Απόψεις
Από τις Πρέσπες στο Αιγαίο: Σημάδια που μηνύουν…
Γράφουν από το Όσλο: Αλέξανδρος Σταυράκης, Παναγιώτης Παύλος
Σχεδόν πάντοτε πριν από ένα μεγάλο και καταστροφικό ατόπημα υπάρχουν τα σημάδια εκείνα που μας προειδοποιούν για τις εξελίξεις. Στην πολιτική, ειδικά της πεντηκονταετίας της Μεταπολίτευσης, τίποτε δεν συμβαίνει ουρανοκατέβατο. Αρκεί να παρατηρεί κανείς αυτά που λέγονται δημοσίως. Πρέπει να καταστεί σαφές σε κάθε Έλληνα πολίτη, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση μετέρχονται αδιακρίτως -με μικρές μόνον αποχρώσεις ενίοτε- την ίδια ρητορική.
Η ρητορική είναι τέχνη πολυσύνθετη. Πρόκειται για την τέχνη του λόγου που μέσω της προφορικής και πάντοτε επιτηδευμένης έκφανσής του αποβλέπει να πείσει τους θεατές και ακροατές προς την επίτευξη ορισμένου σκοπού. Εύλογα λοιπόν, η ρητορική είναι εργαλείο κάθε πολιτικού ανδρός.
Τη ρητορική χρησιμοποίησε, παραδείγματος χάριν, ο Νίκος Κοτζιάς, Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας επί κυβέρνησης Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ), προκειμένου να πείσει για την αναγκαιότητα υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Έλεγε τότε χαρακτηριστικά, ο ίδιος:
«Το να λύσουμε τα προβλήματά μας σημαίνει ότι φτιάχνουμε ξανά αυτά τα Βαλκάνια των φίλων που συνεργάζονται».
Τίθεται όμως το προφανές ερώτημα: Ποιά συνεργασία αναπτύξαμε με τα Σκόπια μετά την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας; Ο Νίκος Κοτζιάς επέμενε κατηγορηματικά τότε, δηλώνοντας ότι: «Παρά τις δυσκολίες θα το πάμε μέχρι τέλος, αρκεί και η άλλη πλευρά να ανταποκριθεί σε αυτό το ιστορικό καθήκον. Διότι αυτό:
– διασφαλίζει την καλύτερη οικονομική ανάπτυξη όλης της περιοχής,
– διασφαλίζει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή,
-δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουμε τις οικονομικές μας σχέσεις με τη συγκεκριμένη χώρα [Σκόπια] ακόμα καλύτερα. Και οι οικονομικές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις δυό χώρες είναι καταπληκτικές!»
Θα θυμούνται όλοι, ασφαλώς, ότι η Πρόεδρος των Σκοπίων Σιλιανόφσκα αναφέρθηκε -μετά τη Συνθήκη των Πρεσπών- στην ονομασία της χώρας της με το όνομα «Μακεδονία» σκέτο, παρά την επιμονή του Νίκου Κοτζιά σε «φίλους που συνεργάζονται». Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Δεν είναι άραγε φίλοι μας οι Σκοπιανοί;
Θυμίζουμε ότι, απευθυνόμενος πρόσφατα στον ομότιμο Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων Αθανάσιο Πλατιά, στο πλαίσιο του Delphi Forum, ο Νίκος Κοτζιάς υπεραμύνθηκε της πολιτικής εκχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας στα Σκόπια, επιμένοντας ως εξής:
«Τα πράγματα θέλουν προσοχή, φιλική πολιτική, Διεθνές Δίκαιο, και να τον βάζεις και τον άλλον στο παιχνίδι». Ενώ σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Αντώνη Σρόιτερ, είχε δηλώσει κάποια στιγμή:
«Αν την ιστορία την έχουμε για να φυλακιστούμε μέσα και να καταστρέψουμε το μέλλον μας, δεν κάνουμε καλά».
Αν λάβει κανείς υπόψιν αυτές τις θέσεις ανώτατων αξιωματούχων της τότε ελληνικής κυβέρνησης, έρχεται αντιμέτωπος με το αμείλικτο ερώτημα: Τί κέρδισε τελικά η Ελλάδα από όλο αυτό;
Είναι αυτονόητο ότι σε μια ευνομούμενη πολιτεία, ο πολιτικός που θα ζημιώσει τη χώρα του οφείλει να λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη. Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι πολιτικοί, και δη οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου, καλύπτονται και προστατεύονται από τη βουλευτική ασυλία.
Κι αν στην Ελλάδα μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης πίστεψε ότι το ζήτημα της εθνικής μειοδοσίας της εκχώρησης του πολυχιλιετούς ελληνικού ονόματος της Μακεδονίας στο σλαβικό κρατίδιο των Σκοπίων ήταν έγκλημα που συντελέστηκε από κυβέρνηση ανθρώπων μειωμένου πατριωτισμού, τα όσα ακολούθησαν με τη διάδοχη πολιτική κατάσταση, διαψεύδουν κατηγορηματικά όποιον έπεσε σε αυτήν την παγίδα.
Είναι γνωστό ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαβεβαίωνε κατηγορηματικά, το 2019, καταχειροκροτούμενος από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, από το βήμα της Βουλής ότι: «εγώ δεν θα πω ποτέ ‘καλωσορίζω τον Μακεδόνα Πρωθυπουργό στη χώρα’, περιμένω να το πείτε εσείς, κύριε Τσίπρα». Ωστόσο, τρία μόλις χρόνια αργότερα, το 2022, ήταν αυτός που ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας καλωσόριζε στην Αλεξανδρούπολη τον «Πρωθυπουργό της Βόρειας Μακεδονίας, κ. Ντίμιταρ».
Ήταν ο ίδιος ο κύριος Μητσοτάκης που σε συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναγνώριζε ότι: «προφανώς και δεν υπάρχει κανείς Έλληνας ο οποίος να ήθελε να υπάρχει το όνομα ‘Μακεδονία’ στην ονομασία του γειτονικού κράτους», για να προσθέσει ανερυθρίαστα και κυνικά λίγο αργότερα κάτι που πρώτος ο πατέρας του είχε δηλώσει με άλλα λόγια (ο αείμνηστος έχει θέσει ορίζοντα πεντηκονταετίας) μερικές δεκαετίες νωρίτερα: «το όνομα θα ξεχαστεί πολύ γρήγορα, την επόμενη μέρα».
Ενώ λίγα χρόνια αργότερα, ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας πλέον, πάλι κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο πλαίσιο της ΔΕΘ στο Βελλίδειο, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε απαντήσει κατηγορηματικά στην ερώτηση δημοσιογράφου:
«Είναι ανοιχτό για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το θέμα της ονομασίας του βορείου γείτονά μας, ή έκλεισε και για σας οριστικά;», ως εξής:
«Έχουμε εκφράσει επανειλημμένως τις επιφυλάξεις μας, αλλά έχουμε πει κιόλας ότι η Ελλάδα είναι κράτος δικαίου και σέβεται διεθνείς κυρωμένες συμφωνίες. Άρα το ζήτημα αυτό, ναι, έχει κλείσει».
Το κρίσιμο σημείο που έχει χρέος ο Έλληνας πολίτης να συνειδητοποιήσει είναι ότι, είτε πρόκειται για τον ΣΥΡΙΖΑ είτε για τη Νέα Δημοκρατία, και το μεγάλο μέρος του ΠΑΣΟΚ εντός της, όλοι αυτοί οι «λαοπρόβλητοι ρήτορες» δεν διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους: είναι αδιακρίτως εντολοδόχοι που λαμβάνουν εντολές από κοινούς, αν όχι τους ίδιους, εντολοδότες. Και ασφαλώς είναι σαφές ότι όταν μιλάμε για εντολοδότες δεν πρόκειται για τους Έλληνες πολίτες, τον «κυρίαρχο ελληνικό λαό».
Κοινό χαρακτηριστικό, επομένως, όλων των κομμάτων εξουσίας, και κοινός πρωταρχικός σκοπός τους δεν είναι άλλος από τη διασφάλιση της παραμονής των βουλευτών τους στα έδρανα του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Είναι σε αυτήν την οπτική που έννοιες όπως, «καλή γειτνίαση», «ειρήνη στην περιοχή», «καλές σχέσεις», θα πρέπει να γίνουν κατανοητές ως μέσα διαφύλαξης του άλλοθι των επόμενων -και επικείμενων- υποχωρήσεων και παραχωρήσεων που έχουν ήδη εκκολαφθεί και επιχειρούνται να πλασαριστούν στην ελληνική κοινή γνώμη με το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος.
Και η κρισιμότερη στην παρούσα στιγμή υποχώρηση και εκχώρηση, αφορά -όσο κι αν αυτό ακούγεται εξωφρενικό- το ίδιο το Αιγαίο, και τη συνεκμετάλλευσή του με την Τουρκία. Το ζήτημα της συνεκμετάλλευσης δεν προέκυψε στα τελευταία έξι χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας: ήταν στην ατζέντα και του ΣΥΡΙΖΑ, μολονότι τότε δεν κατέστη δυνατόν να το προχωρήσει.
Ούτε ήταν τυχαίο το γεγονός ότι συστημικά ΜΜΕ έθεταν το ζήτημα στον τότε Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Ο οποίος μάλιστα -κι εδώ διαπιστώνει κανείς αυτό που επισημάναμε νωρίτερα, περί λήψης εντολών από τα ίδια κέντρα- δήλωνε εμφατικά σε γνωστό για τις θέσεις του τηλεοπτικό σταθμό ότι αυτός και η κυβέρνησή του δεν είναι αντίθετοι στην συνεκμετάλλευση του Αιγαίου με τους Τούρκους, αρκεί να λυθεί η «μία και μοναδική διαφορά» της οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Ό,τι δηλαδή ακριβώς επαναλαμβάνει και η παρούσα κυβέρνηση της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Θα πρέπει να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι η οριοθέτηση Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ δεν είναι ούτε κακό, ούτε και κάτι που θα πρέπει να ξορκίζει κανείς όπως ο διάβολος το λιβάνι. Άλλο όμως αυτό, και άλλο η στρέβλωση την οποία και η προηγούμενη αλλά και η παρούσα κυβέρνηση πάσχει, ότι δηλαδή η μη οριοθέτηση των δύο ανωτέρω θαλασσίων ζωνών είναι το αίτιο της Νεοθωμανικής αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας, και αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας της!
Διαπιστώνει κανείς, δηλαδή, την ευθυγραμμισμένη σύμπλευση των κομμάτων εξουσίας στην Ελλάδα στο ζήτημα της εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων που, μολονότι στα λόγια οι κάθε λογής μπροστάρηδες αρνούνται, εν τοις πράγμασιν αποδέχονται. Οι τρεις υποκλίσεις του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη σε ισάριθμες συναντήσεις του με τον Τούρκο Προέδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Βίλνιους της Λιθουανίας και στην Αθήνα, το 2023, τεκμηριώνουν και σημειολογικά του λόγου το αληθές. Ιδίως, μάλιστα, αν λάβει κανείς υπόψιν το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος Υπουργός όχι μόνον διετέλεσε δεξί χέρι του Κυριάκου Μητσοτάκη αλλά υπήρξε και στενός συνεργάτης του πρώην Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Γιώργου Παπανδρέου.
Το σύστημα αυτό των ελλαδικών πολιτικών ελίτ είναι τόσο διαβρωμένο και διεφθαρμένο που δεν διστάζει να παραβαίνει θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα της διαπλοκής, εγχώρια και εξωχώρια. Τρία χαρακτηριστικά στοιχεία αρκούν προς επίρρωση αυτής της διαπίστωσης:
-
Η ομολογία του ιδίου του Υπουργού Εξωτερικών Γεραπετρίτη ότι το πρόγραμμα χορήγησης βίζα σε Τούρκους πολίτες για επισκέψεις σε δέκα νησιά του ανατολικού Αιγαίου θεσπίστηκε κατά παράβαση της Συνθήκης Σένγκεν.
-
Η έγγραφη, από πλευράς Ελλάδας και της κυβέρνησης της ΝΔ, γνωστοποίηση προς τον ΟΗΕ ότι ο Χάρτης της Σεβίλλης, που αποτυπώνει τα όρια ΑΟΖ της ΕΕ -και τη σύνδεση των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου, δεν έχει χαρακτήρα επισήμου εγγράφου για τη χώρα μας.
-
Η σκόπιμη κωλυσιεργία από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στην υποχρέωση υποβολής προς την ΕΕ των αιτηθέντων Σχεδίων Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού.
Πρόκειται για τρία μόνον ενδεικτικά, ωστόσο καίρια, παραδείγματα από πληθώρα εγκληματικών προσκομμάτων που η ίδια η Ελλάδα βάζει στον εαυτό της, αρνούμενη να θωρακίσει την εθνική κυριαρχία της και τα εξ αυτής απορρέοντα, βάσει του Διεθνούς Δικαίου, του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, κυριαρχικά δικαιώματά της.
Αναμφίβολα, το γεγονός ότι η παρούσα κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη καθώς και όλος ο εσμός των μελών της κατευναστικής ελλαδικής πολιτικής ελίτ, δεν επιθυμεί να προβεί στην εκ του Διεθνούς Δικαίου απορρέουσα εφαρμογή της πλήρους επέκτασης των Εθνικών Χωρικών Υδάτων σε όλο το Αιγαίο, αλλά αντιθέτως κινείται ως επισπεύδουσα μιας Προκρούστειας διαδικασίας επίλυσης μιας διαφοράς που η επέκταση των ΕΧΥ θα επέλυε αυτομάτως κατά 50%, είναι προάγγελος λίαν δυσμενών εξελίξεων όχι μόνον για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, αλλά και για την ίδια την υπόσταση της Ελλάδας.
Αυτό που είναι στην παρούσα συγκυρία αδήριτη ανάγκη και ιστορική απαίτηση, είναι η αφύπνιση της ελληνικής κοινής γνώμης. Η διασφάλιση της γνώσης των Ελλήνων ότι τα όσα κυοφορούνται από διακομματικές ελίτ μειοδοσίας -με υπαρκτά τεκμήρια, το τονίζουμε- θα έχουν άμεσες αλλά και σε βάθος μέσου χρόνου καταστροφικές συνέπειες τάξεως Μικρασιατικής Καταστροφής.
Και άρα, είναι τάξεως καντιανής κατηγορικής προσταγής η εγρήγορση όλων των Ελλήνων και η λυσσαλέα αντίδραση στα σχέδια αργόσυρτης διάλυσης της χώρας. Στην κατεύθυνση αυτή, κάθε πρωτοβουλία είναι πολύτιμη, όπως το παρόν εξαιρετικό βίντεο που ετοίμασε εις εκ των συγγραφέων του παρόντος Έλληνας της Διασποράς, το οποίο και προτρέπουμε άπαντες να δουν προσεκτικά:
Δείτε οπωσδήποτε το παρακάτω βίντεο που αφορά το Αιγαίο μας. 👇#αιγαιο #Γεραπετρίτης #Φιντάν pic.twitter.com/T6rrwa8kAt
— Alexander St.®️🇬🇷🇳🇴 (@Alexand85748252) October 29, 2024
GEOPOLITICO
Μηνύματα Αναγνωστών: Ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας
Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.
Καλησπέρα σας κύριε Καλεντερίδη,
Ίσως η σημερινή επίσκεψη του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών στην Ελλάδα αποτελεί την πιο κρίσιμη ευκαιρία για τη χώρα μας. Είναι η στιγμή κατά την οποία η ελληνική πολιτική ηγεσία οφείλει να κινηθεί με ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και πλήρη προετοιμασία.
Η Ελλάδα πρέπει να μιλήσει με όρους στρατηγικού συμμάχου και να θέσει στο τραπέζι, χωρίς άλλες καθυστερήσεις, τα κρίσιμα εθνικά μας ζητήματα: ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, έμπρακτη διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο Αιγαίο και ουσιαστική αντιμετώπιση κάθε πρόκλησης που θίγει τα συμφέροντα και την αξιοπρέπεια της χώρας μας.
Εφόσον οι ΗΠΑ θεωρούν την Ελλάδα σημαντικό και αξιόπιστο σύμμαχο και επιθυμούν να στηρίζονται στη χώρα μας για την εξυπηρέτηση ευρύτερων στρατηγικών τους συμφερόντων, ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας. Όχι μόνο λόγια, αλλά συγκεκριμένες συμφωνίες, δεσμεύσεις και εγγυήσεις.
΄Ενας σύμμαχος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως χρήσιμος εταίρος, αλλά πρέπει να αισθάνεται ότι η στρατηγική του αξία αναγνωρίζεται και αντανακλάται έμπρακτα στις αποφάσεις και στις συμφωνίες. Δεν θα ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα πειστικό να επαναληφθούν πρακτικές που δημιουργούν την εντύπωση ότι η Ελλάδα λαμβάνει τελικά λιγότερα από όσα δικαιούται — όπως έχει συμβεί και σε ζητήματα πολιτιστικής κληρονομιάς, όπου η σύγκριση με άλλες χώρες αφήνει εύλογα ερωτήματα.
Συνεπώς, είναι η ώρα των ελληνικών απαιτήσεων και των αμερικανικών πρακτικών αποφάσεων.
Και εδώ γεννάται ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα:
Έχει άραγε η Ελληνική Κυβέρνηση ετοιμάσει τη δική της λίστα απαιτήσεων;
Είναι σαφής, συγκεκριμένη και διεκδικητική η λίστα αυτή, την οποία θα θέσει στο τραπέζι τώρα — και όχι αύριο — ώστε η Ελλάδα να μετατρέψει τη στρατηγική της αξία σε συγκεκριμένα εθνικά οφέλη;
Ευχολόγιο ΤΕΛΟΣ. Η σημερινή συγκυρία είναι μια κρίσιμη ευκαιρία για να αποδειχθούν όλα αυτά και στην πράξη τόσο από την Ελληνική κυβέρνηση τόσο και από την Αμερικανική.
Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.
Με εκτίμηση,
Μαρία Σουλιώτη
GEOPOLITICO
Γιάννης Ιωαννίδης στα 150 χρόνια της «Εστίας»: Αριστεία, ελευθερία και οι χρόνιες παθογένειες της Ελλάδας
Ο καθηγητής Ιατρικής του Stanford άσκησε αιχμηρή κριτική στην ελληνική πραγματικότητα, μιλώντας για εκπαίδευση, brain drain, ελευθερία και την ανάγκη να αποκτήσει ξανά ουσιαστικό περιεχόμενο η έννοια της αριστείας
Με μια ομιλία που κινήθηκε πέρα από τον καθιερωμένο επετειακό λόγο, ο καθηγητής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Stanford Γιάννης Ιωαννίδης παρενέβη στην εκδήλωση για τη συμπλήρωση 150 χρόνων από την ίδρυση της εφημερίδας «Εστία», θέτοντας στο επίκεντρο κρίσιμα ζητήματα για τη σύγχρονη Ελλάδα.
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος ακαδημαϊκός αναφέρθηκε στην αριστεία, στην ελευθερία, στην εκπαίδευση, στο brain drain, αλλά και στις διαχρονικές παθογένειες που, όπως υπογράμμισε, εμποδίζουν τη χώρα να αξιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της.
Η ομιλία του είχε σαφή κριτική διάσταση, καθώς ο Γιάννης Ιωαννίδης δεν περιορίστηκε σε γενικές διαπιστώσεις, αλλά έθεσε το ζήτημα της απόστασης που συχνά χωρίζει τη δημόσια ρητορική από την πραγματική λειτουργία των θεσμών.
Η αριστεία δεν είναι σύνθημα
Κεντρική θέση στην παρέμβασή του είχε η έννοια της αριστείας.
Ο καθηγητής στάθηκε στην ανάγκη η αριστεία να πάψει να χρησιμοποιείται ως κενό σύνθημα και να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο μέσα από θεσμούς που επιτρέπουν στους ικανότερους να προχωρούν χωρίς κομματικές, κοινωνικές ή διοικητικές εξαρτήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η κριτική του στράφηκε στις στρεβλώσεις της ελληνικής πραγματικότητας, όπου η αξιοκρατία συχνά υποχωρεί μπροστά σε μηχανισμούς γνωριμιών, εξαρτήσεων και εσωτερικών ισορροπιών.
Το πρόβλημα, όπως αναδείχθηκε στην ομιλία του, δεν είναι η έλλειψη ικανών ανθρώπων.
Είναι η αδυναμία του συστήματος να τους αναγνωρίσει, να τους αξιοποιήσει και να τους κρατήσει στη χώρα.
Η ελευθερία ως προϋπόθεση δημιουργίας
Ο Γιάννης Ιωαννίδης συνέδεσε την αριστεία με την ελευθερία.
Χωρίς ελεύθερη σκέψη, ελευθερία της έρευνας και δυνατότητα έκφρασης διαφορετικών απόψεων, η πρόοδος –επιστημονική, κοινωνική ή πολιτική– περιορίζεται.
Η ελευθερία, υπό αυτή την έννοια, δεν παρουσιάστηκε απλώς ως συνταγματικό δικαίωμα, αλλά ως βασική προϋπόθεση για να μπορεί μια κοινωνία να παράγει ιδέες, γνώση και ανθρώπους που δεν φοβούνται να αμφισβητήσουν τις κυρίαρχες αντιλήψεις.
Η επιστημονική δημιουργία, αλλά και συνολικά η πνευματική ζωή, δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε περιβάλλον που τιμωρεί την ανεξάρτητη σκέψη ή αντιμετωπίζει την κριτική ως απειλή.
Η εκπαίδευση στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ελληνική εκπαίδευση.
Ο καθηγητής έθεσε εμμέσως αλλά σαφώς το ερώτημα εάν το εκπαιδευτικό σύστημα δημιουργεί ανθρώπους με ανεξάρτητη κρίση ή αν αναπαράγει ένα μοντέλο που περιορίζει τη δημιουργικότητα και την πραγματική αξιοκρατία.
Η εκπαίδευση, όπως προέκυψε από την παρέμβασή του, δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων.
Οφείλει να καλλιεργεί κριτική σκέψη, υπευθυνότητα και τη δυνατότητα των νέων να κινηθούν πέρα από την πεπατημένη.
Σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και οι πιο ταλαντούχοι αναζητούν διέξοδο εκτός Ελλάδας.
Το brain drain ως σύμπτωμα βαθύτερου προβλήματος
Ακριβώς εκεί ο Γιάννης Ιωαννίδης έφερε στο προσκήνιο το brain drain.
Η φυγή νέων επιστημόνων και επαγγελματιών στο εξωτερικό δεν αποτελεί μόνο οικονομικό ή δημογραφικό ζήτημα.
Αποτελεί ένδειξη ότι ένα σημαντικό τμήμα του πιο παραγωγικού ανθρώπινου δυναμικού της χώρας δεν βρίσκει στην Ελλάδα τις συνθήκες για να εξελιχθεί.
Το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με οικονομικά κίνητρα.
Αφορά το συνολικό περιβάλλον: τις ευκαιρίες, την αξιοκρατία, την ελευθερία στην εργασία και στην έρευνα, την ποιότητα των θεσμών και τη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να πιστέψει ότι η προσπάθειά του θα ανταμειφθεί.
Η Ελλάδα, με άλλα λόγια, δεν χάνει μόνο ανθρώπους.
Χάνει γνώση, δημιουργικότητα, πρωτοβουλία και ένα μέρος της μελλοντικής της προοπτικής.
Αιχμές για τις ελληνικές παθογένειες
Η ομιλία του Ιωαννίδη είχε και σαφές μήνυμα αυτοκριτικής.
Οι χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας –η γραφειοκρατία, η αναξιοκρατία, η δυσπιστία προς την καινοτομία και η αδυναμία ουσιαστικής μεταρρύθμισης– εξακολουθούν να επιβαρύνουν την πορεία της χώρας.
Και όσο οι ίδιες δομές αναπαράγονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο η αριστεία να είναι πραγματικά επιθυμητή και όχι απλώς ανεκτή.
Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι εάν η Ελλάδα διαθέτει ικανούς ανθρώπους.
Το ζήτημα είναι εάν μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτοί οι άνθρωποι να θέλουν να μείνουν, να επιστρέψουν και να προσφέρουν.
Το μήνυμα από την επέτειο της «Εστίας»
Στην επετειακή εκδήλωση για τα 150 χρόνια της «Εστίας», η παρέμβαση του Γιάννη Ιωαννίδη λειτούργησε ως υπεν
GEOPOLITICO
Γιατί ο φόβος του “φράχτη ελληνικης κυριαρχίας” δεν αντέχει νομικά – Απάντηση στον Ροζάκη για το “άπιαστο όραμα”
Η ίδια η UNCLOS έχει προβλέψει ειδικά, μέσω του καθεστώτος των διεθνών στενών, τη συνύπαρξη της παράκτιας κυριαρχίας με την απρόσκοπτη διεθνή διέλευση. Του Νικόδημου Καλλιντέρη.
Του Νικόδημου Καλλιντέρη
Η θέση του Καθηγητή Χρήστου Ροζάκη («Το άπιαστο όραμα των δώδεκα μιλίων», Τα ΝΕΑ, 3-4/10/2026), ότι ενδεχόμενη επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια θα μετέτρεπε το Αιγαίο σε «ελληνική λίμνη» και θα δημιουργούσε έναν «φράχτη ελληνικής κυριαρχίας» που θα παρεμπόδιζε την ελεύθερη διεθνή ναυσιπλοΐα, χρήζει νομικής αποσαφήνισης.
Πρόκειται, άλλωστε, για επιχείρημα που προβάλλεται διαχρονικά και από την τουρκική πλευρά κατά της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο.
Η UNCLOS, πέραν του δικαιώματος της αβλαβούς διέλευσης (innocent passage), θεσπίζει στα άρθρα 34-44 ειδικό καθεστώς για τα στενά που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα: τη διέλευση τράνζιτ (transit passage).
Στα στενά αυτά όλα τα πλοία και αεροσκάφη απολαμβάνουν δικαίωμα συνεχούς και ταχείας διέλευσης και υπέρπτησης. Τα παράκτια κράτη μπορούν μεν να θεσπίζουν κανόνες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τη ρύθμιση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, την πρόληψη της ρύπανσης, την αποτροπή αλιευτικών δραστηριοτήτων κατά τη διέλευση και την εφαρμογή τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών και υγειονομικών κανόνων, δεν μπορούν όμως οι ρυθμίσεις αυτές να έχουν ως πρακτικό αποτέλεσμα την άρνηση, παρεμπόδιση ή αποδυνάμωση του δικαιώματος transit passage. Κυρίως, το άρθρο 44 UNCLOS ορίζει κατηγορηματικά ότι η διέλευση τράνζιτ δεν μπορεί να ανασταλεί (“There shall be no suspension of transit passage”).
Η Ελλάδα, εξάλλου, ήδη κατά την υπογραφή της UNCLOS το 1982 και εκ νέου κατά την κύρωσή της το 1995, δήλωσε ότι σε περιοχές με πολυάριθμα διάσπαρτα νησιά και πολλά εναλλακτικά στενά που εξυπηρετούν ουσιαστικά την ίδια διεθνή ναυτιλιακή οδό, το παράκτιο κράτος μπορεί να καθορίζει συγκεκριμένες διαδρομές μέσω των οποίων πλοία και αεροσκάφη τρίτων κρατών θα ασκούν το δικαίωμα transit passage, ώστε να συνδυάζονται οι ανάγκες της διεθνούς ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης με τις απαιτήσεις ασφαλείας. Η ίδια η ελληνική δήλωση, επομένως, προϋποθέτει τη διατήρηση της διεθνούς ναυσιπλοΐας ακόμη και μέσα σε θαλάσσιες περιοχές που τελούν υπό ελληνική κυριαρχία.
Ένας θαλάσσιος χώρος μπορεί, συνεπώς, να βρίσκεται υπό την κυριαρχία της Ελλάδας και ταυτόχρονα να επιβαρύνεται από ένα ισχυρό και μη αναστελλόμενο δικαίωμα διελεύσεως υπέρ τρίτων κρατών.
Η επέκταση στα 12 ν.μ. θα μετέβαλε πράγματι ριζικά τη νομική γεωγραφία του Αιγαίου και θα αύξανε σημαντικά τη θαλάσσια έκταση υπό ελληνική κυριαρχία. Δεν θα δημιουργούσε, όμως, έναν «αδιαπέραστο φράχτη» ούτε θα απέκλειε τη διεθνή ναυσιπλοΐα, διότι η ίδια η UNCLOS έχει προβλέψει ειδικά, μέσω του καθεστώτος των διεθνών στενών, τη συνύπαρξη της παράκτιας κυριαρχίας με την απρόσκοπτη διεθνή διέλευση.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
