραδοσιακά» ατομικά δικαιώματα και εμφανίζονται ως Κοινωνικά Δικαιώματα ή και μικτά δικαιώματα, αναδεικνύοντας έτσι και την πλήρη κανονιστική υπόσταση του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου. 

 

β) Και τούτο διότι, κατά την ρύθμιση αυτή, το Κράτος:

 

β1) Όχι μόνον οφείλει να κατοχυρώνει θεσμικώς τα κάθε είδους δικαιώματα του Ανθρώπου, ατομικά, κοινωνικά ή μικτά, με πιο «αντιπροσωπευτικό» μικτό δικαίωμα κατά το Σύνταγμα εκείνο της προστασίας του Περιβάλλοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24. 

 

β2) Αλλά και, πολύ περισσότερο, με βάση συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι θεσπίζουν τις κατάλληλες κυρώσεις και τους αντίστοιχους κυρωτικούς μηχανισμούς, οφείλει να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Δηλαδή την ανάδειξη της ολοκληρωμένης κανονιστικής δυναμικής τους στην πράξη, έτσι ώστε το καθεστώς των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να μην εξαντλείται στην επιφανειακή προβολή «συμβολισμών», μέσω ατελών ή και ημιτελών κανόνων δικαίου («leges imperfectae», «leges minus quam perfectae»), αλλά να «εδράζεται» κανονιστικώς και μ’ επάρκεια σε πλήρεις κανόνες δικαίου («leges perfectae»).

 

  1. Για την κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ΄ ρύθμιση, κατά την οποία «τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν».

 

α) Η ρύθμιση αυτή, η οποία καθιερώνει σε συνταγματικό επίπεδο την αρχή της τριτενέργειας των δικαιωμάτων γενικώς, έρχεται να καλύψει κάθε θεσμικό κενό που μπορεί ν’ αφήσει η προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ στο πλαίσιο της αποτελεσματικής προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι η σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα «αποκαλύπτει», εκ των πραγμάτων, μορφές εξουσίας οικονομικής κυρίως προέλευσης οι οποίες, μολονότι εντάσσονται στον αμιγώς ιδιωτικό τομέα, μπορούν, εν δυνάμει, και αυτές ν’ αποτελέσουν απειλή για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.  Και δη απειλή εξίσου ή και πιο επικίνδυνη σε σχέση μ’ εκείνη, η οποία εκπορεύεται από τους φορείς άσκησης της, lato sensu, κρατικής εξουσίας. 

 

β) Θ’ αποτελούσε λοιπόν πραγματική υποκρισία, για ένα Σύνταγμα που «ασπάζεται» με συνέπεια τις αρχές του Ανθρωπισμού και του Φιλελευθερισμού, να «κλείσει τα μάτια» μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα, αρκούμενο μόνο στην οριοθέτηση των κρατικών αρμοδιοτήτων έναντι των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αφήνοντας ανεξέλεγκτη την, έναντι των δικαιωμάτων αυτών, δράση των ποικιλόμορφων οικονομικών εξουσιών ιδιωτικής προέλευσης.  Ο Ανθρωπισμός και ο Φιλελευθερισμός του Συντάγματος εμφανίζονται στο σημείο αυτό απολύτως συνεπείς όταν αντιμετωπίζουν, σχεδόν ενιαίως, όλες τις απειλές κατά των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ανεξάρτητα από την μορφή και την προέλευση των εξουσιών οι οποίες τ’ απειλούν ή μπορούν να τ’ απειλήσουν. 

 

  1. Και για την κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ΄ ρύθμιση, κατά την οποία «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Από την ίδια την διατύπωση της διάταξης αυτής συνάγεται πως η εγγυητική αξία της υπέρ του Ανθρωπισμού και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι διπλή, αφού:

α) Ναι μεν, καθιερώνει, κατά προτεραιότητα, την αρχή της επιφύλαξης υπέρ του νόμου. 

α1) Με την έννοια ότι μόνον ο νόμος, ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση αυτού τούτου του Συντάγματος -άρα όπου το Σύνταγμα δεν διατυπώνει τέτοια επιφύλαξη, η άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κατοχυρώνει ρυθμίζεται ευθέως από αυτό και μόνο- μπορεί να προσδιορίσει κανονιστικώς, φυσικά πάντα σύμφωνα και με τις λοιπές συνταγματικές ρυθμίσεις, το καθεστώς άσκησής τους. 

α2) Οι δε νόμοι, οι οποίοι ψηφίζονται με βάση αυτή την επιφύλαξη, μπορεί να είναι είτε απλώς εκτελεστικοί, ιδιότητα που αρμόζει στην ιδιομορφία των ατομικών δικαιωμάτων.   Τα οποία -τουλάχιστον κατ’ αρχήν- απλώς οριοθετούνται ως προς την άσκησή τους μέσω των νόμων αυτών.  Είτε οργανωτικοί, ιδιότητα που αρμόζει στην ιδιοσυστασία των κοινωνικών, των μικτών και των πολιτικών δικαιωμάτων.  Και τούτο διότι στην περίπτωση των δικαιωμάτων αυτών ο νόμος δεν οριοθετεί απλώς την άσκησή τους αλλά την ίδια την θεσμική τους υπόσταση, αφού χωρίς την κατ’ εξουσιοδότηση του Συντάγματος νομοθετική παρέμβαση το αντίστοιχο δικαίωμα όχι μόνο δεν μπορεί ν’ ασκηθεί αλλά, κατ’ αποτέλεσμα, δεν μπορεί καν να υπάρξει θεσμικώς ως δημιούργημα και μέρος της Έννομης Τάξης.

β) Επιπλέον, όμως, προβλέπει και επιβάλλει τον σεβασμό της γενικής αρχής της αναλογικότητας.  Δηλαδή της γενικής αρχής που απορρέει ιστορικώς από την, αριστοτελικής «έμπνευσης», αρχή της αναλογικής Δικαιοσύνης.

β1) Η θεμελιώδης σημασία της συνταγματικής κατοχύρωσης της αρχής της αναλογικότητας έγκειται στο γεγονός ότι συνιστά μιαν ακόμη εγγύηση υπέρ των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την ακόλουθη διευκρίνιση: Βεβαίως οπωσδήποτε, σύμφωνα με την κατά το Σύνταγμα επιφύλαξη υπέρ του νόμου, ο Νομοθέτης μπορεί, μέσω των κανόνων δικαίου που θεσπίζει, να οριοθετεί το πλαίσιο άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Πλην όμως η οριοθέτηση αυτή και οι αντίστοιχοι περιορισμοί των δικαιωμάτων πρέπει να είναι, με βάση την εκάστοτε συγκυρία, αναγκαίοι για την επίτευξη του συνταγματικώς ανεκτού σκοπού, πρόσφοροι προς τούτο και, εν τέλει, να μην είναι υπέρμετροι, δηλαδή επαχθέστεροι από το ενδεδειγμένο μέτρο ενόψει του εν λόγω σκοπού.  Επιπροσθέτως, και πάντα με βάση την αρχή της αναλογικότητας, «εν αμφιβολία» η κάθε είδους νομοθετική οριοθέτηση πρέπει να ερμηνεύεται προς την κατεύθυνση εκείνη, η οποία ευνοεί την όσο το δυνατόν ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος. Άρα οι κάθε είδους περιοριστικοί όροι άσκησής του πρέπει να ερμηνεύονται στενώς. 

β2) Εν πάση δε περιπτώσει, η οιαδήποτε νομοθετική οριοθέτηση δεν μπορεί να οδηγεί σε «τήξη» του πυρήνα του προστατευόμενου δικαιώματος.  Δηλαδή δεν μπορεί να φθάνει έως το σημείο εκείνο, πέραν του οποίου το δικαίωμα αποδυναμώνεται πλήρως «εν τοις πράγμασι».  Επομένως, ουδεμία μορφή Δημόσιου Συμφέροντος -και γίνεται εδώ λόγος για το Δημόσιο Συμφέρον αφού αυτό και μόνο, όπως δέχεται παγίως και η νομολογία ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας,  συνιστά το κυριότερο συνταγματικώς ανεκτό μέσο οριοθέτησης και περιορισμού της άσκησης ενός συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος- είναι σε θέση, κατά την εκτίμηση και στάθμισή του από τ’  αρμόδια κρατικά όργανα, να οδηγήσει στην «αποσύνθεση» του «πυρήνα» του δικαιώματος.  A fortiori δε στην πλήρη «αποδόμησή» του. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο για το «μεταλλαγμένο» Δημοσιονομικό Συμφέρον, ήτοι το συμφέρον εκείνο που εξαντλείται στην επιδίωξη και επίτευξη αμιγώς οικονομικών στόχων και σκοπών του Κράτους για την ενίσχυση των δημοσιονομικών του δυνατοτήτων. Μολονότι εντελώς καταχρηστικώς η Νομοθετική και η Δικαστική Εξουσία (βλ. π.χ. ΑΕΔ 25/2012 και κυρίως ΣτΕ(Ολ) 668/2012) έχουν τα τελευταία χρόνια «βαπτίσει» ορισμένες φορές το Δημοσιονομικό Συμφέρον  σε «γνήσιο» Δημόσιο Συμφέρον, είναι προφανές ότι κατά το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος αυτό είναι ερμηνευτικώς ανεπίτρεπτο ενόψει των ορίων που, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, «διαγράφουν» οι επιμέρους συνταγματικές διατάξεις για τους περιορισμούς κατά την άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

III. Η προστασία του Περιβάλλοντος και το «Περιβαλλοντικό Κεκτημένο» ως συνταγματικά ερμηνευτικά «προτάγματα» για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης

Σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν είναι προφανές ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης –τόσο σ’ εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο- είναι πρωτίστως ζήτημα διαμόρφωσης των κατάλληλων  πολιτικών, κρατικής ή μη προέλευσης, και της συνεχούς και ολοκληρωμένης εφαρμογής τους. Είναι όμως εξίσου προφανές ότι στην ίδια αυτή αποτελεσματική αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης μπορεί να συμβάλει –βεβαίως λαμβανομένων υπόψη των εγγενών ορίων της επιρροής των εν γένει κανονιστικών ρυθμίσεων στην εξέλιξη  του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι- και η οργάνωση καθώς και η εφαρμογή των ρυθμίσεων της Έννομης Τάξης, και πάλι σ’ εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Για να περιορισθεί η σχετική αναφορά στα θεσμικά δεδομένα της Χώρας μας, είναι ανάγκη να επισημανθεί  και να επεξηγηθεί η δυνατότητα συμβολής στην αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, από Ελληνικής πλευράς, και της Έννομης Τάξης μας, όπως αυτή οργανώνεται με «βάση» και «κορυφή» το ισχύον Σύνταγμά μας. Αλλά και, επιπροσθέτως, όπως αυτή «συμπλέει» με αντίστοιχες ρυθμίσεις του  Διεθνούς Δικαίου και  του Ευρωπαϊκού Δικαίου, δοθέντος ότι η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «σκληρού πυρήνα» της, της Ευρωζώνης. Επέκεινα, και εφόσον η Κλιματική Αλλαγή και η Κλιματική Κρίση θίγουν καιρίως, όπως διευκρινίσθηκε προηγουμένως εκτενώς, τις Ανθρωποκεντρικές κανονιστικές διαστάσεις του Συντάγματος   –και, εν τέλει, τον Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος- αλλοιώνοντας ουσιωδώς π.χ. το κανονιστικό περιεχόμενο κυρίως των γενικών ρητρών των άρθρων 2 παρ. 1, για τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου, 5 παρ. 1, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και 25 παρ. 1, για το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, επιβάλλεται επιτακτικώς ο «εμπλουτισμός» του κατά τ’ ανωτέρω κανονιστικού περιεχομένου των γενικών αυτών ρητρών με πρόσθετες γενικές αρχές, οι οποίες «εκπορεύονται» από τα «προτάγματα» της προστασίας του Περιβάλλοντος και του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου». Γενικές αρχές, οι οποίες  «κατάγονται» τόσο από αυτό τούτο το Σύνταγμα όσο και από το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Με τον τρόπο αυτό οι «εμπλουτισμένες» με «περιβαλλοντικά»  ερμηνευτικά κριτήρια γενικές ρήτρες των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος έχουν πλέον την  κανονιστική δύναμη να λειτουργήσουν –φυσικά τηρουμένων των επιστημονικώς παραδεδεγμένων αναλογιών μεταξύ Φυσικής Επιστήμης και Νομικής Επιστήμης- με τα χαρακτηριστικά μιας μορφής «μποζονίων» του Higgs. Δηλαδή  με την μορφή κανόνων δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, οι οποίοι μπορούν να «προσδώσουν» σε όλους τους άλλους κανόνες δικαίου υποδεέστερης τυπικής ισχύος, όπως ερμηνεύονται και εφαρμόζονται  in concreto, πρόσθετα και ενισχυτικά «περιβαλλοντικά» κανονιστικά  στοιχεία. Έτσι ώστε, στο τέλος,  το σύνολο των οικείων κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης να εμπεριέχει και τ’ απαραίτητα  περιβαλλοντικά κανονιστικά «αντισώματα», προκειμένου ν’ αποδυναμωθούν στην πράξη πολιτικές οι οποίες  «συμπράττουν» στην διατήρηση ή και στην επιδείνωση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης. Σημειωτέον, ότι η προμνημονευόμενη κανονιστική επενέργεια των περιβαλλοντικώς «εμπλουτισμένων» γενικών ρητρών αφορά όχι μόνο την Δικαστική Εξουσία, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή καθώς και κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων από τα έχοντα κατά περίπτωση δικαιοδοσία Δικαστήρια. Αλλά και την Νομοθετική -επομένως δε και  την Εκτελεστική- Εξουσία, κατά  την θέσπιση και, ύστερα, κατά την εφαρμογή νόμων και  διοικητικών πράξεων κανονιστικού περιεχομένου, που έχουν άμεση ή και έμμεση σχέση με πολιτικές οι οποίες ασκούν καταλυτική αρνητική επιρροή στην αποδυνάμωση ή και στην ουσιαστική ανατροπή της οικολογικής ισορροπίας  μέσω της ανθρωπογενούς επιτάχυνσης της Κλιματικής Αλλαγής και της εντεύθεν «ενδημικής» εμπέδωσης της Κλιματικής Κρίσης.

Α. Το θεσμικό «οπλοστάσιο» των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος για την «περιβαλλοντική» ερμηνεία θεμελιωδών κανονιστικών συνιστωσών της Έννομης Τάξης

    Το καταλληλότερο και πιο πρόσφορο ερμηνευτικώς, ως κανονιστικώς πλήρως «διαδραστικό», θεσμικό «forum conveniens» για τον κατά τα προεκτεθέντα «περιβαλλοντικό» ρυθμιστικό «εμπλουτισμό» των διατάξεων της Έννομης Τάξης γενικώς, αρχής γενομένης από το Σύνταγμα -συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των  γενικών ρητρών των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1- είναι εκείνο των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος για το καθεστώς της προστασίας του Περιβάλλοντος.  Με την πρόσθετη επισήμανση, ότι αυτό το συνταγματικώς «θωρακισμένο» «περιβαλλοντικό» «forum conveniens» «ενδυναμώνεται» κανονιστικώς και από αντίστοιχες «περιβαλλοντικές» ρυθμίσεις του Διεθνούς Δικαίου και,  κυρίως,  του Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Ρυθμίσεις όμως οι οποίες, ακριβώς λόγω της κανονιστικής υπεροχής των διατάξεων του Συντάγματος, είναι εν προκειμένω χρήσιμες μόνον όταν η προστασία του Περιβάλλοντος που θεσπίζουν είναι ίδιου επιπέδου ή και ενδεχομένως πληρέστερη εκείνης, την οποία εμπεδώνουν οι συνταγματικής προέλευσης διατάξεις.  Δοθέντος ότι αν, όλως αντιθέτως, μια τέτοια προστασία εμφανίζεται υποδεέστερη κανονιστικώς,  τότε δεν μπορεί να ληφθεί in concreto ερμηνευτικώς υπόψη, ως αντικείμενη στις τυπικώς υπερισχύουσες ρυθμίσεις του Συντάγματος, μ’ επίκεντρο τις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 24.

  1. Το Σύνταγμα του 1975 είναι το πρώτο, σε διεθνή κλίμακα, το οποίο συμπεριέλαβε -μέσω των διατάξεων του άρθρου 24, όπως αυτό συμπληρώθηκε κανονιστικώς ιδίως με την αναθεώρηση του 2001- πλήρες πλέγμα ρυθμίσεων για την προστασία του Περιβάλλοντος. Τούτο απέβη σημαντικό «κεκτημένο» για την Έννομη Τάξη γενικώς, επειδή όχι μόνο διευκόλυνε εξουσιοδοτικώς την εφαρμογή μιας εξαιρετικά εκτεταμένης και λεπτομερούς εκτελεστικής νομοθεσίας για την προστασία του Περιβάλλοντος.  Αλλά και, πρωτίστως, επέτρεψε στην Δικαστική Εξουσία, με «πρωτεργάτη» το Συμβούλιο της Επικρατείας, να διαμορφώσει μια «πρωτοπόρα» ολοκληρωμένη νομολογία για τον έλεγχο της συνταγματικότητας όλων των σχετικών διατάξεων της Έννομης Τάξης, από τον τυπικό νόμο έως τις κοινές διοικητικές πράξεις κανονιστικού περιεχομένου.  Υπό τις προϋποθέσεις αυτές -και δίχως να υποτιμάται το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, προεχόντως σε χωροταξικά και πολεοδομικά ζητήματα, η νομοθεσία και η νομολογία δεν αξιοποίησαν στο έπακρο τα ρυθμιστικά πλεονεκτήματα των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος- η Χώρα μας διέθετε και διαθέτει ένα σημαντικό προβάδισμα και πλεονέκτημα ως προς τις δυνατότητες της θεσμικής, τουλάχιστον, αντιμετώπισης των δυσμενών επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης.  Τούτο επιβεβαιώνουν και τα εξής:

α) Οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος εγγυώνται ένα «γνήσιο» μικτό δικαίωμα -με την αναγκαία προσθήκη ότι υπό τα σύγχρονα νομικά δεδομένα όλα, σχεδόν, τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα είναι από κανονιστική άποψη ουσιαστικώς μικτά, οπότε και η παλαιότερη «τριμερής» διάκριση των δικαιωμάτων σε ατομικά, κοινωνικά και μικτά εμφανίζεται πλέον παρωχημένη -ήτοι δικαίωμα το οποίο (βλ., ενδεικτικώς, ΣτΕ (Ολ.) 3478/2000, 613/2002 και 3219/2010) είναι, ταυτοχρόνως:

α1) Πρώτον, «αμυντικό», κατά το «πρότυπο» των «πάλαι ποτέ» αμιγώς ατομικών δικαιωμάτων. Με την έννοια ότι νομιμοποιεί τον φορέα του ν’ «αντικρούσει», κυρίως με τα θεσμοθετημένα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα και μέσα ενώπιον της Δικαστικής Εξουσίας, τις κάθε είδους πράξεις και παραλείψεις της Νομοθετικής Εξουσίας και της Εκτελεστικής Εξουσίας, οι οποίες αντίκεινται στις επιταγές των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος.

α2)  Και, δεύτερον, «παροχικό», κατά το «πρότυπο» των αμιγώς κοινωνικών δικαιωμάτων. Με την έννοια ότι, πέραν της κατά τ’ ανωτέρω «αμυντικής» επενέργειάς του, νομιμοποιεί τον φορέα του ν’ απαιτήσει και τις εκ μέρους της Νομοθετικής Εξουσίας και της Εκτελεστικής Εξουσίας θετικές ενέργειες προστασίας του Περιβάλλοντος σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, βεβαίως εφόσον έχει σχετικό έννομο συμφέρον. 

α3) «Αυτοθρόως», κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος  αυτό το μικτό δικαίωμα αναφορικά με την προστασία του Περιβάλλοντος τριτενεργεί στο ακέραιο.  Αφού είναι πλέον κοινώς παραδεδεγμένο ότι επιβλαβείς πράξεις και παραλείψεις εις βάρος του Περιβάλλοντος έχουν όχι μόνο κρατική προέλευση, αλλά οφείλονται -και δη με ολοένα και εντεινόμενο ρυθμό- και σε παράνομες ενέργειες της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, προεχόντως όταν αυτές έχουν ως στόχο την εξυπηρέτηση ισχυρών οικονομικών συμφερόντων ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων.

β) Από το ίδιο τους το περιεχόμενο και από την μακροχρόνια νομολογιακή τους επεξεργασία και εφαρμογή συνάγεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, στο σύνολό τους, έχουν και τις ακόλουθες συνέπειες:

β1) Πρώτον, θεσπίζουν πάντοτε πλήρεις κανόνες δικαίου -άρα leges perfectae και όχι leges minum quam perfectae, πολύ δε περισσότερο leges imperfectae- και, αυτονοήτως, σε καμία περίπτωση προγραμματικές διατάξεις ή απλές υποδείξεις προς την Νομοθετική, την Εκτελεστική και την Δικαστική Εξουσία.  Με απλές λέξεις,  οι διατάξεις αυτές είναι πλήρως δεσμευτικές και για την Νομοθετική Εξουσία, κατά την θέσπιση των νόμων, και για την Εκτελεστική Εξουσία, κατά την εφαρμογή τους στην πράξη, και για την Δικαστική Εξουσία, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας από τα κατά περίπτωση αρμόδια δικαστικά όργανα (βλ., ενδεικτικώς, ΣτΕ 1242/2008, 3974/2010, 975/2015).

β2) Δεύτερον -και επέκεινα- και οι τρεις προμνημονευόμενες Εξουσίες υποχρεούνται ν’ αναπτύσσουν την δράση τους λαμβάνοντας υπόψη, αδιακρίτως, όλες τις επιταγές των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος.  Έτσι π.χ. γίνεται νομολογιακώς δεκτό, σε ό,τι αφορά την Εκτελεστική Εξουσία, πως οι διατάξεις αυτές κατοχυρώνουν «ευθεία υποχρέωση της Διοίκησης να λάβει υπόψη, κατά την μόρφωση της κρίσης της για την ρύθμιση θεμάτων που αφορούν ή έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, την ανάγκη προστασίας του και να πάρει τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα ή να απόσχει από την έκδοση δυσμενών γι’ αυτό πράξεων, κινούμενη πάντα μέσα στην δέσμη των πιο πάνω κριτηρίων που κατευθύνουν την σχετική νομοθετική δράση» (βλ., ενδεικτικώς, ΣτΕ 3370/2014 και (Ολ.) 810/1977, 412/1993, 2757/1984).

β3) Τρίτον, καλύπτουν όλο το φάσμα της προστασίας του Περιβάλλοντος, δηλαδή τόσο του Φυσικού όσο και του Ανθρωπογενούς.  Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει το γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος από την μια πλευρά θεσπίζουν εκτενείς ρυθμίσεις αφενός για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και, αφετέρου, για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, καθιερώνοντας μάλιστα μια ευρεία έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης.  Και, από την άλλη πλευρά, συνδυάζουν αρμονικά την lato sensu προστασία του Περιβάλλοντος με τις στοιχειώδεις -και ιδιαίτερα κρίσιμες για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης- αρχές της αυθεντικής αειφορίας και της γνήσιας βιώσιμης ανάπτυξης (βλ., π.χ., ΣτΕ (Ολ.) 2755/1994, 2537/1996 και 3478/2000).

  1. Όπως ήδη επισημάνθηκε, την προεκτεθείσα ισχυρή περιβαλλοντική «επενέργεια» των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος στο σύνολο της Έννομης Τάξης ενισχύουν δραστικά και άλλες διατάξεις, «υπερεθνικής» αυτή την φορά καταγωγής, οι οποίες ναι μεν έχουν υποδεέστερη τυπική ισχύ σε σχέση με τις διατάξεις του Συντάγματος, πλην όμως μπορούν να τις «εμπλουτίσουν» με άκρως θετικό τρόπο, βεβαίως πάντοτε εφόσον συνεργούν επί τα βελτίω στην περαιτέρω κανονιστική «θωράκιση» του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» που διαμορφώνουν οι συνταγματικές ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα:

α) Κατά πρώτο λόγο, προς την κατεύθυνση της περαιτέρω ενίσχυσης αυτής της περιβαλλοντικής «επενέργειας» των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος κινούνται αρκετές διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου. Διατάξεις όμως οι οποίες, όπως θ’ αναλυθεί περαιτέρω και στην συνέχεια, ναι μεν φαίνονται να δημιουργούν prima faciae ένα παγκοσμίων διαστάσεων και «πολλά υποσχόμενο» πλέγμα επιταγών για την προστασία του Περιβάλλοντος και για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης. Πλην όμως αυτή την ρυθμιστική «αισιοδοξία» μειώνει, σε μεγάλο βαθμό, το γεγονός αφενός πως μεγάλα και ισχυρά Κράτη -ευθυνόμενα τα μέγιστα, εδώ και πολλές δεκαετίες, για τον περιβαλλοντικό «κατήφορο» του Πλανήτη- εμφανίζονται από επιφυλακτικά έως και εντελώς αρνητικά όταν έρχεται η ώρα ν’ αποδείξουν στην πράξη τον σεβασμό των νομικών υποχρεώσεών τους, οι οποίες δημιουργούνται από τις κατά τα προαναφερόμενα διεθνείς δεσμεύσεις τους.  Και, αφετέρου, οι διατάξεις αυτές αποδυναμώνονται κανονιστικώς «εκ των έσω», εξαιτίας μιας έντονης αοριστίας τους σε πολλές περιπτώσεις. Αοριστίας η οποία αποτελεί το «τίμημα» για την κατά την θέσπισή τους επίτευξη συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως όταν παρατηρείται ευθεία σύγκρουση ισχυρών οικονομικών συμφερόντων μεταξύ τους.

α1) Η πρώτη σημαντική προσπάθεια κανονιστικής παρέμβασης μέσω του Διεθνούς Δικαίου για την αποτελεσματική μείωση των επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης καταβλήθηκε το 1990, όταν θεσμοθετήθηκε, με πρωτοβουλία του ΟΗΕ, η «Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος».  Με την σύνταξη της πρώτης, μόλις, Έκθεσης της Επιτροπής αυτής, το 1990, συγκλήθηκε δύο χρόνια μετά, το 1992, η «Σύνοδος Κορυφής της Γης» στο Ρίο ντε Τζανέιρο.  Ήταν τότε που υπογράφηκε εκεί η «Σύμβαση-Πλαίσιο» του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή, ενώ αμέσως μετά ακολούθησαν «Συνεδριάσεις των Μερών» για την πρόοδο εφαρμογής της Σύμβασης αυτής και για την περαιτέρω θέσπιση νέων, επιτακτικών, περιβαλλοντικών στόχων.  Όμως ήταν ακριβώς κατά τις «Συνεδριάσεις» αυτές που καταφάνηκαν, ευκρινώς, και οι πρώτες έντονες επιφυλάξεις ή και σαφείς αντιρρήσεις για την πλήρη εφαρμογή της «Σύμβασης-Πλαισίου» του ΟΗΕ εκ μέρους των ισχυρότερων κρατικών «οντοτήτων» της Διεθνούς Σκηνής.  Κάτι το οποίο «σηματοδοτήθηκε» καθαρά κατά την δεύτερη, ουσιαστικώς αποτυχημένη, «Συνεδρίαση των Μερών».

α2) Στην Τρίτη «Συνεδρίαση των Μερών», το 1997, υιοθετήθηκε το «Πρωτόκολλο του Κιότο», το οποίο συνιστά και την πρώτη, αρκούντως δεσμευτική, συμφωνία για την μείωση των εκπομπών «αερίων του θερμοκηπίου».  Ύστερα από πολλές διακυμάνσεις και παλινωδίες, το «Πρωτόκολλο του Κιότο» υιοθετήθηκε και νομικώς στην «Σύνοδο του Μαρακές», το 2001, όπου όμως εμφανίσθηκαν και επώδυνες υπαναχωρήσεις Κρατών πλανητικής εμβέλειας, όπως π.χ. των ΗΠΑ και της Ρωσίας.

α3)  Το 2009 οι «Συνεδριάσεις των Μερών» κατέληξαν στο «Σύμφωνο της Κοπεγχάγης» το οποίο καλλιέργησε κάποιες, έστω και περιορισμένες, προσδοκίες. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι το «Σύμφωνο» αυτό προετοίμασε το «Σύμφωνο των Παρισίων», του 2016. Πρόκειται για το πιο σημαντικό κείμενο Διεθνούς Δικαίου για την προστασία του Περιβάλλοντος σε ό,τι αφορά την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση, δοθέντος μάλιστα ότι έγινε αποδεκτό από 196 ηγέτες Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας.  Το κεκτημένο του «Συμφώνου των Παρισίων» του 2016, το οποίο όπως σημειώθηκε βασίσθηκε εν πολλοίς στις οικονομικές δεσμεύσεις του «Συμφώνου της Κοπεγχάγης», έγκειται στο ότι είναι σήμερα το μόνο νομικώς δεσμευτικό -έστω και σε περιορισμένη, κατά τα προεκτεθέντα, έκταση- σύνολο διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου.  Ίσως δε και ένα κείμενο το οποίο αφήνει κάπως «ανοιχτό» το «παράθυρο» και για περαιτέρω ενίσχυση του κανονιστικού του «οπλοστασίου», εφόσον βεβαίως η Διεθνής Κοινότητα, στο σύνολό της, αντιληφθεί τις τεράστιες ευθύνες της μπροστά στην δραματική επιδείνωση του Κλίματος και στην εξίσου δραματική «προέλαση»  της Κλιματικής Κρίσης.

β) Κατά δεύτερο δε λόγο -που οπωσδήποτε είναι νομικώς ευνόητος λόγω της νομικής ιδιοσυστασίας της ισχυρής κανονιστικής επιρροής των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης- προς την κατά τα προμνημονευόμενα κατεύθυνση της περαιτέρω ενίσχυσης της περιβαλλοντικής «επενέργειας» των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος κινείται και πλειάδα ειδικών ρυθμίσεων του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου, άρα και του παράγωγου.

β1) Ιδιαιτέρως ενδεικτικές αλλά και αντιπροσωπευτικές εν προκειμένω είναι ορισμένες από τις διατάξεις του άρθρου 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), οι οποίες καθορίζουν τους σκοπούς ενόψει των οποίων οργανώνεται και λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως αυτοτελής νομική οντότητα αλλά και ως σύνολο των Κρατών-Μελών της.  Και το εξαιρετικό ενδιαφέρον των διατάξεων του άρθρου 3 της ΣΕΕ εντοπίζεται στο ότι συνδέουν, αρρήκτως, την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης με την διασφάλιση της αειφόρου ανάπτυξης, και μάλιστα τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και διεθνώς.  Τούτο αναδεικνύει και την αποφασιστική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να σεβασθεί, στο ακέραιο, τις κατά τ’ ανωτέρω ρυθμίσεις του Διεθνούς Δικαίου για την Κλιματική Αλλαγή και για την Κλιματική Κρίση -άλλωστε είναι συμβαλλόμενο μέρος σε όλα τα προμνημονευόμενα σχετικά «Σύμφωνα»- αλλά και την δυνατότητά της να διαδραματίσει εμπράκτως, εφόσον το θελήσει πραγματικά,τον πλανητικό ρόλο που της αναλογεί σ’ ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον της Ανθρωπότητας. Τα όσα προαναφέρθηκαν τεκμηριώνονται ευθέως, σε ό,τι αφορά την ΣΕΕ, κατ’ εξοχήν από τις διατάξεις του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 3 της ΣΕΕ, κατά τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση: «Εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και την σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο και το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του Περιβάλλοντος» .  Αλλά και από τις διατάξεις του εδ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 3 της ΣΕΕ, κατά τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση: «Συμβάλλει στην ειρήνη, στην ασφάλεια, και στην αειφόρο ανάπτυξη του πλανήτη, στην αλληλεγγύη και στον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των λαών, στο ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο, στην εξάλειψη της φτώχειας και στην προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ιδίως δε των δικαιωμάτων του παιδιού καθώς και στην αυστηρή τήρηση και ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου και, ιδίως, στον σεβασμό των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

β2) Προς την ίδια κατεύθυνση, και με εκτενέστερες ρυθμίσεις, κινούνται και οι διατάξεις της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), οι οποίες αφορούν την προστασία του Περιβάλλοντος και κυρίως την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση. Κατ’ ακρίβεια δε οι μεν διατάξεις του άρθρου 11 της ΣΛΕΕ ορίζουν ότι: «Οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και στην εφαρμογή των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη». Οι δε διατάξεις του άρθρου 191 της ΣΛΕΕ στην παρ. 1 καθορίζουν ως στόχους της εν γένει περιβαλλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης τους εξής: «Την διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, την προστασία της υγείας του ανθρώπου, την συνετή και ορθολογική χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων και την προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, και ιδίως την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος». Και στην παρ. 2 προσδιορίζουν τις γενικές γραμμές της πολιτικής επίτευξης των στόχων τούτων, ως ακολούθως: «Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του Περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης.  Στηρίζεται στις αρχές της  προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».  Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη-μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε διαδικασία ελέγχου της Ένωσης».

β3) Τέλος, η επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του Περιβάλλοντος καθιερώνεται ως θεμελιώδης αρχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου και μέσω της διάταξης του άρθρου 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία: «Το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ένωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης».

Β. Ορισμένα χαρακτηριστικά δεδομένα της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας αναφορικά με την αξιοποίηση της κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος «περιβαλλοντικής» ερμηνείας βασικών ρυθμίσεων της Έννομης Τάξης

    Την ακρίβεια των όσων διευκρινίσθηκαν σχετικά με την δυνατότητα αξιοποίησης, στην πράξη, του θεσμικού «οπλοστασίου» των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος για μια «περιβαλλοντική» ερμηνεία των κανονιστικών συνιστωσών της Έννομης Τάξης, με στόχο την κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των επώδυνων επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, επιβεβαιώνει μ’ εμφατικό τρόπο η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία μάλιστα έκανε πολύ ενωρίς -ήδη από το 1980 (βλ. ΣτΕ 247/1980)- «ρηξικέλευθα» βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.  Και τούτο  διότι μέσω της νομολογίας αυτής το Συμβούλιο της Επικρατείας προέβη, πέραν της γραμματικής και ιδίως της τελεολογικής ερμηνείας, και σε μια εξαιρετικά «προωθημένη»  -συγκρινόμενη ακόμη και με τα ισχύοντα σε διεθνή κλίμακα- συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος, συνδυάζοντάς τες πρωτίστως με τις κατά τα όσα επισημάνθηκαν αναλυτικώς προηγουμένως γενικές ρήτρες των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και εν συνεχεία, μέσω αυτών, με τις λοιπές «συγγενείς» κανονιστικώς ρυθμίσεις της Έννομης Τάξης.  Με τον τρόπο αυτόν η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας «χάραξε» μια εντελώς νέα μορφή «δεικτών πορείας» για την ερμηνεία του Συντάγματος μέσα στην σύγχρονη «δυστοπική» συγκυρία της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, αφενός «καθοδηγώντας» την μεν Νομοθετική Εξουσία για το πώς πρέπει να θεσπίζει τους νόμους σεβόμενη στο ακέραιο τις επιταγές των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος, την δε Εκτελεστική Εξουσία για το πώς πρέπει να εκτελεί τις ρυθμίσεις των ως άνω νόμων, κατ’ εφαρμογή της Αρχής της Νομιμότητας, με την δέουσα και συνταγματικώς επιβεβλημένη «περιβαλλοντική ευαισθησία».  Και, αφετέρου, διαμορφώνοντας το αναγκαίο συμπληρωματικό κριτήριο του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου», ως ειδικότερο «δείκτη πορείας» για τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας την οποία διαθέτουν -βεβαίως με την ιδιομορφία της αρμοδιότητας καθεμιάς- τόσο η Νομοθετική Εξουσία όσο και η Εκτελεστική Εξουσία, όταν και στο μέτρο που παρεμβαίνουν για την ρύθμιση έννομων σχέσεων οι οποίες άπτονται, αμέσως ή και εμμέσως, της προστασίας του Περιβάλλοντος.  Επέκεινα δε της ακώλυτης άσκησης του δικαιώματος στο Περιβάλλον, όπως τούτο «εδράζεται» κανονιστικώς στις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος.  Στο σημείο αυτό πρέπει να επεξηγηθεί ότι η μέσω των προαναφερόμενων «δεικτών πορείας» οιονεί «καθοδήγηση» της Νομοθετικής Εξουσίας και της Εκτελεστικής Εξουσίας από την Δικαστική Εξουσία -στην συγκεκριμένη περίπτωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας- δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος περί της Διάκρισης των Εξουσιών.  Δοθέντος ότι με αυτές τις νομολογιακές «παρεμβάσεις» η Δικαστική Εξουσία δεν υποκαθιστά, κατ’ ουδένα τρόπο, την Νομοθετική Εξουσία και την Εκτελεστική Εξουσία κατά την θέσπιση και την εφαρμογή των in concreto κανόνων δικαίου,  αλλ’ απλώς τις «προειδοποιεί» ως προς τον τρόπο με τον οποίο «αντιλαμβάνεται» την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος -κατ’ εξοχήν δε την γραμματική, την τελεολογική και την συστηματική ερμηνεία τους- έτσι ώστε να γνωρίζουν, a priori, την διακινδύνευση που ενδεχομένως αναλαμβάνουν «νομοθετώντας» αντιθέτως.  Και έτσι οι ως άνω «δείκτες πορείας» δεν λειτουργούν με την μορφή του «προηγουμένου», κατά τα όσα ισχύουν π.χ. στο πλαίσιο του Αγγλοσαξωνικού Δικαίου- ούτε, a fortiori, κινούνται σ’ ένα πεδίο πρωτογενούς διάπλασης κανόνων δικαίου (διαπλαστικής νομολογίας), κάτι που,  ούτως ή άλλως,  αντιτίθεται προς τις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος περί της Διάκρισης των Εξουσιών- αφού από την μια πλευρά η διακριτική ευχέρεια της Νομοθετικής Εξουσίας και της Εκτελεστικής Εξουσίας δεν μετατρέπεται σε «δέσμια αρμοδιότητα».  Και, από την άλλη πλευρά, η Δικαστική Εξουσία δεν δεσμεύεται ν’ αλλάξει την κατά περίπτωση  νομολογία της αν και όταν οι πραγματικές συνθήκες το επιβάλλουν για την πληρέστερη προστασία του Περιβάλλοντος.  Κατά λογική νομική ακολουθία των θέσεων που διατυπώθηκαν αμέσως πιο πάνω συνάγονται, συνοπτικώς, και τα εξής:

  1. Σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας συνδέει ευθέως την τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος καθώς και την άσκηση του επ’ αυτών «εδραζόμενου» κανονιστικώς δικαιώματος στο Περιβάλλον και με τις διατάξεις εκείνες, οι οποίες διαμορφώνουν τον Ανθρωποκεντρικό θεσμικό χαρακτήρα των ρυθμίσεών του στο πλαίσιο ενός σύγχρονου Κοινωνικού Κράτους Δικαίου. Ήτοι, κατά κύριο λόγο, με τις κατά τ’ ανωτέρω γενικές ρήτρες των άρθρων 2 παρ. 1, για τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου, 5 παρ. 1, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και 25 παρ. 1, για την κανονιστική πεμπτουσία του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου. Κατά τούτο δε η σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπερέχει, από πλευράς νομικής θεμελίωσης αλλά και από πλευράς αποτελεσματικότητας αναφορικά με την προστασία του Περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της Κλιματικής Aλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, σε σχέση με ανάλογα νομολογιακά δεδομένα άλλων,  «extra muros»,  Δικαστηρίων.  Μια τέτοια υπεροχή καθίσταται εμφανής π.χ. σε σύγκριση με τα «περιβαλλοντικά» δεδομένα της νομολογίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (BverfG).  Το οποίο με την απόφασή του της 24ης Μαρτίου 2021 για την «προστασία του κλίματος» –που αναφέρεται, κατά την ίδια νομολογιακή γραμμή, και στην προγενέστερη απόφασή του, γνωστή ως «Kalkar I Urteil» περί της συνταγματικότητας ή μη του νόμου με την ονομασία «Atomgesetz» του 1960 για την ατομική ενέργεια- συνδέει την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20Α του Συντάγματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για την προστασία του Περιβάλλοντος κατ’ ουσία πρωτίστως με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, οι οποίες αφορούν την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας.  Και μόνον εμμέσως και ακροθιγώς με τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, οι οποίες αφορούν την υποχρέωση προστασίας της αξιοπρέπειας του Ανθρώπου.  Η ίδια υπεροχή της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας καθίσταται επίσης εμφανής και σε σύγκριση με τα «περιβαλλοντικά» δεδομένα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Έτσι π.χ. με δύο αποφάσεις του -αρ. 48939/99, 30.11.2004, Őneryildiz κατά Τουρκίας, και αρ. 15339/02, 20.3.2008, Budayeva κατά Ρωσίας- το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεύοντας τις οικείες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απλώς «αξιοποίησε» τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην ζωή.  Και έκρινε ότι η θετική υποχρέωση του Κράτους περί λήψης μέτρων για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής επιτείνεται, σε σχέση με άλλες επικίνδυνες δραστηριότητές του, όταν πρόκειται για μεγάλες φυσικές καταστροφές από ανθρωπογενείς παρεμβάσεις ή και για ακραία καιρικά φαινόμενα, π.χ. δυνατοί σεισμοί και εκτεταμένες πλημμύρες.  Άκρως αντιπροσωπευτικές της ως άνω «υπεραξίας»  και της ουσίας αυτής της «περιβαλλοντικής» νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και της συμβολής της στην περαιτέρω «θωράκιση» των Ανθρωπιστικών χαρακτηριστικών του Συντάγματος σε περίοδο προκεχωρημένης Κλιματικής Κρίσης είναι οι αποφάσεις:

α) Πρώτον, η απόφαση ΣτΕ 247/1980, η οποία έκρινε ως αντισυνταγματικές ρυθμίσεις περί νομιμοποίησης αυθαιρέτων, η οποία επιχειρήθηκε αποκλειστικώς με βάση το συμπτωματικό γεγονός της ύπαρξης των κτισμάτων τούτων σε δεδομένη χρονική στιγμή.  Κατά το κρίσιμο σκεπτικό της απόφασης αυτής: «Η κατά τα ανωτέρω ρύθμισις αντιβαίνει προσέτι και εις την συνταγματική αρχήν του Κράτους Δικαίου, του οποίου θεμελιώδης επιδίωξις είναι η πραγμάτωσις του Δικαίου εις την Πολιτείαν, επιτυγχανομένη πρωτίστως δια της διαφυλάξεως του κύρους του νόμου.  Η υποχρέωσις αυτή του Κράτους επιτελείται, μεταξύ άλλων, δια της θεσπίσεως παγίων διατάξεων ρυθμιζουσών την ατομικήν και κοινωνικήν δραστηριότητα των πολιτών, οι οποίοι επί τη βάσει των κανόνων τούτων, και εντός των πλαισίων της ρυθμίσεως αυτών, ασκούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματά των και μετέχουν της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας (άρθρ. 5 παρ. 1 Συντ.).  Εξ άλλου, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχικήν υποχρέωσιν της Πολιτείας (άρθρ. 2 παρ. 3 Συντ.), επιβάλλουν εις το Κράτος την υποχρέωσιν να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστήν εφαρμογήν των νόμων, να προασπίζη τα νομίμως και ουχί τα παρανόμως κτηθέντα υπό των πολιτών αγαθά και να σέβεται και να προάγη δια παντός προσφόρου μέσου την εμπιστοσύνην των πολιτών εις τους νόμους και την έννομον τάξιν, της οποίας την ύπαρξιν και την διατήρησιν εγγυάται η αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών επιβολής και εφαρμογής του νόμου.»

β) Και, δεύτερον, η απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 3500/2009, το σκεπτικό αρ. 10 της οποίας αναδεικνύει, λεπτομερώς και με ιδιαίτερη έμφαση, την υπό τις προμνημονευόμενες προϋποθέσεις ευθεία σύνδεση του άρθρου 24 του Συντάγματος για την προστασία του Περιβάλλοντος με τις Ανθρωποκεντρικές γενικές ρήτρες του Συντάγματος, δεχόμενο και τα εξής: «Επειδή, εξ άλλου, διάταξη νόμου η οποία, για να καμφθεί ο τεθείς  -σε συμμόρφωση προς τη διατυπούμενη στο άρθρο 24 παρ. 2 Συντ. επιταγή- βασικός πολεοδομικός κανόνας ότι κατεδαφίζονται ανεξαιρέτως όλες οι υπό την εκτεθείσα έννοια νέες κατασκευές που παραβιάζουν τους ισχύοντες κανόνες δομήσεως και χρήσεως γης, και να εισαχθεί απόκλιση από αυτόν, θεσπίζει προς τούτο για το μέλλον ως εξαιρετική ρύθμιση την πρόβλεψη της δυνατότητας να εξαιρούνται από την κατεδάφιση αυθαίρετες κατασκευές, ακόμα και αν τίθεται υπό τη μορφή παραπομπής στο περιεχόμενο της –συνταγματικώς ανεκτής για τους προεκτεθέντες λόγους- ρυθμίσεως η οποία αφορά τις υπό την εκτεθείσα έννοια παλαιές κατασκευές, είναι αντισυνταγματική επιπροσθέτως γιατί αντιβαίνει επίσης: Αφ΄ ενός στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου (ήδη, μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ρητώς κατοχυρούμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος), αφ΄ ετέρου δε στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Ειδικότερα, αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, εφόσον θεμελιώδης επιδίωξη του κράτους δικαίου είναι η πραγμάτωση του Δικαίου στην Πολιτεία, που πρωτίστως επιτυγχάνεται με τη διαφύλαξη του κύρους του νόμου. Η υποχρέωση αυτού του Κράτους επιτελείται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση πάγιων διατάξεων που ρυθμίζουν την ατομική και κοινωνική δραστηριότητα των πολιτών οι οποίοι, βάσει των κανόνων αυτών και μέσα στα πλαίσια της ρυθμίσεώς τους, ασκούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά και κοινωνικά τους δικαιώματα και μετέχουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος). Εξ άλλου, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, που αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, επιβάλλουν στο Κράτος την υποχρέωση να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή των νόμων, να προασπίζει τα νομίμως και όχι τα παρανόμως κτηθέντα από τους πολίτες αγαθά καθώς και να σέβεται και να προάγει με κάθε πρόσφορο μέσο την εμπιστοσύνη των πολιτών στο νόμο και την έννομη τάξη, την ύπαρξη και τη διατήρηση της οποίας εγγυάται η αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών επιβολής και εφαρμογής του νόμου (ΣτΕ. 247/1980, βλ. και ΣτΕ 278/2007)». (Πρβλ. και ΣτΕ (Ολ), 3921/2010, 4501/2011, (Ολ) 3341/2013, 4893/2013).

  1. Σε αυτούς τους «δείκτες πορείας» για μιαν αποτελεσματική, σε σχέση με την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, «περιβαλλοντική» ερμηνεία του Συντάγματος μέσω των κανονιστικών «αντηρίδων» των διατάξεων του άρθρου 24, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει, εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, προσθέσει και τον «δείκτη πορείας» του αποκαλούμενου «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου». Και ναι μεν αυτός ο «δείκτης πορείας» εμφανίζεται, prima faciae, ως συμπληρωματικός της ως άνω ερμηνείας, πλην όμως η ουσία του και οι προεκτάσεις του υπερβαίνουν, καταφανώς, μια τέτοια δήθεν «επικουρία» της «περιβαλλοντικής» ερμηνείας του Συντάγματος, δοθέντος ότι συμβάλλουν καθοριστικώς στην νομολογιακώς «συνεκτική» ολοκλήρωσή της.  Και τούτο διότι, όπως θα τονισθεί στην συνέχεια, μέσω του κανονιστικού περιεχομένου των επιταγών του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» καθίσταται ανεπίτρεπτη στην πράξη   -τουλάχιστον κατά κανόνα-  η επί «τα χείρω» μεταβολή των ήδη θεσπισμένων και ισχυουσών ρυθμίσεων για την εν γένει προστασία του Περιβάλλοντος και, συνακόλουθα, για την ακώλυτη άσκηση του Δικαιώματος στο Περιβάλλον κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος.  Η υπό τα δεδομένα αυτά έννοια του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» απαντάται και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής  Έννομης Τάξης, μέσω αντίστοιχης ερμηνείας των περί προστασίας του Περιβάλλοντος διατάξεων του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κυρίως δε των προμνημονευόμενων ad hoc εν προκειμένω διατάξεων της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ.  Ως προς τούτο είναι, μεταξύ άλλων φυσικά, ενδεικτική και η από 18.11.2008 Ανακοίνωση της Επιτροπής των τότε Ευρωπαϊκών  Κοινοτήτων προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή,  για την εφαρμογή  της κοινοτικής «περιβαλλοντικής» νομοθεσίας, η οποία αναφέρει και τα εξής:  «Το περιβαλλοντικό κεκτημένο είναι ευρύ και φιλόδοξο και καλύπτει θέματα όπως η κλιματική αλλαγή, η ποιότητα της ατμόσφαιρας, η διαχείριση αποβλήτων, η προστασία των υδάτινων πόρων και της βιοποικιλότητος, οι έλεγχοι χημικών ουσιών και η εκτίμηση του περιβαλλοντικού αντικτύπου.  Το κεκτημένο αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα τεχνικών, όπως είναι τα πρότυπα προϊόντων, οι σχετικοί με την κατάσταση του περιβάλλοντος στόχοι, οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί, τα οικονομικά μέσα, οι χαρακτηρισμοί ευαίσθητων περιοχών, τα σχέδια και προγράμματα καθώς οι διατάξεις για την συμμετοχή  και την ενημέρωση του κοινού.»

 α) Με πλειάδα αποφάσεών του το Συμβούλιο της Επικρατείας  -βλ., ενδεικτικώς, ΣτΕ 3756/2000, 451/2003, (Ολ) 1528/2003, (Ολ) 123/2007, 965/2007, (Ολ) 3500/2009-  προσδιόρισε τα γενικά χαρακτηριστικά του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» ως ακολούθως: 

 α1) Η Νομοθετική Εξουσία και η Εκτελεστική Εξουσία διαθέτουν διακριτική, κατ’ αρχήν, ευχέρεια να θεσπίζουν κανόνες δικαίου, μέσω των οποίων θεσμοθετείται η δυνατότητα ανθρωπογενούς      -κρατικής ή μη-  παρέμβασης στο lato sensu Περιβάλλον.  Όμως αυτοί οι κανόνες δικαίου δεν επιτρέπεται να θεσπίζουν ως θεμιτές και παρεμβάσεις, οι οποίες οδηγούν στην επί το δυσμενέστερο εξέλιξη του καθεστώτος προστασίας του Περιβάλλοντος, Φυσικού και Ανθρωπογενούς, ή στην έμμεση «νόθευσή» του.  Δοθέντος ότι μια τέτοια «χειροτέρευση» έρχεται σ’ ευθεία αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, προσβάλλοντας επιπλέον το Δικαίωμα στο Περιβάλλον.  Επομένως κάθε ανθρωπογενής, κατά τ’ ανωτέρω, παρέμβαση στο lato sensu Περιβάλλον είναι επιτρεπτή μόνον όταν διασφαλίζει, αποδεδειγμένως, την ίδια ή και περισσότερο ενισχυμένη προστασία του.  Προς την κατεύθυνση αυτή είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτική η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για την χωροταξική ανάπτυξη και για την πολεοδομική διαμόρφωση της Χώρας, όπως συνάγεται π.χ. και από το σκεπτικό αρ. 9 της απόφασης ΣτΕ (Ολ) 3500/2009: «Επειδή, οι συνταγματικές αυτές διατάξεις, οι οποίοι τέθηκαν για πρώτη φορά με το Σύνταγμα του 1975, απευθύνουν στον κοινό νομοθέτη και στην κατ’ εξουσιοδότησή του κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση την επιταγή να ρυθμίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της Χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, την φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής.  Ουσιώδες στοιχείο του σχεδιασμού αυτού είναι ο καθορισμός ή η τροποποίηση των χρήσεων γης της πόλεως (ΣτΕ 451/2003), κριτήρια δε για την χωροταξική αναδιάρθρωση και την πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων και των οικιστικών  εν γένει περιοχών είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της αναπτύξεως των οικισμών και η εξασφάλιση των καλλίτερων δυνατών όρων διαβιώσεως των κατοίκων (ΣτΕ. Ολ. 1528/2003, 965/2007, Ολ. 123/2007), μη επιτρεπομένης της χειροτερεύσεώς τους με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με την επί το δυσμενέστερο μεταβολή της επιτρεπόμενης χρήσεως.»

α2) Κατά την ίδια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, «εξαίρεση» από την υπό τα προεκτεθέντα δεδομένα έκταση εφαρμογής του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» είναι θεσμικώς επιτρεπτή, πάντα κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, αν η κατά όσα ήδη διευκρινίσθηκαν ανθρωπογενής παρέμβαση στο Περιβάλλον επιβάλλεται για εξαιρετικούς λόγους Δημόσιου Συμφέροντος.  Και δη προς εξυπηρέτηση προέχουσας σημασίας σκοπού, ύστερα από συγκεκριμένη και αιτιολογημένη στάθμιση -από πλευράς της Νομοθετικής Εξουσίας και, ενδεχομένως, της Εκτελεστικής Εξουσίας- ως προς την in concreto συνδρομή των προϋποθέσεων τούτων για το «επίμαχο» Δημόσιο Συμφέρον.  Στάθμιση η οποία, όπως είναι ευνόητο, υπόκειται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο ως προς  το αν και κατά πόσο ανταποκρίνεται επαρκώς στις προϋποθέσεις των ρυθμίσεων του άρθρου 24 του Συντάγματος.  Γεγονός που σημαίνει ότι αυτός ο δικαστικός έλεγχος μπορεί να οδηγήσει και στην κρίση ως αντισυνταγματικής της παρέμβασης εκείνης στο Περιβάλλον, η οποία δεν εξυπηρετεί Δημόσιο Συμφέρον ανταποκρινόμενο στις προεκτεθείσες  νομολογιακές προδιαγραφές.  Επισημαίνεται ότι η κατά τ’ ανωτέρω «εξαίρεση» από την γενική εφαρμογή του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» δεν φαίνεται να δικαιολογεί πλήρως τα «εξαιρετικά» χαρακτηριστικά της, αν αναλογισθεί κανείς ότι όταν πρόκειται για συγκεκριμένη,  ταυτόχρονη, συνδρομή διαφορετικών μορφών Δημόσιου Συμφέροντος αφενός είναι επιβεβλημένη η στάθμιση, από την πλευρά της Νομοθετικής Εξουσίας, της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Δικαστικής Εξουσίας, ως προς την προέχουσα σημασία και συνεπώς ως προς την «προτίμηση» ενός εξ αυτών.  Και, αφετέρου, είναι ακριβώς η φύση μιας τέτοιας στάθμισης, η οποία καταδεικνύει, προδήλως,  ότι δεν μπορεί να θεωρείται, a priori, πως μια μορφή Δημόσιου Συμφέροντος είναι οιονεί «εξ ορισμού» «προέχουσα», ώστε η «κάμψη» της στην δεδομένη περίπτωση από μια άλλη μορφή Δημόσιου Συμφέροντος να κρίνεται ως «εξαιρετική».  Σε ό,τι αφορά την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς τα προεκτεθέντα συμπεράσματα για την ιδιοσυστασία του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου», είναι και πάλι χαρακτηριστικώς ενδεικτική η απόφαση ΣτΕ (Ολ) 3500/2009, το σκεπτικό αρ. 9 της οποίας δέχεται πως δεν είναι επιτρεπτή η χειροτέρευση, με οιονδήποτε τρόπο, των όρων διαβίωσης των κατοίκων ενός οικιστικού ιστού, «αν αυτή δεν επιβάλλεται από εξαιρετικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος προς εξυπηρέτηση προέχουσας σημασίας σκοπού κατά την μετά από στάθμιση ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο….. (ΣτΕ 451/2003, 3756/2000).  Τούτων έπεται, ότι μέχρις ότου τεθούν για πρώτη φορά από το νομοθέτη, προς εκπλήρωση της ανωτέρω, το πρώτον επίσης τεθείσης,  συνταγματικής επιταγής, οι βασικοί κανόνες πολεοδομήσεως, είναι συνταγματικώς ανεκτή η πρόβλεψη της δυνατότητας εξαιρέσεως από την κατεδάφιση κατασκευών που έχουν αυθαιρέτως ανεγερθεί πριν την θέσπιση των κανόνων αυτών που τίθενται εν γνώσει ακριβώς της ανωτέρω κατ’ εξαίρεση δυνατότητας (παλαιές κατασκευές), αλλά ως εξαιρετικής ρυθμίσεως και υπό όρους, ώστε αφ’ ενός να μην αποδυναμώνεται ουσιωδώς η αποτελεσματικότητα των θεσπιζόμενων κανόνων και, αφ’ ετέρου, να μην προκαλείται βλάβη σε φυσικά οικοσυστήματα, οικιστικά σύνολα και πολιτιστικά στοιχεία που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας.  Είναι όμως αντίθετες προς την ανωτέρω συνταγματική επιταγή διατάξεις, με τις οποίες επιτρέπεται η υπό τους αυτούς όρους εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών που ανεγείρονται μεταγενεστέρως, μετά δηλαδή τη θέσπιση των ανωτέρω πολεοδομικών κανόνων, και κατά παράβαση των διατάξεων που αφορούν τους όρους και περιορισμούς δομήσεως ή τις χρήσεις γης (νέες κατασκευές).  Και τούτο διότι η εξαίρεση αυτή από την κατεδάφιση συνεπάγεται τη νόθευση και τη συνεχή ανατροπή του γενομένου βάσει των νέων πολεοδομικών κανόνων πολεοδομικού σχεδιασμού, ανατροπή η οποία, είτε αφορά τα κτήρια και τον τρόπο δομήσεώς τους είτε τη χρήση τους, έχει ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση των συνθηκών διαβιώσεως, πολλώ δε μάλλον όταν οι όροι εξαιρέσεως από την κατεδάφιση μιας νέας, παραβιάζουσας τους όρους δομήσεως αυθαίρετης κατασκευής ή διατηρήσεως μιας επανεμφα-νιζόμενης, αλλά μη επιτρεπομένης χρήσεως, επιβάλλουν να εκτιμάται η πολεοδομική επιβάρυνση της περιοχής, όπου ευρίσκεται η κατασκευή ή η χρήση από την εξαίρεση μόνης αυτής από την κατεδάφιση και όχι από το σύνολο των ήδη εξαιρεθεισών όσο και των εξαιρουμένων από την κατεδάφιση νέων αυθαίρετων κατασκευών της περιοχής αυτής, προς την οποία εξαίρεση ταυτίζεται και η διατήρηση επανεμφανιζόμενων αλλά κατά την ισχύουσα πολεοδομική ρύθμιση μη επιτρεπόμενων πλέον χρήσεων.»

β)  Με βάση αυτά τα ιδιαίτερα θεσμικά χαρακτηριστικά που εμφανίζει το «Περιβαλλοντικό Κεκτημένο» αναδεικνύει, πέραν των άλλων, και την κανονιστική «δυναμική» του κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος Δικαιώματος στο Περιβάλλον σ’ ένα εξαιρετικά κρίσιμο πεδίο, το οποίο συναρτάται με τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα γενικώς.  Πρόκειται για εκείνο το πεδίο δράσης στον ευρύτερο χώρο της εφαρμογής της νομοθεσίας για το Περιβάλλον, σε όλη της την έκταση, όπου το Δικαίωμα στο Περιβάλλον «συνυπάρχει» κατά την άσκησή του  -δοθέντος ότι πλέον η θεωρητική άποψη περί, δήθεν, σύγκρουσης δικαιωμάτων είναι παρωχημένη-  με άλλα, επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένα, δικαιώματα.  Κατ’ ακρίβεια, αυτή η κανονιστική «δυναμική» του Δικαιώματος στο Περιβάλλον,  σε συνδυασμό με το «Περιβαλλοντικό Κεκτημένο», επιτρέπει σημαντικούς περιορισμούς κατά την άσκηση ορισμένων άλλων συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, έτσι ώστε η θεσμική «συνύπαρξή» τους να μην αποβαίνει εις βάρος του κατά το Σύνταγμα  -και όπως αναλύθηκε εκτενώς προηγουμένως-  κρίσιμου και υπέρτερου Δημόσιου Συμφέροντος της προστασίας του Περιβάλλοντος, κατ’ εξοχήν σε μια περίοδο ραγδαίας επιδείνωσης της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης.  Έτσι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει καθιερώσει τις εξής αρχές για την «συνύπαρξη» του Δικαιώματος στο Περιβάλλον με το Δικαίωμα στην Ιδιοκτησία ή και με το δικαίωμα που αφορά την Οικονομική Ελευθερία, ενώ παραμένει πάντοτε «ανοιχτό» και το ζήτημα των όποιων ευθυνών του Δημοσίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, για ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις των lato sensu κρατικών οργάνων που επιφέρουν επιδείνωση των περιβαλλοντικών συνθηκών και «φαλκιδεύουν» την ακώλυτη άσκηση του Δικαιώματος στο Περιβάλλον. 

β1) Το θεμελιώδες «πρόταγμα» της προστασίας του Περιβάλλοντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, καθιερώνει ένα κρίσιμο Δημόσιο Συμφέρον, η συνδρομή του οποίου μπορεί να δικαιολογήσει εκτεταμένους περιορισμούς κατά την άσκηση του Δικαιώματος στην Ιδιοκτησία.  Και οι περιορισμοί αυτοί βρίσκουν έρεισμα αφενός στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 17 του Συντάγματος, οι οποίες ορίζουν ότι τα περί την ιδιοκτησία δικαιώματα δεν μπορούν ν’ ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος.  Και, αφετέρου, στις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, οι  οποίες κατά τα όσα ήδη διευκρινίσθηκαν στοιχειοθετούν κανονιστικώς το ειδικότερο «περιβαλλοντικό» Δημόσιο Συμφέρον.  Επιπλέον, τα περιοριστικά μέτρα για την ιδιοκτησία που βρίσκουν έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος είναι δυνατό να έχουν ευρύτερη κανονιστική «εμβέλεια» από τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας και να «επεμβαίνουν» π.χ. και στην χρήση, και στην εκμετάλλευση αλλά και στην διάθεση της ιδιοκτησίας (βλ., πχ., ΣτΕ (Ολ) 3146/1986, 3050/2004, 2231/2006, 669/2010).  Βεβαίως, αυτοί οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας πρέπει να θεσπίζονται από την μια πλευρά με αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία συνδέονται αρρήκτως με την υπό τις διάφορες εκδοχές της προστασία του Περιβάλλοντος που οριοθετείται κανονιστικώς από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος.  Και, από την άλλη πλευρά, με πλήρη σεβασμό της κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας (βλ., π.χ., ΣτΕ 2923/2011, 2650/2013, 629/2022). 

β2)  Το ίδιο, κατά τα όσα επεξηγήθηκαν, θεμελιώδες «πρόταγμα» της προστασίας του Περιβάλλοντος και το μέσω αυτού θεσμικώς διαμορφούμενο Δημόσιο Συμφέρον μπορούν να δικαιολογήσουν εξίσου εκτεταμένους περιορισμούς κατά την άσκηση του δικαιώματος που αφορά την Οικονομική Ελευθερία, με απώτερο στόχο την υπό τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχεται (βλ., π.χ., ΣτΕ 2884/2014) ότι η συνδρομή του Δημόσιου Συμφέροντος, το οποίο σχετίζεται τόσο με την προστασία του Φυσικού και του Ανθρωπογενούς Περιβάλλοντος όσο και με την βελτίωση των όρων διαβίωσης του κοινωνικού συνόλου κατά τις θεμελιώδεις αρχές του χωροταξικού και του πολεοδομικού σχεδιασμού, μπορεί να δικαιολογήσει, σύμφωνα με την «εναρμονισμένη» ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 24 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, περιορισμούς στην άσκηση της επιχειρηματικής ή της εν γένει επαγγελματικής δραστηριότητας.  Πολλώ μάλλον όταν οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 106 παρ.2 του Συντάγματος απαγορεύουν την άσκηση της Οικονομικής Ελευθερίας  -άρα και της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας κάθε μορφής-  εις βάρος της Ελευθερίας, της αξιοπρέπειας του Ανθρώπου ή  προς  βλάβη της Εθνικής Οικονομίας.  Η ίδια αυτή νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας υιοθετεί την, πάγια για τους περιορισμούς των δικαιωμάτων, συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή, σύμφωνα με την οποία: Οι προαναφερόμενοι περιορισμοί της Οικονομικής Ελευθερίας είναι θεμιτοί μόνον εφόσον ανταποκρίνονται επαρκώς στις κανονιστικές προδιαγραφές των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος, είναι αναγκαίοι για την εξυπηρέτηση του in concreto «περιβαλλοντικού» Δημόσιου Συμφέροντος και δεν θίγουν τον «πυρήνα» του σχετικού οικονομικού δικαιώματος, ήτοι δεν «συρρικνώνουν»    υπερμέτρως και, a fortiori, δεν αναιρούν πλήρως την σχετική με το δικαίωμα αυτό ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα.

β3) Ο συνδυασμός του «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» και του Δικαιώματος στο Περιβάλλον «εμπεδώνει» θεσμικώς και την αρχή ότι  όταν η Νομοθετική Εξουσία ή η Εκτελεστική Εξουσία προβαίνουν σε πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες παραβιάζουν τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος για την προστασία του Περιβάλλοντος,  μπορεί  -εφόσον βεβαίως συντρέχουν όλες, ανεξαιρέτως, οι προϋποθέσεις ιδίως των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ-  να «ενεργοποιηθεί» ο μηχανισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου.  Τούτο ενισχύεται και από την ευθεία κατοχύρωση του θεσμού της αστικής ευθύνης του Δημοσίου πάνω στην  βάση της  διάταξης του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, η οποία καθιερώνει την αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών και αιτιολογεί και τον αντικειμενικό χαρακτήρα της.  Ήτοι την «γέννηση» αυτής της αστικής ευθύνης άνευ πταίσματος του ενεργούντος ή παραλείποντος κρατικού οργάνου, υπό την έννοια ότι αρκεί η παρανομία των ζημιογόνων πράξεων ή παραλείψεων.  Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, από την μια πλευρά αστική ευθύνη του Δημοσίου μπορεί να προκύψει από κάθε πράξη ή παράλειψη των οργάνων του που παραβιάζουν τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος για την προστασία του Περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των νόμων της Νομοθετικής Εξουσίας οι οποίοι κρίνονται ως αντισυνταγματικοί εξαιτίας μιας τέτοιας παραβίασης των επιταγών του Συντάγματος.  Συνακόλουθα, η εν προκειμένω  ενεργοποίηση του «μηχανισμού» της αστικής ευθύνης του Δημοσίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ συνεπάγεται αποκατάσταση κάθε μορφής ζημίας, δηλαδή τόσο της θετικής ή αποθετικής ζημίας όσο και της ζημίας π.χ. λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.  Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει, σε ό,τι αφορά την αποζημίωση από αντίθετες προς τις επιταγές των κανόνων δικαίου περί προστασίας του Περιβάλλοντος πράξεις ή παραλείψεις των lato sensu κρατικών οργάνων, στην προϋπόθεση εκείνη των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ η οποία θεσπίζει τον όρο  της μη παραβίασης, από την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη, διάταξης που έχει τεθεί για χάρη του Δημόσιου  -και όχι απλώς του γενικού, όπως αρχικώς είχαν διατυπώσει την διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ οι συντάκτες του Αστικού Κώδικα-  Συμφέροντος.   Προφανής στόχος της προϋπόθεσης αυτής είναι να μην καταστεί η αγωγή αποζημίωσης, κατά την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, μια actio popularis, με ανυπολόγιστες δημοσιονομικές συνέπειες για τον κρατικό προϋπολογισμό και δίχως κάτι τέτοιο να επιβάλλεται, όπως είναι αυτονόητο, από τον σεβασμό της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών.  Όμως, και προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή αυτής της αρχής όπου τούτο επιβάλλεται κατά την φύση της, η νομολογία, και κυρίως εκείνη του Συμβουλίου της Επικρατείας, έχει προβεί σ’ ένα είδος απολύτως δικαιολογημένης συσταλτικής  -ουσιαστικώς δε διορθωτικής-  ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Και έχει δεχθεί ότι αυτή η προϋπόθεση αφορά μόνο την παραβίαση διάταξης η οποία έχει τεθεί αποκλειστικώς για χάρη του Δημόσιου Συμφέροντος, αφήνοντας έτσι ανοιχτή την προοπτική της θεμελίωσης αστικής ευθύνης του Δημοσίου όταν πρόκειται για παραβίαση διάταξης που αποβλέπει, ταυτοχρόνως, και στην εξυπηρέτηση δικαιώματος συγκεκριμένου ιδιώτη (βλ., π.χ., ΣτΕ 307/2007, 648, 1677/2008).  Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η κανονιστική επιρροή του κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος Δικαιώματος στο Περιβάλλον και του κατά τις ίδιες διατάξεις «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου», σε ό,τι αφορά την αστική ευθύνη του Δημοσίου από «περιβαλλοντικώς» παράνομες και ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις των lato sensu κρατικών οργάνων: Οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ και ο αντίστοιχος «μηχανισμός» της αστικής ευθύνης του Δημοσίου μπορούν να «ενεργοποιηθούν» όταν συντρέχουν οι ως άνω παράνομες και ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις των κρατικών οργάνων, δοθέντος ότι οι κανόνες δικαίου που θεσπίζονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος για την προστασία του Περιβάλλοντος δεν αποσκοπούν αποκλειστικώς στην εξυπηρέτηση ενός κρίσιμου και υπέρτερου Δημόσιου Συμφέροντος.  Αλλά, ακριβώς εξαιτίας της κανονιστικής «υφής» του συνταγματικώς κατοχυρωμένου Δικαιώματος στο Περιβάλλον, οιονεί νομοτελειακώς αποβλέπουν, ταυτοχρόνως, και στην εξυπηρέτηση δικαιωμάτων συγκεκριμένων ιδιωτών. 

 

Επίλογος

Συνοψίζοντας τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο αυτής της σύντομης μελέτης οφείλω να ξεκινήσω από μιαν απαισιόδοξη -ευτυχώς, όχι μοιραία ακόμη- διαπίστωση:  Στην εποχή που η Κλιματική Αλλαγή έχει, μ’ ευθύνη του ίδιου του Ανθρώπου, εξελιχθεί σε μιαν «επελαύνουσα» Κλιματική Κρίση η οποία απειλεί πια ευθέως και τον ίδιο αλλά και ολόκληρο τον Πλανήτη, το «επιμηθεϊκό» σύνδρομο «θριαμβεύει». Έτσι σε ό,τι αφορά την Διεθνή Κοινότητα, αυτή θεσπίζει -π.χ. στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στο Κιότο, στο Παρίσι- κανόνες Διεθνούς Δικαίου για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της  Κλιματικής Κρίσης, τους οποίους κυρίως οι ισχυρότερες οικονομικώς Χώρες περιφρονούν προκλητικώς, μετατρέποντάς τους στην πράξη σε «ευχολόγια» χωρίς ίχνος κανονιστικής «ικμάδας».  Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την πλειάδα διατάξεων του πρωτογενούς και του παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου για την Κλιματική Αλλαγή και για την Κλιματική Κρίση τα όργανά της -και προεχόντως τα κορυφαία- ακολουθούν και στον τομέα αυτόν τακτική «ουραγού».  Με την έννοια πως μολονότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστήσει το Διεθνές Δίκαιο για την Κλιματική Αλλαγή και για την Κλιματική Κρίση αναπόσπαστο μέρος του «Ευρωπαϊκού Κεκτημένου», τα όργανα αυτά διστάζουν ή και ολιγωρούν επιδεικτικώς να «χαράξουν» την πολιτική εκείνη, η οποία θ’ αντιστοιχούσε στον «πλανητικό» ρόλο που της αναλογεί προς αυτή την κατεύθυνση.  Πολλώ μάλλον όταν ο Ανθρωπισμός, ο οποίος πλήττεται καιρίως από την Κλιματική Αλλαγή και από την Κλιματική Κρίση, συνιστά καίριο μέρος του «πυρήνα» του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.  Όσο για την Ελλάδα, «κληρονόμο» του πρώτου και βασικού «πυλώνα» του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, δηλαδή του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού που «δίδαξε» και «διδάσκει» ανά τους αιώνες και σε παγκόσμια κλίμακα την αξία του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης και της Δικαιοσύνης -προεχόντως δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης- πρέπει, χωρίς αμφιβολία και χωρίς δισταγμούς, να εκπληρώσει, έστω και ακολουθώντας μια μοναχική και επίπονη πορεία, την αποστολή η οποία αρμόζει στην Ιστορία της και στην όλη πολιτισμική της παράδοση: Αξιοποιώντας όλα τα μέσα, θεσμικά και μη, τα οποία είναι διαθέσιμα με βάση το Διεθνές Δίκαιο, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την Έννομη Τάξη της που έχει ως «βάση» και «κορυφή» το ισχύον Σύνταγμα, μπορεί και πρέπει να πρωταγωνιστήσει στον αγώνα για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, επέκεινα δε στον αγώνα για την υπεράσπιση του Ανθρώπου και του Πλανήτη.  Υπό τα δεδομένα αυτά -και αφήνοντας κάπως «στην άκρη» την αμιγώς νομική ανάλυση- είναι επιβεβλημένο ν’ αναλογισθούμε και να λάβουμε υπόψη μας και τ’ ακόλουθα[3]:

Α. Η καταστροφική «μετάλλαξη» της Κλιματικής Αλλαγής σε Κλιματική Κρίση, η οποία επιδεινώνεται «ακάθεκτη» φέρνοντας τον Άνθρωπο στα όρια της απόγνωσης και θέτοντάς τον προ των ευθυνών του, πρέπει να γίνει, ταυτοχρόνως, το διδακτικό «εγχειρίδιο» και ο «αστρολάβος» της ανηφορικής πορείας μας προς το μέλλον.  Και πριν απ’ όλα πρέπει να μας διδάξει ότι εκείνοι, οι οποίοι πριν από μερικές δεκαετίες επινόησαν «το τέλος των ιδεολογιών» και  πίστεψαν σε αυτό, υπήρξαν οι πιο αυθεντικοί «επίγονοι» του Επιμηθέα στην σύγχρονη εποχή με το ν’  αγνοήσουν, επιδεικτικά και επιπόλαια, το βαρύ φορτίο της μοίρας που μας ανήκει και μας περιμένει στην αρχή ενός νέου ανηφορικού δρόμου και μιας εξίσου ανηφορικής πορείας.  Μιας πορείας που μπορούμε να υπομείνουμε και να διανύσουμε, χωρίς μεγαλύτερο κόστος, αν συνειδητοποιήσουμε, επιτέλους, τόσο τις δυνατότητές μας όσο και τα όριά μας.  Όσο, δηλαδή, καταφέρουμε να συνειδητοποιήσουμε τι είναι ο Άνθρωπος. Για να συμβεί αυτό είναι απαραίτητο ν’ ανακαλύψουμε ευεργετικά «αντισώματα» κατά της καταστροφικής ανθρώπινης ματαιοδοξίας και του εξίσου καταστροφικού ανθρώπινου εγωϊσμού.  «Αντισώματα» που θα μας επιτρέψουν να έχουμε στο μέλλον, δίχως διαλείμματα εφησυχασμού και χαλάρωσης, πλήρη επίγνωση της ματαιότητας των εγκοσμίων.  Ας μην φαντασθεί κάποιος ότι μια τέτοια προτροπή πρέπει να μας οδηγήσει στον «λήθαργο» της απαισιοδοξίας και, πολύ περισσότερο, της απελπισίας.  Κάθε άλλο.  Στόχος της είναι να μας μάθει την «τέχνη» για το πώς πρέπει να προετοιμάσουμε και να χαράξουμε το μέλλον μας όχι υποκύπτοντας στο μοιραίο αλλά, όλως αντιθέτως, χαλυβδώνοντας τις δυνάμεις μας και αξιοποιώντας την «Γνώση» και την «Σοφία» που  μπορούμε ν’ αποκτήσουμε για να το αντιμετωπίσουμε και να το «υποτάξουμε», όσο τούτο είναι δυνατό στους θνητούς.  Για ν’ αναφερθώ στις, διαχρονικώς επίκαιρες, σκέψεις του Αλμπέρ Καμύ,[4]  πρέπει, σε κάθε στιγμή της ζωής μας, να χτίζουμε το πεπρωμένο μας υπό όρους που θα μπορούμε, σε κάθε στάδιο της περισυλλογής μας, «να φαντασθούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο».  Και κατά τον Καμύ, η «δίοδος» προς αυτή την κατάληξη είναι η στάση ζωής μέσω της οποίας ο Άνθρωπος, με την συνείδησή του «άγρυπνη», αφήνει, στα όρια της «εξέγερσης», την δύναμη της δημιουργίας του να δίνει καθημερινά απάντηση τόσο στην φθορά που επιφέρει τελικώς τον θάνατο,  όσο και στο «παράλογο» του κόσμου ο οποίος μας περιβάλλει. Conditio sine qua non για να πορευθούμε αυτόν τον δρόμο μιας «λελογισμένης αισιοδοξίας» και μιας δημιουργίας πλασμένης με σωφροσύνη, υπό την έννοια ότι δεν θυσιάζει τα έργα της στον βωμό της καθημερινής επιβίωσης αλλά τα «κατασκευάζει» έχοντας επίγνωση του μεριδίου αιωνιότητας -αυτής της ασήμαντης, εν τέλει, αιωνιότητας- που ταιριάζει στον σκεπτόμενο με ορθολογισμό Άνθρωπο, είναι η διαμόρφωση του εσωτερικού μας   κόσμου με βάση   μιαν   εξίσου         ορθολογική, «προμηθεϊκή», αντίληψη.  Με απλά λόγια, πρέπει να πιστέψουμε και να καταστήσουμε θεμέλιο της αυτοσυνειδησίας μας ότι είμαστε απόγονοι του Προμηθέα, αφήνοντας μια για πάντα πίσω το σύνδρομο του Επιμηθέα.  Επιπλέον δε όσοι πιστεύουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην προοπτική του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, πρέπει να γυρίσουμε στις ρίζες του για ν’ αντικρίσουμε καθαρά το μέλλον του. 

  1. B. Οι αιτίες και τ’ αποτελέσματα των δύο Παγκόσμιων Πολέμων του προηγούμενου αιώνα πρέπει να μας διδάξουν, ιδίως μέσα στην «σκοτεινιά» της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, ότι στο επίκεντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε Κράτους-Μέλους που αξίζει την τιμή ν’ ανήκει σε αυτήν είναι η «προμηθεϊκή» νοοτροπία. Εκείνη που μας προειδοποιεί ότι η Ευρώπη δεν νομιμοποιείται ιστορικώς να παραμένει «καθηλωμένη» σ’ ένα παρακμιακό παρόν κοιτάζοντας με δέος το αβέβαιο μέλλον της. Δοθέντος ότι η «μοίρα» της την έχει «τάξει» όχι να «εξάγει» το πρότυπο μιας ζωής «στον αστερισμό» της εφήμερης ευημερίας αλλά να «κηρύσσει», urbi et orbi, έναν τρόπο σκέψης με γνώμονα την «δοξαστική» πορεία του Πνεύματος.  Εκείνη, εν τέλει, που μας καθοδηγεί να υπερασπισθούμε την Ευρωπαϊκή Δημοκρατία και τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό υπό όρους οι οποίοι αναλογούν στις ρίζες τους και στην προοπτική τους.  Δηλαδή υπό όρους προσήλωσης στις αρχές και τις αξίες του Ανθρωπισμού, επέκεινα δε της Αλληλεγγύης, της Δικαιοσύνης και, κυρίως, της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.  Συνακόλουθα, έχουμε χρέος να κάνουμε «κτήμα ες αεί» την αλήθεια ότι οι «άνεμοι» του πεπρωμένου μας θα «φυσούν» ολοένα και πιο ισχυροί.  Και γι’ αυτό, πρέπει να κτίσουμε το «ανθεκτικό» οικοδόμημα που θα μας προστατεύσει έτοιμο ν’ αντιμετωπίσει «τυφώνες», και όχι παρατεταμένες «νηνεμίες» τις οποίες θα τις διακόπτουν, απλώς, κάποια σποραδικά και μάλλον σπάνια διαλείμματα «καταιγίδας».  Υπό το ίδιο πρίσμα, πρέπει να μάθουμε και  ότι ο ρόλος που μας ανήκει είναι εκείνος του λογικού και έμπειρου «ορειβάτη».  Τούτο σημαίνει ότι πρέπει ν’ «ασκηθούμε»  στο πώς θα στερεώνουμε πολύ βαθιά και πολύ καλά την «σφήνα» στον βράχο πριν κάνουμε το επόμενο βήμα προς την κορυφή.  Έχοντας, επιπροσθέτως, επίγνωση ότι ο πιο δύσκολος και  ο πιο επικίνδυνος δρόμος δεν είναι εκείνος της ανόδου στην βουνοκορφή αλλά εκείνος της μετέπειτα επανόδου, ώσπου να φθάσουμε ασφαλώς και «σοφότεροι» εκεί απ’  όπου ξεκινήσαμε.  Σε αυτή την πορεία επίγνωσης εξαιρετικά χρήσιμοι, καθότι βαθύτατα  διδακτικοί, είναι δύο άλλοι μύθοι της Μυθολογίας μας: Εκείνος του Ικάρου, όταν θέλησε να πετάξει με «εωσφορική» αλαζονεία έως την επικράτεια του ήλιου, και εκείνος του Νάρκισσου, όταν ξεχάστηκε και πέθανε καθώς καθρεφτιζόταν ανέμελα στο νερό του ποταμού, θαυμάζοντας την εφήμερη ομορφιά του.  Κλείνω τον «κύκλο» των σκέψεων αυτών με την ακόλουθη κατακλείδα: Η «ρεστία» που αφήνει στον ψυχισμό μας ο «εφιάλτης» της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης δείχνει πως ποτέ άλλοτε, τουλάχιστον μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο  -ίσως δε,  ακόμη περισσότερο,  και από την σκοτεινή του αιματοβαμμένη περίοδο-  δεν έχουμε νιώσει την ανάγκη του «άλλου», άρα την αξία της ενσυνείδητης Αλληλεγγύης και της καθημερινής απλής κοινωνικής συνύπαρξης και επικοινωνίας.  Η αναγκαστική μοναξιά -κυρίως μέσα σε μεγάλα αστικά κέντρα «μητροπόλεις» της ρύπανσης, της μόλυνσης  και της περιθωριοποίησης που «γιγαντώνουν» οι προκλητικές ανισότητες και η φτώχεια-  πρέπει να μας υπενθυμίζει πόσο άφρονες σταθήκαμε όταν «αποθεώσαμε» την μοναχική μας πορεία στον «ναό» του άκρατου εγωϊσμού μας, όταν αγνοήσαμε τον «συνάνθρωπο» και το κοινωνικό σύνολο που μας περιβάλλει κάθε φορά.  Ό,τι, λοιπόν, και αν συμβεί στο μέλλον δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτή την αναγκαστική μοναξιά ως μοιραίο τρόπο ζωής για το αύριο, δεν πρέπει να υποταχθούμε στα κελεύσματα των «σειρήνων» της.  Αυτό το χρέος, το χρέος εγκαθίδρυσης ενός κοινωνικού οικοδομήματος όπου προέχει ο Ανθρωπισμός,  η Συλλογικότητα,  η Αλληλεγγύη και η Δικαιοσύνη -ιδίως δε η Κοινωνική Δικαιοσύνη- είναι όρος απαράβατος όχι μόνο για την δημιουργική πορεία του καθενός μας αλλά και για την ίδια μας την επιβίωση.  Εμείς, οι Έλληνες -και, κατά συνέπεια, η Ελλάδα,  ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και ως πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης- έχουμε χρέος όχι απλώς να κινηθούμε αλλά και να πρωταγωνιστήσουμε, κυριολεκτικώς, προς αυτή την κατεύθυνση υπεράσπισης του Περιβάλλοντος και του Πλανήτη, εφαρμόζοντας στο ακέραιο το Σύνταγμά μας καθώς και το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Και τούτο διότι ο Ελληνικός Πολιτισμός, ως καίριας σημασίας συνισταμένη του  Παγκόσμιου Πολιτισμού και, κατ’ εξοχήν μάλιστα, ως θεμελιώδης «αντηρίδα» του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, διαμορφώθηκε από το Ελληνικό Πνεύμα όταν αυτό «βάδισε» μέσα στο «φως» αναδεικνύοντας, urbi et orbi, τον άρρηκτο σύνδεσμο μεταξύ της Φύσης και της πολιτισμικής δημιουργίας.  Ίσως ο Οδυσσέας Ελύτης, σύμφωνα με  την «ηλιακή μεταφυσική» του, εξέφρασε περισσότερο από πολλούς άλλους εκπροσώπους της διανόησής μας αυτή την μεγάλη αλήθεια, «διακηρύσσοντας» ότι «η θέση του ήλιου μέσα στον ηθικό κόσμο παίζει τον ίδιο ρόλο που παίζει μέσα στην φύση των πραγμάτων».[5]  Υπ’ αυτή την εκδοχή η πολιτισμική δημιουργία δεν νοείται -άρα δεν νοείται και ένας πραγματικός Πολιτισμός- όταν οδηγεί, αμέσως ή και εμμέσως, στην υποβάθμιση και, πολύ περισσότερο, στην καταστροφή του Πλανήτη.  Μια τέτοια θεώρηση είναι τόσο  περισσότερο   σύμφωνη   με  την   «Προμηθεϊκή»   «σύλληψη»   του Ελληνικού Πολιτισμού, όσο θέτει τον Άνθρωπο προ των   -αυτονόητων κατά την υπόστασή του-  ευθυνών του έναντι και του κόσμου που τον περιβάλλει αλλά και έναντι της αποστολής του επί Γης.

 

 

 

 

[1] Βλ., π.χ., ιδίως την μελέτη του «On the influence of carbonic acid in the Air upon the Temperature of the Ground», The London, Edinburgh and Dublin Philosophical Magazine and Journal of Science, 1896, Series  5, Vol. 41, σελ. 237-276.

 

[2] Βλ.,π.χ., Jan Zalasiewicz, Mark Williams, Will Steffen, Paul Crutzen, «The New World of Anthropocene», Environmental Science and Technology, 2010, 44(7), σελ. 2228-2231.

 

[3] Πρβλ. Προκοπίου Παυλοπούλου, «Η Πανδημία και το “Εμβόλιο”. Στην βαριά σκιά του Επιμηθέα», εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2020, ιδίως σελ. 145 επ.

[4] Albert Camus, «Ο μύθος του Σισύφου», μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2007.

[5] «Εκλογή», εκδ. Άκμων, Αθήνα, 1979, σ. 153 κζ΄.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Το τουρκοκαταριανό μάθημα του Ισραήλ! Τι γνώριζε η Άγκυρα πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου

Η Άγκυρα παρείχε στη Χαμάς ασφαλές καταφύγιο, χρηματοοικονομικές υποδομές και πολιτική νομιμοποίηση, ενώ αντιτασσόταν σε μια περιφερειακή τάξη που απειλούσε να παρακάμψει την Τουρκία. Αφού η 7η Οκτωβρίου κατέλυσε αυτή την τάξη, το Ισραήλ άρχισε να αντιμετωπίζει την Τουρκία όχι απλώς ως έναν δύσκολο εταίρο, αλλά ως μέρος του στρατηγικού προβλήματος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η Τουρκία είχε το κίνητρο, τα μέσα και την ευκαιρία για την 7η Οκτωβρίου

Του Σάι Γκαλ, Israel Hayom

Η Άγκυρα είναι απίθανο να σπεύσει να εγκαταλείψει μια τόσο σημαντική ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος. Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Φωτογραφία: AFP, Getty Images.

Δεκαοκτώ ημέρες πριν από την 7η Οκτωβρίου 2023, ο πρώην επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών και ο διάδοχός του κάθονταν μαζί με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέναντι από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο Χακάν Φιντάν ήταν πλέον υπουργός Εξωτερικών· ο Ιμπραχίμ Καλίν διηύθυνε τη ΜΙΤ, την εθνική υπηρεσία πληροφοριών της Τουρκίας. Στο τραπέζι βρίσκονταν η ενέργεια, η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια. Τρία χρόνια νωρίτερα, οι δύο άνδρες είχαν καθίσει δίπλα στον Ερντογάν, μαζί με τον ηγέτη της Χαμάς Ισμαήλ Χανίγια — ο Φιντάν τότε διηύθυνε τη ΜΙΤ, ενώ ο Καλίν υπηρετούσε ως εκπρόσωπος του Ερντογάν. Οι φάκελοι της Άγκυρας για το Ισραήλ και τη Χαμάς συναντιούνταν στην κορυφή του τουρκικού κράτους.

Ο φάκελος της Χαμάς είχε επιχειρησιακό χαρακτήρα. Ο Μούσα Ακάρι, βετεράνος των Ταξιαρχιών Κασάμ της Χαμάς, ο οποίος απελευθερώθηκε κατά την ανταλλαγή κρατουμένων για τον Σαλίτ το 2011, αφηγήθηκε ότι ο Ερντογάν έστειλε κυβερνητικό αεροσκάφος για να μεταφέρει τον ίδιο και άλλους εννέα από την Αίγυπτο στην Άγκυρα και δεσμεύθηκε να τους προστατεύει «όπως προστατεύουμε τα δικά μας παιδιά». Οι κυρώσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών προσδιόρισαν τον Ζάχερ Τζαμπαρίν, με έδρα την Τουρκία, ως επικεφαλής των οικονομικών της Χαμάς και σύνδεσμό της με την ιρανική Δύναμη Κουντς, τη Redin Exchange ως δίαυλο διοχέτευσης 10 εκατομμυρίων δολαρίων στις Ταξιαρχίες και ένα μυστικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο άνω των 500 εκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο περιλάμβανε τουρκικές εταιρείες και επιχειρησιακά στελέχη. Η Άγκυρα παρείχε επίσης νομική κάλυψη: ο Χανίγια είχε τουρκική υπηκοότητα, περίπου δώδεκα στελέχη της Χαμάς στην Κωνσταντινούπολη είχαν λάβει ή ανέμεναν τουρκικά έγγραφα ταυτότητας, ενώ στοιχεία εμπορικών μητρώων έδειχναν ότι ο χρηματοδότης της Χαμάς Χισάμ Γιούνις Καφίσεχ είχε πολιτογραφηθεί ως Χασμέτ Ασλάν (Haşmet Aslan). Έγγραφο της Χαμάς, που ανακτήθηκε από την κατοικία του Χάμζα Αμπού Σανάμπ, συνεργάτη του ηγέτη της οργάνωσης στη Γάζα Γιαχία Σινουάρ, προέβλεπε πυρήνες, ασφαλή καταλύματα, δολιοφθορές, δολοφονίες και απαγωγές με ορμητήριο το τουρκικό έδαφος.

Δεν είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η ΜΙΤ δεν τα είχε αντιληφθεί. Η υπηρεσία συνδύαζε τη θεσμικά κατοχυρωμένη δυνατότητα δράσης σε ολόκληρο τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό με δυνατότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων, κυβερνοπληροφοριών, πληροφοριών εξωτερικού και αντικατασκοπείας, καθώς και με άμεση πρόσβαση στον πρόεδρο· είχε ήδη χαρτογραφήσει ιρανικούς πυρήνες και εξαρθρώσει μηχανισμούς χρηματοδότησης του ISIS σε συνεργασία με συμμαχικές υπηρεσίες. Ο Σινουάρ μπορούσε να αποκρύψει το τελικό σχέδιο μάχης χωρίς να αποκρύπτει ολόκληρο τον μηχανισμό. Για να ευσταθεί η εκδοχή της τουρκικής άγνοιας, θα έπρεπε η ΜΙΤ να είχε χαρτογραφήσει το Ιράν και το ISIS, αλλά όχι τη Χαμάς, να είχε συναντηθεί με ηγέτες της Χαμάς χωρίς να χαρτογραφήσει τα δίκτυά τους και να είχε δεχθεί επί χρόνια προειδοποιήσεις από συμμάχους χωρίς να διαμορφώσει δική της εικόνα πληροφοριών.

Ο Ερντογάν έδωσε αργότερα το όνομά της σε αυτή την πολιτική: η Χαμάς δεν ήταν τρομοκρατική οργάνωση, αλλά νόμιμο κίνημα αντίστασης και πολιτικός δρών. Η Άγκυρα είχε ήδη κάνει την καθοριστική επιχειρησιακή επιλογή: ο μηχανισμός της Χαμάς στην Τουρκία δεν θα διαλυόταν ως εχθρική υποδομή. Αυτή η επιλογή προηγήθηκε των όποιων πληροφοριών διέθετε η ΜΙΤ για την τελική επίθεση.

Ο Νετανιάχου και ο Ερντογάν με φόντο έναν χάρτη της Μέσης Ανατολής. Φωτογραφία: Oren Ben Hakoon, AFP.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ευρωπαίοι εταίροι παρουσίασαν τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος θα συνέδεε την Ινδία με την Ευρώπη μέσω του Κόλπου και του Ισραήλ, παρακάμπτοντας την Τουρκία. Ο Ερντογάν το αντιλήφθηκε αμέσως: «Δεν μπορεί να υπάρξει διάδρομος χωρίς την Τουρκία». Έντεκα ημέρες αργότερα, ο Σαουδάραβας διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν δήλωσε ότι η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ πλησίαζε «κάθε μέρα»· δύο ημέρες μετά, ο Νετανιάχου είπε στα Ηνωμένα Έθνη ότι το Ισραήλ βρισκόταν στο κατώφλι μιας ειρήνης ικανής να μεταμορφώσει τη Μέση Ανατολή.

Από κοινού, αυτές οι εξελίξεις απειλούσαν την ισχύ που αντλούσε η Άγκυρα από τον ρόλο της ως πύλης διέλευσης. Ο IMEC θα μπορούσε να συνδυάσει την κλίμακα της ινδικής οικονομίας, τα κεφάλαια του Κόλπου και την πρόσβαση που προσέφερε το Ισραήλ στην Ευρώπη, υπό αμερικανική αιγίδα και χωρίς την Τουρκία, ενώ η σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση θα αποδυνάμωνε το παλαιστινιακό βέτο στην περιφερειακή ολοκλήρωση. Ένα λειτουργικό παλαιστινιακό κράτος απαιτεί μία ενιαία αρχή, ικανή να κυβερνά, να έχει το μονοπώλιο της ένοπλης ισχύος και να επιβάλλει την εφαρμογή μιας συμφωνίας, και θα περιόριζε ακόμη περισσότερο την τουρκική επιρροή· η Χαμάς διατηρεί τον κατακερματισμό που προσφέρει στην Άγκυρα πρόσβαση στην παλαιστινιακή πολιτική, δυνατότητα άσκησης πίεσης στο Ισραήλ, πεδίο ανταγωνισμού με το Κάιρο, το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι, καθώς και διαμεσολαβητικό ρόλο κάθε φορά που η περιοχή διχάζεται.

Η 7η Οκτωβρίου ανέκοψε και τις δύο αυτές πορείες. Η σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση πάγωσε, ο IMEC έχασε το πολιτικό του θεμέλιο, το παλαιστινιακό βέτο επανεμφανίστηκε και η Άγκυρα επέστρεψε στο διπλωματικό επίκεντρο· μέσα σε δύο εβδομάδες, ο Φιντάν πρότεινε την Τουρκία ως εγγυήτρια μιας ισραηλινοπαλαιστινιακής διευθέτησης. Δεν ήταν απαραίτητο η Τουρκία να επιθυμεί τη σφαγή για να ωφεληθεί από όσα αυτή κατέστρεψε. Στις 20 Οκτωβρίου, ο Φιντάν, έχοντας διευθύνει τη ΜΙΤ επί δεκατρία χρόνια, δήλωσε ότι η Άγκυρα είχε κατανοήσει πως η προπολεμική περιφερειακή αρχιτεκτονική δεν ήταν βιώσιμη και ότι κάποια στιγμή θα ξεσπούσε κρίση. Η Άγκυρα ανέμενε την περιφερειακή ρήξη, γνώριζε τον μηχανισμό της Χαμάς στην Τουρκία και διέθετε τα μέσα για να διεισδύσει σε αυτόν.

Το Ισραήλ γνώριζε τον μηχανισμό της Χαμάς στην Τουρκία, ενώ αποκαθιστούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με την Άγκυρα, συναντούσε τον Ερντογάν και ενέτασσε την κυβερνοασφάλεια στη διμερή ατζέντα. Παράλληλα, συντηρούσε τη Χαμάς μέσω της επί χρόνια χρηματοδότησης της Γάζας από το Κατάρ· το Qatargate δημιούργησε αργότερα υποψίες ότι καταριανά χρήματα και επιρροή έφθαναν στον στενό κύκλο του πρωθυπουργού. Η Ιερουσαλήμ πίστευε ότι τα χρήματα, η πρόσβαση και οι μεσάζοντες μπορούσαν να κρατήσουν τη Χαμάς υπό έλεγχο. Αντί γι’ αυτό, η Ντόχα απέκτησε μοχλούς επιρροής, η Άγκυρα διατήρησε τη Χαμάς και η Χαμάς ενίσχυσε τις δυνατότητές της.

Μια κρατική εξεταστική επιτροπή, διορισμένη από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όχι από την κυβέρνηση την οποία εξετάζει, θα διερευνήσει αυτή την αρχιτεκτονική που προϋπήρχε της 7ης Οκτωβρίου, όχι απλώς τον φράχτη που παραβιάστηκε, τις προειδοποιήσεις της 6ης Οκτωβρίου ή τις μονάδες που απέτυχαν το επόμενο πρωί. Στο πεδίο της έρευνάς της θα περιλαμβάνονται οι φάκελοι της Τουρκίας και του Κατάρ και τα σημεία στα οποία διασταυρώνονται, η πολιτική διαχείρισης της Χαμάς και όσα γνώριζε το Ισραήλ πριν από την επίθεση. Οι έρευνες της Μοσάντ και της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών περιλαμβάνουν ήδη διαβαθμισμένα ευρήματα για εξωτερικούς δρώντες και σχέσεις συνεργασίας με άλλες υπηρεσίες· η Επιτροπή θα παραλάβει ένα πολύ ευρύτερο σύνολο στοιχείων.

Το Ισραήλ έμαθε το τουρκοκαταριανό μάθημα με αίμα και πολύ αργά. Πλέον αποκλείει την παρουσία τουρκικών και καταριανών δυνάμεων στη Γάζα και απορρίπτει την Άγκυρα και την Ντόχα ως θεματοφύλακες της μεταπολεμικής τάξης. Οι πρώην οικοδεσπότες της Χαμάς δεν θα εποπτεύσουν το μέλλον της Γάζας.

Το ίδιο μάθημα μεταμόρφωσε τον τουρκικό φάκελο του Ισραήλ. Η συλλογή πληροφοριών για την Τουρκία αυξήθηκε, η Χαμάς με έδρα την Τουρκία εντάχθηκε στον ισραηλινό επιχειρησιακό σχεδιασμό και, τον Δεκέμβριο του 2023, ο Ρόνεν Μπαρ, τότε επικεφαλής της Σιν Μπετ, της ισραηλινής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας, κατονόμασε τον Λίβανο, το Κατάρ και την Τουρκία ως θέατρα επιχειρήσεων στα οποία το Ισραήλ θα έφθανε στους ηγέτες της Χαμάς. Το πλήγμα στην Ντόχα τον Σεπτέμβριο του 2025 μετέτρεψε το δόγμα σε προηγούμενο. Το καταφύγιο στο εξωτερικό δεν εξασφάλιζε πλέον ασυλία.

Η διευρυμένη συλλογή πληροφοριών αποκάλυψε επίσης τους κινδύνους που ενυπήρχαν στις σχέσεις συνεργασίας της ΜΙΤ με άλλες υπηρεσίες. Το 2025, ο σερ Ρίτσαρντ Μουρ, τότε επικεφαλής της βρετανικής MI6, χαρακτήρισε τον Φιντάν και τον Καλίν «άψογους επαγγελματίες και στενούς φίλους». Αυτή η εγγύτητα αυξάνει την έκθεση σε κίνδυνο όταν οι ιεραρχήσεις των απειλών αποκλίνουν. Ακόμη και η ανάθεση μιας αποστολής συλλογής πληροφοριών αποτελεί πληροφορία: ένα αίτημα συλλογής αποκαλύπτει τους στόχους, τα κενά και τις προτεραιότητες μιας υπηρεσίας. Η ανάθεση στη ΜΙΤ συλλογής πληροφοριών για έναν δρώντα που η Άγκυρα σκοπεύει να διατηρήσει μπορεί να εκθέσει την υπηρεσία που ζητά τις πληροφορίες πριν ακόμη απαντήσει η ΜΙΤ.

Το Ισραήλ μοιράστηκε διαβαθμισμένες πληροφορίες και συγκεκριμένες περιπτώσεις τουρκικών πρακτικών που στρέφονταν εναντίον των συμφερόντων των ίδιων των εταίρων της Τουρκίας. Η ΜΙΤ προειδοποίησε τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν για Κούρδους μαχητές που κινούνταν προς το Ιράν· το ίδιο τουρκικό επιχειρησιακό περιβάλλον συνέδεε τη χρηματοδότηση της Χαμάς με το Foxtrot, ένα σουηδικό εγκληματικό δίκτυο που υπηρετούσε τις ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ η New Way Group Global, με έδρα την Τουρκία, υπηρετούσε τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, την GRU. Η Τουρκία ήταν το σημείο διασταύρωσης. Στις υπηρεσίες που ενημερώθηκαν, οι πρακτικές συνεργασίας έχουν αλλάξει αναλόγως: η συνεργασία με την Άγκυρα και η έκθεση στην Άγκυρα αντιμετωπίζονται πλέον ως ξεχωριστές αποφάσεις, με τις πηγές, τους στόχους και τα αιτήματα συλλογής πληροφοριών να τηρούνται σε διακριτά, στεγανά πεδία.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον τη Χαμάς και το Ιράν, τη Συρία και την Κύπρο, το Αιγαίο και τη Λιβύη, τη Ρωσία και το ΝΑΤΟ, τη διπλωματία και τις υπηρεσίες πληροφοριών ως ένα ενιαίο τουρκικό στρατηγικό σύστημα. Στη Συρία, η εκτίμηση μετατράπηκε σε δράση παρεμπόδισης, όταν το Ισραήλ έπληξε αεροπορικές βάσεις που είχε εξετάσει η Άγκυρα, πριν μπορέσει η Τουρκία να τις μετατρέψει σε στρατιωτικό βάθος. Η υπό τουρκική κατοχή βόρεια Κύπρος βρίσκεται στον ίδιο επιχειρησιακό χάρτη: είναι η πλησιέστερη τουρκική πλατφόρμα στρατιωτικών επιχειρήσεων και πληροφοριών προς το θέατρο επιχειρήσεων του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο. Εάν η Άγκυρα χρησιμοποιήσει το κατεχόμενο βόρειο τμήμα ως όπλο, η αποκατάσταση της κυπριακής κυριαρχίας καθίσταται ισραηλινός στόχος ασφαλείας και ο τερματισμός του τουρκικού στρατιωτικού ελέγχου κοινή αποστολή του Ισραήλ, της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η εγγύηση συλλογικής άμυνας του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ δεν επαναχαράσσει αυτόν τον χάρτη. Η τουρκική υπηκοότητα δεν επεκτείνει την προστασία του ΝΑΤΟ στη Χαμάς και η τουρκική κατοχή δεν επεκτείνει το έδαφος του ΝΑΤΟ στη βόρεια Κύπρο. Το πλήγμα κατά της Χαμάς σε τουρκικό έδαφος αποτελεί επιχειρησιακή επιλογή· η Άγκυρα δεν μπορεί να κατασκευάσει ασυλία υπό την ομπρέλα της Συμμαχίας με τουρκικά διαβατήρια ή τουρκικές σημαίες.

Το αν η ΜΙΤ γνώριζε την ώρα της επίθεσης δεν αποτέλεσε ποτέ το καθοριστικό κριτήριο. Η Τουρκία γνώριζε τη Χαμάς σε επιχειρησιακό επίπεδο· η Ιερουσαλήμ γνώριζε τον μηχανισμό της στην Τουρκία· και η 7η Οκτωβρίου κατέστρεψε την περιφερειακή τάξη, την ανάδυση της οποίας η Άγκυρα είχε κάθε λόγο να αποτρέψει. Το Ισραήλ ανοικοδομεί τώρα αυτή την τάξη μαζί με τους εταίρους του, γύρω από μια αρχιτεκτονική που δεν περνά πλέον από την Άγκυρα.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Νίκος Ταμουρίδης Αντγος (ε.α)-Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ

Η χώρα μας, η Ελλάδα, θα έπρεπε φυσιολογικά να αποτελεί πολιτικό και πολιτιστικό πρότυπο παγκόσμιας εμβέλειας, αξιοποιώντας το όνομα, την γεωπολιτική της αξία, την τεράστια πολιτιστική της κληρονομιά, την ιστορία της, την κλασσική παιδεία, την μοναδική-υπέροχη ελληνική γλώσσα, τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές, την ευφυΐα των Ελλήνων, την πολεμική αρετή και την ναυτοσύνη.

Αντιθέτως ζει σε ένα θυελλώδες περιβάλλον κρίσης αξιών, που μετετράπη σε κρίση πρωτίστως πνευματική, αλλά και πολιτική, οικονομική, κοινωνική και εθνική. Ένας πραγματικός ιδιότυπος κατακλυσμός καταπνίγει το Γένος. Μέσα στο έλεος αυτού του καταστροφικού κατακλυσμού, ο Ελληνικός λαός, ως άλλος Νώε, είναι καταδικασμένος αυτός ο ίδιος να κατασκευάσει την κιβωτό του!

Ο Ελληνισμός έχει τεράστια πνευματικά αποθέματα, με τα οποία έχει την δύναμη να αναγεννηθεί και να μεγαλουργήσει ξανά. Αρκεί να ενεργοποιηθεί η κρίσιμη μάζα των αγνών Ελλήνων πατριωτών, οι οποίοι «πνευματικά ελεύθεροι» και ενωμένοι να ορθώσουν ανάστημα και να αναλάβουν τις τύχες του Γένους μας στα χέρια τους.

Απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε επιστροφή στις αξίες! Να θυμηθούμε και να πορευτούμε σύμφωνα με τις βασικές ανθρώπινες αρχές.

Αυτό σημαίνει ότι, αρχικά στο εσωτερικό πλαίσιο επιβάλλεται η ανατροπή του σαθρού και ενίοτε προδοτικού πολιτικού κατεστημένου. Απαιτείται ριζική ανανέωση, αλλαγή νοοτροπίας και χάραξη νέας πορείας. Στο πλαίσιο των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών απαιτείται μια νέα έκφραση της γνήσιας πολιτικής δημοκρατίας.

Άμεσος πολιτικός στόχος θα πρέπει να είναι η βαθιά και ριζική ανανέωση του δημόσιου βίου, η εισαγωγή ενός νέου πολιτικού ήθους, η αναμόρφωση των λειτουργιών της Πολιτείας με νέο ελληνοκεντρικό Σύνταγμα, θεσμικές αλλαγές και τολμηρές μεταρρυθμίσεις.

Η νέα «πολιτική» θα απορρίπτει τις ολιγαρχίες του σκληρού συντηρητισμού και του αθεϊστικού μαρξιστικού κομμουνισμού και προ παντός την καπηλεία των ιδεών, τον πολιτικό φενακισμό και τον αδίστακτο αμοραλισμό των δημαγωγών και των επαγγελματιών του δήθεν προοδευτισμού. Θα αρνείται τον διαλεκτικό υλισμό και τον αθεϊσμό. Θα στηρίζεται στον ανθρωπισμό, την χριστιανική ηθική και την ελληνική φιλοσοφία του μέτρου και του άριστου.

Προφανής είναι λοιπόν η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες θα γαλβανίσουν το αλλοτριωμένο πνεύμα των Ελλήνων και θα διεγείρουν την θύελλα, η οποία θα αλλάξει την πολιτική οπτική τους!

Κάθε νέα πολιτική κίνηση πρέπει να αγκαλιάζει όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, το επάγγελμα και την οικονομική τους κατάσταση. Να είναι αδογμάτιστη, ριζοσπαστική και ανανεωτική. Να υπηρετεί μόνο τα ιδεώδη του Ελληνισμού και να ατενίζει στους θόλους της εθνικής κιβωτού που κατασκεύασε ο Ελληνισμός για την σωτηρία του. Εκεί όπου οι πατέρες μας έστησαν την ελευθερία μαζί με την πίστη και δίπλα τους τοποθέτησαν την ισονομία, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια και την αρετή των Ελλήνων.

Στο πλαίσιο της αφύπνισης και της ενεργοποίησης των Ελλήνων πολιτών, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε πλήρως την άυλη και υλική μας αξεπέραστη κληρονομιά. Από την θαυμάσια πανελλήνια ιστορία μας, θα πάρουμε ως παραδείγματα εκείνες τις στιγμές τις νικηφόρες, τις περίλαμπρες, τις περιλάλητες, τις δοξασμένες, τις απαράμιλλες. Θα τις διδάξουμε στους Έλληνες και στις Ελληνίδες κάθε ηλικίας και με κεντρική ιδέα την ειρήνη θα φτιάξουμε ένα ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα! Μην ξεχνάμε ότι είμαστε ένας πολεμικός λαός, που λατρεύει την ειρήνη!

Η ύψιστη αυτή πρόκληση απευθύνεται στην καρδιά των αγνών Ελλήνων πατριωτών, που μάχονται μεν αλλά μεμονωμένα, οπότε η δυναμική του αγώνα τους εξαντλείται γρήγορα. Από την απόφασή τους θα εξαρτηθεί η πορεία της φιλτάτης πατρίδας μας! Από την ελεύθερη δε πορεία της Ελλάδας μπορεί να προέλθει και η συντριβή των δηλητηριωδών πλοκαμιών της απάνθρωπης και ανώμαλης νέας παγκόσμιας τάξης!

Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, ας αγωνιστούμε έτσι ώστε η Ελλάδα μας να εξέλθει από τα χαρακώματα της κατάθλιψης, να υψώσει ανάστημα και να μεγαλουργήσει ξανά!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Δημοσιεύτηκε

στις

Υπάρχουν υποδομές που αποκτούν σημασία επειδή αυξάνεται η εμπορική τους δραστηριότητα και υπάρχουν άλλες που αποκτούν σημασία επειδή αλλάζει το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Η Αλεξανδρούπολη ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες του ίδιου του λιμανιού. Βρίσκεται κυρίως στη θέση του μέσα σε ένα δίκτυο που συνδέει το Αιγαίο με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα και, δυνητικά, την Ουκρανία. Στο ίδιο γεωγραφικό σημείο συναντώνται πλέον στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακές ροές, οδικοί και σιδηροδρομικοί διάδρομοι, αμερικανικά και νατοϊκά συμφέροντα, η ευρωπαϊκή πολιτική στρατηγικής διασυνδεσιμότητας και, σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καινούργια. Η Αλεξανδρούπολη είχε ιστορικά τη δυνατότητα να λειτουργεί ως βόρειος θαλάσσιος σύνδεσμος του Αιγαίου με τα Βαλκάνια και τον Δούναβη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το στρατηγικό περιβάλλον. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών προς την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η προσπάθεια ενεργειακής διαφοροποίησης της Ευρώπης και η επαναξιολόγηση των χερσαίων διαδρόμων έχουν προσδώσει στην πόλη μια βαρύτητα που πριν από δύο δεκαετίες δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί. Η Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS) καταλήγει σε παρόμοια εκτίμηση, περιγράφοντας την Αλεξανδρούπολη ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των στρατηγικών, στρατιωτικών, ενεργειακών και οικονομικών διαδρόμων μεταξύ Αιγαίου και Βαλτικής. [1]

Το σημαντικό δεν είναι μόνο ποιος ενδιαφέρεται για το λιμάνι αλλά και ποιος χρειάζεται τη γεωγραφία του και τι προσπαθεί να επιτύχει μέσω αυτής.

Η γεωγραφία είναι το πρώτο στρατηγικό πλεονέκτημα

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Αιγαίου, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και σε μικρή απόσταση από τους βόρειους βαλκανικούς διαδρόμους. Η θέση της επιτρέπει την ανάπτυξη ενός άξονα προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και, μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η πόλη εξεταστεί σε σχέση με τα Στενά.

Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει ένα μοναδικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα λόγω του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Η Σύμβαση του Μοντρέ παρέχει στην Άγκυρα σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τη διέλευση πολεμικών πλοίων και, συνεπώς, τα Στενά παραμένουν αναντικατάστατος παράγοντας για την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας.

Η Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να «αντικαταστήσει» τον Βόσπορο. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι διαφορετικό: έναν χερσαίο άξονα που επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων, στρατιωτικού υλικού, εμπορευμάτων και ενέργειας από το Αιγαίο προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς η κάθε επιμέρους ροή να εξαρτάται από τη θαλάσσια διέλευση των Στενών.

Αυτή η διάσταση είχε γίνει αντιληπτή πολύ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ίδια η FRS υπενθυμίζει ότι η ιδέα της Αλεξανδρούπολης ως εναλλακτικού βόρειου άξονα προς τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία απλώς μετέτρεψε μια παλαιότερη δυνατότητα σε ζήτημα στρατηγικής προτεραιότητας. [1]

Η Αλεξανδρούπολη δεν καταργεί τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας. Δημιουργεί όμως μια πρόσθετη επιλογή για όσους επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτήν.

Η αμερικανική διάσταση είναι πλέον επιχειρησιακή πραγματικότητα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Αλεξανδρούπολη απλώς ως μια δυνητικά χρήσιμη ελληνική υποδομή. Στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών του 2024 χαρακτήρισαν το λιμάνι ζωτικής σημασίας κόμβο για τη νατοϊκή αμυντική στάση στην ανατολική πτέρυγα και για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. [2]

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η χρήση έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της πολιτικής διακήρυξης στο επίπεδο της επιχειρησιακής εφαρμογής.

Στις 11 Μαρτίου 2024, αμερικανικές και ελληνικές δυνάμεις διακίνησαν μέσω του λιμανιού περίπου 3.000 τεμάχια στρατιωτικού εξοπλισμού της 3rd Armored Brigade Combat Team, 4th Infantry Division. Το φορτίο περιλάμβανε άρματα M1 Abrams, τεθωρακισμένα M2 Bradley και άλλα οχήματα. Ο αμερικανικός στρατός χαρακτήρισε την επιχείρηση ιστορική, καθώς ήταν η πρώτη μετακίνηση ολόκληρης βαριάς ταξιαρχίας μέσω ελληνικού λιμανιού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάπτυξης. [3]

Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 ακολούθησε η άσκηση Steadfast Dart, κατά την οποία η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη ανάπτυξη της Allied Reaction Force (Συμμαχικής Δύναμης Αντίδρασης) προς την ανατολική πτέρυγα. Το ΝΑΤΟ περιέγραψε την άσκηση ως την πρώτη μεγάλης κλίμακας επιχειρησιακή ανάπτυξη της νέας δύναμης μετά την ίδρυσή της. [4]

Επομένως, το αμερικανικό ενδιαφέρον δεν χρειάζεται να συναχθεί από δηλώσεις. Υπάρχει ήδη επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αμερικανικό λιμάνι». Ο λιμένας παραμένει ελληνική υποδομή. Η ουσία είναι διαφορετική: ένα ελληνικό στρατηγικό σημείο έχει ενσωματωθεί σε αμερικανικές και νατοϊκές ανάγκες στρατιωτικής κινητικότητας.

Αυτό αυξάνει τη σημασία της Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την έκθεση της υποδομής σε πιέσεις που υπερβαίνουν το καθαρά ελληνικό επίπεδο.

Ο διάδρομος προς τη Μαύρη Θάλασσα είναι το δεύτερο μεγάλο στοίχημα

Η στρατιωτική χρήση είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη είναι η δημιουργία ενός βόρειου δικτύου που θα συνδέει τα ελληνικά λιμάνια με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και, τελικά, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνία για την ανάπτυξη του λεγόμενου Αιγαίο–Μαύρη Θάλασσα Vertical Corridor (Κάθετου Διαδρόμου), ενός οδικού και σιδηροδρομικού άξονα που περιλαμβάνει την Αλεξανδρούπολη και συνδέεται με το ευρύτερο δίκτυο προς τη Ρουμανία. [5]

Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημανουμε ότι ο υπό κατασκευή διάδρομος δεν είναι πλήρως λειτουργικός.

Η στρατηγική κατεύθυνση είναι πραγματική. Η επιχειρησιακή και εμπορική ωριμότητα όμως παραμένει άνιση. Η κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα, ενώ ακόμη και η υφιστάμενη σιδηροδρομική δραστηριότητα στην περιοχή δημιουργεί πιέσεις στο δίκτυο. Ενδεικτικά, τον Μάρτιο του 2025 η Hellenic Train ανακοίνωσε αναστολές επιβατικών δρομολογίων στις γραμμές Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο και Αλεξανδρούπολη–Ορεστιάδα λόγω μεταφοράς εμπορευμάτων. [6]

Αυτό μπορεί να φαίνεται ως τεχνική λεπτομέρεια, στην πραγματικότητα όμως είναι στρατηγικό ζήτημα. Ένας γεωπολιτικός διάδρομος έχει αξία μόνο όταν μπορεί να μεταφέρει με συνέπεια τον όγκο και την ταχύτητα που απαιτεί η στρατηγική του λειτουργία.

Η Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιόμορφη κατάσταση: η γεωγραφία έχει ήδη αποκτήσει στρατηγική αξία, αλλά οι υποδομές δεν έχουν ακόμη φτάσει στο επίπεδο που θα επέτρεπε την πλήρη αξιοποίηση αυτής της αξίας.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα κενά ανάμεσα στη γεωπολιτική ρητορική και την πραγματική ισχύ της Αλεξανδρούπολης.

Η Ουκρανία μπορεί να αλλάξει τη μακροπρόθεσμη αξία του λιμανιού

Η σύνδεση με την Ουκρανία είναι πιο σύνθετη.

Από τη μία πλευρά, η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για την υποστήριξη της ανατολικής πτέρυγας. Από την άλλη, η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από την ολοκλήρωση πολλών ενδιάμεσων υποδομών και, κυρίως, από την εξέλιξη του ίδιου του πολέμου.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και αβεβαιότητα.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η σύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και ενέργειας και η ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή οικονομία μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη σημασία των βόρειων ελληνικών λιμανιών. Όμως δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε δεδομένο ότι η Αλεξανδρούπολη θα είναι ο κυρίαρχος κόμβος αυτών των ροών. Θα ανταγωνιστεί άλλες διαδρομές και άλλα λιμάνια της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης.

Η σωστή προσέγγιση, συνεπώς, δεν είναι ότι «η Αλεξανδρούπολη οδηγεί στην Ουκρανία». Είναι ότι η Αλεξανδρούπολη μπορεί να αποτελέσει το νότιο άκρο ενός μελλοντικού δικτύου που θα συνδέει την Ουκρανία με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις είναι ουσιώδης.

Η ενέργεια προσθέτει μια διαφορετική μορφή γεωπολιτικής ισχύος

Η ενεργειακή διάσταση είναι σήμερα περισσότερο ώριμη από ορισμένες από τις μεταφορικές προοπτικές.

Το Alexandroupolis FSRU (Floating Storage and Regasification Unit – Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης) άρχισε εμπορική λειτουργία τον Οκτώβριο του 2024 και διαθέτει δυναμικότητα επαναεριοποίησης έως 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Το αέριο μπορεί να διοχετευθεί στο ελληνικό δίκτυο και από εκεί προς τη Βουλγαρία και ευρύτερα προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. [7]

Η σημασία είναι προφανής: η Αλεξανδρούπολη συμμετέχει πλέον σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών της περιοχής.

Ωστόσο, και εδώ απαιτείται διάκριση μεταξύ υποδομής και χρησιμοποιούμενης χωρητικότητας.

Το Vertical Gas Corridor (Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου) έχει στρατηγική λογική, αλλά η εμπορική του αξιοποίηση δεν έχει ακόμη φτάσει στο επίπεδο που υπονοεί η πολιτική ρητορική. Τον Δεκέμβριο του 2025, τρεις δημοπρασίες δυναμικότητας για τον Ιανουάριο δεν προσέλκυσαν προσφορές, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 οι διαθέσιμες ποσότητες που δεσμεύθηκαν ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.

Αυτό δεν ακυρώνει τον διάδρομο. Δείχνει όμως ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μιας υποδομής δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπορική βιωσιμότητα.

Και αυτό είναι κρίσιμο για την Αλεξανδρούπολη. Το στρατηγικό πλεονέκτημα θα αποκτήσει μόνιμη αξία μόνο εάν οι διάδρομοι που ξεκινούν από αυτήν αποκτήσουν πραγματικούς χρήστες, σταθερές ροές και οικονομική βιωσιμότητα.

Η Ρωσία και η Τουρκία: όχι ιδιοκτησία, αλλά στρατηγικός ανταγωνισμός

Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η Ρωσία ή η Τουρκία επιδιώκουν να αποκτήσουν ιδιοκτησιακό έλεγχο της Αλεξανδρούπολης. Το ενδιαφέρον τους αφορά περισσότερο τις συνέπειες της στρατηγικής αναβάθμισης του λιμανιού.

Η FRS παρέχει μάλιστα συγκεκριμένα στοιχεία για τη ρωσική διάσταση. Σύμφωνα με την έρευνα της, η Μόσχα είχε επιχειρήσει από τη δεκαετία του 2010 να αποκτήσει επιρροή στην περιοχή μέσω οικονομικών, πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και τοπικών δικτύων, ενώ η αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Αλεξανδρούπολη προκάλεσε εμφανή ρωσική ανησυχία. Η ίδια μελέτη καταγράφει ρωσικές αντιδράσεις και σημειώνει ότι η Μόσχα είχε λόγο να προσπαθήσει να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή. [1]

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Το ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει την Αλεξανδρούπολη ως πιθανό κρίσιμο σημείο των γραμμών στρατιωτικού εφοδιασμού του ΝΑΤΟ και, συνεπώς, ως υποδομή που θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο ρωσικών προσπαθειών παρεμπόδισης σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης. [8]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί σήμερα «ρωσικό στόχο». Μια τέτοια άποψη είναι λάθος. Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της αναβάθμιση αυξάνει την αξία της μέσα στον ανταγωνισμό Ρωσίας–ΝΑΤΟ.

Η Τουρκία βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να αποκτήσει την Αλεξανδρούπολη για να ενδιαφέρεται για αυτήν. Εάν ένας ελληνικός διάδρομος αποκτήσει τη δυνατότητα να μεταφέρει σημαντικό μέρος των ροών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς διέλευση από τα Στενά, τότε μειώνεται, έστω και οριακά, η αποκλειστικότητα της τουρκικής γεωγραφικής θέσης.

Η FRS καταγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση: η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως συμπληρωματική εναλλακτική προς τα Στενά και η στρατηγική της αναβάθμιση έχει ενοχλήσει κατά περιόδους και την Άγκυρα. [1]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει τη γεωστρατηγική της σημασία. Το αντίθετο. Η τουρκική θέση παραμένει αναντικατάστατη σε πολλά επίπεδα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Ελλάδα αποκτά μια επιπλέον επιλογή και, μαζί με αυτήν, ένα μικρότερο αλλά υπαρκτό περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας.

Το ινδικό ενδιαφέρον είναι πραγματικό, αλλά βρίσκεται ακόμη σε διαφορετική χρονική κλίμακα

Η Ινδία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον μελλοντικό στοιχείο της υπόθεσης, ακριβώς επειδή εδώ πρέπει να αποφύγουμε την υπερβολή.

Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα και Ινδία επανέλαβαν τη στρατηγική κατεύθυνση εμβάθυνσης των ελληνοϊνδικών σχέσεων στους τομείς της άμυνας, της ναυτιλίας, της ναυπηγικής και των υποδομών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη και εξέφρασε τη βούληση της Αθήνας να συμμετάσχει στο India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC – Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης). [9] Αυτό είναι σημαντικό.

Δεν αποδεικνύει όμως ότι η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη καταστεί ινδικός κόμβος ή ότι συγκεκριμένος ινδικός όμιλος έχει αποφασίσει να επενδύσει σε αυτήν.

Η πραγματική γεωπολιτική σημασία της Ινδίας βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργίας μελλοντικών εμπορικών ροών μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης και στη θέση που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα σε αυτές. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει μιλήσει για την Ελλάδα ως «natural entry point» για τη Νοτιοανατολική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και έχει συνδέσει το ζήτημα με την ανάγκη ανάπτυξης νέων εμπορικών και ψηφιακών διαδρομών. [10]

Το πρόβλημα είναι ότι το IMEC παραμένει ένα σχέδιο με σημαντικά γεωπολιτικά και τεχνικά εμπόδια.

Η Carnegie έχει επισημάνει ότι ο διάδρομος σχεδιάστηκε ως πολυκρατικό σύστημα με σύνθετες νομικές, πολιτικές και κανονιστικές απαιτήσεις και ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στη Γάζα και η διακοπή της προσπάθειας εξομάλυνσης Ισραήλ–Σαουδικής Αραβίας δημιούργησαν σοβαρές αβεβαιότητες.

Ακόμη και από την ινδική πλευρά, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται συχνά. Η Carnegie India σημειώνει ότι η Ινδία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για εναλλακτικές διαδρομές προς την Ευρώπη, αλλά οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των απαιτούμενων υποδομών δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί περιορίζουν την άμεση δυναμική του IMEC.

Επομένως, η σύνδεση Αλεξανδρούπολης–Ινδίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη γεωπολιτική δυνατότητα, όχι ως ήδη ολοκληρωμένη πραγματικότητα.

Αυτό δεν την κάνει λιγότερο ενδιαφέρουσα. Την κάνει απλώς πιο σοβαρή ως αναλυτική υπόθεση.

Ποιος πραγματικά «θέλει» την Αλεξανδρούπολη;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδεδειγμένη επιχειρησιακή χρήση. Το ΝΑΤΟ έχει εντάξει την Αλεξανδρούπολη στη στρατιωτική κινητικότητα προς την ανατολική πτέρυγα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον στην ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενεργειακής διαφοροποίησης. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τις βόρειες προεκτάσεις των διαδρόμων. Η Ουκρανία έχει συμφέρον σε περισσότερες και ασφαλέστερες διαδρομές προς την Ευρώπη. Η Ινδία βλέπει την Ελλάδα ως πιθανή πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι ένας ενιαίος, πλήρως λειτουργικός «διάδρομος Αλεξανδρούπολης» που να συνδέει όλες αυτές τις ροές.

Υπάρχουν κομμάτια ενός δικτύου.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε.

Η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη στρατιωτική χρησιμότητα. Έχει ενεργειακή υποδομή. Διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν συμφωνίες και χρηματοδοτήσεις για τη βελτίωση των βόρειων συνδέσεων. Υπάρχει στρατηγικό ενδιαφέρον για σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία. Υπάρχει, τέλος, μια μακροπρόθεσμη συζήτηση για σύνδεση της Ελλάδας με τις ινδικές ροές.

Αλλά το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη συνοχή.

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά ο έλεγχος των ροών

Η συζήτηση γύρω από την Αλεξανδρούπολη συχνά περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν θα εμφανιστεί κάποιος μεγάλος ξένος επενδυτής

Η Αλεξανδρούπολη Port Authority (Οργανισμός Λιμένος Αλεξανδρούπολης) βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ιδιοκτησία του Growthfund, του ελληνικού κρατικού επενδυτικού ταμείου. Το Growthfund καταγράφει την εταιρεία ως «Full Ownership», ενώ το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει μακροχρόνια παραχώρηση της χρήσης των λιμενικών υποδομών. [11]

Το γεγονός αυτό έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί για να περιγράψει τη στρατηγική εικόνα.

Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την ιδιοκτησία μιας υποδομής και ταυτόχρονα να επιτρέπει σε ξένες δυνάμεις, επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς να αποκτούν σημαντική πρόσβαση στη λειτουργία της.

Γι’ αυτό, από πλευράς εθνικής ασφάλειας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει τις μετοχές. Είναι ποιος μπορεί να επηρεάζει:

τις στρατιωτικές ροές,

τις εμπορικές αλυσίδες,

τις ενεργειακές ροές,

τις επενδύσεις,

τα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα,

τις πληροφοριακές και ψηφιακές υποδομές,

και, τελικά, τις αποφάσεις για το πώς και πότε χρησιμοποιείται η υποδομή.

Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από την ιδιοκτησία.

Η μεγάλη αδυναμία: η Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει στρατηγικός κόμβος πριν γίνει πραγματικά αποτελεσματικός κόμβος

Η πολιτική και στρατιωτική αξία της Αλεξανδρούπολης έχει αυξηθεί ταχύτερα από την ωριμότητα όλων των υποδομών που απαιτούνται για να στηρίξουν αυτή την αξία.

Το λιμάνι μπορεί να δεχθεί βαριά στρατιωτικά φορτία. Το απέδειξε. Η FSRU λειτουργεί. Το απέδειξε. Το ΝΑΤΟ έχει χρησιμοποιήσει την υποδομή. Το απέδειξε.

Αλλά ένας πραγματικός στρατηγικός κόμβος δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί να ξεφορτώσει ένα πλοίο. Κρίνεται από το αν μπορεί να διακινήσει γρήγορα, με ασφάλεια και σε μεγάλη κλίμακα το φορτίο από το λιμάνι προς τον τελικό προορισμό.

Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι σιδηρόδρομοι, οι δρόμοι, τα σύνορα, οι τελωνειακές διαδικασίες, οι δυνατότητες αποθήκευσης, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και η ανθεκτικότητα ολόκληρης της αλυσίδας.

Η ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει αυτή τη διττή διάσταση της στρατιωτικής κινητικότητας: η Αλεξανδρούπολη και η Θεσσαλονίκη μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί κόμβοι, αλλά η αξιοποίηση της γεωγραφικής τους θέσης προϋποθέτει επενδύσεις σε ευρύτερες μεταφορικές υποδομές. [12]

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν έχει κερδίσει ακόμη ολόκληρο το γεωστρατηγικό παιχνίδι. Έχει αποκτήσει ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα θέσης και πρέπει τώρα να το μετατρέψει σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.

Τι μπορεί να αλλάξει εάν οι υποδομές ολοκληρωθούν

Εάν οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις προς Βουλγαρία και Ρουμανία αναβαθμιστούν ουσιαστικά, εάν η ενεργειακή διασύνδεση αποκτήσει σταθερή εμπορική χρήση και εάν οι συνδέσεις προς την Ουκρανία αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, τότε η Αλεξανδρούπολη θα αποκτήσει ένα χαρακτηριστικό που δεν έχει σήμερα στον ίδιο βαθμό:

τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πραγματικός πολυτροπικός κόμβος.

Τότε οι στρατιωτικές, ενεργειακές και εμπορικές ροές δεν θα είναι παράλληλες δραστηριότητες. Θα αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου δικτύου.

Η στρατηγική σημασία αυξάνεται ακριβώς όταν η ίδια υποδομή εξυπηρετεί περισσότερες από μία λειτουργίες.

Ένα λιμάνι που χρησιμοποιείται μόνο για εμπορικά φορτία έχει μία μορφή αξίας.

Ένα λιμάνι που μπορεί να υποστηρίξει ταυτόχρονα στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση, εμπορική διακίνηση και περιφερειακή συνδεσιμότητα αποκτά πολύ διαφορετικό βάρος.

Και εδώ η χώρα μας έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Η χώρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η Αλεξανδρούπολη μπορεί να λειτουργήσει ως βόρεια πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.

Η ινδική προοπτική και ο Ινδο-Ειρηνικός πρέπει να παραμείνουν μακροπρόθεσμο σενάριο

Η σύνδεση της Αλεξανδρούπολης με την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο τμήμα της ανάλυσης και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν υπάρχει σήμερα καμία απόδειξη ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί ήδη επίσημο κόμβο ενός λειτουργικού ευρωϊνδικού δικτύου.

Υπάρχει όμως μια ευρύτερη γεωπολιτική τάση: η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική και οικονομική παρουσία στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών εταίρων, ενώ η Ελλάδα επιδιώκει να τοποθετήσει τις λιμενικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές της μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία.

Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Αλεξανδρούπολη θα μπορούσε να επωφεληθεί όχι επειδή αποτελεί αυτοτελή «ινδικό λιμάνι», αλλά επειδή βρίσκεται πάνω σε ένα πιθανό ευρωπαϊκό δίκτυο που μπορεί να συνδέσει τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Και η διαφορά αυτή, είναι ουσιαστική.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουμε το σενάριο ως πραγματικότητα. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα στρατηγικό παράθυρο — όχι μια εγγυημένη επιτυχία

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό γεωγραφικό σημείο, αλλά η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί.

Το λιμάνι έχει ήδη αποδείξει τη στρατιωτική του χρησιμότητα. Η ενεργειακή υποδομή έχει πλέον πραγματική λειτουργία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έχουν επενδύσει επιχειρησιακά στη χρήση του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των βόρειων διαδρόμων. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο συμφέρον από τη σύνδεση με το Αιγαίο. Η Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει μελλοντικό προορισμό αυτών των ροών. Και η Ινδία προσφέρει έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα που υπερβαίνει τα σημερινά περιφερειακά δεδομένα.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί.

Οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν έχουν ακόμη την απαιτούμενη συνολική επάρκεια. Ο Vertical Gas Corridor έχει στρατηγική αξία αλλά ακόμη περιορισμένη εμπορική ζήτηση. Το IMEC εξακολουθεί να εξαρτάται από μια ασταθή Μέση Ανατολή και από υποδομές που σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από τον πόλεμο και τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της περιοχής. Και η στρατιωτική σημασία του λιμανιού αυξάνει ταυτόχρονα την ανάγκη προστασίας του.

Η Αλεξανδρούπολη, συνεπώς, δεν είναι ακόμη αυτό που ορισμένες πολιτικές δηλώσεις περιγράφουν ως «νέο γεωπολιτικό κέντρο της Ευρώπης».

Είναι κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα στρατηγικό σημείο που βρίσκεται στη διαδικασία μετατροπής του σε κόμβο.

Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να παρακολουθήσουμε.

Το πραγματικό παιχνίδι βρίσκεται στις ροές

Η ιδιοκτησία του λιμανιού είναι σημαντική, αλλά δεν είναι το μοναδικό ούτε το σημαντικότερο μέτρο γεωπολιτικής ισχύος.

Η πραγματική στρατηγική αξία θα κριθεί από το ποιος μπορεί να επηρεάζει τις ροές που περνούν από την Αλεξανδρούπολη, ποιος ελέγχει ή προστατεύει τα δίκτυα που τη συνδέουν με τον Βορρά και ποιος διαθέτει την ικανότητα να διατηρεί αυτές τις ροές σε λειτουργία σε περίοδο κρίσης.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα.

Όσο περισσότερη στρατιωτική, ενεργειακή και εμπορική δραστηριότητα συγκεντρώνεται γύρω από την Αλεξανδρούπολη, τόσο περισσότερο η υποδομή μετατρέπεται σε στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας αλλά και σε πιθανό σημείο πίεσης.

Η προστασία της δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στη φυσική ασφάλεια του λιμένα. Αφορά την κυβερνοασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών, τη διαθεσιμότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, την ενεργειακή ασφάλεια, την εφοδιαστική συνέχεια, την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και την έγκαιρη αναγνώριση προσπαθειών εξωτερικής επιρροής.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσιαστική γεωστρατηγική αξία της Αλεξανδρούπολης.

Δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό λιμάνι που απέκτησε ξαφνικά διεθνή δημοσιότητα.

Είναι ένα σημείο όπου μπορούν να συγκλίνουν διαφορετικά δίκτυα ισχύος: το αμερικανικό και νατοϊκό σύστημα στρατιωτικής κινητικότητας, η ευρωπαϊκή προσπάθεια ενεργειακής και μεταφορικής διαφοροποίησης, οι βαλκανικές συνδέσεις, η μελλοντική ανασυγκρότηση και ενσωμάτωση της Ουκρανίας και, σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει αποτελεσματικότερη πρόσβαση στην Ευρώπη.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν κάποιος θα αγοράσει την Αλεξανδρούπολη.

Ούτε αν το λιμάνι θα γίνει αύριο το «νέο Ρότερνταμ» ή ο νέος Πειραιάς.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει το γεωγραφικό της πλεονέκτημα σε διαρκή στρατηγική ικανότητα.

Γιατί η γεωγραφία προσφέρει την ευκαιρία. Οι υποδομές τη μετατρέπουν σε δυνατότητα. Και η πολιτική, οικονομική και στρατηγική διαχείριση αποφασίζει τελικά αν η δυνατότητα θα μετατραπεί σε ισχύ.

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο.

Και γι’ αυτό αξίζει να παρακολουθείται όχι μόνο ως λιμάνι, αλλά ως κόμβος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για τις ροές, τις υποδομές και τη γεωγραφία της ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Βιβλιογραφία – βασικές πηγές

[1] Aris Marghelis, Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS), The Port of Alexandroupolis: A Strategic and Geopolitical Assessment, Note No. 18/2024, 1 August 2024.

[2] U.S. Department of State, Joint Statement on the U.S.-Greece Strategic Dialogue, 9 February 2024.

[3] U.S. Army, Port of Alexandroupolis makes sustainment history with heavy brigade movement, 17 March 2024.

[4] NATO Supreme Headquarters Allied Powers Europe (SHAPE), NATO’s Allied Reaction Force Embarks on Eastern Europe’s Largest Military Training Exercise in 2025, 3 February 2025.

[5] Kathimerini / eKathimerini, Greece, Bulgaria and Romania sign agreement on Aegean-Black Sea corridor, 5 December 2025.

[6] Kathimerini / eKathimerini, Passenger trains suspended on Alexandroupoli lines due to freight transport, 9 March 2025.

[7] Reuters, LNG terminal off northern Greece diversifies gas routes to Europe, 1 October 2024.

[8] ΕΛΙΑΜΕΠ, Moscow’s Strategic Obsession with the Eastern Mediterranean: Lessons from pre-Cold-War History, Policy Paper No. 103/2022.

[9] Prime Minister of the Hellenic Republic, Prime Minister Kyriakos Mitsotakis’ meeting with the Prime Minister of India Narendra Modi, 19 February 2026.

[10] Prime Minister of the Hellenic Republic, Interview on Times Now, 18 February 2026.

[11] Growthfund, Our Subsidiaries & Participations Portfolio – Alexandroupolis Port Authority, current corporate information, 2026.

[12] ΕΛΙΑΜΕΠ, analysis on European defence policy and military mobility in Greece, including the strategic role of Thessaloniki and Alexandroupolis transport hubs.

[13] Carnegie Endowment for International Peace, The Geopolitics of Economic Development in the Middle East, 2024.

[14] Carnegie Endowment for International Peace, The India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC): Too Little, Too Late?, 2023.

[15] Carnegie India, Disquiet on the West Asian Front, 2024.

[16] Kathimerini / eKathimerini, Vertical Corridor gas tenders draw blank, 23 December 2025.

[17] Kathimerini / eKathimerini, Demand for Vertical Corridor gas auctions disappoints, 27 January 2026.

[18] Associated Press, Greek man accused of spying at NATO transit hub has been charged and jailed pending trial, 2025.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Το τουρκοκαταριανό μάθημα του Ισραήλ! Τι γνώριζε η Άγκυρα πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου

Η Άγκυρα παρείχε στη Χαμάς ασφαλές καταφύγιο, χρηματοοικονομικές υποδομές και πολιτική νομιμοποίηση, ενώ αντιτασσόταν σε μια περιφερειακή τάξη που απειλούσε...

Διεθνή7 ώρες πριν

Οι Πακιστανοί διαψεύδουν τους Τούρκους για Υεμένη! Αναφορές για στρατιωτική στήριξη της Άγκυρας στο Ριάντ — Το Ισλαμαμπάντ διαψεύδει τα αεροπορικά πλήγματα

Δημοσιεύματα περιγράφουν διεύρυνση της στρατιωτικής στήριξης προς τη Σαουδική Αραβία, εν μέσω επιθέσεων των Χούθι. Τουρκική εφημερίδα αναφέρει αποστολή άνω...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Διεθνή10 ώρες πριν

Ο Ινδός πιλότος που έσωσε 182 ζωές από τρομοκρατική επίθεση στον αέρα – Η μάχη στο πιλοτήριο με το τσεκούρι και η ελληνική σύνδεση

Παγκόσμια αναγνώριση για τον Ινδό κυβερνήτη Smit Machchhar, ο οποίος, παρά τα σοβαρά τραύματα που υπέστη από επίθεση του συγκυβερνήτη...

Δημοφιλή