Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η σταδιακή μετάλλαξη του «ζητήματος της Κύπρου» σε «Κυπριακό πρόβλημα»

Δημοσιεύτηκε στις

Εδώ και δεκαετίες, οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν προγραμματιστεί να εκφράζονται με τρόπους που συνάδουν με το σκεπτικό, τη νοοτροπία και τη φρασεολογία των Βρετανών και των Τούρκων, δηλαδή των πρώην αποικιακών ηγεμόνων όλης της Νήσου Κύπρου και όχι μόνο. Αυτό αποδεικνύεται από τη συχνότητα με την οποία οι πολίτες μιλούν για «το κυπριακό πρόβλημα».

Γράφει ο Κλέαρχος Κυριακίδης

Αυτός ο όρος δεν είναι πάρα ένα κατασκεύασμα της βρετανικής και τουρκικής διπλωματίας, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου και της Τουρκίας. Από τη μια αποσύρει την προσοχή από τα κυρίαρχα κράτη που ευθύνονται για την αποικιοκρατία, τη νεο-αποικιοκρατία, τον «δικοινοτικό» διαχωρισμό, την κατοχή, την εκμετάλλευση και ούτω καθεξής. Από την άλλη, ξεφτιλίζει τα θύματα αυτών των βλαβερών φαινομένων. Ωστόσο, τα θύματα συνεχίζουν να μιλούν για «το Κυπριακό» σε καθημερινή βάση, ίσως επειδή δεν συνειδητοποιούν την προέλευση αυτού του ύπουλου όρου. Με απτές αποδείξεις, θα προσπαθήσω να ανοίξω τα μάτια τους.

Η εμφάνιση του «ζητήματος της Κύπρου»

Το 1946, οι βρετανικές Αρχές οργάνωσαν επίσημη απογραφή στην τότε Αποικία του Στέμματος της Κύπρου. Tα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν το 1949. Αποκάλυψαν ότι το 78,2% του πληθυσμού (361.932) ταυτοποιήθηκαν ως «Ελληνορθόδοξοι», το 17,5% (81.137) ταυτοποιήθηκαν ως «Μουσουλμάνοι Τούρκοι» και το 4,3% (19.467) ταυτοποιήθηκαν ως πιστοί «Άλλων Θρησκειών». (Πηγή: Cyprus Census of Population and Agriculture 1946: Tables (Nicosia: Government of Cyprus, 1949).

Ο Alan Lennox-Boyd, ο Βρετανός Υπουργός Αποικιών από το 1954 έως το 1959, ο οποίος παρουσίαζε την Κύπρο ως «πρόβλημα». Πηγή: CO 1069-242-25, National Archives of the UK, www.flickr.com/photos/nationalarchives/7603351950/

Το 1949, έχοντας υπόψη τις δημογραφικές πραγματικότητες στην Αποικία του Στέμματος της Κύπρου, η Ελλάδα άρχισε να αναβαθμίζει την απαίτηση για αυτοδιάθεση. Η αναβάθμιση ενισχύθηκε υπό την Πρωθυπουργία του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που ξεκίνησε στις 9 Νοεμβρίου 1952 και έληξε με τον ύποπτο θάνατό του στις 4 Οκτωβρίου 1955.

Σε ομιλία στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), στις 21 Σεπτεμβρίου 1953, ο Πρέσβης Αλέξης Κύρου, Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ, έθεσε προφορικά «το ζήτημα της Κύπρου» (‘‘the Cyprus question’’) και καταγράφηκε στα επίσημα πρακτικά. Όπως δήλωσε ο Πρέσβης Κύρου, στην καρδιά αυτού του «ζητήματος» ήταν «το δικαίωμα του λαού της Κύπρου στην αυτοδιάθεση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ψηφίσματος 637 VII της Γενικής Συνέλευσης της 16ης Δεκεμβρίου 1952» (Πηγή: Έγγραφο του ΟΗΕ A/PV.439, παράγραφος 13).

Το Ψήφισμα 637 VII υποχρέωσε τα κράτη μέλη του ΟΗΕ να «τηρήσουν την αρχή της αυτοδιάθεσης όλων των λαών και εθνών», «να αναγνωρίσουν και να προωθήσουν την πραγματοποίηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών των μη-Αυτοδιοικούμενων Εδαφών και των Εδαφών υπό Εντολή που βρίσκονται υπό τη διοίκησή τους» και να «διευκολύνουν την άσκηση αυτού του δικαιώματος από τους λαούς τέτοιων Εδαφών». Το Ψήφισμα 637 VII προέβλεπε ότι οι επιθυμίες τέτοιων λαών θα εξακριβώνονταν «μέσω δημοψηφισμάτων ή άλλων αναγνωρισμένων δημοκρατικών μέσων, κατά προτίμηση υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών».

Το περιβόητο «ποτέ» του Hopkinson

Με την εμβάθυνση του Ψυχρού Πολέμου και τη σταδιακή μεταφορά των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων από την Αίγυπτο σε νέες Βρετανικές Βάσεις υπό κατασκευή σε Επισκοπή, Ακρωτήρι, Δεκέλεια και αλλού στην Κύπρο, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε άλλες προτεραιότητες. Εξ ου οι εξελίξεις της 28ης Ιουλίου 1954, προς τα τέλη της δεύτερης πρωθυπουργίας του Winston Churchill. Την ημέρα εκείνη, ο Henry Hopkinson, Υφυπουργός Αποικιών και μέλος του Συντηρητικού Κόμματος, ανακοίνωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνο «μια νέα πρωτοβουλία για την ανάπτυξη των θεσμών της αυτοδιοίκησης στην Κύπρο» υπό τον αυστηρό έλεγχο των βρετανικών Αρχών.

Ενώ ο Hopkinson αναγνώρισε την ύπαρξη «του λαού της Κύπρου» (‘‘the people of Cyprus’’), μίλησε για «τα ελληνόφωνα και τουρκόφωνα τμήματα του πληθυσμού» (‘‘the Greek-speaking and Turkish-speaking parts of the population’’). Τότε, οι διχαστικοί όροι «Ελληνοκύπριοι» και «Τουρκοκύπριοι» δεν είχαν ακόμη σπρωχτεί στο προσκήνιο της βρετανικής αποικιακής φρασεολογίας, όπως έγινε το 1956. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο – η εφαρμογή της κλασικής βρετανικής αποικιακής πολιτικής τού «διαίρει και βασίλευε», μέσω της ταπείνωσης της μειοψηφίας και της εργαλειοποίησης της μεγαλύτερης μειονότητας.

Αυτό που προκάλεσε ιδιαίτερη αγανάκτηση στο βήμα της Βουλής, όπως και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ήταν κάτι άλλο που είπε ο Hopkinson, ως Υφυπουργός Αποικιών, στις 28 Ιουλίου 1954. Απαντώντας σε ερώτηση του πρώην Υπουργού Αποικιών και μέλους του Εργατικού Κόμματος, James Griffiths, ο Hopkinson παρατήρησε ότι «πάντα ήταν κατανοητό και συμφωνημένο ότι υπάρχουν ορισμένα εδάφη στην Κοινοπολιτεία τα οποία, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών τους, δεν μπορούν ποτέ να αναμένουν ότι θα γίνουν πλήρως ανεξάρτητα».

Μετά από θορυβώδη αντίδραση από ορισμένους βουλευτές όταν άκουσαν την κατηγορηματική αγγλική λέξη ‘‘never’’, δηλαδή «ποτέ», ο Hopkinson επανέλαβε ότι «υπάρχουν ορισμένα εδάφη που δεν μπορούν να περιμένουν να είναι κάτι τέτοιο» (δηλαδή «πλήρως ανεξάρτητα»). Έχοντας πει αυτό δύο φορές, διευκρίνισε ότι «δεν έφτασα στο σημείο να το πω αυτό σήμερα το απόγευμα»! Έχοντας εκφράσει την εποικοδομητική ασάφεια για την οποία οι Βρετανοί είναι περιβόητοι, ο Hopkinson πρόσθεσε κάτι σχετικό για να μην υπάρχει παρεξήγηση. Σε σχέση με την Κύπρο, «το ζήτημα της κατάργησης της βρετανικής κυριαρχίας δεν μπορεί να τεθεί» και «η βρετανική κυριαρχία θα παραμείνει» (Πηγή: Hansard, House of Commons Debates, 28 July 1954, columns 504-506 & 508).

«Το ζήτημα του σεβασμού της βούλησης του κυπριακού λαού»

Η Ελλάδα αντέδρασε. Σε επιστολή της 20ής Αυγούστου 1954 προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, ο Στρατάρχης Παπάγος, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου, επανέλαβε γραπτώς τα προφορικά σχόλια του Πρέσβη Κύρου της 21ης Σεπτεμβρίου 1953. Επίσης, ο Παπάγος σημείωσε ότι «από το 1949, κάθε Ελληνική Κυβέρνηση προσπάθησε να προσεγγίσει τη Βρετανική Κυβέρνηση με σκοπό την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα του σεβασμού της βούλησης του κυπριακού λαού» (Πηγή: Έγγραφο του ΟΗΕ A/2703).

Μετά την παράδοση της επιστολής της 20ής Αυγούστου 1954, ο ελληνικός όρος «Ζήτημα της Κύπρου» (‘‘Question of Cyprus’’) προσκολλήθηκε σε κείμενα του ΟΗΕ. Παράδειγμα είναι το Ψήφισμα 1013 (XI) της Γενικής Συνέλευσης της 26ης Φεβρουαρίου 1957, το οποίο εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα επιτευχθεί στην Κύπρο «ειρηνική, δημοκρατική και δίκαιη λύση» σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που, μέσω των Άρθρων 1.2 και 55, αναγνωρίζει «την αυτοδιάθεση των λαών».

Η παρουσίαση του «ζητήματος» ως «προβλήματος»

Σε συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στις 24 Σεπτεμβρίου 1954, o Πρέσβης Selim Sarper, Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ, μίλησε περιφρονητικά για «το λεγόμενο ζήτημα της Κύπρου» (‘‘the so-called question of Cyprus’’), αντιτάχθηκε σε οποιαδήποτε εφαρμογή της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο και ξεχώρισε αυτήν τη βρετανική αποικία από άλλα εδάφη που ωφελήθηκαν από την αυτοδιάθεση στο παρελθόν.

Ο Πρέσβης Sarper ισχυρίστηκε ότι «κανένα υπάρχον πρόβλημα δεν μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό του παρελθόντος, και κανένα πρόβλημα του μέλλοντος δεν μπορεί να είναι ακριβώς παρόμοιο με αυτό που υπάρχει τώρα». Πρόσθεσε ότι «κάθε πρόβλημα πρέπει να μελετάται διεξοδικά, ανάλογα με τα πλεονεκτήματά του και πρέπει να βγαίνουν ανάλογα συμπεράσματα» (Πηγή: Έγγραφο του ΟΗΕ A/PV.477, παράγραφοι 182, 183 & 189).

«Τα προβλήματα της Κύπρου»

O Alan Lennox-Boyd υπηρέτησε ως Υπουργός Αποικιών στη Βρετανική Κυβέρνηση από τις 28 Ιουλίου 1954, την ημέρα κατά την οποία ο Hopkinson πρόφερε τη λέξη «ποτέ», έως τις 14 Οκτωβρίου 1959. Εκείνα τα χρόνια έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή της φρασεολογίας της Βρετανικής Κυβέρνησης και στη σχετική προώθηση της τουρκικής ιδέας ότι «το λεγόμενο ζήτημα της Κύπρου» αποτελεί «πρόβλημα».

Αρχικά, αν και διαφωνούσε με την προσέγγιση της Ελλάδας, o Lennox-Boyd επανέλαβε τη φρασεολογία της. Όταν εμφανίστηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 28 Οκτωβρίου 1954, ο Lennox-Boyd ενημέρωσε τους βουλευτές ότι «τα Ηνωμένα Έθνη έχουν αποδεχθεί το αίτημα της Ελληνικής Κυβέρνησης να εγγραφεί το ζήτημα της Κύπρου στην ημερησία διάταξή τους» (Πηγή: Hansard, House of Commons Debates, 28 October 1954, column 2143.)

Μετά την έναρξη του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ την 1η Απρίλιου 1955, ο Lennox-Boyd άρχιζε να παρουσιάζει την Κύπρο ως «πρόβλημα». Για παράδειγμα, στις 28 Νοεμβρίου 1955, δυο μέρες μετά την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης από τον Βρετανό Κυβερνήτη στη Λευκωσία, ο Lennox-Boyd εμφανίστηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων και μίλησε για «το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στην Κύπρο» (‘‘the problem that faces us in Cyprus’’), «το μπερδεμένο πρόβλημα στην Κύπρο» (‘‘the tangled problem in Cyprus’’) και το «μοναδικό Κυπριακό πρόβλημα» (‘‘the unique Cyprus problem’’). (Πηγή: Hansard, House of Commons Debates, 28 November 1955, columns 1933, 1934 & 1935).

Άλλες φορές, ο Lennox-Boyd συνέδεε την Κύπρο με «προβλήματα» στον πληθυντικό. Στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 5 Μαΐου 1955, αναφέρθηκε σε «κυπριακά προβλήματα» (‘‘Cypriot problems’’). Στην ίδια Βουλή στις 26 Ιουνίου 1958, όταν υποστήριξε το «Σχέδιο Macmillan», ο Lennox-Boyd μίλησε για «τα προβλήματα της Κύπρου» (‘‘the problems of Cyprus’’). Τι εννοούσε;

Στις 26 Ιουνίου 1958, ο Lennox-Boyd εξήγησε ότι το ένα «πρόβλημα» ήταν «διεθνές πρόβλημα» που αφορούσε τις κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Το δεύτερο «πρόβλημα» ήταν «εσωτερικό πρόβλημα», που αφορούσε «τις δύο κύριες κοινότητες στο νησί ». (Πηγές: Hansard, House of Commons Debates, 5 May 1955, column 1989 και 26 June 1958, columns 611, 613 & 615.)

«Το πρόβλημα της Κύπρου»

Σταδιακά από το 1955 έως το 1959, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία, με τη συγκατάθεση της Ελλάδας, κατάφεραν να υπερνικήσουν το αίτημα για αυτοδιάθεση και, αντ’ αυτού, να προωθήσουν «το πρόβλημα της Κύπρου» (‘‘the problem of Cyprus’’). Ενδείξεις αυτής της προώθησης εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της Τριμερούς Διάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο. Αυτή πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο από τις 29 Αυγούστου έως τις 7 Σεπτεμβρίου 1955.

Σε ύποπτες συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο Παπάγος ήταν ακόμη Πρωθυπουργός της Ελλάδας αλλά ήταν άρρωστος και, όπως αποδείχτηκε, ετοιμοθάνατος, η Διάσκεψη αντανακλούσε την αναδυόμενη βρετανική και τουρκική άποψη ότι η Κύπρος ισοδυναμούσε με «πρόβλημα» το οποίο είχε διεθνή διάσταση, που περιελάμβανε το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα και την Τουρκία. Σύμφωνα με τα επίσημα βρετανικά πρακτικά, «το πρόβλημα της Κύπρου» (‘‘the problem of Cyprus’’) χρησιμοποιήθηκε ρητά από τους αντιπροσώπους της Ελλάδας και της Τουρκίας, Στέφανο Στεφανόπουλο και Fatin Zorlu αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας ημέρας της Διάσκεψης, στις 7 Σεπτεμβρίου, λίγες ώρες μετά τις αποκρουστικές «Σεπτεμβριανές» θηριωδίες στην Κωνσταντινούπολη και λίγες μέρες πριν από τον θάνατο του Παπάγου στις 4 Οκτωβρίου 1955 (Πηγή: Command Paper Cmd. 9594 (London: HMSO, October 1955).

«Η τελική διευθέτηση του προβλήματος της Κύπρου»

Όταν στις 7 Σεπτέμβριου 1955 οι εκπρόσωποι της Ελλάδας και της Τουρκίας μίλησαν για «το πρόβλημα της Κύπρου», προεικόνισαν την επίσημη υιοθέτηση αυτού του όρου λίγα χρόνια αργότερα.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1959, σε πολυτελές ξενοδοχείο στην Ελβετία, η κυβέρνηση της Ελλάδας υπό την Πρωθυπουργία του διαδόχου του Παπάγου, Κωνσταντίνου Καραμανλή, και η κυβέρνηση της Τουρκίας υπό την Πρωθυπουργία του Adnan Menderes συνόψισαν τα κείμενα που αποτελούσαν τη Συμφωνία της Ζυρίχης. Το κύριο κείμενο είχε τον επίσημο τίτλο ‘‘Memorandum setting out the agreed foundation for the final settlement of the problem of Cyprus’’, δηλαδή «Μνημόνιο που καθορίζει το συμφωνημένο θεμέλιο για την τελική διευθέτηση του προβλήματος της Κύπρου».

Έτσι, η «Καραμανλική» κυβέρνηση των Αθηνών υιοθέτησε επισήμως τη φρασεολογία της Τουρκίας, αγνόησε «το δικαίωμα του λαού της Κύπρου στην αυτοδιάθεση», εγκατέλειψε «το ζήτημα του σεβασμού της βούλησης του κυπριακού λαού» και απέκλεισε κάθε προοπτική οποιουδήποτε δημοψηφίσματος σε αντίθεση με το προαναφερόμενο Ψήφισμα 637 VII.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1959, στο τέλος μιας πενταμερούς διάσκεψης στο Λονδίνο, το «Μνημόνιο που καθορίζει το συμφωνημένο θεμέλιο για την τελική διευθέτηση του προβλήματος της Κύπρου» ενσωματώθηκε στη Συμφωνία του Λονδίνου μαζί με διάφορα άλλα κείμενα. Ένα από αυτά ήταν η Διακήρυξη της Βρετανικής Κυβέρνησης, της 17ης Φεβρουαρίου 1959, η οποία επίσης αναφερόταν στο «πρόβλημα της Κύπρου» (Πηγή: Command Paper Cmnd. 679 (London: HMSO, February 1959).

«Η μόνη ρεαλιστική λύση του κυπριακού προβλήματος»

Στις 16 Αυγούστου 1960 εφαρμόστηκε η Συμφωνία του Λονδίνου. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπό την καθοδήγηση του Ηνωμένου Βασιλείου ως μόνιμου μέλους, ανάστησε την ιδιοτελή βρετανο-τουρκική ιδέα ότι η Κύπρος αποτελεί «πρόβλημα». Αυτή η πραγματικότητα υποδεικνύεται από το Ψήφισμα 164 (1964), που αναφέρει το «πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Κύπρος», το Ψήφισμα 367 (1975) που αναφέρει «το πρόβλημα της Κύπρου» (‘‘the problem of Cyprus’’) και το Ψήφισμα 391 (1976) που αναφέρει «το κυπριακό πρόβλημα» (‘‘the Cyprus problem’’).

Το Ψήφισμα 391 (1976) υιοθετήθηκε στις 15 Ιουνίου 1976. Λίγες εβδομάδες αργότερα, με επιστολή του ημερομηνίας 3 Αυγούστου 1976, ο Nail Atalay, ο λεγόμενος «εκπρόσωπος» του λεγόμενου «Ομοσπονδιακού Τουρκικού Κράτους της Κύπρου», η τότε ντε φάκτο υποδεέστερη διοίκηση της Τουρκίας στα κατεχόμενα, έγραψε στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, μέσω του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας στον ΟΗΕ. Ο Atalay παρέδωσε την ουσία της τουρκικής στρατηγικής από το 1964, αν και η προέλευσή της βρίσκεται στο 1956. Έγραψε ότι «θεωρούμε τη διζωνική ομοσπονδία ως τη μόνη ρεαλιστική λύση του κυπριακού προβλήματος» (Πηγή: Έγγραφο του ΟΗΕ S/12162).

Μεταγενέστερα, Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, αρχίζοντας με το 649 (1990), υιοθέτησαν αυτήν την τουρκική απαίτηση, που επιδιώκει να νομιμοποιήσει τις παράνομες συνέπειες της μαζικής αλλά ατιμώρητης εγκληματικότητας του 1974…

Βρετανο-τουρκική νεο-αποικιοκρατία

Σήμερα, παραμένει η «καμουφλαρισμένη διχοτόμηση» της Νήσου Κύπρου της 16ης Αυγούστου 1960, όπως αποκαλώ ένα από τα διχαστικά αποτελέσματα της Συμφωνίας του Λονδίνου. Άρα, οι Βρετανοί συνεχίζουν να διεκδικούν κυριαρχία σε δύο απομεινάρια της Αποικίας του Στέμματος της Κύπρου, γνωστά ως Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας, που καλύπτουν το 3% της επικράτειας της Νήσου Κύπρου και λίγο περισσότερο της ακτογραμμής της. Παράλληλα, παραμένει η βίαιη «ντε φάκτο» διχοτόμηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ολοκληρώθηκε στις 16 Αυγούστου 1974. Άρα, οι Τούρκοι συνεχίζουν να κατέχουν, να στρατιωτικοποιούν, να λεηλατούν και να εκμεταλλεύονται αλλιώς το 36% της επικράτειας και το 57% της ακτογραμμής της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Έχοντας κατά νουν ότι οι Τούρκοι και οι Βρετανοί ήταν οι αποικιακοί ηγεμόνες όλης της Νήσου Κύπρου από το 1571 έως το 1878 και από το 1878 έως το 1960 αντίστοιχα, αυτή η νεο-αποικιακή κατάσταση πραγμάτων αποτελεί «κυπριακό πρόβλημα»; Ή συνεπάγεται κάτι άλλο;

Εάν κάθε πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας επιδιώκει να απελευθερωθεί από τον «δικοινοτικό» διαχωρισμό, τον βρετανο-τουρκικό κατακερματισμό της Νήσου Κύπρου, την τουρκική κατοχή των βορείων εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις υπόλοιπες ενδείξεις της νεο-αποικιοκρατίας, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει είναι να απο-αποικιοποιήσει την ψυχή, το μυαλό και τη γλώσσα του. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ο κάθε πολίτης θα πρέπει να σταματήσει να σκέφτεται, να μιλάει και να γράφει για «το κυπριακό πρόβλημα». Όλοι, συμπεριλαμβανομένων όλων των στελεχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα πρέπει να υιοθετήσουν μια πολύ πιο ακριβή φράση, που τραβάει την προσοχή στους δράστες και όχι στα θύματα της νεο-αποικιοκρατίας. Αυτή η φράση είναι πολύ απλή – βρετανο-τουρκική νεο-αποικιοκρατία.

ΠΗΓΗ: ΣΗΜΕΡΙΝΗ

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή