Ακολουθήστε μας

Διεθνή

“Αιώνας της Τουρκίας”: Ελλάδα και Αλεβίτες οι εχθροί του νέου εκπαιδευτικού συστήματος του Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

Στο στόχαστρο η Ελλάδα και οι αλεβίτες

Σε τέσσερις μήνες, από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη, μπαίνει στα σχολεία της Τουρκίας, το νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του υπουργείου Παιδείας, το οποίο είναι φτιαγμένο για να παράγει πολίτες πιο πιστούς στα ερντογανικά πρότυπα διακυβέρνησης καθώς επιχειρεί να επιβάλει μεταξύ άλλων το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”, αλλά και έναν πιο σουνιτκό τρόπο σκέψης για τους μαθητές. Στόχος αυτών των δύο, με μία πρώτοι ματιά δεν είναι άλλοι από τους Έλληνες και τους Αλεβίτες. 

Ολοκληρώθηκε η περίοδος διαβούλευσης του Υπουργείου Παιδείας της Τουρκίας  κι εγκρίθηκε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ονομάζεται “Ο αιώνας της Τουρκίας”. Όπως λοιπόν αποκάλυψαν οι εφημερίδες Türkiye και Takvim, στη νέα διδακτέα ύλη, οι χάρτες και το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” θα διδάσκονται στο μάθημα της Γεωγραφίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σύμφωνα με τις συστάσεις του υπουργείου. Παράλληλα το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία παίρνει μία νέα ταυτότητα, καθώς μετατρέπεται πιο πολύ σε ακραίο κατηχητικό εν δυνάμει θεοκρατίας, που στοχοποιεί τα αντίπαλα δόγματα όπως τον αλεβισμό, παρά σε φανατικό μάθημα θρησκείας 

Ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής, ένα νέο δόγμα θρησκευτικής ανατροφής μπαίνει στα σχολεία, σε μία προσπάθεια ο Ερντογάν να μείνει στην ιστορία ως αναμορφωτής της τουρκικής κοινωνίας, όπως και ο Μουσταφά Κεμάλ, με μία κοινωνία που θα είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση του ίδιου και του πολιτικού Ισλάμ που πρεσβεύει ο πρόεδρος της Τουρκίας και μαθητής του Νετζμετίν Ερμπακάν.

Η Γαλάζια Πατρίδα και η Ελλάδα

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα προβλέπει ότι στο μάθημα της Γεωγραφίας, στην 9η τάξη, θα “τονίζεται η σημασία των χαρακτηριστικών τοποθεσίας της Τουρκίας, θα συζητιούνται επίσης χάρτες που σχετίζονται με τη “Γαλάζια Πατρίδα” και την “Πατρίδα των Αιθέρων”. Επίσης, σύμφωνα με όσα έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του υπουργείου, σε αυτή τη διαδικασία “η αξία του πατριωτισμού να τονίζεται με τη συμπερίληψη του δικαιολογημένου αγώνα της Τουρκίας ενάντια σε αιτήματα που αγνοούν τα νομικά και γεωγραφικά δικαιώματά της στη Θάλασσα των Νησιών (σ.σ. Αιγαίο) και την Ανατολική Μεσόγειο. Να αναφέρεται η σημασία της Κύπρου για την Τουρκία και τον τουρκικό κόσμο”.

Σε ό,τι αφορά τη 10η τάξη, το νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα προβλέπει ότι “θα πρέπει να εξηγούνται “η ‘Γαλάζια Πατρίδα’ (Μαύρη Θάλασσα, Μεσόγειος, Θάλασσα των Νησιών [σ.σ. Αιγαίο], Θάλασσα του Μαρμαρά), οι λόγοι για τους οποίους η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα δικαιώματά της στα διεθνή ύδατα σήμερα και στο μέλλον. Επίσης μπορεί να διερευνηθεί το έργο ύδρευσης με την ‘ΤΔΒΚ’. Οι πληροφορίες που συλλέγονται, οργανώνονται και αναλύονται. Αυτές οι πληροφορίες εξετάζονται στον χάρτη”.

Στο ίδιο πλαίσιο, το πρόγραμμα του τουρκικού υπουργείου Παιδείας προβλέπει, επίσης, για τη 10η και 11η τάξη ότι θα πρέπει “να τονίζονται οι ιστορικοί δεσμοί και οι κοινωνικοπολιτισμικές σχέσεις της Τουρκίας με τα τουρκικά κράτη στο Τουρκεστάν και την ΤΔΒΚ. Σε αυτή τη διαδικασία, μπορούν να πραγματοποιηθούν εικονικά ταξίδια στις χώρες που εμπίπτουν στο πεδίο της καρδιάς και της διάδοσης του τουρκικού πολιτισμού. Με βάση τα ευρήματα που προέκυψαν, μπορούν να δημιουργηθούν ταξιδιωτικά/προωθητικά άρθρα και παρουσιάσεις που καλύπτουν αυτούς τους τομείς”.

Στην ανακοίνωσή του το υπουργείο Παιδείας αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η “Γαλάζια Πατρίδα είναι η κόκκινη γραμμή της ανεξαρτησίας της Τουρκίας”. Αναλυτικά η ανακοίνωση ανέφερε: “H Γαλάζια Πατρίδα η οποία είναι η κόκκινη γραμμή της Ανεξαρτησίας μας, τώρα εντάχθηκε στη διδακτέα ύλη! Στη διδακτέα ύλη, τονίστηκε η σημασία της ανάγκης προστασίας και υπεράσπισης των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της χώρας μας, η οποία περιβάλλεται από θάλασσες από τρεις πλευρές και έχει μια εσωτερική θάλασσα, ενώ εντάχθηκε η αξία της “Γαλάζιας Πατρίδας” στη γεωπολιτική της χώρας όσον αφορά τα σύνορα στη ‘Θάλασσα των Νήσων’ (σ.σ. Αιγαίο), τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μεσόγειο και τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Από τις ρίζες στο μέλλον”

Παράλληλα, ο υπουργός Παιδείας, Γιουσούφ Τεκίν σε δηλώσεις του ανέφερε ότι “η Γαλάζια Πατρίδα είναι ο φυσικός σύμμαχός μας”.Συγκεκριμένα ανέφερε: “Με την έγκριση των επιτροπών, Εντάχθηκαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, στη διδακτέα ύλη. Και το αναφέρω επίσης επειδή συζητήθηκε πολύ, η έννοια της Γαλάζιας Πατρίδας, η περιοχή που είναι o φυσικός σύμμαχος της Τουρκίας. Αυτά υπάρχουν μέσα στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Αυτά ναι είναι νέα βήματα” ανέφερε ο Γιουσούφ Τεκίν. “Όταν ολοκληρωθεί η περίοδος διαβούλευσης, η επιτροπή θα οριστικοποιήσει το πρόγραμμα , θα τυπωθούν τα βιβλία και θα ξεκινήσει η ενημέρωση των καθηγητών. Θα είναι η νέα περίοδος” πρόσθεσε ο υπουργός Παιδείας.

Ο ναύαρχος Τζιχάτ Γιαΐτζί, ο εμπνευστής του τουρκολιβυκού μνημονίου μεταξύ της κυβέρνησης Ερντογάν και της κυβέρνησης Σάρατζ, είναι μέλος της Επιτροπής Εξειδίκευσης στο Συμβούλιο Εκπαίδευσης και Πειθαρχίας του υπουργείου Παιδείας, η οποία ανέλαβε να καταρτίσει τον οδικό χάρτη της εισαγωγής της Γαλάζιας Πατρίδας στα σχολικά βιβλία. Ο Γιαϊτζί δήλωσε: “Κοιτάζω το μέλλον πολύ αισιόδοξα. Η Γαλάζια Πατρίδα είναι το εθνικό μας σύμφωνο στις θάλασσες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μαθητές μας θα έχουν ήδη συνείδηση. Θα μάθουν πόσο σημαντική είναι η Γαλάζια Πατρίδα σε κάθε επίπεδο, από την ασφάλεια, την οικονομία, τον τουρισμό, τον αθλητισμό, τη βιομηχανία και τη βιομηχανία. Θα μάθουν για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες. Με άλλα λόγια, μια γενιά που έχει συνείδηση για τη Γαλάζια Πατρίδα τώρα μεγαλώνει. Ποια είναι η ναυτική δικαιοδοσία; Τι είναι τα χωρικά ύδατα; Τι είναι η υφαλοκρηπίδα; Τι είναι η αποκλειστική οικονομική ζώνη; Πώς μοιράζονται αυτά; Ποια είναι η θέση της Τουρκίας; Ποια είναι τα δικαιώματα της Τουρκίας στις γύρω θάλασσες; Θα τα μάθουν όλα αυτά”.

Είναι πασιφανές ότι η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποσκοπεί στη δημιουργία μίας γενιάς αναθεωρητών, οι οποίοι από μικρή ηλικία θα έχουν εμποτιστεί με έννοιες και ιδέες οι οποίες θα αμφισβητούν τη σημερινή ύπαρξη συνόρων. Συνεπώς ο σημερινός μικρός Τούρκος θα μεγαλώσει θεωρώντας δεδομένο ότι η Τουρκία αδικείται από τις σημερινές συνθήκες, θεωρώντας ότι η Συνθήκη των Παρισίων και της Λωζάνης έκλεψε από την Τουρκία νησιά και η Ελλάδα σφετερίστηκε νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, οι οποίες “στην πραγματικότητα ανήκουν στην Τουρκία”, όπως κατά καιρούς έχουν διατυμπανίσει πολιτικοί. Άρα καθίσταται πλέον δόγμα της τουρκικής κοινωνίας ότι η Τουρκία έχει δικαίωμα στη θάλασσα της Καρπάθου, στο Αιγαίο και ότι π.χ. η Ψέριμος και το Αγαθονήσι είναι τουρκικά νησιά.

Θρησκευτική επίθεση στους Αλεβίτες

Το νέο εκπαιδευτικό σύστημα του Ερντογάν όμως επιτίθεται και στους Αλεβίτες. Ενώ η θρησκευτική εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική στα σχολεία που συνδέονται με το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας από την τέταρτη έως τη δωδέκατη τάξη, ο αλεβισμός συμπεριλήφθηκε μόνο στη δωδέκατη τάξη στην τέταρτη ενότητα με τον τίτλο “σουφικές ερμηνείες της ισλαμικής σκέψης”.

Η σουνιτική ερμηνεία θεωρεί τις πεποιθήσεις των Αλεβιτών, οι οποίοι αποτελούν σχεδόν το 20% του τουρκικού πληθυσμού, ως μια λανθασμένη ερμηνεία του Ισλάμ. Πολλοί σουνίτες λόγιοι ορίζουν τις πεποιθήσεις των Αλεβί ως μια πρωτόγονη, υποανάπτυκτη εκδοχή του Ισλάμ. Τα τελετουργικά των Αλεβί, όπως η χρήση μουσικών οργάνων, ο χορός και η υπόκλιση σε θρησκευτικούς ηγέτες, είναι ανάθεμα για τη σουνιτική θρησκευτική σκέψη. Ως αποτέλεσμα, το σουνιτικό Ισλάμ έχει παραδοσιακά επιδιώξει να μετασχηματίσει και να “σουνιτοποιήσει” του Αλεβίτες. Τα επίσημα σλόγκαν όπως “είμαστε όλοι αδελφοί και αδελφές” ή “τόσο το τζαμί όσο και το τζεμεβί (ο τόπος λατρείας των Αλεβιτών, ο οποίος δεν είναι αποδεκτός από τους σουνίτες) είναι δικά μας” χρησιμεύουν μόνο ως προοίμιο της αφομοίωσης – δεν σημαίνει ότι ο εκάστοτε Αλέβιτης αναγνωρίζεται ως μέλος ενός νόμιμου μουσουλμανικού δόγματος.

Πατώντας πάνω στον διαχωρισμό κράτους και θρησκείας, τον οποίο είχε επιβάλει ο Μουσταφά Κεμάλ, ίσχυε μέχρι πριν από κάποιες δεκαετίες και πλέον ισχύει κατ’ όνομα μονάχα, οι εκπρόσωποι των Αλεβιτών δεν διαμαρτύρονται μόνο για το ότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό αντίθετα με τις επιταγές του κράτους, αλλά και για το ότι το δόγμα τους αποσιωπάται και εκμηδενίζεται στο πλαίσιο ενός απλού “τρόπου σκέψης πάνω στο Ισλάμ”.

“Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, έκαναν την αναίδεια, επιτρέψτε μου να το πω ωμά, να τριγυρνούν στα παρασκήνια και να ορίζουν τον αλεβισμό στα θρησκευτικά εγχειρίδια. Καθόρισαν τον αλεβισμό και τον έβαλαν σε θρησκευτικά εγχειρίδια και άρχισαν να λένε, ‘Κοίτα, υπάρχει και αλεβισμός’. Η πεποίθηση που περιγράφουν δεν έχει καμία σχέση με τις πεποιθήσεις μας ή την ουσία των πεποιθήσεών μας”, λέει εκπρόσωπος αλεβιτικών οργανώσεων μιλώντας στην Artı Gerçek.

Στη δήλωσή του, ο εκπρόσωπος δήλωσε ότι το μοντέλο εκπαίδευσης “του αιώνα της Τουρκίας”, το οποίο επιβάλλει η κυβέρνησης του AKP επιδιώκει “να μεγαλώσει μια θρησκευτική και μοχθηρή γενιά σύμφωνα με το κομματικό κράτος που θέλουν να δημιουργήσουν, να διαχωρίσει την εκπαίδευση από την επιστήμη, τη λογική και την κοσμικότητα και να δημιουργήσει μια κοινωνία που υπακούει, παραδίδεται, δεν έχει αντίρρηση, δεν εναντιώνεται, δεν αμφισβητεί, δεν διαβάζει, δεν σκέφτεται”.

“Σχεδιάζουν να εξαλείψουν εντελώς τον αλεβισμό. Νομίζουν ότι μόνο έτσι μπορούν να απομακρύνουν τον αλεβισμό. Αλλά κάνουν λάθος. Στο νέο πρόγραμμα σπουδών ο αλεβισμός ορίζεται και πάλι ως σουφική ερμηνεία της θρησκείας του Ισλάμ και μάλιστα ο αλεβισμός προσβάλλεται ανοιχτά. Ο αλεβισμός και οι αλεβίτες προσβάλλονται. Δεν ορίζουμε καμία πεποίθηση ως ερμηνεία άλλης πεποίθησης. Δεν λέμε δηλαδή ότι ο Χριστιανισμός είναι ερμηνεία του Ιουδαϊσμού. Δεν λέμε ότι το Ισλάμ είναι μια άλλη ερμηνεία του Χριστιανισμού”.

Όπως υπογραμμίζουν οι εκπρόσωποι των Αλεβιτών, το κράτος του Ερντογάν πάτησε πόδι στα σχολεία, με αφορμή την εκδίωξη των εκπροσώπων του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, οι οποίοι είχαν καταλάβει καίριες θέσεις εντός του κράτους και πίεζαν για μεγαλύτερη αναγνώριση και δύναμη. την Τουρκία, όμως, για να απομακρύνεις ένα θρησκευτικό τάγμα, θα πρέπει να δώσεις τη θέση του σε ένα άλλο (Μενζίλ, Ισμαΐλαγα). Έτσι σιγά σιγά οι ιμάμηδες που πρόσκεινται στο πολιτικό Ισλάμ που εκφράζει ο Ερντογάν πήραν θέση στα σχολεία και πλέον δημιουργήθηκε μία αντίστροφη ροή από αυτή που είχε επιβάλει ο Μουσταφά Κεμάλ. Ο Κεμάλ απαγόρευσε τους μεντρεσέδες (θρησκευτικά σχολεία) και διαχώρισε την εκπαίδευση από τη θρησκεία. Ο Ερντογάν έδωσε δύναμη και αξία στα ιδιωτικά θρησκευτικά σχολεία Ιμάμ Χατίπ, που έχουν ως στόχο να παράγουν ταγμένους ιμάμηδες του πολιτικού Ισλάμ, εν συνεχεία τους δίνει θέση στα σχολεία της χώρας επεκτείνοντας τη δικαιοδοσία τους εντός του εκπαιδευτικού συστήματος του κράτους, επαναφέροντας ουσιαστικά τους μεντρεσέδες στη δημόσια Παιδεία μέσω παράκαμψης.

Π.Κ.

capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 λεπτά πριν

Οι Χούθι χτυπούν την καρδιά της Σαουδικής Αραβίας – Η Τουρκία μπαίνει στην εξίσωση ασφαλείας του Ριάντ

Πολύνεκρες επιθέσεις στο διεθνές αεροδρόμιο της σαουδαραβικής πρωτεύουσας, κοινή καταδίκη από Τουρκία, Πακιστάν, Αίγυπτο και Σαουδική Αραβία και νέο πεδίο...

GEOPOLITICO36 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο

Αιχμές για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών, προειδοποίηση για τις «γκρίζες ζώνες» και την οικονομική εξάρτηση των νησιών, αλλά και μήνυμα...

Άμυνα44 λεπτά πριν

Έξι τουρκικά drones, νέες παραβιάσεις και σύγκρουση για τις ασκήσεις στο Αιγαίο

Νέος γύρος αμφισβητήσεων με αφορμή τις στρατιωτικές δραστηριότητες της περιόδου 12–20 Οκτωβρίου. Η Τουρκία επιχειρεί να ακυρώσει ελληνικές αεροπορικές αναγγελίες,...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«MURDER IN HIGH PLACES?» – Βομβιστική ανατίναξη πτήσης CY 284

59 χρόνια σήμερα από τη μαζική δολοφονία 66 αθώων στις 12 Οκτωβρίου 1967 με την εγκληματική πράξη κάποιων…

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα πρόκληση από Τομ Μπάρακ! Ύμνοι στον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ – Οι «Έλληνες άποικοι» και η εξιδανίκευση της τουρκικής ιστορίας

Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και...

Δημοφιλή