Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γερμανία: Ξεμπλοκάρει την πώληση Eurofighter στη Σ. Αραβία – Θα κάνει το ίδιο και με την Τουρκία;

Δημοσιεύτηκε στις

Η Τουρκία επιδιώκει την αγορά 40 Eurofighter Typhoon

Πρόσφατα η Τουρκία πήρε το “πράσινο φως” από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αγορά 40 μαχητικών αεροσκαφών F-16 Block 70 Viper. Η Άγκυρα ελπίζει επίσης να πάρει έγκριση για την αγορά άλλων 40 Eurofighter Typhoon.

“Ενώ η Άγκυρα εξασφάλισε την πώληση των F-16, εξακολουθεί να χρειάζεται προηγμένα Eurofighter για να διαφοροποιήσει τον στόλο των μαχητικών της”, σχολίασε ο Σουλεϊμάν Οζερέν, καθηγητής στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο και ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Πολιτικής Orion.

“Επιπλέον, η αγορά Eurofighter θα αναβαθμίσει τη στρατιωτική συνεργασία της Τουρκίας με την Ευρώπη”.

Ωστόσο, η Τουρκία θα χρειαστεί την έγκριση της Γερμανίας για τη συμφωνία αυτή, και το Βερολίνο ίσως δεν είναι πρόθυμη να κάνει αυτό το βήμα άμεσα. 

Η Τουρκία θέλει να αγοράσει 40 Eurofighter και, όπως αποκαλύφθηκε στα τέλη του 2023, βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία. Ενώ το Λονδίνο και η Μαδρίτη θα πουλούσαν ευχαρίστως Typhoon στην Άγκυρα, εντούτοις δεν μπορούν να το κάνουν αν δεν έχουν το “ναι” του Βερολίνου, καθώς η Γερμανία είναι μέλος της κοινοπραξίας που ανέπτυξε το Eurofighter.

Ωστόσο, η Γερμανία εμφανίζεται απρόθυμη να δώσει την έγκρισή της στο deal, δεδομένου ότι αντιτίθεται σε ένα εύρος πολιτικών που υιοθετεί η κυβέρνηση Ερντογάν, όπως: η καταδίκη του Ισραήλ για τις επιθέσεις κατά των Παλαιστινίων, οι τουρκικές επιθέσεις κατά των Κούρδων της Συρίας, η αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400 και οι γεωτρήσεις φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα συζητά με Βρετανούς και Γερμανούς αξιωματούχους και πιστεύει ότι “θα έχει θετικά αποτελέσματα”, δήλωσε Τούρκος αξιωματούχος του αμυντικού τομέα σε συνέντευξη Τύπου στις 14 Μαρτίου.

Η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, έχει επικρίνει τη Γερμανία, επίσης μέλος της Βορειο-Ατλαντικής Συμμαχίας, για την καθυστέρηση στην επίτευξη μιας συμφωνίας. “Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί ένας σύμμαχος λέει ‘δεν θα σας δώσω τα αεροσκάφη’, δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ σε συνέντευξή του τον Δεκέμβριο.

Το Βερολίνο είχε εμποδίσει στο παρελθόν την πώληση 48 Eurofighter από τη Μ. Βρετανία στη Σαουδική Αραβία το 2018, αντιδρώντας στις αεροπορικές επιθέσεις του Ριάντ κατά των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη. Μόλις τον περασμένο Ιούλιο, ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς δήλωσε ότι “δεν θα υπάρξει σύντομα απόφαση για την παράδοση αεροσκαφών Eurofighter στη Σαουδική Αραβία”.

Τελικά, η Γερμανία αποφάσισε να άρει την απαγόρευσή της τον Ιανουάριο του 2024 και η συμφωνία αναμένεται να προχωρήσει. Δεν είναι σαφές αν το Βερολίνο θα κάνει το ίδιο και στην περίπτωση της Τουρκίας. 

Εάν η Άγκυρα λάβει την έγκριση του Βερολίνου, η παραγγελία των Eurofighter θα σηματοδοτήσει την πρώτη απόκτηση σύγχρονων, μη αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών από την Τουρκία.

Ο Δρ Αλί Μπακίρ, ειδικός σε θέματα που αφορούν την Τουρκία και συνεργάτης στο Κέντρο “Ibn Khaldon” του Πανεπιστημίου του Κατάρ, εξήγησε ότι υπάρχουν διάφορα “στρατηγικά κίνητρα” πίσω από το ενδιαφέρον της Τουρκίας για το Eurofighter.

“Πρώτον, στοχεύει να διαφοροποιήσει τη στρατιωτική της ‘φαρέτρα’ και να περιορίσει την εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες – πρόκειται για μια κίνηση προς μεγαλύτερη αυτονομία στο αμυντικό τομέα”, υπογράμμισε ο Μπακίρ.

“Δεύτερον, η απόκτηση προηγμένων μαχητικών αεροσκαφών, όπως τα Eurofighter, χρησιμεύει ως ενδιάμεση λύση μέχρι η Τουρκία να μπορέσει να αναπτύξει τα δικά της μαχητικά 5ης γενιάς, καλύπτοντας έτσι το τεχνολογικό χάσμα”, είπε. “Τρίτον, οι συμφωνίες για τα Eurofighter δοκιμάζουν την προθυμία της Ευρώπης να συνεργαστεί στον αμυντικό τομέα με την Τουρκία, έναν κρίσιμο τομέα στρατηγικού ενδιαφέροντος”.

“Τέτοιες συμφωνίες προωθούν μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις που επεκτείνονται πέρα από την άμυνα, ενισχύοντας τους πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς”, πρόσθεσε ο Μπακίρ. “Αντίθετα, ένα ναυάγιο του deal θα αναδείκνυε την υποκρισία ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών, ‘σπρώχνοντας’ ίσως την Άγκυρα σε συνεργασίες με κράτη εκτός ΝΑΤΟ”.

Ο Οζερέν επισήμανε ότι οι συνθήκες για να πετύχει η Τουρκία μια συμφωνία για τα Eurofighter είναι “πιο ευνοϊκές” υπό το πρίσμα των εξελίξεων στον πόλεμο στην Ουκρανία, ο οποίος, όπως σημείωσε, είναι πλέον “μοχλός πίεσης” για τις ευρωπαϊκές χώρες.

“Ως ένδειξη αλλαγής στάσης, η Γερμανία υπαναχώρησε από την αντίθεσή της στο να ενταχθεί η Τουρκία στην ευρωπαϊκή αντιπυραυλική ομπρέλα της πρωτοβουλίας European Sky Shield Initiative”, δήλωσε ο ίδιος. “Η ESSI διευρύνεται με την ένταξη της Τουρκίας και της Ελλάδας, και παράλληλα μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για νέες στρατιωτικές συνεργασίες μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένης της έγκρισης της πώλησης Eurofighter στην Άγκυρα”.

“Η πιθανή μαζική έξοδος προσφύγων και μεταναστών από τη Μέση Ανατολή, με αιτία και όσα συμβαίνουν στη Γάζα, είναι ακόμη ένας παράγοντας που μπορεί να κατευνάσει τη Γερμανία απέναντι στην Τουρκία”, πρόσθεσε ο Οζερέν.

Από την άλλη πλευρά, ο Μπακίρ πιστεύει ότι είναι δύσκολο να προβλεφθεί η τελική απόφαση της Γερμανίας για την πώληση των Eurofighter λόγω των “πολύπλοκων περιφερειακών και διεθνών δυναμικών”.

Παρόλο που η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο πιέζουν για το “ναι” της Γερμανίας, ο Μπακίρ εκτιμά ότι το “ιστορικό πλαίσιο” υποδηλώνει ότι ορισμένα δυτικά κράτη είναι “επιφυλακτικά” ως προς το να ενισχύσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας. Τα κράτη αυτά έχουν “επιδιώξει ενεργά”  να καταστείλουν τις δυνατότητες της Τουρκίας με διάφορες προφάσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην υπονόμευση των “φιλοδοξιών της για μεγαλύτερη αυτονομία”.

Σύμφωνα με τον Μπακίρ, αυτή η διστακτικότητα προϋπήρχε της εδραίωσης του κυβερνώντος AKP, του κόμματος του Ερντογάν, στην εξουσία, και “αντανακλά μια μακροχρόνια πολιτική” έναντι της Τουρκίας, ανεξάρτητα από τον προσανατολισμό της κυβέρνησής της προς τη Δύση.

“Αυτή η στάση έρχεται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή αντίληψη για τις χώρες του Αραβικού Κόλπου ως κερδοφόρες αγορές που δεν εγείρουν σημαντικές στρατιωτικές προκλήσεις”, σημείωσε ο Μπακίρ. “Ως εκ τούτου, η πρόσφατη απόφαση να αρθεί το εμπάργκο πώλησης Eurofighter στη Σαουδική Αραβία δεν υποδηλώνει απαραίτητα ότι η Γερμανία θα επιτρέψει να παραδοθούν Eurofighter στην Τουρκία”.

Ο Οζερέν υπενθύμισε ότι οι Γερμανοί δεν έδιναν την έγκρισή τους για την πώληση των Eurofighter στη Σαουδική Αραβία, λόγω των ανησυχιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Βασίλειο και των αεροπορικών επιδρομών του Ριάντ στην Υεμένη.

“Ωστόσο, η τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ διαμορφώνει νέες δυναμικές στην περιοχή, με το Ριάντ να ευθυγραμμίζεται με τη Δύση κατά των Χούθι στην Υεμένη”, είπε. “Το Βερολίνο αναμένει πως το Ριάντ θα εμπλακεί περαιτέρω στην αποτροπή των επιθέσεων των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα και κατά του Ισραήλ, γεγονός που αποτελεί ένα από τα κύρια κίνητρα για το Βερολίνο να εγκρίνει την πώληση Eurofighter στη Σαουδική Αραβία”.

Τελικά, αν η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορέσουν να πείσουν τη Γερμανία να δώσει το πράσινο φως για την πώληση, ο Μπακίρ πιστεύει ότι η Άγκυρα θα εξετάσει άλλες επιλογές, όπως έχει προαναγγείλει ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν. Ωστόσο, η “στρατηγική” της δεν θα αφορά αποκλειστικά και μόνο την απόκτηση ενός άλλου -αντίστοιχου- μαχητικού.

“Η Τουρκία κυνηγά δύο στόχους: αφενός να περιορίσει την εξάρτησή της από έναν και μόνο προμηθευτή και αφετέρου να ενισχύσει την τεχνολογική της ανεξαρτησία”, τόνισε ο Μπακίρ. “Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να συνάψει κοινοπραξίες ή να προχωρήσει σε πιο ανεξάρτητες πρωτοβουλίες για να αναπτύξει τις εγχώριες αμυντικές της δυνατότητες”.

“Εντέλει, στόχος της Άγκυρας είναι να ενισχύσει την αμυντική της αυτονομία  και την τεχνολογική της ανάπτυξη, υλοποιώντας ένα ευρύτερο στρατηγικό όραμα πέρα από την απόκτηση μαχητικών αεροσκαφών”.

Πηγή: Forbes

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις22 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα51 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή