Αναλύσεις
Ευσεβής πόθος ή σχέδιο το Μεγάλο Ισραήλ;
Η απόπειρα υλοποίησης του “Μεγάλου Ισραήλ” προκαλεί ευρύτερη γεωπολιτική και οικονομική αστάθεια με νέα πολεμικά μέτωπα
Συστηματική μεθόδευση για την υλοποίηση ενός διακαούς – και ως ένα βαθμό ευσεβούς – πόθου με σκοπό τη διάλυση ουσιαστικά της μισής Μέσης Ανατολής, ώστε μεταγενέστερα, να προσαρτηθούν αυτά τα εδάφη – όπως επιδιώκεται με τη Γάζα – στο Ισραήλ και έτσι να καταστεί “Μεγάλο”.
Αυτό που ήδη προκαλεί η απόπειρα της υλοποίησης του “Μεγάλου Ισραήλ”, και βιώνουμε σήμερα, είναι η ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια μέσω της δημιουργίας ανάφλεξης με νέα πολεμικά μέτωπα που με τη σειρά τους προκαλούν παγκόσμια οικονομική αστάθεια και δυσοίωνο – ως δυστοπικό – μέλλον για την οικονομία του πλανήτη.
Γράφει ο Γιάννης Μαντανίκας
Ο τελευταίος απολογισμός της γενοκτονίας στη Γάζα και της επιθετικότητας του ισραηλινού στρατού σε Λίβανο και Συρία μας φέρνουν στη μνήμη ένα παλιό “υπεσχεμένο” απο πλευράς Ισραήλ, ένα όνειρο μεγαλοϊδεατικού χαρακτήρα: το “Μεγάλο Ισραήλ”.
Το πλάνο του “Μεγάλου Ισραήλ” αποτελείται από τις κατακτημένες περιοχές στην Παλαιστίνη, το Λίβανο, τα 2/3 της Συρίας, το Κουβέιτ, το 25% της Σαουδικής Αραβίας, το 35% του Ιράκ, όλη την ανατολική Αίγυπτο, και την Ιορδανία. Το ευρύτερο σκεπτικό είναι “Από το Νείλο ως τον Ευφράτη και από το Λίβανο ως τη Μεδίνα”. Και είναι επόμενο και απόλυτα φυσιολογικό να προκαλούνται και οι ανάλογες αντιδράσεις. Υπάρχει μάλιστα και ένας σχετικός χάρτης που έχουν φτιάξει οι ισραηλινοί, που οριοθετεί γεωγραφικά τον ευσεβή τους πόθο:

Θεωρούμε ότι οι γειτονικές χώρες του Ισραήλ γνωρίζουν αυτό το σχέδιο, του οποίου η υλοποίηση μπορούμε να πούμε με αρκετή σιγουριά ότι επιχειρείται μέσω της ιδιαίτερα επιθετικής στάσης του Ισραήλ απέναντί τους, γι’ αυτό και υπάρχουν οι αντιδράσεις από πλευράς αυτών των κρατών, από κάποιους ηπιότερες και από κάποιους σκληρότερες. Μαζί όμως με τις ισλαμικές χώρες αντιδρά και το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας.

Τον Ιανουάριο, ο ισραηλινός πολιτικός Άβι Λίπκιν προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
“Τα σύνορά μας θα εκτείνονται από το Λίβανο μέχρι τη Μεγάλη Έρημο, που είναι η Σαουδική Αραβία. Στη συνέχεια θα εκτείνονται από τη Μεσόγειο μέχρι τον Ευφράτη. Και ποιοι βρίσκονται στην άλλη πλευρά του Ευφράτη; Οι Κούρδοι. Και οι Κούρδοι είναι φίλοι. Επομένως, έχουμε τη Μεσόγειο πίσω μας, τους Κούρδους μπροστά μας, και το Λίβανο, που χρειάζεται την ομπρέλα προστασίας του Ισραήλ. Και μετά πιστεύω ότι μπορούμε να πάρουμε τη Μέκκα, τη Μεδίνα και το Όρος Σινά, ώστε να καθαρίσουμε αυτές τις περιοχές”.
Η θεώρηση και οι αξιώσεις του Ισραήλ υπό το γεωπολιτικό πρίσμα
Ο όρος της Γεωπολιτικής από το Σουηδό πολιτικό και Πολιτικό Επιστήμονα Ρούντολφ Κιέλλεν, στο τέλος του 19ου αιώνος, και σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, καθορίζει τη θεώρηση του ανεξάρτητου οργανικού κράτους, παράλληλα με την οπτική περί κράτους και επικράτειας, της ενότητας, του λαού, και της προσωπικότητας του κράτους και του τρόπου προβολής αυτής στη διεθνή σκηνή.
Η μετά Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βιβλιογραφία ξεκινάει την κριτική ενάντια στην γεωπολιτική οπτική των Μάχαν, Μακίντερ και Χαουσχόφερ. Επί παραδείγματι, το 1953 ο Σπροτ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ελάχιστες από αυτές τις υποθέσεις αντανακλούν μία ψύχραιμη αντικειμενικότητα. Αντίθετα, οι περισσότερες από τις θέσεις των τριών προαναφερθέντων αντανακλούν μία ακραία, μαξιμαλιστική οπτική και ότι είναι δομημένες επάνω σε κάποιου είδους κρίση, σε περίοδο εντάσεων και αποτελούν οδηγό προς ένα συγκεκριμένο τύπο κυβέρνησης η οποία θα είχε συγκεκριμένες επιθυμίες να επιτύχει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Γεωπολιτική απέκτησε αρνητική έννοια καθώς εργαλειοποιήθηκε από τη ναζιστική Γερμανία, βασιζόμενη στη συλλογισστική του Lebensraum, της οποίας εκφραστής ήταν ο Φρίντριχ Ράτζελ.
Η γεωπολιτική χαρακτηρίζεται από το ενδιαφέρον ως προς την κατανομή της ισχύος και τη σφαίρα επιρροής των κρατών σε διάφορες περιοχές ενδιαφέροντός τους, τόσο θεωρητικά όσο και ως προς τις πολιτικές πρακτικές που τη συνοδεύουν. Η Γεωπολιτική επεκτείνεται και στον παράγοντα της στρατιωτικής ισχύος και σε αυτόν ενσωματώνεται και η σχέση κρατών με οργανισμούς (τα γνωστά “think tanks”).
Γενικά, δεν υπάρχει συγκεκριμένο γεωπολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου να μπορεί να περιγραφεί εκτενώς η σχέση ισχύος του Ισραήλ με τα γειτονικά κράτη ή άλλες χώρες. Η αντίληψη του Ισραήλ ως ένα δυναμικό κράτος μας κατευθύνει να ερευνήσουμε και να κατανοήσουμε τις γεωπολιτικές του απαιτήσεις και διεκδικήσεις, την προσέγγισή του στις διεθνείς σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο συνδιαλλέγεται το πολιτικό του σύστημα.
Αντί να περάσουμε από ένα πιο “ειδικό φίλτρο” τη φαντασίωση του “Μεγάλου Ισραήλ”, κρίνεται σκόπιμο να αναλύσουμε τρεις βασικές συνθήκες που διέπουν τη γεωπολιτική οπτική και έκφραση του Ισραήλ, τον τρόπο συναλλαγής του διεθνώς, καθώς και το κατά πόσο συμφωνούν οι ενέργειές του με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών περί ειρηνικής συνύπαρξης.

Οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις ενός “Μεγάλου Ισραήλ” συναντώνται για πρώτη φορά στο ημερολόγιο του Τέοντορ Χέρτζλ, στους σχεδιασμούς του Οντέντ Γινόν και στην πρόσφατη γεωπολιτική προσέγγιση και ορολογία του Σαούλ Κόεν, που στοχεύει προς την κατεύθυνση ενός Ισραήλ που καταλαμβάνει εδάφη από τα γειτονικά του κράτη.
Οι απαιτήσεις του Ισραήλ, ο Χερτζλ και οι διαπραγματεύσεις για την ίδρυση εβραϊκού κράτους
Το Ισραήλ είναι η επικράτεια που οι Παλαιστίνιοι αποκαλούν “an-Nakba”, δηλαδή “Η γη των βιαίως εκτοπισθέντων”. Ο Χερτζλ οργάνωσε το πρώτο Σιωνιστικό Συμβούλιο, το 1897, μεταξύ 29 και 31 Αυγούστου στο Stadtcasino της Βασιλείας στην Ελβετία. Θεωρείται ο πατέρας του Σιωνισμού. Στο 6ο βιβλίο από το Ημερολόγιό του (το Ημερολόγιο και η σειρά των βιβλίων του Χερτζλ ξεκινούν το 1898) περιγράφει μία συζήτηση με τον Γερμανό αυτοκρατορικό Καγκελάριο και πρίγκηπα Χοχενλόχε, όπου ερωτάται, από τον τελευταίο πόση επικράτεια θα του αρκούσε ώστε να ικανοποιηθεί ο οραματισμός του για την ίδρυση εβραϊκού κράτους. Η απάντηση του Χερτζλ στον Χοχενλόχε ήταν η εξής “Θα ρωτήσουμε για ό,τι χρειαζόμαστε. Περισσότεροι μετανάστες, περισσότερη γη. Ζητάμε αυτονομία και αυτοπροστασία”.

Ο Τέοντορ Χερτσλ (Herzl Tivadar, πραγματικό όνομα: Benjamin Ze’ev Herzl, 2 Μαΐου 1860 – 3 Ιουλίου 1904) ήταν Ούγγρος δημοσιογράφος και συγγραφέας. Θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου πολιτικού Σιωνισμού και στην πραγματικότητα ο ιδρυτής του κράτους του Ισραήλ.
Στο βιβλίο του, τα εδάφη που αναφέρει υποδεικνύουν μία συνολική περιοχή δυσανάλογα μεγαλύτερη από τα αναγνωρισμένα σύνορα του Ισραήλ όπως ήταν το 1967. Συγκεκριμένα, αναφέρεται με κάπως διαφορετική ονομασία ιδιαίτερα ως προς την Αίγυπτο, ενώ προσθέτει και την Κύπρο, αναφερόμενος στο σχέδιο “Σινά-Κύπρος-Ελ Αρίς (μια πόλη της Αιγύπτου)”. Όπως σημειώνει στο 6ο βιβλίο, “Χερσόνησος του Σινά, Αιγυπτιακή Παλαιστίνη, Κύπρος”.
Όμως αργότερα, κοιτάζοντας στο 2ο βιβλίο του Χερτζλ, βλέπουμε να λέει “Από τα ρυάκια της Αιγύπτου μέχρι τον Ευφράτη”, όπου αναλυόταν ένα σχέδιο δύο σταδίων με σκοπό να το παρουσιάσει στην οθωμανική κυβέρνηση αλλά εκφράζοντας την επιθυμία για εβραίο κυβερνήτη.
Υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες σε σχέση με τις επιδιώξεις των εβραίων εκείνη την περίοδο, αλλά χρησιμοποιώντας ως κριτήριο τη δυναμική μία κρατικής υπόστασης θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αγγλική κυβέρνηση δεν έκρινε ακόμα σκόπιμο να δώσει έγκριση στη Διακήρυξη του Μπάλφουρ. Ο κόσμος δεν είχε αρχίσει ακόμα να αποαποικιοποιείται και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αρχίσει να παρακμάζει, επιτρέποντας στις αποικιακές δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Αγγλία να αυξήσουν την επιρροή τους στην Οθωμανική επικράτεια. Στην περιοχή της Οθωμανικής Παλαιστίνης αποφασίστηκε η απόσχιση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Εκτιμάται ότι αυτές οι εδαφικές απαιτήσεις του Χερτζλ είχαν μορφή προτάσης προς επίτευξη συγκεκριμένης συμφωνίας που θα υλοποιούνταν σε συγκεκριμένο χρόνο. Επιδίωξη του Χερτζλ ήταν να λάβει όσο περισσότερα γινόταν, μέσω διαπραγματεύσεων, ενώ όπως καταγράφεται, τόνισε με ιδιαίτερη έμφαση στον πρίγκηπα Χοχενλόχε ότι “περισσότεροι μετανάστες σημαίνει μεγαλύτερες εδαφικές απαιτήσεις”. Υπάρχει επίσης μία εκδοχή κατά την οποία ο Χερτζλ ήταν έτοιμος να αγοράσει γη από Άραβες και Έλληνες ιδιοκτήτες, και το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι το πώς είναι δυνατόν να φτιαχτεί ένα κράτος από την αγορά γης από νόμιμους κατόχους.
Ενώ υπήρχαν λόγοι για το Σιωνιστικό Κίνημα να θεωρεί ότι βρήκε τον τρόπο να φτιάξει το ανεξάρτητο εβραϊκό κράτος, η τοποθεσία και ο τρόπος να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο θα απαιτούσε μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις με τους ισχυρούς εγγυητές εκείνου του καιρού, όπως για παράδειγμα τις πρώην αποικιακές δυνάμεις, τη Γερμανία και αργότερα τις ΗΠΑ.
Το κράτος του Ισραήλ ιδρύθηκε το 1948 στην περιοχή που κατοικούσαν Παλαιστίνιοι, και παρά το ότι η γη αυτή στην ουσία αγοράστηκε, πάνω από 750.000 Παλαιστίνιοι εκτοπίστηκαν βίαια από τα σπίτια τους. Ο εκτοπισμός των Παλαιστινίων και οι συγκρούσεις στις Παλαιστινιακές περιοχές συνεχίζονται ασταμάτητα, με τους ισραηλινούς να ανοίγουν πολεμικά μέτωπα εναντίον των Αράβων των γειτονικών χωρών, με αποτέλεσμα η περιοχή να κρίνεται ιδιαίτερα ασταθής.
Μπέρναρντ Λιούις και “Σχέδιο Οντέντ Γινόμ” για τη διαίρεση της αραβόφωνης Μέσης Ανατολής
Μία από τις αιτίες των αναταραχών στη Μέση Ανατολή είναι ο διχασμός μεταξύ των Αράβων. Τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα εγκυμονούν τον κίνδυνο της υλοποίησης του γνωστού Σιωνιστικού σχεδίου για τη διάσπαση ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.
Ο Μπέρναρντ Λιούις, Άγγλος ειδήμων στο πεδίο των “ανατολικών σπουδών”, της ιστορίας του Ισλάμ και της αλληλεπίδρασης μεταξύ Ισλάμ και Δύσης, εθεωρείτο άριστος γνώστης των θεμάτων της Μέσης Ανατολής. Είχε μία καριέρα 70 ετών και έδωσε τη συμβουλή του σε πολλές κυβερνήσεις των ΗΠΑ. Θεωρείται ο “πνευματικός πατέρας” του πολέμου στο Ιράκ, για τον οποίο δικαίως κατηγορήθηκε.
Πίσω στον πατέρα του Σιωνισμού, τον Χερτζλ: Ένα από τα ισχυρά επιχειρήματα που προέταξε για την υλοποίηση του μαξιμαλιστικού του στόχου ήταν η “αυτονομία και η αυτοπροστασία”. Μπορεί να πέτυχε το στόχο του με τη δημιουργία του Ισραήλ το 1948, δηλαδή 39 χρόνια μετά το θάνατό του, αλλά η “αυτοπροστασία” εξαρτάται από τη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ και της Ευρώπης μέχρι σήμερα. Το 1982, μία έκθεση από τους Γινόν και Σαχάκ με τίτλο “Μία στρατηγική για το Ισραήλ το 19ο αιώνα” ανέλυε περαιτέρω τις γεωπολιτικές θέσεις που σχετίζονταν με την περιοχή σε σχέση με τη γεωγραφική του θέση και τις συγκρούσεις με τις αραβικές χώρες.
Ο Οντέτ Γινόμ, ο πρώτος εκ των δύο συγγραφέων της προαναφερθείσας έκθεσης, αναφέρεται σε “μετάβαση του κόσμου σε μία νέα εποχή στην ανθρώπινη ιστορία”. Λέει ότι κάθε εποχή είναι διαφορετική για διαφορετικές κουλτούρες και ότι το Ισραήλ ευθυγραμμίζεται με το Δυτικό κόσμο, ενώ κάνει λόγο και για τον κίνδυνο ενός πολυδιάστατου παγκοσμίου πολέμου (λογικό, εάν λάβουμε υπόψη τα σχέδια των Λιούις και Γινόν, που αποτελούν και την αιτία για ένα τέτοιο γεγονός, θα τολμήσουμε να πούμε).
Ιδιαίτερη εντύπωση επίσης προκαλεί η αναφορά του Γινόν στις “διαστάσεις μίας παγκόσμιας αντιπαράθεσης που θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον”. Ολόκληρη η έκθεση των Γινόν-Σαχάκ είναι επί της ουσίας μία αναφορά σε επερχόμενο παγκόσμιο πόλεμο (ο οποίος βλέπουμε ότι άτυπα έχει ξεκινήσει). Μετά από μία εκτενή παρουσίαση ποικίλων θεμάτων που αφορούν στις αραβικές χώρες και με την επισήμανση ότι κάποιες από αυτές (Αλγερία, Αίγυπτος, Συρία, Λίβανος, Ιράκ και Σαουδική Αραβία) να θεωρούνται κοσμοπολίτικες, το Σχέδιο Οντέντ Γινόν ξεκινάει με τα σενάρια αποδόμησης των χωρών αυτών, με πρώτη τη Λιβύη, ενώ συμπεριλαμβάνει και το Σουδάν, αμέσως μετά.
Συνεχίζει με την αναφορά στο Λίβανο: “Η ολοκληρωτική διάσπαση του Λιβάνου σε 5 επαρχίες θα αποτελέσει προϋπόθεση για την αποδόμηση όλων των υπολοίπων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ και ολόκληρης της Αραβικής χερσονήσου, και ήδη ακολουθείται αυτή η πορεία. Η αποδόμηση της Συρίας και του Ιράκ αργότερα, σε εθνικά ή θρησκευτικά ιδιαίτερες περιοχές, όπως ο Λίβανος, αποτελεί πρωτεύοντα στόχο του Ισραήλ στο ανατολικό μέτωπο, μακροπρόθεσμα, ενώ η αποδυνάμωση, στρατιωτικά, αυτών των χωρών αποτελεί επίσης πρωτεύοντα και βραχυπρόθεσμο στόχο. Η Συρία θα καταρρεύσει σε όλη την εθνική και θρησκευτική της δομή, σε τμήματα, όπως ο σημερινός Λίβανος, ώστε να υπάρξει ένα αλεβιτο-σιιτικό κράτος κατά μήκος της ακτογραμμής, ένα σουνιτικό κράτος με κέντρο το Χαλέπι, ένα με κέντρο τη Δαμασκό που να είναι εχθρικό στους βόρειους γείτονές του, και οι Δρούζοι, που θα ιδρύσουν το δικό τους κράτος ακόμα και στα δικά μας υψίπεδα του Γκολάν και οπωσδήποτε στο Χαουράν (που στα εβραϊκά σημαίνει “βρώμικη φυλακή”) και τη βόρεια Ιορδανία. Αυτό το ιδανικό κράτος θα εξασφαλίσει την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή, και είμαστε σχετικά κοντά στο να το επιτύχουμε”.
Λέξη προς λέξη, η μακροσκελής αυτή τοποθέτηση αποτελεί τον ορισμό του “διαίρει και βασίλευε” και αυτή είναι η οπτική του Γινόν για τη Μέση Ανατολή. Μία σύγκρουση, δε, μεταξύ Ιράκ και Ιράν ήταν κατά τον Γινόν και τον Σαχάκ δεδομένη και την ανέμεναν. Πράγματι, η σύγκρουση αυτή πραγματοποιήθηκε, ως μέρος αυτού του σχεδίου, με την αμέριστη, βεβαίως, βοήθεια των ΗΠΑ. Να τονιστεί, δε, και ιδιαιτέρως, ότι στην εκθεσή τους, ο Γινόν και ο Σαχάκ χαρακτήρισαν τον αναμενόμενο και δεδομένο για αυτούς πόλεμο ως “πιο σημαντικό για εμάς από αυτόν στη Συρία”, ενώ αναφέρθηκαν ωμά σε εκκαθάριση της Ιορδανίας από το παρόν (το 1982, που συνέγραψαν αυτή την έκθεση) καθεστώς.
Τις ιδέες του Γινόν ενστερνίζονταν ο Αριέλ Σαρόν, ο Μοσέ Αρένς, και το σοσιαλδημοκρατικό, εργατικό κόμμα του Ισραήλ, Χα Αβοντά.
Τη δεκαετία του 1980 το Ισραήλ ήταν ήδη ένα δυναμικό κράτος, με νέα εδάφη που κατέλαβε μετά τον πόλεμο του 1967 και τα οποία διατήρησε και μετά τον πόλεμο του 1973 με ένα συνεχιζόμενο πρόγραμμα εποικισμού.
Γενικότερα, το σχέδιο Γινόν βλέπει τις χώρες πέριξ του Ισραήλ ως υποψήφιες προς αποδόμηση, ακόμα και διάλυση, θεωρητικά βασιζόμενο στην κατά δύναμιν εκμετάλλευση των εθνολογικών και θρησκευτικών διαφορών μεταξύ των Αράβων.
Η γεωπολιτική οπτική του Σαούλ Κόεν
Ο Κόεν αντιλαμβάνεται τη γεωπολιτική ισχύ ενός κράτους με βάση τέσσερις πυλώνες:
- Την ύπαρξη μία πανίσχυρης στρατιωτικής μηχανής και της θέλησης για χρήση αυτής της ισχύος
- Την πλεονάζουσα οικονομικύ ισχύ, που θα παρέχεται ως βοήθεια ή επένδυση σε άλλες χώρες
- Την ιδεολογική ηγεσία: να υπάρχει μία πολιτική ιδεολογία ικανή να διαμορφώσει την πολιτική που θα ακολουθηθεί
- Ένα κυβερνητικό σύστημα με συνοχή
Ενώ στην ουσία ο Κόεν είναι πολύ περιγραφικός ως προς τον τρόπο λειτουργίας της Δύσης, οι ορισμοί που χρησιμοποιεί περιγράφουν περισσότερο την Αμερική ως στρατιωτική δύναμη, λαμβάνοντας υπόψη του τους δύο πρώτους πυλώνες.
Παρά το ότι ο Κόεν δεν αναλύει εκτενώς τον ανταγωνισμό των στρατιωτικών υπερδυνάμεων στην περιοχή και το πώς αυτός επιδρά στο Ισραήλ, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η ριζική γεωπολιτική αναδόμηση είναι μία διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη, υπό την προσπάθεια δημιουργίας μικρότερων και περισσότερων κρατών στη Μέση Ανατολή και την προώθηση της πολυπολικότητας και της περιφερειοποίησης.
Ως επιβεβαίωση του σχεδίου του Οντέντ Γινόν, ο Κόεν αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τα κράτη της Μέσης Ανατολής έχουν γίνει ακόμα πιο εύθραυστα, σαν μία θρυμματισμένη ζώνη (“Geopolitics”, Cohen, 2015, σελίδα 33). Ο Κόεν, επιβεβαιώνοντας το σχέδιο Γκινόν, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τα εθνοτικά μικρο-κράτη της Μέσης Ανατολής, σε 25 χρόνια το πολύ (δηλαδή ως το 2040) θα μπορούσαν να αυξηθούν από 200 σε 250, ενώ αργότερα βλέπουμε να χρησιμοποιεί, για αυτά, τον ορισμό “νέες γεωεδαφικές οντότητες”.
Ο Κόεν δείχνει να υποστηρίζει το σχέδιο Γινόν, προτείνοντας μάλιστα η κάθε περιοχή να αποτελεί και κράτος, και αναφέρει σαν παράδειγμα ότι αυτό θα μπορούσε να ισχύει με περιοχές όπως η Κρήτη, το Wales, η Καταλονία, η Σκωτία, η Τσετσενία, το Ιρακινό Κουρδιστάν, το Κεμπέκ, και η Αραβική Παλαιστίνη, καθώς και να δημιουργηθούν νέες συνομοσπονδίες όπως η Κίνα με την Ταϊβάν, τα πρώην Γιουγκοσλαβικά κράτη και οι χώρες της Βαλτικής (Cohen, “Geopolitics”, 2015, σελ. 57-59).
Οι παρατηρούμενες τοπικές γεωπολιτικές δυναμικές φαίνεται να χαρακτηρίζονται απο πολλές μορφές συγκρούσεων που τείνουν, τουλάχιστον στο θεωρητικό επίπεδο, να ευνοούν το σχέδιο Γινόν μέσω των εξής στοιχείων:
Αφενός, και δυνητικά, μία ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ.
Αφετέρου, η αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ του Ιράν και του Ισραήλ και των χωρών που το στηρίζουν, ενώ η Τουρκία δεν φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, η δε Σαουδική Αραβία δείχνει να τελεί εν αναμονή κάποιας συγκεκριμένης εξέλιξης ώστε να τοποθετηθεί επίσημα, αν και, όπως είπαμε, δεν αποκλείεται να ομαλοποιηθουν η σχέσεις της με το Ισραήλ. Ωστόσο, ακόμα κρατάει μια φαινομενικά ουδέτερη στάση, αν και πιθανότατα αυτό που επιθυμεί και αναμένει είναι η αναγνώριση της Παλαιστίνης από το Ισραήλ.

Τι συμπεράσματα προκύπτουν
Βλέποντας το σχέδιο του “Μεγάλου Ισραήλ” από γεωπολιτική σκοπιά, διακρίνουμε τέσσερα στοιχεία που καθορίζουν την ιστορική εξέλιξη αυτού του στόχου, από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα.
Τα στοιχεία αυτά είναι: ο τρόπος λειτουργίας του Ισραήλ ως κράτος, η συνδιαλλαγή, οι δράσεις του και η αλληλεπίδραση με τον υπόλοιπο κόσμο, ο τρόπος με τον οποίο διαπραγματεύεται και απαιτεί εδάφη ακόμα και υπό τη μορφή πολιτικού λόγου, και ο τρόπος με τον οποίο εργαλειοποιεί την πολιτική για την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων.
Η ισχυρότερη ένδειξη για την ίδρυση και την ανάπτυξη του Ισραήλ ως κράτους είναι οι διαπραγματεύσεις του Χερτζλ και των υποστηρικτών του, το σχέδιο του Οντέτ Γινόν και οι γεωπολιτικές βλέψεις για τον 21ο αιώνα, όπως αυτές παρουσιάζονται από τον Σαούλ Κόεν και άλλους.
Αναλύοντας τα δεδομένα παρατηρούμε μία συστηματική μεθόδευση για την υλοποίηση ενός διακαούς – και ως ένα βαθμό ευσεβούς – πόθου με σκοπό την διάλυση ουσιαστικά της μισής Μέσης Ανατολής με σκοπό, μεταγενέστερα, να προσαρτηθούν αυτά τα εδάφη – όπως επιδιώκεται με την Γάζα – στο Ισραήλ και έτσι να καταστεί “Μεγάλο”.
Παρατηρούμε επίσης μια διαρκή επανάληψη, από τον Χερτζλ κυρίως, περί “νέας εποχής, ασφάλειας και αυτοπροστασίας”, με σκοπό το σχέδιο αυτό να επιβληθεί ως κάτι λογικό και ηθικό στις συνειδήσεις του λαού του Ισραήλ και των συμμαχικών αυτού κρατών.
Καθώς ο κόσμος κινείται προς το τέλος μία μακράς εποχής πετρελαϊκής ισχύος στη Μέση Ανατολή και οι εμπορικοί διάδρομοι έχουν πολλαπλασιαστεί τόσο σε τοπικό (μεσοανατολικό) επίπεδο όσο και παγκοσμίως, αναπόφευκτα θα επέλθουν αλλαγές στις ισορροπίες των υπερδυνάμεων στην περιοχή λόγω του ανταγωνισμού με σκοπό τον έλεγχο της ενέργειας και του εμπορίου. Αυτό που ήδη προκαλεί η απόπειρα της υλοποίησης του “Μεγάλου Ισραήλ”, και βιώνουμε σήμερα, είναι η ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια μέσω της δημιουργίας ανάφλεξης με νέα πολεμικά μέτωπα που με τη σειρά τους προκαλούν παγκόσμια οικονομική αστάθεια και δυσοίωνο – ως δυστοπικό – μέλλον για την οικονομία του πλανήτη.
‘The Greater Israel’ Map Worn By An Israeli Officer
This is what Zionists see as “The promise land”. pic.twitter.com/2sPo5sd6hQ
— Khalissee (@Kahlissee) June 18, 2024
Αναλύσεις
Θαλάσσια πάρκα και διεθνές δίκαιο – Νομικές ενστάσεις προς τον Καθηγητή Χρήστο Ροζάκη
H νομιμότητα ενός θαλάσσιου πάρκου δεν κρίνεται από το αν βρίσκεται πέραν των χωρικών υδάτων ούτε από το αν η σχετική πράξη είναι μονομερής, αλλά από το εάν το κράτος που το θεσπίζει διαθέτει την απαιτούμενη δικαιοδοσία και εάν η άσκησή της είναι συμβατή με την υποχρέωση προσήκουσας μέριμνας για τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών. Άρθρο του Νικόδημου Καλλιντέρη.
Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός
Ένα από τα σημαντικά άρθρα που γράφτηκαν τις τελευταίες μέρες για τις πρόσφατες εξελίξεις με την θεσμοθέτηση των δύο τουρκικών θαλάσσιων πάρκων είναι αυτό του Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου, πρώην Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και πρώην υφυπουργού Εξωτερικών Χρήστου Ροζάκη [«Προσκρούουν διττά στο διεθνές δίκαιο», Το ΒΗΜΑ (έντυπη έκδοση), 23/8/26].
Σε κάποιο σημείο της παρέμβασής του ο Καθηγητής αναφέρει τα εξής:
«Με άλλα λόγια, οι ενέργειες της Τουρκίας προσκρούουν διττά στο διεθνές δίκαιο. Τόσο γιατί το διεθνές δίκαιο δεν κάνει δεκτά τα θαλάσσια πάρκα εκτός της αιγιαλίτιδας ζώνης, αφού έχουν συνέπειες για την ελευθερία των θαλασσών, και συνεπώς οι ενέργειές της προσκρούουν στην ύπατη αυτή αρχή του διεθνούς δικαίου, όσο και γιατί, αν arguendo αποτελεί μια θεμιτή ενέργεια για χάρη της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, προσκρούει στην απαγόρευση μονομερών πράξεων που επιβάλλει το διεθνές δίκαιο».
Θεωρούμε ότι ο ισχυρισμός ότι «το διεθνές δίκαιο δεν κάνει δεκτά τα θαλάσσια πάρκα εκτός της αιγιαλίτιδας ζώνης, αφού έχουν συνέπειες για την ελευθερία των θαλασσών» είναι ανακριβής και τυχόν υιοθέτησή του εγκλωβίζει και αυτοπεριορίζει άνευ λόγου την Ελλάδα ενώ από την άλλη διαθέτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εν δυνάμει κυριαρχικά δικαιώματα πέραν των χωρικών της υδάτων (νόμιμες αξιώσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων).
Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS) αναγνωρίζει στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) του παράκτιου κράτους δικαιοδοσία σχετικά με την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος (άρθρο 56 §1 στοιχ. β’) και κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων (άρθρο 56 §1 στοιχ. α’). Τα άλλα κράτη εξακολουθούν βεβαίως να απολαμβάνουν την ελευθερία ναυσιπλοΐας, υπέρπτησης κ.λπ. κατά το άρθρο 58. Η ουσία πάντως των ρυθμίσεων είναι ότι μία θαλάσσια προστατευόμενη περιοχή εντός της ΑΟΖ (δηλ. πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης) δεν είναι εξ ορισμού αντίθετη προς την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και μπορεί να θεσπιστεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Από την ίδια την UNCLOS, λοιπόν, προκύπτει ότι η περιβαλλοντική αρμοδιότητα του παράκτιου κράτους δεν εξαντλείται στα χωρικά του ύδατα αλλά μπορεί να επεκτείνεται μέσα στην οριοθετημένη ΑΟΖ.
Επιπλέον, η αναφορά σε μία γενική «απαγόρευση μονομερών πράξεων που επιβάλλει το διεθνές δίκαιο» είναι εξίσου προβληματική και χρήζει διορθωτικής επισήμανσης. Η μονομερής φύση μιας κρατικής πράξης δεν την καθιστά per se παράνομη. Κατά το διεθνές δίκαιο αξιολογείται εάν το κράτος διαθέτει τη σχετική αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία, εάν η πράξη παραβιάζει δικαιώματα τρίτου κράτους, εάν αντιβαίνει σε συγκεκριμένη συμβατική ή εθιμική υποχρέωση και, σε αμφισβητούμενες περιοχές, εάν παρεμποδίζει την τελική διευθέτηση.
Κατά τη γνώμη μας επομένως, οι ισχυρότερες και επαρκέστερα θεμελιωμένες νομικές ενστάσεις απέναντι στα δύο παράνομα «εθνικά θαλάσσια πάρκα» της Τουρκίας δεν είναι ότι είναι χωροθετημένα πέραν των χωρικών υδάτων της Τουρκίας ούτε ότι θεσπίστηκαν μονομερώς.
Η πληρέστερη και ακριβέστερη νομική θέση είναι ότι η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος αποτελεί θεμιτό και επιβεβλημένο σκοπό του διεθνούς δικαίου, δεν μπορεί όμως να εργαλειοποιηθεί για την παραγνώριση των υφιστάμενων (υφαλοκρηπίδα) και δυνητικών (ΑΟΖ) κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλου παράκτιου κράτους (εν προκειμένω της Ελλάδας).
Με άλλα λόγια, η νομιμότητα ενός θαλάσσιου πάρκου δεν κρίνεται από το αν βρίσκεται πέραν των χωρικών υδάτων ούτε από το αν η σχετική πράξη είναι μονομερής, αλλά από το εάν το κράτος που το θεσπίζει διαθέτει την απαιτούμενη δικαιοδοσία και εάν η άσκησή της είναι συμβατή με την υποχρέωση προσήκουσας μέριμνας για τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών.
Πέραν αυτών, ο Καθηγητής Χρήστος Ροζάκης ισχυρίζεται ότι η UNCLOS προβλέπει τη συνεργασία των κρατών για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Πράγματι το άρθρο 197 επιβάλλει μια παγκόσμια και περιφερειακή συνεργασία, ενώ το άρθρο 123 προβλέπει μια ιδιαίτερη συνεργασία στις κλειστές και ημίκλειστες θάλασσες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε περιβαλλοντικό μέτρο πέραν των χωρικών υδάτων απαιτεί προηγούμενη συναίνεση των γειτόνων. Όπως προαναφέρθηκε, εντός της δικής του νόμιμα οριοθετημένης ΑΟΖ ένα παράκτιο κράτος διαθέτει αυτοτελή περιβαλλοντική δικαιοδοσία βάσει άρθρου 56 της UNCLOS.
Όλα τα ανωτέρω έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, δεδομένου ότι τα ελληνικά νησιά διαθέτουν εν δυνάμει ΑΟΖ (απαιτείται ανακήρυξη και οριοθέτηση) και υφαλοκρηπίδα (υφίσταται ipso facto και ab initio) σύμφωνα με το άρθρο 121§2 της UNCLOS. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να ανακηρύξει μονομερώς την ΑΟΖ. Η ανακήρυξη αυτή, όμως, δεν ισοδυναμεί με μονομερή οριοθέτηση έναντι κρατών με επικαλυπτόμενες αξιώσεις.
Τυχόν υιοθέτηση της γενικής θέσης ότι το διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει τη δημιουργία θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης θα οδηγούσε, κατά τη γνώμη μας, σε αδικαιολόγητο προληπτικό αυτοπεριορισμό στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της δικαιοδοσίας της Ελλάδας την ώρα που το ίδιο το δίκαιο της θάλασσας με εναργή τρόπο τα προβλέπει.
Αναλύσεις
Foreign Policy: Nέο στρατηγικό πρόβλημα του Ισραήλ η Τουρκία! Το χτύπημα που φέρνει πιο κοντά τη σύγκρουση
Η βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ μετατράπηκε σε σύμβολο της μάχης για την επόμενη ημέρα στη Συρία – Το δίλημμα της Ουάσινγκτον και ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου
Η ισραηλινή αεροπορική επίθεση στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ της βορειοδυτικής Συρίας, στις 18 Αυγούστου 2026, δεν αποτέλεσε ένα ακόμη πλήγμα εναντίον συριακής στρατιωτικής εγκατάστασης. Ήταν ένα σαφές μήνυμα προς την Τουρκία ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να αποδεχθεί την εγκατάσταση τουρκικών στρατιωτικών μέσων σε σημεία που θεωρεί κρίσιμα για την ασφάλεια και την ελευθερία δράσης της Πολεμικής του Αεροπορίας.
Οκτώ ισραηλινά πλήγματα έπληξαν τον διάδρομο και αποθηκευτικούς χώρους της βάσης, η οποία βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα. Δεν αναφέρθηκαν ανθρώπινες απώλειες, όμως προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές στις εγκαταστάσεις που βρίσκονταν σε διαδικασία αποκατάστασης.
Το περιστατικό ανέδειξε με τον πλέον εκρηκτικό τρόπο τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και την Άγκυρα για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Συρίας. Οι δύο χώρες αποτελούν σημαντικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, με διαφορετική όμως θεσμική σχέση με την Ουάσινγκτον: η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ το Ισραήλ αποτελεί τον στενότερο στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Η προειδοποίηση της Μοσάντ πριν από το χτύπημα
Τέσσερις ημέρες πριν από την επίθεση, στις 14 Αυγούστου, ο επικεφαλής της Μοσάντ, Ρόμαν Γκόφμαν, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών Ασάντ αλ-Σαϊμπάνι.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, στη συνομιλία τέθηκε το ζήτημα της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και της επίσκεψης τουρκικής αντιπροσωπείας στην Αμπού αλ-Ντουχούρ. Η ισραηλινή πλευρά εκτίμησε ότι η επίσκεψη δεν περιοριζόταν στην τεχνική αξιολόγηση της βάσης, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει προοίμιο μόνιμης τουρκικής εγκατάστασης.
Η Ιερουσαλήμ εμφανίστηκε να φοβάται ότι στην Αμπού αλ-Ντουχούρ θα μπορούσαν να αναπτυχθούν τουρκικά ραντάρ, συστήματα αεράμυνας και οπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Μια τέτοια παρουσία θα περιόριζε την ισραηλινή ελευθερία επιχειρήσεων στη Συρία και ενδεχομένως τους διαδρόμους που χρησιμοποιούνται για την επιτήρηση ή την προσβολή στόχων συνδεόμενων με το Ιράν.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου υποστήριξε ότι είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα τη Δαμασκό και ότι η Συρία βρισκόταν στα πρόθυρα παραβίασης μιας άτυπης συμφωνίας για τη διατήρηση του στρατιωτικού καθεστώτος στην περιοχή.
Άγκυρα και Δαμασκός αρνήθηκαν ότι υπήρχε σχέδιο εγκατάστασης τουρκικών δυνάμεων στη βάση. Ο Αλ-Σαϊμπάνι υποστήριξε ότι οι εργασίες είχαν στόχο την επαναλειτουργία της εγκατάστασης από τη συριακή Αεροπορία και όχι τη μετατροπή της σε τουρκικό στρατιωτικό προγεφύρωμα.
Οργή από την Άγκυρα
Η Τουρκία χαρακτήρισε την επίθεση παράνομη και κατηγόρησε το Ισραήλ ότι παραβιάζει την κυριαρχία, την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να υιοθετήσει αυστηρότερη στάση απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απάντησε λίγες ημέρες αργότερα, δηλώνοντας ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τους περιφερειακούς συμμάχους της ούτε να επιτρέψει σε τρίτους να χαράξουν «κόκκινες γραμμές» στην εξωτερική πολιτική της.
«Κανένας παράγοντας, εκτός από το ίδιο το έθνος, δεν μπορεί να υπαγορεύσει την πορεία της Τουρκίας», ανέφερε ο Τούρκος πρόεδρος, χωρίς να κατονομάσει ευθέως το Ισραήλ ή τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η Ιερουσαλήμ απορρίπτει, πάντως, τις τουρκικές επικλήσεις περί συριακής κυριαρχίας, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα έχει πραγματοποιήσει επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και διατηρεί δυνάμεις σε συριακό έδαφος, κυρίως στις κουρδικές περιοχές του βορρά.
Η μάχη για το κενό ισχύος μετά τον Άσαντ
Η πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ το 2024, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ και της ιρανικής παρουσίας, δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος. Τουρκία και Ισραήλ επιχειρούν πλέον να το καλύψουν, ακολουθώντας εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές.
Η Άγκυρα παρουσιάζει την παρουσία της ως προσπάθεια στήριξης της κυβέρνησης του Αχμέντ αλ-Σάρα, ανοικοδόμησης της χώρας και ανασυγκρότησης των συριακών Ενόπλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, περισσότεροι από 20.000 Τούρκοι στρατιώτες βρίσκονται ήδη στη Συρία.
Για το Ισραήλ, όμως, η σταδιακή αντικατάσταση του ιρανικού αποτυπώματος από ένα τουρκικό δεν αποτελεί σταθεροποίηση. Συνιστά την εμφάνιση μιας νέας απειλής, δυνητικά ισχυρότερης, λόγω του μεγέθους των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, της γεωγραφικής εγγύτητας και της πολιτικής επιρροής της Άγκυρας στη νέα συριακή κυβέρνηση.
Ισραηλινοί αναλυτές προειδοποιούν για τη δημιουργία ενός «σουνιτικού δακτυλίου πυρός» γύρω από το Ισραήλ, ο οποίος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον παλαιότερο σιιτικό άξονα που είχε οικοδομήσει το Ιράν μέσω της Συρίας και της Χεζμπολάχ.
Η ισραηλινή δυσπιστία ενισχύεται από τη στήριξη του Ερντογάν στη Χαμάς και στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, αλλά και από την πεποίθηση ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συγκροτήσει μία σύγχρονη σφαίρα επιρροής στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στην Τουρκία να αναπτύξει στρατεύματα στα σύνορά μας», προειδοποίησε ο Γιαάκοβ Αμιντρόρ, πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Νετανιάχου.
Το δίλημμα του Τραμπ
Η ανοιχτή αντιπαράθεση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν το άμεσο στρατιωτικό αποτύπωμά τους στη Μέση Ανατολή, χρειάζονται περιφερειακές δυνάμεις που θα μπορούν να διαχειριστούν την ασφάλεια χωρίς να οδηγηθούν μεταξύ τους σε πόλεμο.
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, χαρακτήρισε το ισραηλινό πλήγμα «αχρείαστη κλιμάκωση» που δεν υπηρετεί την περιφερειακή σταθερότητα. Υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν είχε ενημερωθεί για την επιχείρηση και θα μπορούσε, βλέποντας ισραηλινά αεροσκάφη να κινούνται προς τον βορρά, να προετοιμάσει στρατιωτική απάντηση.
Σε μεταγενέστερες δηλώσεις του, άφησε ακόμη και το ενδεχόμενο το χτύπημα να αποσκοπούσε στο να «προκαλέσει τους Τούρκους». Το Ισραήλ απέρριψε την εκδοχή του, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η συριακή πλευρά είχαν ενημερωθεί.
Η στάση του Μπάρακ προκάλεσε έντονη δυσφορία στην Ιερουσαλήμ, καθώς εμφανίστηκε να υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό την τουρκική ανάγνωση των γεγονότων. Την ίδια ώρα, ο Τραμπ εξακολουθεί να επαινεί δημόσια τον Ερντογάν και να αναγνωρίζει το στρατιωτικό και πολιτικό βάρος της Τουρκίας.
Η υπογραφή της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν ενίσχυσε περαιτέρω το τουρκικό προφίλ. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Αναλύσεις
Ελληνοκαναδικό Ινστιτούτο: Τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» είναι τέχνασμα επέκτασης δικαιοδοσίας
Η Άγκυρα χρησιμοποιεί την προστασία του περιβάλλοντος ως όχημα για την προώθηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΓενοκτονία των Γιαζίντι: Ένα αιώνιο έγκλημα του ISIS κατά της ανθρώπινης συνείδησης
-
Άμυνα3 μήνες πρινΣάλος με εικόνες από τον «Θαλασσόλυκο 2026»: Τούρκοι δείχνουν Έλληνα αξιωματικό δίπλα σε αξιωματικό του ψευδοκράτους – Χαραλαμπίδης στο Geopolitico: “Φέρουν ευθύνες Δένδιας και Α’ΓΕΕΘΑ”
-
Άμυνα1 μήνα πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ4 εβδομάδες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
Πολιτική2 μήνες πρινΣεισμός από το Ισραήλ! Ο Υπουργός Εξωτερικών ανοίγει τον φάκελο της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων
-
Αναλύσεις3 ημέρες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 εβδομάδες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας