Διεθνή
Οι Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι ή δεν είναι έτοιμες να προστατεύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία;
Ανάλυση υπό το φως τρομακτικών εξελίξεων
Κλέαρχος Α. Κυριακίδης, Μάριος Λ. Ευρυβιάδης
Εικόνα που δημοσιεύτηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας στις 1.07.2023 κάτω από μήνυμα που ανάφερε το δόγμα «Mavi Vatan» («Γαλάζια Πατρίδα»). Πηγή: Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας στο https://twitter.com/tcsavunma/status/167508824954
Σε πολυδιαφημισμένη ομιλία που εξέδωσε στο Lancaster House στο Λονδίνο στις 15 Ιανουαρίου 2024, ο Grant Shapps, Υπουργός Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου, ήταν κατηγορηματικός αλλά με επιλεκτικό τρόπο. Προειδοποίησε ότι τα τελευταία χρόνια «το επιθετικό αυταρχικό κράτος έχει επανεμφανιστεί», πως τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ανακοινώσει ότι «αντιμετωπίζουμε τον μεγαλύτερο αριθμό βίαιων συγκρούσεων από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» και ότι αυτές οι πραγματικότητες αποδεικνύονται από την «παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας» από τη Ρωσία το 2014, οκτώ χρόνια πριν από τη «βίαιη εισβολή στην Ουκρανία από τον Πούτιν» το 2022. Εντούτοις, δεν μίλησε για τον αυταρχισμό, την επιθετικότητα και τις εισβολές της Τουρκίας.
O Shapps παρατήρησε ότι «η Ρωσία και η Κίνα έχουν συνοδευτεί από νέες πυρηνικές δυνάμεις και από κράτη που σύντομα θα γίνουν πυρηνικές δυνάμεις». Ανέφερε ρητά δύο τέτοια κράτη, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν. Ωστόσο, δεν είπε λέξη για το γεγονός ότι, από το 2010, η Ρωσία και η Τουρκία έχουν δημιουργήσει νέο άξονα στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας και ότι, από το 2015, η Ρωσία και η Αίγυπτος έχουν δημιουργήσει παρόμοιο αμφίπλευρο άξονα στον ίδιο τομέα. Ούτε είπε λέξη για ένα σχετικό γεγονός. Αργά ή γρήγορα, η Κυπριακή Δημοκρατία και τα δύο κατάλοιπα της Αποικίας του Στέμματος της Κύπρου, γνωστά ως Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας (Βρετανικές Βάσεις), θα απειλούνται από τους πυρηνικούς αντιδραστήρες που κατασκευάζονται από τον Ρωσικό Κρατικό Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (ROSATOM) στον Πυρηνικό Σταθμό Άκιουγιου στη νότια ακτή της Τουρκίας και στον Πυρηνικό Σταθμό El-Dabaa στη βόρεια ακτή της Αιγύπτου.
Χωρίς να εντοπίσει ρητά ούτε την εργαλειοποίηση του δημογραφικού από την Τουρκία ούτε τα δεινά της Κυπριακή Δημοκρατίας ως θύματός της σε αυτό το πλαίσιο, o Shapps παραδέχθηκε ότι «ακόμη και η μαζική μετανάστευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί κυνικά εναντίον μας ως πολεμικό όπλο, όπως έχει βιώσει η Πολωνία, η Νορβηγία και η Φινλανδία». Με αυτά και αλλά υπόψη, ο Shapps κατέληξε σε εντυπωσιακό συμπέρασμα: «Κάναμε τον κύκλο από μεταπολεμικό σε προπολεμικό κόσμο».
Οι απειλές που θέτουν σε κίνδυνο τη Νήσο Κύπρο
Στις 6 Μαρτίου 2024, ήταν υπό την σκιά της ζοφερής ομιλίας του Shapps που στείλαμε ανοιχτή επιστολή στον Sir Jeremy Quin, Συντηρητικό Πρόεδρο της Επιτροπής Άμυνας της Βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων. Όπως γράψαμε σε προηγούμενο άρθρο, η επιστολή μας ακολούθησε μια κατάθεσή μας, 22 σελίδων, της 5ης Ιουνίου 2023, που ενσωματώθηκε στα δημοσιευμένα πρακτικά της Επιτροπή Άμυνας.
Εν ολίγοις, μέσων αυτών των δύο κειμένων, καλέσαμε αυτήν την Επιτροπή να ερευνήσει (ι) τις πολλαπλασιαζόμενες απειλές που θέτουν σε κίνδυνο τη Νήσο Κύπρο και επομένως την Κυπριακή Δημοκρατία, τις Βρετανικές Βάσεις και τις Βρετανικές Δυνάμεις στην Κύπρο, (ιι) την ετοιμότητα των Βρετανικών Ένοπλων Δυνάμεων να αντιμετωπίσουν αυτές τις απειλές και (ιιι) την πρόθεση της Βρετανικής Κυβέρνησης να συμμορφωθεί στρατιωτικά με το Άρθρο ΙΙ της Συνθήκης Εγγύησης του 1960, το οποίο υποχρεώνει την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τρία κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, «να αναγνωρίσουν και να εγγυηθούν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας», η οποία δεν ανήκει στο ΝΑΤΟ.
Η εχθρική πρόθεση της Τουρκίας
Μετά το πέρασμα ενός και πλέον μήνα, κατά τον οποίο η Επιτροπή Άμυνας είχε βεβαιώσει ότι έλαβε την ανοιχτή μας επιστολή της 6ης Μαρτίου, αλλά δεν είχε δώσει καμία ουσιαστική απάντηση, υποβάλαμε νέα ανοιχτή επιστολή στον Πρόεδρό της στις 9 Απριλίου 2024. Ξανακαλέσαμε την Επιτροπή Άμυνας να ξεκινήσει την έρευνα που ζητήσαμε, επαναλάβαμε κάποιες ανησυχίες και επισημάναμε ορισμένες σχετικές εξελίξεις από τις 6 Μαρτίου που έχουν υπογραμμίσει ή έχουν αυξήσει τους κινδύνους.
Παράδειγμα είναι η τηλεοπτική ομιλία που έκανε στις 18 Μαρτίου 2024 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο εκλεγόμενος αλλά αυταρχικός Πρόεδρος της Τουρκίας, στη Διοίκηση του 4ου Σώματος στην Άγκυρα. Κατά τη διάρκεια ενός Ιφτάρ, το βραδινό γεύμα που καταναλώνουν οι μουσουλμάνοι μετά τη δύση του ηλίου κατά την περίοδο του Ραμαζανιού, ο Ερντογάν τόνισε ότι η ύπαρξη ενός «ισχυρού στρατού» είναι «υποχρέωση και όχι επιλογή». Γιατί;
«Γνωρίζουμε από τις πικρές πρόσφατες εμπειρίες μας ότι, όταν είμαστε μόνοι μας, δεν έχουν καμία χρησιμότητα ούτε οι συμμαχίες στις οποίες είμαστε μέλη ούτε οι διεθνείς οργανισμοί, που έχουν καθήκον να προστατεύουν την παγκόσμια ειρήνη».
Με το κατακτητικό σκεπτικό ενός πολιτικού που έχει απορροφήσει τον Ισλαμισμό, τον νεο-Οθωμανισμό και τον μιλιταρισμό, ο Ερντογάν ανέφερε «την Ειρηνευτική Επιχείρηση Κύπρου», όπως ονόμασε την τουρκική επίθεση που οδήγησε στην τουρκική κατοχή του 36% της επικράτειας και 57% της ακτογραμμής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με απροκάλυπτο παράπονο, υπέθεσε ότι εάν οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις είχαν προχωρήσει «νότια» και δεν σταματούσαν πρόωρα όταν κηρύχθηκε κατάπαυση του πυρός στις 16 Αυγούστου 1974, «η Κύπρος θα ήταν εντελώς δική μας». Έτσι, ενώπιον των Τουρκικών Ένοπλων Δυνάμεων, ο Ερντογάν φαίνεται ότι έστειλε σινιάλο. Σύμφωνα με τη νεο-αποικιακή ιδέα, «η Κύπρος είναι τουρκική», η πανίσχυρη Τουρκία δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν έχει ακόμη καταλάβει τις δύο διπλανές Βρετανικές Βάσεις.
Αυτό που είναι σίγουρο είναι κάτι σχετικό. Η ομιλία του Ερντογάν αποτελεί νέα ένδειξη της εχθρικής πρόθεσης της Τουρκίας. Ως εκ τούτου, συνάδει με προηγούμενες ενδείξεις, όπως αυτές που εντοπίσαμε στις επικοινωνίες μας με την Επιτροπή Άμυνας. Ανάμεσα σε αυτές είναι δύο εικόνες που δημοσιεύτηκαν από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας στις 27 Φεβρουαρίου 2019 και 15 Μαΐου 2023 αντίστοιχα. Η καθεμία παρουσιάζει, παραπλανητικά αλλά εχθρικά, όλα τα τμήματα της Νήσου Κύπρου, δηλαδή την Κυπριακή Δημοκρατία και τις Βρετανικές Βάσεις, ως αναπόσπαστα μέρη της Τουρκίας.
Τέτοια επιφανειακή τουρκική εχθρική πρόθεση έχει συνοδευτεί κι από άλλες εχθρικές εξελίξεις. Αυτές περιλαμβάνουν την άνοδο του επεκτατικού τουρκικού κρατικού δόγματος «Mavi Vatan» («Γαλάζια Πατρίδα»), την αναβάθμιση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων με επιθετικά αντικείμενα, όπως το αμφίβιο επιθετικό πλοίο TCG Anadolu L400, την εργαλειοποίηση της προαναφερόμενης «μαζικής μετανάστευσης» και τον Τζιχαντισμό που το παγιωμένο καθεστώς του Ερντογάν έχει τροφοδοτήσει, ειδικά στη Συρία, η οποία βιώνει και αυτή τουρκική κατοχή στο βόρειο τμήμα της.
Με όλα αυτά κατά νουν, θέτουμε ένα καυτό ερώτημα, που συσχετίζεται με ένα από τα ζητήματα που καλέσαμε την Επιτροπή Άμυνας στο Λονδίνο να ερευνήσει.
Οι Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι ή δεν είναι έτοιμες να προστατεύσουν την ΚΔ;
Αν και έμμεσα, μέρος της απάντησης βρίσκεται στην Έκθεση της Επιτροπής Άμυνας υπό τον τίτλο «Έτοιμοι για Πόλεμο;», που δημοσιεύτηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2024. Έχοντας υπόψη τις διάφορες υπάρχουσες στρατιωτικές επιχειρήσεις, στις οποίες έχουν ήδη εμπλακεί οι Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις και έχοντας αποκαλύψει την αμήχανες ανεπάρκειες αυτών των πιεσμένων Δυνάμεων, η Επιτροπή Άμυνας κατέληξε σε ανάλογα συμπεράσματα όπως αυτά που αναπαράγονται παρακάτω:
«Δεν προκαλεί έκπληξη [η πραγματικότητα] ότι περισσότεροι άνθρωποι εγκαταλείπουν τις [Βρετανικές Ένοπλες] Δυνάμεις παρά αυτών που εντάσσονται σε αυτές. Και οι τρεις υπηρεσίες έχουν αυξανόμενες ελλείψεις δυνατοτήτων – αυτές [οι ελλείψεις] ήταν χαρακτηριστικά των ερευνών μας κατά τη διάρκεια αυτής της Κοινοβουλευτικής περιόδου. Καθώς αυξάνονται οι ελλείψεις, ασκείται μεγαλύτερη πίεση σε αυτούς που παραμένουν, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο».
«Δεν είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε τον πόλεμο που θέλουμε ν’ αποτρέψουμε»
Αρκετές φορές, στην Έκθεσή της υπό τον τίτλο «Έτοιμοι για Πόλεμο;», η Επιτροπή Άμυνας ωραιοποίησε την αλήθεια με συγκρατημένη φρασεολογία. Αντ’ αυτού, στις 21 Μαρτίου 2024 βγήκαν τα μαχαίρια, όταν πραγματοποιήθηκε μια τρίωρη συζήτηση στο βήμα της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων στο πλαίσιο δύο Εκθέσεων – της προαναφερόμενης Έκθεσης και της ξεχωριστής Έκθεσης της Επιτροπής Δημόσιων Λογαριασμών της Βουλής των Κοινοτήτων για «Το Σχέδιο Εξοπλισμού του Υπουργείου Άμυνας 2023–2033».
Ο Mark Francois, Συντηρητικό μέλος της Επιτροπής Άμυνας και της Επιτροπής Δημοσίων Λογαριασμών, εξέφρασε με ειλικρίνεια το κύριο εύρημα της Έκθεσης της πρώτης:
«Σε απλούστερα αγγλικά, και όπως τονίζει ξεκάθαρα η επακόλουθη λεπτομέρεια στην Έκθεση, παρά τη σημαντική δαπάνη των μετρητών [των] φορολογουμένων, δεν θα μπορούσαμε [ως Βρετανοί] να πολεμήσουμε έναν διαρκή πόλεμο με τη Ρωσία του Πούτιν για περισσότερους από μερικούς μήνες πριν μας εξαντληθούν τα πυρομαχικά και οι εξοπλισμοί μάχης, κυρίως επειδή έχουμε ελάχιστα άρματα μάχης, πλοία ή μαχητικά αεροσκάφη στην εφεδρεία μας».
Ο Danny Kruger, Συντηρητικός βουλευτής και μέλος της Επιτροπής Οικονομικών, ήταν πολύ πιο καυστικός. «Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε τον πόλεμο που θέλουμε να αποτρέψουμε». Παρά ταύτα: «Το λυπηρό γεγονός… είναι ότι δεν είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε τον πόλεμο που θέλουμε να αποτρέψουμε. Οι Εκθέσεις [υπό συζήτηση] το κάνουν αυτό ξεκάθαρο».
Στα έδρανα της αντιπολίτευσης, ο βετεράνος ρήτορας George Galloway, ο μοναδικός βουλευτής του Κόμματος των Εργατών της Βρετανίας, δεν μάσησε τα λόγια του:
«Δεν έχουμε τους άνδρες, δεν έχουμε τα πλοία και δεν έχουμε τα χρήματα. Γιατί λοιπόν διαλέγουμε εχθρούς; Έχω χάσει το μέτρημα, κατά τη διάρκεια της συζήτησης, τον αριθμό [των εχθρών] που είτε πολεμάμε ήδη είτε μπορεί να πρέπει να ετοιμαστούμε να πολεμήσουμε».
«Δεν είμαστε έτοιμοι για πόλεμο …»
Η Emma Lewell-Buck, μέλος του Εργατικού Κόμματος και της Επιτροπής Άμυνας, τόνισε ότι «[όσον] αφορά τη μεγαλύτερη απειλή από όλα, τον πόλεμο, δεν υπάρχει ούτε μία υπηρεσία [των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων] που να είναι πλήρως έτοιμη». Εξήγησε ότι οι ανεπάρκειες «δεν συνέβησαν από τη μια μέρα στην άλλη». Υποθέτοντας τη φρασεολογία του πρώην Υπουργού Άμυνας, Ben Wallace, οι ανεπάρκειες αποτελούν «το αποκορύφωμα» του «βαθουλώματος των Δυνάμεών μας τα τελευταία 14 χρόνια…». Επομένως, σύμφωνα με τη Lewell-Buck, στην Έκθεσή της υπό τον τίτλο «Έτοιμοι για Πόλεμο;», η Επιτροπή Άμυνας κατέληξε σε ωμό συμπέρασμα. «Δεν είμαστε έτοιμοι για πόλεμο».
Από την πλευρά του, ο James Cartlidge, Υφυπουργός Προμηθειών Άμυνας και Συντηρητικός βουλευτής, παρουσίασε διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με αυτόν, οι Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις «είναι κάτι παραπάνω από έτοιμες» και «είναι εκεί έξω, έχοντας αναπτυχθεί σε όλο τον κόσμο, διατηρώντας την ασφάλειά μας και προασπίζοντας τα συμφέροντά μας». Τι άλλο θα μπορούσε να πει ο κακομοίρης;

«Οι απειλές που αντιμετωπίζουμε θα αυξηθούν»
Κατά τη διάρκεια της βουλευτικής συζήτησης της 21ης Μαρτίου 2024, κανένας βουλευτής δεν άγγιξε ευθέως τα ζητήματα που θέσαμε στην Επιτροπή Άμυνας μέσω της δημοσιευμένης κατάθεσής μας της 5ης Ιουνίου 2023 και της ανοιχτής επιστολης μας της 6ης Μαρτίου 2024. Ωστόσο, ορισμένοι βουλευτές έριξαν περαιτέρω φως επάνω στις πολλαπλασιαζόμενες απειλές που πηγάζουν από τη σύγχρονη γεωστρατηγική σκηνή.
Για παράδειγμα, ο προαναφερόμενος Sir Jeremy Quin διαπίστωσε ότι «αν και η απειλή από τη Ρωσία είναι σοβαρή, δεν είναι η μόνη απειλή που αντιμετωπίζουμε». Επέστησε την προσοχή των βουλευτών στους κινδύνους που προκύπτουν από τον «αυξανόμενο αριθμό αυταρχικών κρατών που ενεργούν κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου». Ως «πρόσφατο παράδειγμα», παρουσίασε την «εκτόξευση απειλών» (‘sabre-rattling’) της Βενεζουέλας κατά της Γουιάνας, «μιας χώρας της Κοινοπολιτείας». Όμως, όπως όλους τους υπόλοιπους βουλευτές που μίλησαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Sir Jeremy Quin δεν είπε τίποτα για τον ελέφαντα στο βήμα της Βουλής – την Τουρκία. Ούτε παραδέχθηκε ρητά ότι μια άλλη χωρά της Κοινοπολιτείας όχι μόνο αντιμετωπίζει «εκτόξευση απειλών» αλλά βιώνει μια συνεχιζόμενη κατοχή – την Κυπριακή Δημοκρατία.
Από την πλευρά του, ο John Healey, Σκιώδης Υπουργός Άμυνας του Εργατικού Κόμματος, προέβλεψε ότι «οι απειλές που αντιμετωπίζουμε θα αυξηθούν» και «γι’ αυτό απαιτείται μια νέα εποχή για την άμυνα».
Η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν
Από τότε που υποβάλαμε την τελευταία ανοιχτή επιστολή μας στην Επιτροπή Άμυνας, στις 9 Απριλίου 2024, οι απειλές που αντιμετωπίζει η Κυπριακή Δημοκρατία έχουν γίνει ακόμη πιο έντονες. Στις 10 Απρίλιου, δέκα ημέρες μετά τον θανατηφόρο βομβαρδισμό ενός ιρανικού διπλωματικού κτηρίου στη Δαμασκό, ο Αγιατολάχ Χαμενεΐ, Ηγέτης της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράν, όχι μόνο δήλωσε ότι «σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες, μια επίθεση στο προξενείο ή στην πρεσβεία οποιασδήποτε χώρας θεωρείται επίθεση κατά του εδάφους της χώρας», αλλά προειδοποίησε ότι «το βδελυρό σιωνιστικό καθεστώς πρέπει και θα τιμωρηθεί γι’ αυτό το έγκλημα». Το βράδυ της 13ης Απριλίου, το Ιράν ξεκίνησε μιαν άνευ προηγουμένου μαζική εναέρια επίθεση κατά του Ισραήλ, με την εκτόξευση δεκάδων πυραύλων και δεκάδων μη επανδρωμένων αεροπλάνων.
Μεταξύ των ξένων ένοπλων δυνάμεων, που αντέδρασαν υπέρ του Ισραήλ και που κατέρριψαν ιρανικά drones, ήταν βρετανικά στρατιωτικά αεροσκάφη που φαίνεται ότι πέταξαν από το βρετανικό στρατιωτικό αεροδρόμιο στο Ακρωτήρι, σε μιαν από τις Βρετανικές Βάσεις. Λεπτομέρειες βρίσκονται σε αποκαλυπτικές αναλύσεις των βρετανικών εφημερίδων Guardian και Sun της 14ης Απριλίου 2024.
Στις 13 Απριλίου 2024, ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Rishi Sunak, διακήρυξε γραπτώς ότι «το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την ασφάλεια του Ισραήλ και όλων των περιφερειακών μας εταίρων, συμπεριλαμβανομένης της Ιορδανίας και του Ιράκ», αλλά δεν διευκρίνισε εάν αυτή η δέσμευση συμπεριλαμβάνει την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία συνεχίζει να συνυπάρχει με τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στη Νήσο Κύπρο. Στις 15 Απριλίου 2024, ο Sunak εμφανίστηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων να επιβεβαιώσει ότι «πρέπει να διασφαλίσουμε την ασφάλεια του Ισραήλ», να παρατηρήσει ότι «συναντάμε τις απειλές, κατά καιρούς, με τις Βρετανικές [Ένοπλες] Δυνάμεις στην πρώτη γραμμή» και να κομπάσει ότι οι Βρετανοί δραστηριοποιούνται στο Ιράκ, στη Συρία, στην Ερυθρά Θάλασσα, στο Κοσσυφοπέδιο, στην Εσθονία, στην Πολωνία «και αλλού», όπως την Ουκρανία.
Θεωρούμε αξιοσημείωτο καθώς επίσης και παράδοξο το γεγονός ότι, στο βήμα της Βουλής, ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασίλειου εξέφρασε αλληλεγγύη με «συμμάχους», «φίλους» και «εταίρους», κατονομάζοντας αρκετούς από αυτούς, αλλά απέφυγε επιμελώς οποιαδήποτε ρητή αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία, καθιστώντας δυνατή τη χρήση των Βρετανικών Βάσεων, των βρετανικών τοποθεσιών στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και των υποδομών της Δημοκρατίας, διευκολύνει τη μία βρετανική στρατιωτική επιχείρηση μετά την άλλη. Θεωρούμε επίσης ανάγωγο το γεγονός ότι ο Sunak δεν ανταποκρίθηκε στις προφανείς ανησυχίες της Λευκωσίας για την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας το Ηνωμένο Βασίλειο ακόμη θεωρεί τον εαυτό του ως «Εγγυήτρια Δύναμη».
Συμπεράσματα
Η κατάσταση είναι τραγική.
Από τη μια, «κάναμε τον κύκλο» από «μεταπολεμικό σε προπολεμικό κόσμο». Ακόμη όμως χειροτέρα, η αυταρχική Τουρκία απειλεί τους γείτονές της καθώς κατέχει τα βόρεια τμήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της διπλανής Συρίας στη χειμαζόμενη Μέση Ανατολή.
Από την άλλη, οι Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι υποχρηματοδοτούμενες, υποστελεχωμένες, υποεξοπλισμένες και υπερεκτεταμένες. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, ως «Εγγυήτρια Δύναμη», έχει τη στρατιωτική ικανότητα να προστατεύσει την Κυπριακή Δημοκρατία (και τις Βρετανικές Βάσεις), ειδικά σε περίπτωση ενός νέου παγκοσμίου πολέμου, ή μιας νέας στρατιωτικής εισβολής στην Κυπριακή Δημοκρατία, ή μιας άλλης μορφής επίθεσης.
Είτε έχει είτε δεν είχε τέτοια ικανότητα το Ηνωμένο Βασίλειο, δημιουργείται σχετικό ερώτημα. Στο Λονδίνο, υπάρχει πολιτική βούληση υπέρ της προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας; Το 1974 τέτοια βούληση απουσίαζε. Αν φτάσει ο κόμπος στο χτένι ακόμη μια φορά…
Υστερόγραφο: Παρακάτω είναι πηγές που αναφέραμε στο άρθρο μας:
– Η μετεγγραφή της ομιλίας του Shapps της 15.1.2024 βρίσκεται στο www.gov.uk/government/speeches/defending-britain-from-a-more-dangerous-world
– Βίντεο της ομιλίας του Ερντογάν της 18.3.2024 και περίληψή της βρίσκονται στο www.tccb.gov.tr/haberler/410/151730/-guclu-bir-orduya-sahip-olmak-bizim-icin-tercihten-ote-mecburiyettir-
– Οι δύο εικόνες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας της 27.2.2019 και 15.5.2023 βρίσκονται στο https://twitter.com/tcsavunma/status/1100827859503980549 και https://twitter.com/tcsavunma/status/1658069233043996678?cxt=HHwWjIC8idjL0oIuAAAA αντίστοιχα.
– Η γραπτή κατάθεσή μας της 5.3.2023 και σύνοψη της ανοιχτής επιστολής μας της 6.3.2024 σε προηγούμενο άρθρο μας βρίσκονται στο https://committees.parliament.uk/writtenevidence/121730/pdf/ και https://simerini.sigmalive.com/article/2024/3/27/oi-pollaplasiazomenes-apeiles-pou-thetoun-se-kinduno-te-neso-kupro/ αντίστοιχα.
– Οι δύο Εκθέσεις της Βουλής των Κοινοτήτων βρίσκονται στο https://committees.parliament.uk/publications/43178/documents/214880/default/ και https://committees.parliament.uk/publications/43732/documents/216970/default/ αντίστοιχα.
– Τα επίσημα πρακτικά της βρετανικής βουλευτικής συζήτησης της 21.3.2024 βρίσκονται στο https://hansard.parliament.uk/Commons/2024-03-21/debates/D2A5CA26-6798-412F-9BAD-0F34D4A05FF3/ArmedForcesReadinessAndDefenceEquipment
– Η δήλωση του Χαμενεΐ της 10.04.2024 βρίσκεται στο www.leader.ir/en/content/27161/The-Leader-of-the-Islamic-Revolution-s-Eid-al-Fitr-Sermon
– Οι αναλύσεις των εφημερίδων Guardian και Sun βρίσκονται στο www.theguardian.com/world/2024/apr/14/iran-warns-strike-again-greater-force-us-israel-retaliate και www.thesun.co.uk/news/27316535/raf-mission-shoot-down-iranian-drones-israel/ αντίστοιχα.
– Οι δηλώσεις του Sunak της 13.04.2024 και 15.04.2024 βρίσκονται στο www.gov.uk/government/news/pm-statement-on-iranian-regimes-reckless-attack-against-israel και https://hansard.parliament.uk/commons/2024-04-15/debates/64cdc6ed-5d6c-4547-b493-74d90c874f73/CommonsChamber αντίστοιχα.
Πηγή: Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
