Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γερμανία: Τι συμβαίνει με την Volkswagen

Δημοσιεύτηκε στις

Πόσο σημαντική είναι η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen για την Γερμανία;

Πόσο σημαντική είναι η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen για την Γερμανία; Είναι απλό: πρόκειται για την σημαντικότερη επιχείρηση του σημαντικότερου βιομηχανικού κλάδου της χώρας. Για τον μεγαλύτερο εργοδότη της Γερμανίας και για τον 8ο μεγαλύτερο στον κόσμο. Για τον κατασκευαστή των μισών από όλα τα αυτοκίνητα που παράγονται στην χώρα. Με άλλα λόγια, φτερνίζεται η VW και συναχώνεται η Γερμανία, αν όχι ολόκληρη η Ευρώπη.

Τα μαντάτα της περασμένης Δευτέρας ήρθαν να συμπληρώσουν το ήδη “στραβό” κλίμα στο εσωτερικό της Γερμανίας. Η διοίκηση της Volkswagen ανακοίνωσε ότι δεν επαρκούν τα ήπια μέτρα εξυγίανσης που εφαρμόζει και έβαλε στο τραπέζι δύο – πρώην – ταμπού: το κλείσιμο εργοστασίου ή εργοστασίων και τις περικοπές θέσεων εργασίας. Ήρθε η ώρα της παρακμής για την γερμανική βιομηχανία; Καταρρέει η υπερδύναμη; Έρχεται ντόμινο εξελίξεων και για άλλους κλάδους; Τελειώνει η Γερμανία ως τόπος ανταγωνιστικής βιομηχανικής παραγωγής; Είναι η VW εν τέλει η μικρογραφία της Γερμανίας;

Θα …χρεοκοπήσει η VW; 

Για να γίνει πιο ξεκάθαρη η εικόνα, ο Όμιλος Volkswagen, ο οποίος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ομώνυμη εταιρία, την Audi, την SEAT, την Skoda, την Lamborghini, την Bentley, την Bugatti και την Scania, είναι ο μεγαλύτερος κατασκευαστής αυτοκινήτων στον κόσμο, με 136 εργοστάσια και 670.000 εργαζόμενους, εκ των οποίων οι 300.000 εντός Γερμανίας. Κατασκευάζει ημερησίως πάνω από 26.600 οχήματα.

Η Volkswagen δεν κινδυνεύει να χρεοκοπήσει σύντομα. Αφενός, επειδή μέτοχός της είναι πάντα το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας. Αφετέρου, επειδή το 2023 ο Όμιλος ανέφερε καθαρά κέρδη 17,9 δισεκατομμυρίων ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά 2,1 δισεκατομμύρια από το 2022. Κινδυνεύει όμως σοβαρά να χάσει το “τρένο” της μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση και μαζί τη θέση της στον διεθνή ανταγωνισμό, υπό την πίεση της Κίνας, του μεγαλύτερου αντιπάλου της. Ο οικονομικός διευθυντής της VW Αρνό ‘Αντλιτς δοκίμασε να εξηγήσει την κατάσταση, αναφερόμενος σε “πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα” της εταιρίας. Στην Ευρώπη πωλούνται σήμερα ετησίως δύο εκατομμύρια λιγότερα αυτοκίνητα από ό,τι πριν από την πανδημία του κορονοϊού. “Αυτό δύσκολα θα αλλάξει”, τόνισε και πρόσθεσε ότι για την VW, η οποία κατέχει το ένα τέταρτο της ευρωπαϊκής αγοράς, συνεπάγεται ότι “μας λείπουν οι πωλήσεις 500.000 αυτοκινήτων τον χρόνο που αντιστοιχούν σε δύο εργοστάσια” – δηλαδή σε περίπου 15.000 με 20.000 εργαζόμενους. Όπως είπε, “αυτό δεν έχει να κάνει με τα προϊόντα μας ή με τις κακές επιδόσεις των πωλήσεων, απλώς η αγορά δεν υπάρχει πια”.

Το πρόβλημα βεβαίως είναι πιο σύνθετο: στην Γερμανία, το κόστος ενέργειας και μισθοδοσίας είναι ιδιαίτερα υψηλό. Την ίδια ώρα, οι πωλήσεις των ηλεκτρικών αυτοκινήτων είναι πολύ λιγότερες από ό,τι προβλεπόταν. Σε αυτό έβαλε το χέρι της και η γερμανική κυβέρνηση, καταργώντας στο τέλος του προηγούμενου έτους την σχετική επιδότηση για την αγορά καινούργιου ηλεκτρικού αυτοκινήτου. Ενδεικτικά, τον φετινό Αύγουστο ταξινομήθηκαν 69% λιγότερα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα από ό,τι τον Αύγουστο του 2023.

Την ίδια ώρα στην Κίνα δεν κοιμούνται. Μπορεί τα ηλεκτρικά τους αυτοκίνητα να έχουν ακόμη μέτρια υποδοχή στην ευρωπαϊκή αγορά που δύσκολα θα τα εμπιστευθεί, η απήχησή τους ωστόσο στο εσωτερικό φτάνει και περισσεύει. Ακριβώς όπως έφταναν και περίσσευαν τα προηγούμενα χρόνια τα κέρδη της VW στην Κίνα προκειμένου να συντηρούν τις πανάκριβες γραμμές παραγωγής εντός Γερμανίας. Αυτή η εποχή φαίνεται πως φτάνει τώρα στο τέλος της. Οι πωλήσεις γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών στην Κίνα δεν μειώνονται απλώς – γκρεμίζονται. Κι αυτό εν μέρει επειδή οι Γερμανοί, άλλοτε πρωτοπόροι του κλάδου, αναπτύσσονται πλέον υπερβολικά αργά και τα μοντέλα τους είναι για τους Κινέζους ξεπερασμένα – και πολύ ακριβά. Πρόσφατα, η επικεφαλής της “Συμμαχίας Ζάρα Βάγκενκνεχτ” δήλωσε με υπερηφάνεια, αλλά και χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι έλεγε, ότι “η Γερμανία κατασκευάζει τους καλύτερους κινητήρες εσωτερικής καύσης”. Δίκιο είχε, αλλά μάλλον δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι εκεί ακριβώς είναι και το πρόβλημα.

Ζητείται νέος και ηλεκτροκίνητος “Σκαραβαίος”

Στόχος της VW, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο επικεφαλής του κλάδου επιβατικών αυτοκινήτων Τόμας Σέφερ, είναι να εξοικονομήσει πόρους, τους οποίους θα διοχετεύσει στην παραγωγή ενός υπερ-μοντέλου “που όμοιό του δεν θα έχουν ξαναδεί πελάτες και ανταγωνιστές”. Ενός μοντέλου που θα διασφαλίσει την βιωσιμότητα της εταιρίας και για τα επόμενα – πολλά- χρόνια. Αυτό το μοντέλο υποτίθεται όμως ότι θα ήταν το ID.3, το οποίο οι δημιουργοί του φιλοδοξούσαν να αντικαταστήσει ακόμη και το best seller τους, το Golf. Κοιτάζοντας πίσω, εκείνη η γενιά ηλεκτροκίνητων θεωρείται πλέον ότι κυκλοφόρησε πρόωρα, χωρίς να είναι έτοιμη, υπό την πίεση του σκανδάλου “ντίζελγκεϊτ”, της αποκάλυψης δηλαδή ότι η εταιρία εξαπατούσε τους πελάτες της για τις πραγματικές εκπομπές καυσαερίων των αυτοκινήτων της. Τα προβλήματα είναι λοιπόν καταγεγραμμένα και οι εργαζόμενοι ήταν ίσως οι μόνοι που δεν αιφνιδιάστηκαν από τις εξελίξεις.

Στην εταιρία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη σχέδιο εξυγίανσης με ορίζοντα το 2026, το οποίο μάλιστα εφαρμοζόταν μέχρι τώρα με την σύμφωνη γνώμη και των εργαζομένων. Αυτό που άλλαξε είναι η διαπίστωση ότι αφενός τα ήπια μέτρα δεν επαρκούν για να κλείσουν μια τρύπα 5 δισεκατομμυρίων ευρώ και αφετέρου ότι η κινεζική παραγωγή, με την – περισσότερο ή λιγότερο θεμιτή – στήριξη του κράτους, δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί με τα παλιά μέσα. Και είναι ζωτικής σημασίας η επιτυχία των ηλεκτρικών αυτοκινήτων της VW στην αγορά της Κίνας, όπου λειτουργούν 39 εργοστάσια της γερμανικής επιχείρησης, υπό το σύνθημα “In China for China”.

Το διακύβευμα είναι υψηλό για την εμβληματικής σημασίας 87χρονη εταιρία, η οποία απασχολεί περίπου 120.000 άτομα εντός Γερμανίας και είναι άλλο τόσο κρίσιμο για τους εργαζόμενους και την υπόλοιπη οικονομία της Γερμανίας. “Αν η VW βρίσκεται σε κρίση, βρίσκεται σε κρίση και η χώρα”, δήλωσε η Ντανιέλα Καβάλο, επικεφαλής της Επιτροπής των εργαζομένων στον Όμιλο. Εκτός από τους άμεσα εξαρτημένους εργαζόμενους, είναι χιλιάδες οι επιχειρήσεις που συνδέονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με την VW, π.χ. ως προμηθευτές. “Για την γερμανική οικονομία, η VW είναι πιο σημαντική από το σύνολο του εξωτερικού εμπορίου με την Ελλάδα”, δήλωσε χαρακτηριστικά στην BILD ο επικεφαλής οικονομολόγος της ING Bank Κάρστεν Μπρζέσκι.

Η VW διασφαλίζει την ευημερία ολόκληρων περιοχών. Ενδεικτικά, το εργοστάσιο στο Τσβικάου της Σαξονίας, το οποίο είναι το πρώτο υποψήφιο να κλείσει, απασχολεί 10.000 εργαζόμενους, σε μια πόλη με 90.000 κατοίκους. Στο Κάσελ, με 200.000 κατοίκους, στο εργοστάσιο της VW εργάζονται 15.000 άτομα. Επιπλέον, επειδή η εταιρία αμείβει καλά τους υπαλλήλους της, ανεβαίνει γενικότερα το βιοτικό επίπεδο στις περιοχές των εγκαταστάσεών της. “Κάθε δεύτερο δευτερόλεπτο, μια οικογένεια συνδέεται με κάποιο τρόπο με το εργοστάσιο της VW, ακόμη και αν πρόκειται για την οικογένεια του κρεοπώλη της περιοχής”, αναφέρει εμφατικά το στέλεχος του συνδικάτου IG Metall στην εγκατάσταση του Τσβικάου. Ο ανταγωνισμός όμως είναι αμείλικτος: η Toyota ξεπερνά σε πωλήσεις την VW, απασχολώντας όμως μόνο περίπου τους μισούς εργαζόμενους. Το επιχειρηματικό μοντέλο του γερμανικού Ομίλου, με την συμμετοχή του δημοσίου και των εργαζομένων στην διοίκησή του, από πρότυπο διαχείρισης εξελίσσεται σε βαρίδι για την κερδοφορία. Η πλεονάζουσα παραγωγή θα έπρεπε, σχολιάζουν αναλυτές του κλάδου, να θεωρείται αναμενόμενη, όταν λειτουργούν τόσες γραμμές παραγωγής. “Η VW έχει προετοιμαστεί για αύξηση των πωλήσεων και έχει επεκτείνει τις παραγωγικές της ικανότητες για αυτό, αλλά η αγορά είναι πλέον απρόθυμη”, εξηγεί η επικεφαλής της επιτροπής των “σοφών” της γερμανικής οικονομίας Μόνικα Σνίτσερ.

Η Volkswagen και η AfD

Η γερμανική κυβέρνηση από την πλευρά της ανησυχεί, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να κάνει και πολλά. Ο “πράσινος” υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ κάλεσε αυστηρά την διοίκηση της εταιρίας “να αναλάβει τις ευθύνες της”. Ήταν εκείνος όμως που δέχτηκε την άρση του μέτρου των επιδοτήσεων για την αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου, υπό την πίεση του φιλελεύθερου υπουργού Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ. Ο Κάρστεν Μπρζέσκι της ING Bank μιλάει για καμπανάκι ενόψει και των εθνικών εκλογών του 2025, ενώ η Χελένα Βίσμπερτ του Κέντρου τους Ντούισμπουργκ για την Έρευνα στην Αυτοκίνηση λέει ευθέως ότι “από αυστηρά οικονομική άποψη, υπάρχουν όλο και λιγότεροι λόγοι να κατασκευάζει κανείς ακόμη αυτοκίνητα στην Γερμανία”. Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να επιχειρηματολογήσει ότι αυτό που συμβαίνει στην VW είναι απλώς η εικόνα της γερμανικής οικονομίας έπειτα από τρία χρόνια συνασπισμού “φωτεινού σηματοδότη”. Ήδη στα ανατολικά κρατίδια η σταδιακή αποβιομηχάνιση έχει και συνέπειες που καταγράφονται στην κάλπη. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι δεν είναι τυχαίο που οι ανακοινώσεις της Volkswagen έγιναν μία ημέρα μετά τις εκλογές στην Σαξονία, όπου η ακροδεξιά με 30,6% έμεινε οριακά στην δεύτερη θέση. Στην γειτονική Θουριγγία η AfD θριάμβευσε με 32,8%.

Ενόψει των ανακοινώσεων για άρση του καθεστώτος “εγγυημένης απασχόλησης”, που η εταιρία ανανέωνε συνεχώς από το 1994, και του κινδύνου απολύσεων, οι εργαζόμενοι από την πλευρά τους έχουν προαναγγείλει “σκληρή αντίσταση”. Η Ντανιέλα Καβάλο κατηγόρησε ευθέως την διοίκηση για “λάθος χειρισμούς” και “έλλειψη ιδεών”. Η βασικότερη κριτική αφορά την αδυναμία της VW να παρουσιάσει εγκαίρως ένα αξιόπιστο και οικονομικό ηλεκτρικό μοντέλο – όπως συνέβη με την ίδρυση της εταιρίας το 1937 και τον θρυλικό “Σκαραβαίο”. Τόσα χρόνια μετά, είναι περίπου σαν κάποιος να αφαίρεσε τον “λαό” (Volk) από το Volkswagen (αυτοκίνητο του λαού), αλλά είναι μάλλον νωρίς για να κηρύξει κανείς το τέλος της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται Ευρωβουλευτές με εθνική συνείδηση, θεσμική γνώση και κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία θεσμική δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων της.

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Το μυστήριο του Σαμουήλ: Ο τάφος, οι επιγραφές και η μάχη για την Ιστορία

Οι «Ανιχνεύσεις» ανοίγουν τον φάκελο του Σαμουήλ, εξετάζοντας την άνοδο των Κομητόπουλων, τη σύγκρουση με το Βυζάντιο και τη διεκδίκηση...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Άλμα στον θόλο της αεράμυνας

Αγορά τρίτου BARAK MX, ήρθαν μονάδες του Drone dome, στον δρόμο το IRON BEAM (λέιζερ) και στο πλάνο το IRON...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Μηνύματα απελπισίας!

Ο καθηγητής Ιωαννίδης πιθανότατα προσπάθησε, με την ομιλία του, χωρίς προοπτική, να υπενθυμίσει ότι η τελευταία ελπίδα, αν και δύσκολα...

Δημοφιλή