Αναλύσεις
Η Συνθήκη των Σεβρών και η Ελλάδα
Μία εκδοχή/περιδιάβαση
Όνειρο ήταν η «Ελλάδα των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών»: και δυστυχώς, στη περίπτωση οι Έλληνες αποδείχτηκαν πολύ κατώτεροι των περιστάσεων.
Είναι τώρα ένας αιώνας (συν δύο χρόνια) που η Τουρκία ενέταξε τη Σμύρνη, και τη μεγάλη περιοχή της στην ενδοχώρα, στον τουρκικό «κορμό» της, εξαφανίζοντας ό, τι ελάχιστο ελληνικό είχε απομείνει μετά την δολοφονική πυρκαγιά που κατάκαψε, οριστικά και αμετάκλητα (πλην ενδεχόμενο μελλοντικό κοσμογονικό γεγονός ακυρωτικό της τουρκικής παρουσίας) όχι μόνο υλικά ανθρώπους και περιουσίες, ιστορία και παράδοση, αλλά και όνειρα και προοπτικές, αφήνοντας άθικτα μόνο αισθήματα πόνου και απογοήτευσης.
Όταν το 1919 ο ελληνικός στρατός κατέβηκε στη προκυμαία της Σμύρνης – τότε το «Παρίσι της Ανατολής», αλλά μάλλον και περισσότερο – ήταν φυσιολογικό οι ελπίδες αναγέννησης της αρχαίας Ιωνίας να αναπτερωθούν, στον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, αλλά και στον ίδιο τον ελλαδικό, οι οποίοι εκείνη την ελληνική απόβαση και κατοχή θεώρησαν – και με το δίκιο τους – ως απαρχή μιας νέας «ελληνικής ιστορίας» στα παράλια της Μικράς Ασίας.
Ήταν (ή μάλλον θα ήταν») η Ελλάδα «των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών» που η ελληνική πατριωτική πολιτική είχε ονειρευτεί να συγκροτήσει.
Και ήταν (ή μάλλον «θα ήταν») το μεγάλο κέρδος που οι φίλοι της και σύμμαχοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έδιναν στην Ελλάδα, βέβαια με ορισμένους χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς και όρους, αλλά και ένα «δώρο» που, εάν η Ελλάδα χειριζόταν με σύνεση, σοφία, διαλλακτικότητα και δικαιοσύνη, θα μπορούσε αργότερα να μετασχηματιστεί και να είναι, και ιστορικά, η ονειρεμένη «Ελλάδα των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών».
Δεν αμφιβάλλουμε καθόλου πως οι Δυτικοί σύμμαχοι της Ελλάδας αποφασίζοντας τhν παραχώρηση στην Ελλάδα της Σμύρνης (της ελληνικής Ghiaùr Izmir) και ενός μεγάλου περιφερειακού όγκου ενδοχώρας (άλλη «ιστορία» η περίπτωση της Θράκης έως λίγα χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη), θέλησαν όχι μόνο να βραβεύσουν τους Έλληνες για την συμμετοχή τους στη νίκη στον πόλεμο, αλλά πολύ περισσότερο να τοποθετήσουν την Ελλάδα ως ένα ικανό ανάχωμα στον επεκτεινόμενο τουρκισμό γενικά, που ήδη προ πολλού έδινε άσχημα σημάδια αυταρχισμού, εγκληματικότητας, επεκτατισμού και αδιαλλαξίας/μισαλλοδοξίας προς ό, τι μη τουρκικό και μουσουλμανικό.
Ο χώρος που δόθηκε στην Ελλάδα δεν μπορούμε να μη παραδεχθούμε πως ήταν αρκετά ευρύς, τόσο ευρύς που μείωνε αρκετά την «διέξοδο» της Τουρκίας στο Αιγαίο, αν υπολογίσουμε επίσης και τη ζώνη ιταλικής επήρειας που άρχιζε από το Ρόδο και τελείωνε στην Αττάλεια, και επομένως και την παρουσία της σε σχέση με τα ελληνικά ανατολικά νησιά που γινόντουσαν πάλι και επιτέλους ελληνικά (Σαμοθράκη, Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία).
Με αυτόν τον τρόπο οι Ευρωπαίοι εμφανώς θέλησαν να ακρωτηριάσουν τη Τουρκία του Σουλτάνου και στη κρίσιμη περιοχή του Αιγαίου/Προποντίδα αφαιρώντας της ίσα-ίσα ένα κρίσιμο κεντρικό μέτωπο ακτών στο Αιγαίο, έτσι ώστε το υπόλοιπο μέρος των τουρκικών ακτών βόρεια να μη μπορεί να έχει καμία δυνατότητα άμεσης σύμπτυξης με το νότιο μέρος τουρκικών ακτών, στην ουσία μια καθοριστική λύση συνέχειας την τουρκικών ακτών, ενώ το βάθος της ελληνικής ενδοχώρας ήταν ικανό να διατηρήσει μια καλή συνοχή με το κεντρικό εθνικό ελληνικό κέντρο μέσω όλων των ελληνικών νησιών διάσπαρτων στη Αιγαίο.
Είπαμε «του Σουλτάνου», γιατί στη πραγματικότητα (κι αυτό ήταν εκείνο που «αναποδογύρισε» όλη την κατάσταση οδηγώντας τα τελικά στο δράμα του 2022) φαίνεται πως δεν υπολόγισαν την εξέλιξη της άκρως υπονομευτικής δράσης του Μουσταφά Κεμάλ, που δεν θα αργούσε να επιβληθεί και να αμφισβητήσει επί του εδάφους, έμπρακτα, τα δεδομένα των Σεβρών, και τελικά να τα ακυρώσει!
Πάντως το γεγονός είναι πως το 1919 δόθηκε στην Ελλάδα η μεγάλη ευκαιρία να αναβιώσει, έστω και εν μέρει, την εδαφική επικράτεια της Ιωνίας της αρχαίας δόξας. Μια τεράστια ευκαιρία την οποία όμως δυστυχώς οι Έλληνες σπατάλησαν, σκόρπισαν άνοα, αντί να εκμεταλλευτούν και ενδυναμώσουν διεθνώς.
Είναι αλήθεια πως τότε στη περιοχή υπήρχαν ήδη ορισμένα τουρκικά κύτταρα αντίθεσης προς τους Έλληνες, που έγιναν αντίστασης με τον ερχομό του ελληνικού στρατού που θεωρήθηκε προκλητικός, αν και επιβεβλημένος από τις «Μεγάλες Δυνάμεις».
Και εδώ ακριβώς βρισκόταν τότε το «τίμημα του παιχνιδιού»: που ήταν η ελληνική πολιτική σε σχέση με τον ντόπιο τουρκικό πληθυσμό, έστω κι αν στη Σμύρνη το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε, μαζί με το αρμένικο και το εβραϊκό.
Η ενδοχώρα όμως ήταν αρκετά, αν όχι πολύ διαφορετική. Μια ενδοχώρα την οποία η Έλληνες στρατιωτικοί διοικητές και η ελληνική πολιτική διοίκηση αμέλησαν εγκληματικά όχι να τιθασεύσουν με το ζόρι, αλλά να «εξημερώσουν», να πάρουν με το μέρος τους προς όφελος αμφοτέρων, προχωρώντας στην εφαρμογή μέτρων και συμπεριφορών ικανών ώστε οι ντόπιοι να θεωρηθούν όχι ως κατακτημένοι, «κατειλημμένοι», αλλά συμμετέχοντες, μαζί με τους Έλληνες, σε έναν ειρηνικό, παραγωγικό, πολιτισμένο και ευτυχή πολυπολιτισμικό κόσμο ισότητας και ισονομίας, με ελευθερίες και δυνατότητες για όλους, προσωπικής και συλλογικής εξέλιξης για ένα γενικευμένο κλίμα ευμάρειας.
Η εντύπωση (αλλά και η αλήθεια;) είναι πως οι Έλληνες αντί να προσπαθήσουν να «μαλακώσουν» την εχθρότητα των Τούρκων – κι όταν λέμε «Τούρκους» εννοούμε ειδικά τους προύχοντες και τους πολιτικά συμμετέχοντες στα κοινά που έχουν και την δυνατότητα να επηρεάσουν τη λαϊκή μάζα –, να προσελκύσουν τα αισθήματά τους με διπλωματία, υπομονή, επιμονή και λογική διαλλακτικότητα, όχι απομονώνοντάς τους αλλά κάνοντάς τους μέρος των εξελίξεων που δρομολογούνταν και συνάμα προσελκύοντας με κατάλληλα διοικητικά και νομικά μέτρα και τα κατώτερα στρώματα του λαού,
πολλά φαινόμενα δείχνουν πως άφησαν (ή δέχθηκαν) να εμπεδωθούν δύο τοίχοι, όπου ο καθένας των δύο κοινοτήτων έπεφτε στον τοίχο του άλλου από έλλειψη ελάχιστης κατανόησης, έλλειψη ικανότητας των Ελλήνων να «προσηλυτίσουν» τους Τούρκους πείθοντάς τους για μια ειλικρινή, ειρηνική συμβίωση με αναμφισβήτητα κέρδη για αμφότερους σε ανθρώπινο, αλλά και σε πολιτικο-κοινωνικό επίπεδο.
Κάτι που, με τον σωστό τρόπο και τις σωστές πολιτικο-διοιητικές διαδικασίες θα μπορούσε να αποτρέψει τους Τούρκους προύχοντες – πολύ περισσότερο «ευάλωτους» στη προπαγάνδα του Μουσταφά Κεμάλ από τον «μικρό λαό» που σίγουρα προ πολλού «τα είχε βρει» με τον αντίστοιχο ελληνικό «μικρό λαό» – από το να έχουν συνέχεια το βλέμμα τους στα τεκταινόμενα των Νεότουρκων στη Κωνσταντινούπολη θεωρώντας τα παραδείγματα προς μίμηση, όπερ και αυτομάτως συνέβαλε στη δημιουργία ενός συνεχώς τροφοδοτούμενου κλίματος ανθελληνικού φανατισμού.
Βέβαια, απ’ την άλλη, διαβάζομε πως ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης κατηγορήθηκε για μια δήθεν φιλοτουρκική στάση του και για παράλληλη εχθρική τοποθέτησή του προς τους Έλληνες.
Αν ήταν πράγματι αυτή η συμπεριφορά του, χαμένος κόπος γιατί δεν νομίζουμε πως στέφτηκε ποτέ από επιτυχία αφού οι Τούρκοι παρέμειναν ως το τέλος σκληροί εχθροί των Ελλήνων και δεν φέρθηκαν ποτέ με κάποιο αίσθημα φιλίας προς αυτούς.
Αυτό κυρίως σημαίνει φανερά πως τα «μέτρα» που ο Στεργιάδης είχε πάρει υπέρ της οντότητας των Τούρκων υπήρξαν τελείως αναποτελεσματικά και ποτέ δεν εισχώρησαν βαθιά στη συνείδηση όχι μόνο των Τούρκων προυχόντων που έλαβαν προνόμια και αξιώματα, αλλά και στο λαϊκό τουρκικό στοιχείο.
Όπως και να’ ναι, η δυνατότητα οριστικής ελληνοποίησης της Σμύρνης και της ενδοχώρας υπήρξε στ’ αλήθεια εφικτή, με αδιάβλητες νομικές διαδικασίες υποκείμενες στον έλεγχο των «Μεγάλων Δυνάμεων».
Τώρα, είναι βέβαια πολύ πιθανόν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στη περιοχή, τότε υπό ελληνική διοίκηση, να επιδεινώθηκαν ραγδαία εξαιτίας και δύο βασικών παραγόντων/γεγονότων που διέρρηξαν κάθε προσπάθεια εμπέδωσης μιας ελληνο-τουρκικής φιλίας και συμβίωσης.
Κατ’ αρχήν υπήρξε οπωσδήποτε το τεράστιο πολιτικό λάθος του Ελευθερίου Βενιζέλου να προκηρύξει εκλογές μέσα σε πολεμικό επιθετικό κλίμα και ταυτόχρονο πολιτικό διχαστικό πρόσημο. Ακόμη και τώρα διερωτόμαστε πώς σκέφτηκε να προχωρήσει σε αυτό το βήμα όταν έτσι όπως είχαν πάει έως τότε τα πράγματα για την Ελλάδα, τα πάντα ήταν ευνοϊκά ως προς τα αποκτηθέντα εδαφικά κέρδη και την υποστήριξη των Αγγλογάλλων και δεν υπήρχε κανένας λογικός λόγος να διακινδυνεύσει το οφέλιμο momentum.
Σαν να μην έφτανε το λάθος του Βενιζέλου που του στοίχησε την εξουσία, τον ίδιο μήνα Νοέμβριο ένα δεύτερο λάθος, αυτή τη φορά πάλι του ελληνικού λαού, επανέφερε θριαμβευτικά τον βασιλιά τον Κωνσταντίνο! Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η συμμαχία με Αγγλία και Γαλλία έπαψε ουσιαστικά να υφίσταται εξαιτίας αυτού της τεράστιας πολιτικής απερισκεψίας, αλλά και επίσης λόγω της εξίσου απερίσκεπτης ελληνικής προχώρησης πέρα της ορισθείσης γραμμής ελληνικής εδαφικής δικαιοδοσίας.
Η ήττα του Βενιζέλου, έστω και μόνο με 3% διαφορά, υπήρξε θα λέγαμε κοσμογονική για την Ελλάδα, αιτία καταστροφικών εθνικών συνεπειών και απολύτως ολέθρια για τον Ελληνισμό.
Έτσι η εύνοια και υποστήριξη των νικητών του Α’ παγκόσμιου πολέμου προς την νικήτρια Ελλάδα πέρασε προς την ηττημένη του πολέμου Τουρκία!
Ένα τρίτο μεγάλο σφάλμα των νέων κυβερνώντων στην Ελλάδα, άμεσο επακόλουθο της επαναφοράς του βασιλιά, υπήρξε και η τοποθέτησή τους υπό την αιγίδα του φιλογερμανού άνακτα. Ήταν κάτι σαν να έπεφτε η Ελλάδα αύτανδρη μέσα στη βαθιά καταστρεπτική παγίδα των Γερμανών (μην το ξεχνάμε: οι Γερμανοί υπήρξαν και είναι πάντα θα λέγαμε γονιδιακοί εχθροί των Ελλήνων!), εξ ορισμού φίλοι των Τούρκων (το είδαμε και πριν από το 1919, το βλέπουμε και τώρα, έναν αιώνα μετά!).
Μια παγίδα που έμελλε να καταστήσει την Ελλάδα έρμαιο των πάντων, δίχως καμία στήριξη, ούτε καν από τους ίδιους τους Γερμανούς μέσω του γερμανόφιλου βασιλιά!
Μέσα σε αυτόν τον πολιτικό κυκεώνα η Ελλάδα είχε αποφασίσει(!) να καταλάβει το 1/3 της Τουρκίας, ίσως και τη πρωτεύουσα Άγκυρα.
Καμία ανθρώπινη λογική δεν θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ μιας «επιχείρησης» σαν κι αυτή. Και κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ πόση τρέλα «έκλεινε» μέσα του τα «σχέδιο» κατάκτησης αυτού του τουρκικού εδάφους.
Βέβαια, το ερώτημα είναι: ποιανού ιδέα ήταν η κατάκτηση της Τουρκίας; Ήταν αυτούσια των Ελλήνων κυβερνητών και των στρατιωτικών ηγεσιών βασισμένη στη ψευδαίσθηση της υποστήριξης των Αγγλογάλλων ή, μετά, των Γερμανών, που θα βοηθούσαν τον Έλληνα βασιλιά θιασώτη τους;
ή ήταν κρυφή γερμανική ιδέα μεταφυτευμένη στα εύθραυστα μυαλά των Ελλήνων κυβερνητών και μετά στα ελλιπή μυαλά του βασιλέα Κωνσταντίνου;
Πάντως δεν διαθέτουμε στοιχεία για γαλλική και προπαντός αγγλική «ιδέα», ενώ από ελληνική πλευρά η «επιχείρηση» σίγουρα μπορεί να χρεωθεί αρχικά στον Βενιζέλο (άλλο ένα λάθος του) και στη συνέχεια στους βασιλικούς επόμενους κυβερνώντες, που επέκτειναν κατά πολύ την βενιζελική τραγική παρεκτροπή.
Η ουσία υπήρξε μια, αλλά καταλυτική: οι Γερμανοί φίλοι του Έλληνα (!) βασιλιά ήταν και εκείνοι που μετά τη βοήθεια των ετών 1910-1916 στη Τουρκία, πάλι βοήθησαν (μαζί με Ρώσους και Ιταλούς, είναι αλήθεια) τους Τούρκους να νικήσουν και να διώξουν οριστικά τους Έλληνες από την χιλιόχρονη πατρίδα τους!
Φαντάζεται κανείς πώς θα ήταν η Ελλάδα – αλλά και όλος ο χώρος του Αιγαίου – εάν σήμερα η Σμύρνη και η ευρεία ενδοχώρα της ήταν ελληνικές; Μια υπολογίσιμη ελληνική enclave σε τουρκικό έδαφος; Και ποιο το Αιγαίο με τις ελληνικές ακτές της Μικράς Ασίας;
Οι διαφωνούντες θα αντιτείνουν πως για την φύλαξη μιας «κατοχής» αυτού του είδους θα χρειαζόταν την επέμβαση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών, με τους Τούρκους του Κεμάλ να πιέζουν με τον στρατό τους.
Επί τούτου αγνοείται όμως και ο παράγον «αγγλο-γαλλική υποστήριξη» και η μεσολαβητική δυνατότητα υπογραφής διεθνών συμβάσεων ειρήνης, εάν υπήρχε συνέχεια στη βενιζελική διακυβέρνηση και μη επάνοδος της «γερμανικής» μοναρχίας.
Τελικά, μετά από όλα ετούτα, φαίνεται πως υπήρξαν οι ίδιοι οι Έλληνες που κατάργησαν με τις πράξεις τους την Συνθήκη των Σεβρών πριν αυτή αυτοκαταργηθεί με την απραξία των άλλων και την καταργήσουν και οι Τούρκοι με τις νίκες τους.
Όνειρο ήταν η «Ελλάδα των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών»: και δυστυχώς, στη περίπτωση οι Έλληνες αποδείχτηκαν πολύ κατώτεροι των περιστάσεων.
Την «τιμή» πλήρωσαν τότε πάνω από 2.000.000 Έλληνες. Και ακόμα την πληρώνουν οι σημερινοί Έλληνες.
Κρεσέντσιο Σαντζίλιο
Ελληνιστής
…………………………………………………………………………
GEOPOLITICO
Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση
Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.
Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.
Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.
Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.
Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.
Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία
Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.
Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.
Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού
Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.
Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.
Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.
Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.
Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.
Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα
Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»
Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.
Αναλύσεις
Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;
Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.
Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.
Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.
Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής
Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.
Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά
Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.
Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.
Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.
IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει
Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.
Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.
«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.
Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ
Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή
Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.
Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.
GEOPOLITICO
EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας
Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.
Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.
Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.
Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.
Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.
Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.
Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.
Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.
Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.
Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας
Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.
Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.
Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.
Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.
Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.
Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα
Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.
Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.
Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.
Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.
Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι
Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.
Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.
Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.
Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.
Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.
Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις
Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.
Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.
Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης
Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.
Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.
Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.
Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.
Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.
Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.
Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.
Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας