Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Προκόπης Παυλόπουλος για τη Γενοκτονία των Αρμενίων: “Η Τουρκία δεν έχει διδαχθεί από το αποτρόπαιο παρελθόν της! Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κύπρος”

Δημοσιεύτηκε στις

“Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνεχιζόμενης τουρκικής βαρβαρότητας που πλήττει καιρίως τον πυρήνα του Διεθνούς Δικαίου είναι εκείνο της Μαρτυρικής Κύπρου, πλήρους Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ζει την τραγωδία της κατοχής του ενός τρίτου του εδάφους της από την Τουρκία εδώ και 50 χρόνια”, ανέφερε μεταξύ άλλων ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας. 


Φόρο Τιμής για την 109η  Επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων απέτινε ο Προκόπης Παυλόπουλος, ο οποίος αναφέρθηκε στη διαχρονική επικαιρότητα του μηνύματος «δεν ξεχνάμε, ποτέ ξανά» και για το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα της τουρκικής βαρβαρότητας»

 Στην ομιλία του, με θέμα «Φόρος Τιμής κατά την 109η Επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων», στο πλαίσιο της ειδικής Εκδήλωσης Μνήμης που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Αρμενίας, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Πρόλογος

Εκ μέρους της Ακαδημίας Αθηνών, και με αισθήματα ειλικρινούς συγκίνησης και εκπλήρωσης αυτονόητου χρέους, αποτίω στα τραγικά θύματά της τον οφειλόμενο φόρο τιμής κατά την 109η Επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων,  με αδίστακτους θύτες τους τότε πολιτικώς ιθύνοντες της Τουρκίας κυρίως επί της εποχής των Νεοτούρκων.

Α. Και υπενθυμίζω,  ότι η Ελλάδα υπήρξε μια από τις πρώτες Χώρες που αναγνώρισαν την Γενοκτονία των Αρμενίων ως ένα στυγερό έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας το οποίο δεν πρέπει,  κατ’ ουδένα τρόπο, να λησμονηθεί ούτε να μείνει ατιμώρητο. Πραγματικά, με τον ν.2397/1996  -ο οποίος ψηφίσθηκε ύστερα από πρόταση της ίδιας της Βουλής των Ελλήνων-  αφενός αναγνωρίσθηκε η Γενοκτονία των Αρμενίων και, αφετέρου, ορίσθηκε η 24η Απριλίου κάθε έτους ως Ημέρα Μνήμης 1.500.000 και πάνω αθώων ψυχών, που θανατώθηκαν με βάρβαρο τρόπο κατά την διάρκεια του στυγερού τούτου εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας. Και στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω με ιδιαίτερη έμφαση  -και θα το επισημάνω εκ νέου στον επίλογο της ομιλίας μου- ότι Ελλάδα και Αρμενία, Αρμενία και Ελλάδα, συμπορεύονται, με στενούς δεσμούς φιλίας, εδώ και πολλές δεκαετίες στον ανηφορικό δρόμο της υπεράσπισης κορυφαίων αρχών και αξιών, ιδίως δε εκείνων της υπεράσπισης της Ειρήνης, της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Αυτές οι «αντηρίδες» της τόσο ειλικρινούς φιλίας και στενής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας, Αρμενίας και Ελλάδας, εδράζονται και στις μαρτυρικές περιόδους των Γενοκτονιών  που έχουν βιώσει τα Έθνη μας.  Περιόδους, τις οποίες οφείλουμε να μην ξεχνάμε, ούτε κατ’ ελάχιστο, όχι γιατί μας διακατέχουν αισθήματα εκδίκησης απέναντι στους Τούρκους θύτες.   Αλλά διότι αυτή η μνήμη μας εμπνέει και μας καθοδηγεί στο να υπηρετούμε, στο διηνεκές, και την εξής μεγάλη, προεχόντως Ανθρωπιστική, αρχή:  «Ποτέ ξανά». 

Β. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η Ελλάδα και όταν η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε τον ν.4285/2014 για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας γενικώς, το ρυθμιστικό πλαίσιο του οποίου περιλαμβάνει και την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2  -στην διατύπωση της οποίας είχα την τιμή να συμβάλω προσωπικώς, ως Βουλευτής τότε-  σύμφωνα με την οποία: «1.Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται την ύπαρξη ή τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και των εγκλημάτων του ναζισμού που έχουν αναγνωρισθεί με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων ή της Βουλής των Ελλήνων και η συμπεριφορά αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους της που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία, όταν η συμπεριφορά αυτή εκδηλώνεται κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία ή μίσος ή ενέχει απειλητικό ή υβριστικό χαρακτήρα κατά μίας τέτοιας ομάδας ή μέλους της, τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου.»  Υπό τα δεδομένα αυτά κατά την σημερινή Εκδήλωση Μνήμης έχω χρέος, ενώπιον της Ακαδημίας Αθηνών, να επαναφέρω στην μνήμη μας ορισμένες πτυχές της συντέλεσης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, η οποία συνιστά πάντα, όπως ήδη εξέθεσα, ένα από τα πιο ζοφερά εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας. 

Ι. Το ιστορικώς τεκμηριωμένο χρονικό της βάρβαρης Γενοκτονίας των Αρμενίων

Η γενικευμένη πλέον, σε διεθνή κλίμακα, αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων  -η οποία λαμβάνει  μάλιστα ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις παρά τις, διαχρονικές, ιταμές αντιδράσεις  της Τουρκίας-    καταδεικνύει ότι, «τύχη αγαθή», αυτή η βαρβαρότητα που κατ’ ουσία στράφηκε εναντίον της Ανθρωπότητας δεν πρόκειται να λησμονηθεί.  Όπως επίσης δεν πρόκειται να μείνουν, εν τέλει, ατιμώρητοι οι, ακόμη και μέχρι σήμερα προκλητικώς αμετανόητοι, Τούρκοι θύτες.

Α. Οι Αρμένιοι είναι ένα πανάρχαιο Χριστιανικό Έθνος  το οποίο ζούσε, πριν την Γενοκτονία και τον επέκεινα ξεριζωμό μεγάλου μέρους του που διασκορπίσθηκε έκτοτε ανά την Υφήλιο, στην περιοχή της εγγύς Ανατολής μεταξύ της Ρωσίας και του ευρύτερου εδάφους της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Έθνος φιλειρηνικό και δημιουργικό, αλλά και με έντονο το αίσθημα και το φρόνημα της Ελευθερίας, οι Αρμένιοι  -όπως,  σχεδόν ταυτοχρόνως,  π.χ. οι Έλληνες και οι Ασσύριοι στα ίδια, περίπου, εδάφη-  άρχισαν ν’ ασφυκτιούν υπό το «πνιγηρό» καθεστώς καταπίεσης, το οποίο σταδιακώς «όρθωσε» εναντίον τους αρχικώς η ηγεσία της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

  1. Συγκεκριμένα, και αφού προηγουμένως επιχείρησε να καταπνίξει ποικιλοτρόπως το ελεύθερο φρόνημα των Αρμενίων -που είχαν αρχίσει ν’ αναπτύσσονται μ’ εξαιρετική επιτυχία στο πνευματικό αλλά και στο οικονομικό πεδίο και να διεκδικούν τον «χώρο» αυτοδιοίκησης ή και αυτονομίας η οποία τους αναλογούσε- από τις αρχές της δεκαετίας του 1880 το καθεστώς του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ του Β΄ οργάνωσε, απροκαλύπτως, απηνείς διωγμούς εναντίον τους, όπως λίγο ύστερα και εναντίον π.χ. των Ελλήνων και των Ασσυρίων.  Οι ειδεχθείς εκτελέσεις και σφαγές στην περιοχή του Σασούν, το 1894, ήταν η αρχή.  Και έως το 1896,  οι νεκροί Αρμένιοι είχαν ξεπεράσει τις 300.000.
  2. Ελάχιστα χρόνια μετά, από το 1908 -όταν και επικράτησαν «εκθρονίζοντας» τον Σουλτάνο- και έως το 1918 την «σκυτάλη» πήραν οι Νεότουρκοι.  Εκείνοι, οι οποίοι μετέτρεψαν το έγκλημα των μαζικών εκτελέσεων και σφαγών σε μια αδιανόητη Γενοκτονία. Επί Σουλτάνου ακόμη, και προκειμένου να εξασφαλίσουν και να εκμεταλλευθούν εναντίον του την βοήθεια των καταπιεζόμενων Εθνοτήτων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Νεότουρκοι υποκρίθηκαν ότι επιθυμούσαν να συνασπισθούν με τους Αρμένιους  -το ίδιο δε έκαναν και με άλλους, π.χ. με τους Έλληνες και με τους Ασσύριους-  υποσχόμενοι αναγνώριση σε αυτούς ευρείας αυτοδιοίκησης, η οποία  θα είχε την έκταση έως και μιας μορφής αυτονομίας.  Η στάση των Νεοτούρκων ήταν εντελώς ψευδεπίγραφη και προσχηματική, αφού σύμφωνα με τα αμάχητα ιστορικά τεκμήρια, τα οποία προέκυψαν στην πορεία,  ευθύς εξ αρχής είχαν σχεδιάσει την αμέσως μετά την επικράτησή τους έναρξη επιχειρήσεων ακραίων εθνοκαθάρσεων, στην πραγματικότητα δε ανελέητων Γενοκτονιών, εναντίον όλων των εντός Τουρκίας σημαντικών Εθνοτήτων, αρχής γενομένης από τους Αρμενίους.  Δεν είναι λοιπόν υπερβολή  -κάθε άλλο-  να υποστηριχθεί ότι αρχική στόχευση των Νεοτούρκων ήταν όχι η οριστική πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των Σουλτάνων αλλά η «ανασύστασή» της στα πρότερα εδάφη της με τον «μανδύα» ενός, δήθεν, «σύγχρονου» πλην όμως εθνικώς «καθαρού» κράτους.

Β. Τούτο συνάγεται αβιάστως με βάση τα ίδια από συμβάντα που ακολούθησαν την κατάληψη της ηγεσίας της Τουρκίας από το καθεστώς των Νεοτούρκων.

  1. Και τούτο, διότι οι Νεότουρκοι ουδέποτε σκέφθηκαν να σεβασθούν, ούτε καθ’ υποφοράν, τις προγενέστερες δεσμεύσεις τους περί αυτοδιοίκησης ή και αυτονομίας υπέρ των Αρμενίων. Και μόνο το γεγονός ότι μόλις από τον Απρίλιο του 1909 προέβησαν σε καταλλήλως προσχεδιασμένους και «υποχθονίως» οργανωμένους απηνείς διωγμούς και σε μαζικές εκτελέσεις, κυρίως στις περιοχές  των Αδάνων και της Κιλικίας,  βεβαιώνει «του λόγου το ασφαλές».  Όταν πλέον είχαν θέσει τα θεμέλια της κρατικής δομής, μέσω της οποίας το καθεστώς του Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε πλήρως καταρρεύσει, οι Νεότουρκοι ενεργοποίησαν, με αμείλικτη μεθοδικότητα και βαρβαρότητα, τον ειδεχθή μηχανισμό της εξαφάνισης του Αρμενικού Έθνους δια της ωμής Γενοκτονίας του. 
  2. «Αποφράδα ημέρα» υπήρξε η 24η Απριλίου – εξ ου και η Επέτειος της Γενοκτονίας των Αρμενίων κατ’ αυτή την ημερομηνία- του 1915, αρχικώς με την σύλληψη 150 επιφανών Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη.  Στην συνέχεια οι Νεότουρκοι επιδόθηκαν, δίχως ίχνος δισταγμού και ανθρωπιστικής ευαισθησίας, στις ομαδικές εκτελέσεις και σφαγές που έως το 2018 είχαν «καταγράψει»,  με ανεξίτηλες ψηφίδες, στην Ιστορία ένα πρωτόγνωρο έως τότε  έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας.  Πάνω από 1.500.000 Αρμένιοι ήταν τα τραγικά θύματα της πρώτης Γενοκτονίας του 20ού αιώνα.  Μιας Γενοκτονίας, η οποία είχε την επίσημη «σφραγίδα» του Τουρκικού Κράτους, όπως προκύπτει                   -φυσικά μεταξύ άλλων, ατράνταχτων,  αποδεικτικών στοιχείων-  και από το τηλεγράφημα του τότε Υπουργού Εσωτερικών της Τουρκίας Ταλαάτ Πασά προς τους νομάρχες της Ανατολικής Μικράς Ασίας: «Αποφασίσαμε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με την εκτόπισή τους στις ερήμους και την εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου». 

ΙΙ. Η Γενοκτονία των Αρμενίων και το αληθινό νόημα του «ποτέ ξανά»

Η αμείλικτη ετυμηγορία της Ιστορίας και σε ό,τι αφορά την «κατηγορική προσταγή» που πρέπει να συνοδεύει, αδιαλείπτως, την «κηλίδα» βαρβαρότητας της Γενοκτονίας των Αρμενίων  -η οποία έχει ενταχθεί εσαεί στις «δέλτους» της-   μας δείχνει τον δρόμο για το πώς πρέπει να εννοεί, σύμπασα η Ανθρωπότητα, το κορυφαίο  ηθικό «πρόταγμα» του «ποτέ ξανά».  Και αυτό από την μια πλευρά διότι, δίχως αμφιβολία,  το βάρβαρο έγκλημα της Γενοκτονίας των Αρμενίων σε μεγάλο βαθμό υποτιμήθηκε ή και αποσιωπήθηκε  -για λόγους που όλοι σήμερα αντιλαμβάνονται-  όταν συντελέσθηκε.  Και, από την άλλη πλευρά, διότι όπως έδειξε η μετέπειτα πορεία της Ανθρωπότητας αλλά και όπως δείχνει με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση η δυσοίωνη και δυστοπική εξέλιξη των καιρών μας, το «ποτέ ξανά» όχι μόνο δεν έχει χάσει την ουσία του αλλά, όλως αντιθέτως, διατηρεί στο ακέραιο την επικαιρότητά του, αν βεβαίως έχουμε αποφασίσει, με την δέουσα υπευθυνότητα κατ’ εξοχήν απέναντι στις γενιές που έρχονται, να μην επιτρέψουμε και να μην ανεχθούμε άλλες Γενοκτονίες.  Και δη Γενοκτονίες, οι οποίες θα έλθουν όχι με την μορφή που τις γνώρισε η Ανθρωπότητα κατά τον 20ό αιώνα, αλλά καλυμμένες με την «λεοντή» δήθεν ιστορικώς και οιονεί νομοτελειακώς «επιβεβλημένων» συγκρούσεων μεταξύ ισχυρών.  Κάτι το οποίο είναι τόσο περισσότερο επικίνδυνο γι’ αυτήν, όσο μπορεί να οδηγήσει, δίχως προοπτική έγκαιρης αποτροπής,  αφενός σε νέες αδιανόητες αιματοχυσίες και, αφετέρου και εν τέλει, στην κατάλυση της ίδιας της Δημοκρατίας και στην πλήρη αποδυνάμωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Α. Τα κατά τ’ ανωτέρω συμπεράσματα προκύπτουν αβιάστως εκ του ότι η «απάθεια»  -κατά την επικρατέστερη εκδοχή-  της τότε Διεθνούς Κοινότητας απέναντι στην κατά τα προαναφερθέντα πρώτη Γενοκτονία του 20ού αιώνα, την Γενοκτονία των Αρμενίων, άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου» και για όλα τα λοιπά εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας που επακολούθησαν έως το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. 

  1. Κατά πρώτο λόγο η «απάθεια» αυτή της Διεθνούς Κοινότητας, και δη καθ’ όλη την διάρκεια της συντέλεσης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, επέτρεψε να βιώσουν, σχεδόν παραλλήλως, ανάλογες Γενοκτονίες π.χ. ο Ελληνισμός του Πόντου και της Μικράς Ασίας καθώς και το Έθνος των Ασσυρίων. Μεμονωμένες φωνές ανά την Υφήλιο δεν ήταν αρκετές για να «ξυπνήσουν» συνειδήσεις, ενώ και η «σιγή» της μεγάλης μερίδας του Τύπου της εποχής σε πολλές Χώρες της Ευρώπης συνιστούσε απτή απόδειξη του ότι η «Γηραιά Ήπειρος» απομακρύνονταν επικίνδυνα από τις θεμελιώδεις αρχές και τις αξίες της Ιστορίας της και του Πολιτισμού της.  Γεγονός το οποίο προοιωνιζόταν, με ζοφερούς μάλιστα οιωνούς, τα μέλλοντα να συμβούν.  Κορυφαίο «παράδειγμα προς αποφυγήν», αναφορικά με την Γενοκτονία των Αρμενίων, ήταν εκείνο της ηγεσίας της τότε Γερμανίας.  Η  οποία μολονότι  γνώριζε τα κατά συρροήν γενοκτονικά εγκλήματα της Τουρκίας όχι μόνο σιωπούσε, αλλά και είχε επιβάλει καθεστώς λογοκρισίας στον Τύπο της ως προς αυτά.  Υπόδειγμα ήθους για τα γερμανικά δεδομένα αποτέλεσε η απελπισμένη προσπάθεια του επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας Καρλ Λίμπνεχτ να φέρει «στο φως» τα της Γενοκτονίας των Αρμενίων ήδη από τις αρχές (Ιανουάριος) του 1916. Μια προσπάθεια που, δυστυχώς, «φιμώθηκε» απροκαλύπτως και «έπεσε στο κενό».
  2. Η «Νέμεσις» για την Γερμανία δεν άργησε να εμφανισθεί με το πιο αποκαλυπτικό της πρόσωπο. Ο Αδόλφος Χίτλερ είχε ήδη διδαχθεί πολλά από την κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτη υποτίμηση, διεθνώς αλλά κυρίως από την Γερμανία, της Γενοκτονίας των Αρμενίων και των Γενοκτονιών του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας καθώς και των Ασσυρίων. Και στηρίχθηκε ακριβώς σε αυτή την τραγική ολιγωρία για να οργανώσει, μεθοδικά και κυνικά, το μεγαλύτερο πια έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων.  Σήμερα όλοι  θυμούνται ότι το 1939 ο Αδόλφος Χίτλερ διερωτάτο,  με απύθμενο θράσος: «Ποιος, άραγε, μιλάει σήμερα για τον αφανισμό των Αρμενίων»;  Πολύ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνώρισε επισήμως την Γενοκτονία των Αρμενίων.  Τούτο συνέβη την 23η Απριλίου 2015, όταν ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Γιοακίμ Γκάουκ παρέστη στην επιμνημόσυνη δέηση για τα τραγικά θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων σε Ναό του Βερολίνου.  Κατά την ίδια περίοδο ήλθε, επιτέλους, η αναγνώριση και εκ μέρους των  Χωρών στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού.  Παρήγορο σημάδι είναι η ραγδαία πλέον εξάπλωση της τάσης  επίσημης αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων,  σε παγκόσμια κλίμακα.  Κάτι για το οποίο εμείς, οι Έλληνες, έχουμε εμπράκτως αγωνισθεί από κοινού με τον Λαό της Αρμενίας, προσβλέποντας σε μια καθολική αναγνώριση και ομόθυμη, παγκοσμίως, καταδίκη της Τουρκίας για τα γενοκτονικά της εγκλήματα γενικώς, άρα και για εκείνα που αφορούν τον Ελληνισμό του Πόντου και τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας.

Β. Στην προσπάθειά μου να συμπυκνώσω σε λίγες φράσεις τα όσα διδάσκει η Ιστορία εμάς, τους Έλληνες και τον αδελφό Λαό της Αρμενίας μεσ’ από τις τραγωδίες των πρώτων Γενοκτονιών του 20ού αιώνα  -της τραγωδίας της Γενοκτονίας των Αρμενίων, που υπήρξε η αφετηρία του κοινού Γολγοθά μας, και της τραγωδίας των Γενοκτονιών του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, από το 1918 έως το 1922-  γυρίζω λίγο πίσω μέσα στον χρόνο.

  1. Συγκεκριμένα δε γυρίζω πίσω στην 5η Νοεμβρίου 2019, όταν ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, περί το τέλος της θητείας μου, επισκέφθηκα επισήμως την Αρμενία. Από εκείνη την επίσκεψη μένει βαθιά χαραγμένο στην μνήμη μου το προσκύνημά μου στο Μνημείο των Θυμάτων της Γενοκτονίας των Αρμενίων:  Εκεί, στο Ερεβάν, στο Μνημείο του Τσιτσερνακαμπέρντ, το οποίο υψώνεται επιβλητικά σ’ έναν από τους τρεις λόφους πάνω από τον ποταμό Χραζντάν, με θέα προς το πάντα χιονισμένο Αραράτ.  Το οποίο μπορεί να είναι «αιχμάλωτο» στο τουρκικό έδαφος, μόλις λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα της Αρμενίας, πλην όμως παραμένει πάντα εμβληματικό σύμβολο της κοινής μας Θρησκείας και Θρησκευτικής Παράδοσης, του Χριστιανισμού.  Και ακόμη πιο βαθιά χαραγμένη μένει στην μνήμη μου η στιγμή, όταν έσκυψα πάνω από την  «ακοίμητη» φλόγα του Μνημείου, η οποία θυμίζει μαζί με την Γενοκτονία των Αρμενίων και την Αναγέννηση του Αρμενικού Έθνους.  Το λευκό γαρύφαλλο που άφησα εκεί το θεωρώ πάντα ένα κομμάτι της ψυχής μου  -όπως δε πιστεύω της ψυχής κάθε Έλληνα αλλά και κάθε πολιτισμένου Ανθρώπου-  που θα φωτίζει τον δρόμο μου στο διηνεκές, πέρα από τον χρόνο και, κυρίως, πέρα από αξιώματα.
  2. Τέλος, και με την πίστη ότι αυτά εκφράζουν, αδιαλείπτως, το βαθύτερο νόημα των σχέσεων Ελλάδας και Αρμενίας, Αρμενίας και Ελλάδας, υπενθυμίζω τις σκέψεις που μοιράσθηκα με τον τότε ομόλογό μου Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αρμενίας, και με τις οποίες ξεκίνησα εισαγωγικώς την ομιλία μου: «Τα θεμέλια της τόσο ειλικρινούς φιλίας και στενής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας εδράζονται και στις μαρτυρικές στιγμές που έχουν ζήσει τα Έθνη μας.  Στιγμές, τις οποίες οφείλουμε να μην ξεχνάμε, ούτε κατ’ ελάχιστο, όχι γιατί μας διακατέχουν αισθήματα εκδίκησης απέναντι στους θύτες μας.  Αλλά διότι αυτή η μνήμη μας οδηγεί στο να υπηρετούμε, για πάντα, την μεγάλη Ανθρωπιστική αρχή:  «Ποτέ ξανά».  Τούτες οι μαρτυρικές στιγμές είναι ποτισμένες με το αίμα των τραγικών Θυμάτων βάρβαρων Γενοκτονιών, συγκεκριμένα δε της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την μια πλευρά και της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, από την άλλη.  Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρος, όταν το 1996, με τον ν. 2397/1996, αναγνώρισε την Γενοκτονία των Αρμενίων και καθιέρωσε την 24η Απριλίου Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, ενώ το 2014 ποινικοποίησε την άρνησή της.  Από την πλευρά της, το 2015 η Ολομέλεια της Εθνοσυνέλευσης της Δημοκρατίας της Αρμενίας αναγνώρισε την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Και εμείς, οι Έλληνες, χαιρετίζουμε το γεγονός ότι η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων διευρύνεται εντυπωσιακά.»

Επίλογος

Ο επίλογος των όσων εκτέθηκαν συνοπτικώς προηγουμένως για την Γενοκτονία των Αρμενίων αλλά και για τις λοιπές Γενοκτονίες, οι οποίες στιγμάτισαν με βάρβαρο τρόπο την ιστορία του πρώτου τετάρτου του 20ού αιώνα με αδίστακτο θύτη την Τουρκία, δεν μπορεί παρά να επικεντρωθεί από την μια πλευρά στο, πάντα επίκαιρο δυστυχώς, πραγματικό νόημα του «ποτέ ξανά».  Και, από την άλλη πλευρά, στο τι οφείλει να πράξει η Διεθνής Κοινότητα, και κατ’ εξοχήν η Ευρωπαϊκή Ένωση,  απέναντι στην Τουρκία,  η οποία με βάση την συμπεριφορά και των σύγχρονων ηγεσιών της δεν φαίνεται να έχει διδαχθεί  -ούτε έχει υποχρεωθεί να διδαχθεί-  τα δέοντα για το αποτρόπαιο παρελθόν της. 

Α. Σε ό,τι αφορά το «ποτέ ξανά», ως ιστορικός «δείκτης πορείας» μας αφήνει, υπό όρους διάρκειας και συνέπειας, κυρίως το δίδαγμα ότι η μνήμη για την Γενοκτονία των Αρμενίων  -όπως,  μεταξύ άλλων, και για τις Γενοκτονίες του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας-  πρέπει να παραμένει πάντα ζωντανή, δίχως εκπτώσεις και δίχως υπολογισμούς σκοπιμοτήτων, οιαδήποτε και αν είναι η προέλευσή τους και η «έξαρσή» τους κατά την εκάστοτε συγκυρία.  Κατά συνέπεια και ο αγώνας, σε διεθνή κλίμακα, για την πλήρη και ειλικρινή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων  -αλλά και όλων των λοιπών Γενοκτονιών- συνεχίζεται και θα συνεχίζεται έως την τελική του δικαίωση. 

Β. Όμως, το δίδαγμα του «ποτέ ξανά» δεν αποκτά το πλήρες νόημά του δίχως την οιονεί «κύρωση» του κεντρικού του «προτάγματος», το οποίο συνίσταται στην επιταγή: «Μηδενική ανοχή».  Και είναι προφανές ότι η επιταγή αυτή έχει, και σήμερα, αποδέκτη προδήλως και την Τουρκία, πολλώ μάλλον όταν πριν απ’ όλα οφείλει, ως θύτης των Γενοκτονιών που διέπραξε, τουλάχιστον μια αναδρομική και ανυπόκριτη συγγνώμη, την οποία ουδέποτε έως σήμερα εξέφρασε.  Και όχι μόνον αυτό, αλλά αδιστάκτως και προκλητικώς φθάνει μέχρι το σημείο να «επαίρεται» για το βάρβαρο παρελθόν της.  Η δε Διεθνής Κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν ν’ αναλογισθούν ότι το θράσος αυτό της Τουρκίας «τρέφεται» από την ολιγωρία τους να της δείξουν τον δρόμο της μη ανοχής, επιβάλλοντάς της τις κυρώσεις που προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο όταν και σήμερα το παραβιάζει, εξοφθάλμως, και μάλιστα κατά συρροή.  Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνεχιζόμενης τουρκικής βαρβαρότητας που πλήττει καιρίως τον πυρήνα του Διεθνούς Δικαίου είναι εκείνο της Μαρτυρικής Κύπρου, πλήρους Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ζει την τραγωδία της κατοχής του ενός τρίτου του εδάφους της από την Τουρκία εδώ και 50 χρόνια.   Και η εν προκειμένω αδιαφορία της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζεται τόσο περισσότερο δυσοίωνη για το παρόν και το μέλλον, όσο είναι κατάδηλο πως η εισβολή και κατοχή της Τουρκίας στην Κύπρο, το 1974, ήταν ένα είδος «προπομπού» της βάρβαρης εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.  Διότι σίγουρα στην σκέψη των ιθυνόντων της Ρωσίας επικράτησε, «επικαιροποιημένη», η «αλήστου μνήμης» ρήση: «Ποιος σήμερα θυμάται την εισβολή και κατοχή της Τουρκίας στην Κύπρο»;  Σε όλα αυτά προστίθεται και το εξής, το οποίο αποδεικνύει την ως προς τούτο αδιανόητη «επιμηθεϊκή» πολιτική κατά κύριο λόγο του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Τουρκία: Η τελευταία όχι  μόνον ουδέποτε καταδίκασε απεριφράστως την βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά και τηρεί εξοφθάλμως μια επαμφοτερίζουσα τακτική, δοθέντος ότι δίχως κανένα πρόσχημα και διατηρεί «αρμονικές» σχέσεις με την Ρωσία και αποκομίζει πολλαπλά οφέλη από το αίμα που χύνεται «κρουνηδόν» στα μέτωπα της Ουκρανίας.  Υπό τα δεδομένα αυτά η σημερινή, εμβληματική, εκδήλωση Μνήμης της Ακαδημίας Αθηνών για τα τραγικά θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων σηματοδοτεί, μεταξύ άλλων,  και την αποφασιστικότητα των δύο Λαών μας, της Ελλάδας και της Αρμενίας, της Αρμενίας και της Ελλάδας, να δείξουμε, έστω και μόνοι, urbi et orbi στους ταραγμένους καιρούς μας ότι δεν πρόκειται να υποστείλουμε, με οποιοδήποτε κόστος, τα «σύμβολα» των αρχών και αξιών που είναι σύμφυτες με την Ιστορία μας και με τον Πολιτισμό μας.  Ιδίως δε των αρχών και αξιών του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης, της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης και των εγγυήσεων της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.»

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.

Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.

Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.

Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.

Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].

Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.

Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .

Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.

Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.

Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.

Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].

Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].

Σημειώσεις και παραπομπές

[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.

[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.

[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.

[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.

[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Κατασκοπευτικό θρίλερ στην Ινδία: Συνέλαβαν γυναίκα για διαρροή στρατιωτικών μυστικών στην πακιστανική ISI – Εμπλέκονται δύο στρατιωτικοί στα σύνορα με την Κίνα

Σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας ερευνούν οι ινδικές αρχές στην πολιτεία Παντζάμπ. Μία γυναίκα συνελήφθη ως ύποπτη για τη διαβίβαση απόρρητων στρατιωτικών πληροφοριών στις πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ στη δικογραφία κατονομάζονται δύο εν ενεργεία στρατιωτικοί που υπηρετούν στα σινοϊνδικά σύνορα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει υπόθεση φερόμενης κατασκοπείας υπέρ του Πακιστάν στην Ινδία, καθώς η υπηρεσία αντικατασκοπείας της αστυνομίας του Παντζάμπ προχώρησε στη σύλληψη γυναίκας, η οποία κατηγορείται ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος για τη μεταφορά ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών στην πακιστανική υπηρεσία πληροφοριών Inter-Services Intelligence (ISI).

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή στην αστυνομική δικογραφία κατονομάζονται ως συγκατηγορούμενοι δύο εν ενεργεία στρατιωτικοί του Ινδικού Στρατού, οι οποίοι υπηρετούν σε περιοχές κατά μήκος των συνόρων Ινδίας–Κίνας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της ινδικής εφημερίδας The Tribune, το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026, οι αρχές διερευνούν εάν οι εμπλεκόμενοι είχαν δημιουργήσει δίκτυο συλλογής και διαβίβασης στρατιωτικών πληροφοριών προς το Πακιστάν. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι κατηγορίες δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί.

Ποια είναι η συλληφθείσα – Υποψίες για πλαστά έγγραφα

Η γυναίκα που συνελήφθη ταυτοποιήθηκε ως Γκουρνούρ Σίντου (Gurnoor Sidhu), κάτοικος της περιοχής Χαρίντρα Ναγκάρ στο Φαριντκότ της πολιτείας Παντζάμπ.

Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο η Σίντου να χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα ταυτότητας για να εγκατασταθεί στο Φαριντκότ, ενώ φέρεται να κατάγεται από την περιοχή Φεροζεπούρ, κοντά στα σύνορα με το Πακιστάν.

Η σύλληψή της πραγματοποιήθηκε έπειτα από πληροφορίες που περιήλθαν στις υπηρεσίες ασφαλείας και οδήγησαν σε αστυνομική επιχείρηση.

Η γυναίκα τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση για ανάκριση, προκειμένου να εξακριβωθούν οι δραστηριότητές της, οι πιθανές επαφές της με πακιστανικούς μηχανισμούς πληροφοριών και το ενδεχόμενο ύπαρξης ευρύτερου δικτύου.

Δύο στρατιωτικοί στα σύνορα Ινδίας–Κίνας στη δικογραφία

Το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης είναι η φερόμενη συμμετοχή δύο εν ενεργεία στελεχών του Ινδικού Στρατού.

Πρόκειται για τον Ντιλπρίτ Σινγκ (Dilpreet Singh), από το χωριό Κουχράνα της περιφέρειας Μόγκα, και τον Ρατζμπίρ Σινγκ (Rajbir Singh), από το χωριό Ρασουλπούρ της περιφέρειας Ταρν Ταράν.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται η The Tribune, αμφότεροι υπηρετούν σε στρατιωτικές θέσεις κατά μήκος της μεθορίου Ινδίας–Κίνας.

Οι αστυνομικές αρχές υποψιάζονται ότι οι δύο στρατιωτικοί ενδέχεται να αξιοποίησαν την υπηρεσιακή τους θέση για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με στρατιωτικούς τομείς, εγκαταστάσεις, στρατόπεδα και επιχειρησιακές διατάξεις.

Οι πληροφορίες φέρονται να διαβιβάζονταν στη Σίντου, η οποία, σύμφωνα με τις ίδιες υποψίες, αναλάμβανε να τις προωθήσει σε πρόσωπα που λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι της πακιστανικής ISI και των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι πράγματι διέρρευσαν συγκεκριμένα στρατιωτικά έγγραφα ή επιχειρησιακά σχέδια.

Κινητά τηλέφωνα, tablet και κρυπτογραφημένη επικοινωνία

Η έρευνα επικεντρώνεται επίσης στα μέσα επικοινωνίας που φέρεται να χρησιμοποιούσε το ύποπτο δίκτυο.

Σύμφωνα με τις αστυνομικές πληροφορίες, η διαβίβαση δεδομένων ενδέχεται να πραγματοποιούνταν μέσω κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικής ταμπλέτας και διαδικτυακών εφαρμογών που επιτρέπουν κρυπτογραφημένη επικοινωνία.

Οι αρχές επιχειρούν να ανασυνθέσουν τις πιθανές διαδρομές μεταφοράς των πληροφοριών, να εντοπίσουν τους τελικούς παραλήπτες τους και να εξακριβώσουν αν υπήρχαν πρόσθετοι συνεργοί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατά πόσον οι ερευνητές θα μπορέσουν να διαπιστώσουν την πραγματική έκταση οποιασδήποτε διαρροής, καθώς και το επίπεδο διαβάθμισης των πληροφοριών που φέρεται να συγκεντρώθηκαν.

Εφαρμόστηκε ο νόμος περί κρατικών απορρήτων

Σε βάρος των τριών προσώπων σχηματίστηκε δικογραφία με βάση τα άρθρα 3 και 4 του Official Secrets Act του 1923, του ινδικού νόμου που αφορά, μεταξύ άλλων, αδικήματα σχετικά με την κατασκοπεία και την προστασία κρατικών απορρήτων.

Η υπόθεση καταχωρίστηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του State Special Operations Cell (SSOC).

Οι αρχές εξετάζουν εάν οι ενέργειες των υπόπτων συνιστούσαν οργανωμένη δραστηριότητα υπέρ ξένων υπηρεσιών πληροφοριών και εάν προκλήθηκε πραγματική βλάβη στα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας της Ινδίας.

Παράλληλη έρευνα έχει ξεκινήσει στο Φαριντκότ, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν ενδέχεται να έχουν διαρρεύσει πληροφορίες που αφορούν την τοπική στρατιωτική εγκατάσταση.

Η στρατηγική σημασία των συνόρων με την Κίνα

Η αναφορά σε στρατιωτικούς που υπηρετούν στη μεθόριο με την Κίνα προσδίδει στην υπόθεση ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.

Η Ινδία αντιμετωπίζει δύο βασικές προκλήσεις εθνικής ασφαλείας: τη μακροχρόνια αντιπαράθεση με το Πακιστάν και τις συνοριακές διαφορές με την Κίνα, κατά μήκος της λεγόμενης Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου (Line of Actual Control – LAC).

Οι σχέσεις Πεκίνου–Ισλαμαμπάντ χαρακτηρίζονται από στενή στρατηγική και αμυντική συνεργασία, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητο οποιοδήποτε ενδεχόμενο διαρροής πληροφοριών για την ινδική στρατιωτική παρουσία στα σινοϊνδικά σύνορα.

Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αστυνομικές πληροφορίες, φερόμενη συνεργασία με πακιστανικούς μηχανισμούς.

Δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένα στοιχεία που να αποδεικνύουν εμπλοκή κινεζικών υπηρεσιών πληροφοριών ή διαβίβαση των δεδομένων προς το Πεκίνο.

Η γεωπολιτική διάσταση προκύπτει από τη θέση των στρατιωτικών που κατονομάζονται και από τη στρατηγική σχέση Κίνας–Πακιστάν, όχι από αποδεδειγμένη κινεζική συμμετοχή στην υπόθεση.

Στο μικροσκόπιο οι πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών

Η πακιστανική ISI αποτελεί μία από τις σημαντικότερες υπηρεσίες πληροφοριών της Νότιας Ασίας και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην εθνική ασφάλεια και στην περιφερειακή στρατηγική του Πακιστάν.

Η υπηρεσία έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο ινδικών καταγγελιών για κατασκοπεία, υποστήριξη παράνομων δικτύων και προσπάθειες διείσδυσης σε κρίσιμες κρατικές δομές.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ινδικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι ύποπτοι ενδέχεται να είχαν δημιουργήσει έναν μηχανισμό στον οποίο στρατιωτικοί με πρόσβαση σε πληροφορίες τις παρέδιδαν σε πολιτικό πρόσωπο, το οποίο φέρεται να διατηρούσε την επικοινωνία με την πακιστανική πλευρά.

Η υπόθεση εξετάζεται ως πιθανό περιστατικό εκμετάλλευσης ανθρώπινων πηγών πληροφοριών, γνωστό στον χώρο των υπηρεσιών ως HUMINT.

Αν επιβεβαιωθούν οι κατηγορίες, θα ανακύψουν σοβαρά ερωτήματα για την προστασία στρατιωτικών πληροφοριών, τις διαδικασίες εσωτερικής ασφάλειας και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών αντικατασκοπείας.

Ανοιχτά τα κρίσιμα ερωτήματα

Η εξέλιξη της έρευνας αναμένεται να επικεντρωθεί στη φύση των φερόμενων διαρροών, στην ταυτότητα των πιθανών παραληπτών και στο ενδεχόμενο εμπλοκής περισσότερων προσώπων.

Παραμένει άγνωστο εάν οι πληροφορίες που φέρονται να συγκεντρώθηκαν αφορούσαν πραγματικά απόρρητα επιχειρησιακά δεδομένα ή πληροφορίες χαμηλότερης διαβάθμισης.

Επίσης, δεν έχει προσδιοριστεί εάν το φερόμενο δίκτυο είχε προκαλέσει συγκεκριμένη ζημιά στη στρατιωτική ασφάλεια της Ινδίας.

Πρόκειται για μια υπόθεση που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της διερεύνησης. Η καταχώριση ονομάτων στη δικογραφία δεν ισοδυναμεί με δικαστική διαπίστωση ενοχής.

Η πιθανότητα, πάντως, να έχουν διαρρεύσει πληροφορίες από στρατιωτικές μονάδες της σινοϊνδικής μεθορίου προς πακιστανικούς μηχανισμούς πληροφοριών εξηγεί γιατί η υπόθεση αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σοβαρότητα από τις ινδικές υπηρεσίες ασφαλείας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO47 λεπτά πριν

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Κατασκοπευτικό θρίλερ στην Ινδία: Συνέλαβαν γυναίκα για διαρροή στρατιωτικών μυστικών στην πακιστανική ISI – Εμπλέκονται δύο στρατιωτικοί στα σύνορα με την Κίνα

Σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας ερευνούν οι ινδικές αρχές στην πολιτεία Παντζάμπ. Μία γυναίκα συνελήφθη ως ύποπτη για τη διαβίβαση απόρρητων στρατιωτικών...

Αθλητικά9 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός13 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Δημοφιλή