Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Προκόπης Παυλόπουλος: Σκέψεις για τις ιστορικές καταβολές του Δικαιώματος Αντίστασης

Από την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 πίσω στον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων»

Δημοσιεύτηκε στις

Πρόλογος

Το Δικαίωμα Αντίστασης, όπως θεσπίζεται με λακωνικό πλην όμως κανονιστικώς πλήρη και συγκεκριμένο τρόπο από την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος, συνιστά μία από τις θεμελιώδεις –μάλλον δε από πλευράς θεσμικών συμβολισμών την πιο «εμβληματική»– εγγυήσεις για την τήρηση και, επέκεινα, για την υπεράσπιση του Συντάγματος στο σύνολό του. Και τούτο διότι το Δικαίωμα Αντίστασης, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, από την μια πλευρά λειτουργεί εγγυητικώς αυτοτελώς σε ό,τι αφορά την in globo τήρηση και υπεράσπιση του Συντάγματος. Από την άλλη δε πλευρά «συμβάλλει» κανονιστικώς στην «θωράκιση» περισσότερων, ανάλογων, εγγυήσεων. Με πρώτη και κύρια εκείνη του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σύμφωνα ιδίως με την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος όπως θα διευκρινισθεί αναλυτικώς στην συνέχεια, η οποία βεβαίως θεμελιώνεται πρωτίστως στην κανονιστική ιεραρχία της Έννομης Τάξης, με «βάση» και «κορυφή» το Σύνταγμα. Άλλωστε, οι δύο προμνημονευόμενες εγγυητικές «ρήτρες» για την τήρηση και την υπεράσπιση του Συντάγματος προδήλως λειτουργούν συμπληρωματικώς και αμοιβαίως ενισχυτικώς, δοθέντος ότι από το ίδιο το κανονιστικό τους περιεχόμενο συνάγεται πως βασικός στόχος τους, κατ’ εξοχήν κατά την τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 120 παρ. 4 και του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι η αποτροπή, με κάθε νόμιμο μέσο και από οποιαδήποτε πλευρά και αν προέρχεται –συμπεριλαμβανομένων των τριών Εξουσιών, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής- της καθ’ οιονδήποτε τρόπο επιχείρησης άμεσης ή έμμεσης κατάλυσης του Συντάγματος. Την κατά τα ως άνω κανονιστική αξία και σημασία του Δικαιώματος Αντίστασης -σύμφωνα με το lato sensu θεσμικό πλαίσιο κατοχύρωσης της ακώλυτης άσκησής του- ενδυναμώνει, και δη μ’ εμφατικό τρόπο, μια άλλη «πτυχή» της συνταγματικής του κατοχύρωσης. «Πτυχή», την οποία υποδηλώνει μ’ ενάργεια το ίδιο το ρυθμιστικό περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος στο μέτρο που ορίζει, μεταξύ άλλων, και ότι η τήρησή του «επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Συγκεκριμένα δε αυτή η αναφορά στον «πατριωτισμό των Ελλήνων» η οποία απαντάται, όπως θ’ αναπτυχθεί αναλυτικότερα στην συνέχεια, σε όλα τα Συντάγματα του Νεότερου Ελληνικού Κράτους –αρχής γενομένης από το Σύνταγμα του 1844, στην διάταξη του άρθρου 107- παραπέμπει ευθέως σ’ ένα καίριο χαρακτηριστικό των Ελλήνων, από συστάσεως σχεδόν του Έθνους των Ελλήνων. Χαρακτηριστικό το οποίο συνδέεται αναποσπάστως με την πεμπτουσία της Πατρίδας εν γένει και, περαιτέρω, με το καθήκον υπεράσπισής της από κάθε Έλληνα. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο στην ανάλυση που ακολουθεί επιχειρείται η τεκμηρίωση της θέσης ότι η θεσμική κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης, υφ’ όλες τις εκδοχές του, μπορεί ν’ αναζητηθεί και σε ρυθμίσεις που υπήρχαν και πριν από την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Και δη τόσο στα πρώτα Συντάγματα διαρκούσης της Εθνεγερσίας του 1821, τα οποία ούτως ή άλλως αναδεικνύουν αυτό που έχει χαρακτηρισθεί ως οιονεί «έμφυτη» ροπή των Ελλήνων προς τον «συνταγματισμό», ο οποίος στοχεύει στην θέσπιση Συντάγματος για την υπερνομοθετική εγγύηση των εν γένει πολιτειακών θεσμών και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Όσο όμως και σε πολύ προγενέστερους χρόνους, «προ αιώνων», όπως προκύπτει π.χ. από τα διαχρονικώς επίκαιρα θεσμικά δεδομένα της «Αθηναίων Πολιτείας» υπό το καθεστώς της τότε Άμεσης Δημοκρατίας. Ειδικότερα δε κυρίως από τα θεσμικά δεδομένα του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων», δίχως όμως να υποτιμάται η θεσμική σημασία και άλλων παρεμφερών κειμένων που μπορούν ευχερώς ν’ ανιχνευθούν π.χ. στα έργα του Αριστοτέλους και στους δικανικούς λόγους των Ρητόρων της εποχής εκείνης. Με την μεθοδολογική –και όχι μόνο- διευκρίνιση, ότι η εδώ έρευνα έχει ως αφετηρία τα συγκεκριμένα κανονιστικά δεδομένα του Συντάγματος του 1975 και, στην συνέχεια, ανατρέχει στον χρόνο έως την Αρχαία Αθήνα της κλασικής περιόδου και της θεσμικής «άνθησης» της «Αθηναίων Πολιτείας» στην βάση των αντίστοιχων θεσμικών «αντηρίδων» της Άμεσης Δημοκρατίας.

Ι. Το Δικαίωμα Αντίστασης και η διαδρομή του στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία

Η πιο κατάλληλη ερευνητική «οδός» για την νομική περιγραφή και αξιολόγηση της διαδρομής του Δικαιώματος Αντίστασης στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία είναι εκείνη, η οποία έχει ως αφετηρία την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 και στην συνέχεια «ανατρέχει» πρώτον, στην περίοδο των Ελληνικών Συνταγμάτων μετά την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Και, δεύτερον, στην περίοδο των «επαναστατικών» Συνταγμάτων, δηλαδή εκείνων τα οποία θεσπίσθηκαν και εφαρμόσθηκαν αμέσως μετά την έναρξη της Εθνεγερσίας του 1821 και έως την άφιξη του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια στην αγωνιζόμενη ακόμη Ελλάδα. Και τούτο, διότι με τον τρόπο αυτό καθίσταται ευχερέστερη και πιο ουσιαστική η έρευνα του πως «οικοδομήθηκε» σταδιακώς και προοδευτικώς μέσα στα χρόνια το σαφώς πιο ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος, αφού έτσι είναι εφικτό ν’ αναζητηθεί με πιο ευκρινή τρόπο η προέλευση κάθε κανονιστικού στοιχείου της μέσα από τις «συγγενείς» διατάξεις όλων, ανεξαιρέτως, των Συνταγμάτων τα οποία προΐσχυσαν.

Α. Η ολοκληρωμένη κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975

Σε συνέχεια των όσων επισημάνθηκαν αμέσως πιο πάνω πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως προκύπτει από την γραμματική, την ιστορική, την συστηματική και ιδίως από την τελεολογική ερμηνεία της, η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος που θεσπίζει το Δικαίωμα Αντίστασης «συμπυκνώνει» και «προεκτείνει» κανονιστικώς όλα τα σχετικά δεδομένα των αντίστοιχων συνταγματικών ρυθμίσεων από τις «καταβολές» της Ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας. Η πραγματικότητα αυτή αιτιολογεί μ’ επάρκεια και το ότι πρέπει να θεωρηθεί πως η ως άνω διάταξη «συνθέτει» την πιο ολοκληρωμένη έως σήμερα συνταγματική κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης, ορίζοντας τα εξής: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με βία». Με αυτό το περιεχόμενο η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, στις γενικές της γραμμές, θεσμοθετεί το Δικαίωμα Αντίστασης αποσαφηνίζοντας ρυθμιστικώς κυρίως ότι οι φορείς του –και συγκεκριμένα καθένας και όλοι οι Έλληνες μαζί- αφενός νομιμοποιούνται να το ασκήσουν επειδή η εν γένει τήρηση του Συντάγματος «επαφίεται» στον πατριωτισμό τους. Και, αφετέρου, με αυτή την άσκησή του εκδηλώνουν δημοσίως την βούλησή τους να εκπληρώσουν και μια μορφή υποχρέωσής τους για αντίσταση, με κάθε συνταγματικώς επιτρεπτό μέσο, εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με την βία. Από αυτό το κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος προκύπτουν, κατά κύριο λόγο, και τα εξής:

  1. Το Δικαίωμα Αντίστασης είναι θεσμικώς ιδιόμορφο δικαίωμα κατ’ εξοχήν λόγω της κανονιστικής του «πολυπρισματικότητας». Με την έννοια ότι δεν μπορεί να ενταχθεί, δίχως άλλες προϋποθέσεις, στην «χορεία» των λοιπών συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, ιδίως δε των ατομικών δικαιωμάτων.

α) Και τούτο διότι ναι μεν το Δικαίωμα Αντίστασης έχει και στοιχεία ατομικού δικαιώματος, λόγω του ότι η άσκησή του νομιμοποιείται κατά το Σύνταγμα όταν μπορεί –αλλά και πρέπει, εφόσον «ενεργοποιείται και το στοιχείο της υποχρέωσης» όπως θα διευκρινισθεί κατωτέρω- να ενεργοποιηθεί ως θεσμική «ασπίδα» των φορέων του για την με κάθε συνταγματικώς επιτρεπτό μέσο «απόκρουση» οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει διά της βίας.

β) Πλην όμως «εκ φύσεως», σύμφωνα με την ρύθμιση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, υπερβαίνει, και δη κατά πολύ, το πλαίσιο του κλασικού ατομικού δικαιώματος. Και αυτό διότι οι ίδιες διατάξεις, κυρίως κατά την τελεολογική ερμηνεία τους, εντάσσουν το Δικαίωμα Αντίστασης στην γενικότερη κατηγορία των «εγγυήσεων τήρησης του Συντάγματος». Και μάλιστα όλων των διατάξεων του Συντάγματος, πρωτίστως δε εκείνων που κατοχυρώνουν τις εγγυήσεις ακώλυτης άσκησης των συνταγματικώς ρυθμιζόμενων και οριοθετούμενων κανονιστικώς δικαιωμάτων, ήτοι κατ’ ουσία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Υπ’ αυτή δε την θεσμική μορφή του το Δικαίωμα Αντίστασης εμφανίζεται, κατά κάποιο τρόπο, και ως πρωταρχικό «δικαίωμα θωράκισης των δικαιωμάτων» εν γένει.

2. Επέκεινα, το Δικαίωμα Αντίστασης με αυτά τα θεσμικά διακριτικά γνωρίσματα νοείται ως δικαίωμα το οποίο μπορεί ν’ ασκηθεί τόσον ατομικώς, από κάθε Έλληνα, όσο και συλλογικώς, αφού φορείς του είναι και οι Έλληνες γενικώς, προκειμένου να υπερασπισθούν το Σύνταγμα από κάθε επιχείρηση κατάλυσής του διά της βίας. Δεν είναι λοιπόν ανακριβές το να υποστηριχθεί ότι μια τέτοια «συλλογική» άσκηση του Δικαιώματος Αντίστασης ταιριάζει περισσότερο με την όλη κανονιστική του «υπόσταση», αν αναλογισθούμε το πόσο πιο αποτελεσματική μπορεί ν’ αποδειχθεί στην πράξη η «συλλογική αντίσταση» λόγω του τρόπου με τον οποίο, όπως η ιστορική πορεία έχει καταδείξει, εκδηλώνονται οι ως άνω επιχειρήσεις κατάλυσης του Συντάγματος, καθιστώντας άκρως δυσχερή έως αδύνατη την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους από καθέναν ατομικώς.

α) Αυτή η ευρύτερη «θεσμική» θεώρηση του Δικαιώματος Αντίστασης εμφανίζεται τόσο περισσότερο επιβεβλημένη, όσο η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος -αντίθετα προς τις προγενέστερες αντίστοιχες συνταγματικές διατάξεις που προέβλεπαν ότι η τήρηση του Συντάγματος «αφιερούται» στον πατριωτισμό των Ελλήνων– ορίζει ότι η τήρηση του Συντάγματος «επαφίεται» στον πατριωτισμό των Ελλήνων.

α1) Μια τέτοια «δυναμική» θεώρηση του Δικαιώματος Αντίστασης «σηματοδοτεί», αυτοθρόως, και την «ενεργητική» ισχυροποίησή του. Υπό την έννοια ότι κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος η άσκησή του καθίσταται περισσότερο «επιτακτική» για τον φορέα ή τους φορείς του, σε σημείο ώστε στην δυνατότητα άσκησής του να προστίθεται –και μάλιστα ρητώς κατά την ως άνω διάταξη- μια μορφή «υποχρέωσης» άσκησής του.

α2) Την ερμηνεία αυτή της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος «επιρρωνύει», ιδίως κατά την τελεολογική και την συστηματική της διάσταση, η διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία: «O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων». Πραγματικά, με την διατύπωση αυτή η ως άνω διάταξη συνιστά την κανονιστική sedes materiae της αντίστοιχης υποχρέωσης τήρησης του Συντάγματος που επαφίεται «στον πατριωτισμό των Ελλήνων», κατά την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 120. Και κατ’ ακρίβεια, η «διακηρυκτική» θέσπιση του σεβασμού του Συντάγματος και των νόμων και της αφοσίωσης «στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία» της παρ. 2 «προετοιμάζουν το έδαφος», ερμηνευτικώς, για τον καθορισμό του ουσιαστικού νοήματος της υποχρέωσης τήρησης του Συντάγματος, ως «πυρηνικής» πτυχής του «πατριωτισμού» των Ελλήνων κατά την ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 120.

β) Βεβαίως, και πάντοτε κατά το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, η υποχρέωση αυτή δεν είναι «πλήρης», δηλαδή δεν απολήγει στην θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής άσκησης του Δικαιώματος Αντίστασης, με ανάλογες κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης μιας τέτοιας υποχρέωσης.

β1) Κατά τούτο, και ως προς το σκέλος της «υποχρέωσης» που αφορά την άσκηση του Δικαιώματος Αντίστασης, η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος δεν αντιστοιχεί σε μια πραγματική «lex perfecta», ήτοι σε «πλήρη» κανόνα δικαίου. Αλλά σε μια μορφή «lex minus quam perfecta», με έντονα τα χαρακτηριστικά της «κατευθυντήριας διάταξης». Η οποία έτσι καθιερώνει κανονιστικώς ένα είδος «επιτακτικής προτροπής» προς αντίσταση έναντι οιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα διά της βίας.

β2) Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, με την πρόβλεψη μιας τέτοιας μορφής «υποχρέωσης αντίστασης», προσθέτει στο Δικαίωμα Αντίστασης και ένα «ηθικώς δέον» σε ό,τι αφορά την τήρηση και την υπεράσπιση του Συντάγματος, συμβάλλοντας ουσιωδώς και στην σταδιακή καλλιέργεια και εμπέδωση μιας «νοοτροπίας αντίστασης». «Νοοτροπίας» σύμφυτης τόσο με την πλήρη κανονιστική υπεροχή του Συντάγματος έναντι των λοιπών κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης, όσο και με τον, οπωσδήποτε συνακόλουθο, αυστηρό χαρακτήρα του.

3. Το Δικαίωμα Αντίστασης, ως δικαίωμα ρυθμιζόμενο από συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις, ασκείται μέσα στα όρια που προσδιορίζουν οι διατάξεις αυτές. Άρα ασκείται μέσα στα όρια του ρυθμιστικού πλαισίου της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος και μόνο προς αποτροπή της κατάλυσης του Συντάγματος διά της βίας. Γεγονός που σημαίνει, περαιτέρω, και ότι η άσκησή του προϋποθέτει πλήρη σεβασμό τόσο της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας όσο και της Δημοκρατικής Αρχής. Εξ αυτών συνάγεται και ότι:

α) Προκαταρκτικώς τονίζεται ότι πρωτεύουσα και ιδιάζουσα ερμηνευτική σημασία για την κανονιστική οριοθέτηση του Δικαιώματος Αντίστασης έχει η διατύπωση εκείνη της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία διευκρινίζει με σαφήνεια ότι το δικαίωμα τούτο αναγνωρίζεται σε καθένα και όλους μαζί τους Έλληνες προκειμένου ν’ αντιστέκονται με κάθε μέσο «εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει με βία» το Σύνταγμα. Και κύριο «μέτρο» για την ως άνω ερμηνευτική «πρόσληψη» της προμνημονευόμενης διάταξης είναι η θεσμική και κανονιστική υπόσταση από την μια πλευρά της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και, από την άλλη πλευρά, της Δημοκρατικής Αρχής. Ειδικότερα:

α1) Το Δικαίωμα Αντίστασης, και υπό την εκδοχή του αμιγώς ατομικού δικαιώματος και υπό την εκδοχή της «πρόσθετης» σε αυτό υποχρέωσης, επιτρέπεται -ή και επιβάλλεται, όσο επιβάλλεται- ν’ ασκηθεί εναντίον όσων επιχειρούν την κατάλυση του Συντάγματος «με τη βία». Δηλαδή με πραξικοπηματικά και άλλα εξωθεσμικά μέσα, τα οποία ουδόλως ρυθμίζονται από το Σύνταγμα και από σύμφωνες με αυτό διατάξεις. Όπως είναι κατά κύριο λόγο τα μέσα που, κατ’ αποτέλεσμα, στρέφονται ευθέως και απροκαλύπτως εναντίον της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής, με βασικό στόχο την ουσιαστική κανονιστική παράκαμψή τους ή και την πλήρη κανονιστική αποδυνάμωσή τους, είτε για την επιβολή lato sensu δικτατορικού καθεστώτος είτε και για την επικράτηση μιας μορφής «διαλυτικής» των θεσμών αναρχίας.

α2) Όλως αντιθέτως, το κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος Δικαίωμα Αντίστασης δεν μπορεί να «ενεργοποιηθεί» όταν πρόκειται για οιασδήποτε μορφής «συνταγματική αλλαγή», η οποία επέρχεται υπό τους συνταγματικώς προβλεπόμενους ή και ανεκτούς όρους, άρα με πλήρη σεβασμό της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής. Πρόκειται για τους όρους οι οποίοι εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, ακόμη και της πιο ευρείας, εφόσον συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος. Ή και εφόσον συντελείται κατά praeter constitutionem -ουδέποτε όμως και κατ’ ουδένα τρόπο κατά contra constitutionem– ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, πάντοτε όμως, όπως τονίσθηκε προηγουμένως, με πλήρη σεβασμό και τήρηση της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής. Επομένως εφόσον συντελείται μέσα στο πλαίσιο της lato sensu αναθεώρησης του Συντάγματος και δίχως υπέρβαση των ακραίων ορίων της. Ένα τέτοιο παράδειγμα καθ’ όλα επιτρεπτής, θεσμικώς και κανονιστικώς, αλλαγής ακόμη και των ρυθμίσεων του Συντάγματος που αφορούν την μορφή, όχι όμως και την βάση, του Πολιτεύματος -με την απαραίτητη διευκρίνηση ότι η αλλαγή αυτή συντελέσθηκε υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1952 κατά το «μεσοδιάστημα» έως την θέσπιση του νέου Συντάγματος και δεν είναι, κατ’ ουδένα τρόπο, πλέον επιτρεπτή υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος, σύμφωνα με την ρητή και «αδιάστικτη» απαγόρευση αναθεώρησης των διατάξεών του εκείνων οι οποίες αφορούν την μορφή του Πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, κατά την διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1- συνιστά το δημοψήφισμα του 1974. Το οποίο προκηρύχθηκε -δοθέντος ότι η επαναφορά σε ισχύ του Συντάγματος του 1952 είχε γίνει με την ρητή εξαίρεση των διατάξεών του ως προς την μορφή του Πολιτεύματος, κατά τις προβλέψεις της Συντακτικής Πράξης της 1ης Αυγούστου 1974- την 22α Νοεμβρίου 1974 (ΦΕΚ Α΄353). Και διεξήχθη την 8η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους με πλήρη σεβασμό της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής, μέσω δε αυτού το Πολίτευμα της «Βασιλευομένης Δημοκρατίας» αντικαταστάθηκε από εκείνο της “Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας».

β) Επέκεινα, το Δικαίωμα Αντίστασης κατ’ ουδένα τρόπο συμπεριλαμβάνει εντός του «δικαιωματικού πυρήνα» του και ένα «δικαίωμα επανάστασης». Άρα το Δικαίωμα Αντίστασης, κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, δεν είναι επιτρεπτό ν’ ασκηθεί «ἐπαναστατικῷ δικαίῳ» και με στόχο την ανατροπή της «υφιστάμενης συνταγματικής τάξης» με την πολλαπλώς ενισχυμένη δημοκρατική νομιμοποίηση. Με άλλες λέξεις το Δικαίωμα Αντίστασης δεν μπορεί ν’ ασκηθεί κατά το Σύνταγμα με στόχο την «αθέμιστη» επέλευση οιασδήποτε μορφής «επαναστατικής αλλαγής».

γ) Ο τρόπος με τον οποίο η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος θεσμοθετεί το Δικαίωμα Αντίστασης «θεραπεύει» πολλές από τις «παθογένειες» του παρελθόντος. Ιδίως δε εκείνες, οι οποίες προέκυψαν ύστερα από πραξικοπήματα που είχαν προκαλέσει και ορισμένα μεγάλα νομικά ζητήματα. Ακριβέστερα, και πάντα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος:

γ1) Η επικράτηση ενός καθεστώτος διά της ισχύος και κατά κατάλυση του Συντάγματος και της αντίστοιχης συνταγματικής τάξης κατ’ ουδένα τρόπο δημιουργεί «δίκαιο». Κατά νομική λογική ακολουθία, το προκλητικώς αντιδημοκρατικό «δόγμα» «επανάστασις επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιο» ανήκει, άπαξ διά παντός, σ’ ένα σκοτεινό και μακρινό παρελθόν. Την ερμηνεία αυτή της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος ενισχύει καταλυτικώς και η διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του ίδιου άρθρου αναφορικά με την θεσμική «θωράκιση» της Λαϊκής Κυριαρχίας έναντι των σφετεριστών της, σύμφωνα με την οποία: «Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος».

γ2) Εξ αυτού προκύπτει και ότι κάθε άλλη πράξη αντίστασης των φορέων του κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος Δικαιώματος Αντίστασης, με σκοπό την μη εφαρμογή διατάξεων που είναι ενδεχόμενο να επιβληθούν από οιασδήποτε μορφής δικτατορικό καθεστώς, είναι απολύτως νόμιμη και οι κυρώσεις που είναι επίσης ενδεχόμενο να έχουν επιβληθεί εν προκειμένω είναι παντελώς ανυπόστατες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Αν δε έχουν παραχθεί εν τω μεταξύ τέτοια αποτελέσματα, αυτά μετά την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης ανατρέπονται νομικώς και με αναδρομική ισχύ, ως προς όλες τους τις συνέπειες.

δ) Το Δικαίωμα Αντίστασης διαφέρει σαφώς από την λεγόμενη «πολιτική ανυπακοή». Και τούτο διότι η τελευταία αφορά την «δυναμική» αμφισβήτηση της νομιμότητας διατάξεων, οι οποίες έχουν θεσπισθεί μέσω κανόνων δικαίου υποδεέστερης τυπικής ισχύος έναντι των διατάξεων του Συντάγματος. Ενώ το Δικαίωμα Αντίστασης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ενεργοποιείται αποκλειστικώς και μόνο προς αντιμετώπιση των ενεργειών όσων επιχειρούν να καταλύσουν το Σύνταγμα διά της βίας.

4. Ως «εγγύηση τήρησης του Συντάγματος», κατά τ’ ανωτέρω, το Δικαίωμα Αντίστασης σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος μπορεί και πρέπει να συνδυάζεται ως προς την άσκησή του και με τις λοιπές ανάλογες «εγγυητικές» ρυθμίσεις του Συντάγματος. Και οπωσδήποτε με την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος η οποία, στο πλαίσιο των ευρύτερων εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των λειτουργών της Δικαστικής Εξουσίας, ορίζει τα εξής: «Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος». Όμως ως προς την ένταση και τα όρια του προμνημονευόμενου συνδυασμού μεταξύ τέτοιων συναφών συνταγματικών ρυθμίσεων παρατηρούνται τ’ ακόλουθα:

α) Πριν απ’ όλα η διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, υπό το συγκεκριμένο κανονιστικό της περιεχόμενο, συνιστά «θεμέλιο» και για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων –αλλά και όλων των υποδεέστερης τυπικής ισχύος, σε σχέση μ’ εκείνη του Συντάγματος, διατάξεων της Έννομης Τάξης- εκ μέρους των λειτουργών της Δικαστικής Εξουσίας. Λειτουργών, οι οποίοι ασκούν την δικαιοδοσία τους «θωρακισμένοι» με τις εγγυήσεις της κατά το Σύνταγμα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Βεβαίως, ο κατά τ’ ανωτέρω δικαστικός έλεγχος που αφορά την τήρηση του Συντάγματος «θεμελιώνεται» πρωτίστως στην συνταγματικώς καθιερωμένη κανονιστική ιεραρχία της Έννομης Τάξης. Ιεραρχία η οποία, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, ως προς τις κανονιστικές της διαστάσεις χαρακτηρίζεται ιδίως εκ του ότι «βάση» αλλά ταυτοχρόνως και «κορυφή» της Έννομης Τάξης είναι αυτό τούτο το Σύνταγμα. Και τούτο διότι από τις διατάξεις του Συντάγματος απορρέει η ιεραρχική θέση όλων των λοιπών κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης.

β) Ως προς την κατά την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος υποχρέωση των δικαστικών λειτουργών να μην συμμορφώνονται «με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος» διευκρινίζονται και τα εξής:

β1) Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από το γράμμα και το πνεύμα της, δεν καθιερώνει ένα ιδιαίτερο «δικαίωμα αντίστασης» των δικαστικών λειτουργών, ανάλογο μ’ εκείνο που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος. Με την έννοια ότι δεν θεσπίζει ένα «γνήσιο» Δικαίωμα Αντίστασης υπέρ των δικαστικών λειτουργών αλλά, όλως αντιθέτως, θεσμοθετεί μια υποχρέωσή τους σύμφυτη με την άσκηση του δικαιοδοτικού τους λειτουργήματος. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά το Σύνταγμα –ιδίως δε κατά τις διατάξεις των άρθρων 87 επ.- δεν νοείται άσκηση δικαιώματος εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών κατά την εκπλήρωση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.

β2) Νοείται, πάντοτε κατά το Σύνταγμα, μόνον in concreto άσκηση της δικαιοδοσίας που τους απονέμεται κατά τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις, η οποία μάλιστα θεσπίζεται ως υποχρεωτική. Και αυτό, διότι κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του ο δικαστικός λειτουργός δεν διαθέτει οιασδήποτε μορφής διακριτική ευχέρεια. Αλλά κρίνει, και μάλιστα εν τέλει με δύναμη δεδικασμένου, κατά δέσμια ουσιαστικώς δικαιοδοσία, φυσικά με την κανονιστική ιδιαιτερότητα που εμφανίζει μια τέτοια «δεσμευτικότητα» ακριβώς λόγω της αντίστοιχης ιδιαιτερότητας της δικαστικής απόφασης και του εξ αυτής παραγόμενου δεδικασμένου, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες κατά περίπτωση δικονομικές ρυθμίσεις.

Β. Το Δικαίωμα Αντίστασης από το Σύνταγμα του 1844 έως το Σύνταγμα του 1952

Διευκρινίσθηκε ήδη ότι ιστορική «μήτρα», από την οποία διαμορφώθηκε το βασικό ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 για το Δικαίωμα Αντίστασης -φυσικά με τις πολύ σημαντικές προσθήκες που ολοκλήρωσαν την κανονιστική μορφή του- υπήρξε η διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844. Σύνταγμα το οποίο «παραχωρήθηκε» από τον «ελέω Θεού Βασιλέα της Ελλάδος» Όθωνα, ως «συμβιβασμός» του προς τις απαιτήσεις των «ηγητόρων» της επαναστατικής κίνησης της 3ης Σεπτεμβρίου 1842, και ίσχυσε μέχρι το 1864 ως «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

  1. «Εμπνεόμενο» από τις «ρήτρες» περί των εγγυήσεων τήρησης του Συντάγματος, οι οποίες προϋπήρχαν σε σχετικά Ψηφίσματα που συμπλήρωναν το κείμενο τόσο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» του 1823 (Σύνταγμα του Άστρους) όσο και του οριστικού «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», του 1827 (Σύνταγμα της Τροιζήνας) -για τα οποία θα γίνει λόγος εκτενέστερα στην συνέχεια- το άρθρο 107 του Συντάγματος του 1844, μ’ εξαιρετικά λακωνικό τρόπο, όριζε τα εξής: «Ἡ τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων».

α) Ουδεμία όμως άλλη, πρόσθετη, εγγύηση υπήρχε στο Σύνταγμα αυτό για την προοπτική άσκησης ενός κανονιστικώς ολοκληρωμένου Δικαιώματος Αντίστασης σε περίπτωση επιχείρησης κατάλυσής του δια της βίας. Είναι φανερό ότι η νοοτροπία αυτή των συντακτών του όλου κειμένου του Συντάγματος του 1844 εξηγείται από την ίδια την θεσμική του φύση, και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι ήταν προϊόν «παραχώρησης» προς τον Ελληνικό Λαό από τον «ελέω Θεού Βασιλέα της Ελλάδος», τον Όθωνα.

β) Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, σε ό,τι αφορά την ως άνω θεσμική φύση του Συντάγματος του 1844, ότι στο προοίμιό του (άρ. 2) αναφέρεται ρητώς πως ο Όθων έκανε σημαντικές παρεμβάσεις και παρατηρήσεις επί του σχεδίου του Συντάγματος τούτου πριν από την ψήφισή του εκ μέρους της Εθνοσυνέλευσης, οι οποίες έγιναν «μετ’ ευχαριστιών» δεκτές από αυτή (άρ. 3). Ενώ στην συνέχεια του ίδιου προοιμίου (άρ. 4) αναφέρεται, επίσης ρητώς, ότι αφενός ο Όθων «απεδέχθη τας παρ’ αυτής εκφρασθείσας ευχάς» και, αφετέρου, το Σύνταγμα του 1844 «συνωμολογήθη» μεταξύ αυτού «και των πληρεξουσίων του Έθνους».

2. Κατά τρόπο μάλλον «παράδοξο» η διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844, αναφορικά με το «πρωτόλειο» Δικαίωμα Αντίστασης το οποίο θέσπιζε, «υιοθετήθηκε» αυτούσια από τα μεταγενέστερα Συντάγματα μολονότι αυτά είχαν πια αποκτήσει πολύ πιο δημοκρατικά χαρακτηριστικά και, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν «Συντάγματα κατά παραχώρηση». Κάτι το οποίο προκύπτει, μεταξύ άλλων, και εκ του ότι σε όποιες περιπτώσεις τα Συντάγματα αυτά ίσχυσαν υπό το καθεστώς της Βασιλείας, ο επικεφαλής του Κράτους αναφερόταν όχι πλέον ως «Βασιλεύς της Ελλάδος» -όπως συνέβαινε με το Σύνταγμα του 1844- αλλά ως «Βασιλεύς των Ελλήνων».

α) Ειδικότερα δε η ως άνω διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 υιοθετήθηκε αυτούσια:

α1) Από το Σύνταγμα του 1864, ως άρθρο 107.

α2) Από το Σύνταγμα του 1911, ως άρθρο 111.

α3) Από το Σύνταγμα του 1927, ως άρθρο 127.

α4) Και από το Σύνταγμα του 1952, ως άρθρο 114.

β) Από την ιστορική αναδρομή που προηγήθηκε, ως προς την πορεία της θεσμικής και κανονιστικής εξέλιξης του Δικαιώματος Αντίστασης από την διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 έως την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975, «αποκαλύπτονται» ευχερώς τα στοιχεία εκείνα τα οποία αναδεικνύουν τον σαφώς ολοκληρωμένο, όπως ήδη επισημάνθηκε, ρυθμιστικό «πυρήνα» της τελευταίας. Συμπερασματικώς λοιπόν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, σε σχέση με τις προγενέστερες εν προκειμένω συνταγματικές ρυθμίσεις, η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 έχει «εμπλουτίσει», μέσω της κανονιστικής «διορατικότητας» των συντακτών της, τα θεσμικά χαρακτηριστικά του Δικαιώματος Αντίστασης προεχόντως με τα εξής στοιχεία, τα οποία άλλωστε έχουν αναδειχθεί και στο πλαίσιο των σκέψεων που προεκτέθηκαν:

β1) Η αντικατάσταση του όρου «αφιερούται» με τον όρο «επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων» ενέχει προδήλως τ’ αναγκαία «ενεργητικά», και κατά τούτο «δυναμικά», στοιχεία για την πλήρη άσκηση του Δικαιώματος Αντίστασης εντός του κανονιστικού πλαισίου μιας πραγματικής «lex perfecta». Πολλώ μάλλον όταν ο όρος «επαφίεται» αιτιολογεί καταλλήλως και την καθιέρωση μιας μορφής «υποχρέωσης αντίστασης» -πάντοτε με τις διευκρινίσεις που ήδη παρατέθηκαν στον οικείο τόπο- όπως αυτή θεσπίζεται και στην συνέχεια της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος.

β2) Τέλος, το ρυθμιστικό πλαίσιο της άσκησης του Δικαιώματος Αντίστασης ολοκληρώνεται καθοριστικώς μέσω της λακωνικής, πλην όμως άκρως περιεκτικής, κανονιστικής οριοθέτησης του όρου «επαφίεται», όπως επισημάνθηκε αμέσως προηγουμένως. Και τούτο, διότι η ως άνω οριοθέτηση «συμπλέει» με τον κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος θεσπισμένο σκοπό της άσκησης του Δικαιώματος Αντίστασης. Δηλαδή τον σκοπό της εκ μέρους του φορέα ή των φορέων του Δικαιώματος τούτου προβολής αντίστασης, και δη με κάθε συνταγματικώς επιτρεπτό μέσο, «εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει με τη βία».

Γ. Το Δικαίωμα Αντίστασης στο πλαίσιο των σχετικών ρυθμίσεων των προ του 1830 Ελληνικών Συνταγμάτων

Η τεκμηριωμένη ιστορική έρευνα αποδεικνύει ότι σταθερή και αδιαπραγμάτευτη ήταν η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Αγωνιζόμενων -καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ήτοι τόσο στο πλαίσιο του ένοπλου αγώνα όσο και στο πλαίσιο του αγώνα με κάθε διαθέσιμο πνευματικό ή άλλο παρεμφερές μέσο- Ελλήνων όχι μόνο ν’ απελευθερωθεί το επί τέσσερις αιώνες υπόδουλο, υπό τον οθωμανικό ζυγό, Ελληνικό Έθνος και να καταστεί η Ελλάδα ανεξάρτητο και αυτόνομο Έθνος-Κράτος.

  1. Αλλά και ν’ αποκτήσει το Κράτος αυτό -το «Νεότερο Ελληνικό Κράτος»– ευθύς εξ αρχής θεσμικές βάσεις Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και κατοχύρωσης των θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την θέσπιση ολοκληρωμένου Συντάγματος εφαρμοζόμενου στα εν τω μεταξύ απελευθερωμένα εδάφη της τότε Επικράτειας.

α) Ήταν δε τέτοια η ισχύς αυτής της και θεσμικώς προσανατολισμένης βούλησης των Αγωνιζόμενων Ελλήνων, ώστε αρκετά χρόνια πριν την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους -το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου- μέσω διαδοχικών Εθνικών Συνελεύσεων θέσπισαν Συντάγματα «μεσούσης» της «επαναστατικής περιόδου». Και τούτο, προκειμένου να θεμελιώσουν και πάνω σε όσο το δυνατόν πιο στέρεες θεσμικές «αντηρίδες» τον Αγώνα για την ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821, ενισχύοντας έτσι και το αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων ως προς την προοπτική άμεσης «αποτίναξης» του οθωμανικού ζυγού. Αυτό είναι, σε τελική ανάλυση, το όλο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε, ταχύτατα, αυτό το οποίο έχει συμβολικώς χαρακτηρισθεί ως «ο συνταγματισμός των Ελλήνων» ήδη από τις απαρχές της Εθνεγερσίας του 1821.

β) Τα προμνημονευόμενα, «επαναστατικά» όπως αποκλήθηκαν, εφαρμοσθέντα Συντάγματα, ήταν:

β1) Πρώτον, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», το οποίο θέσπισε η Α΄ Εθνική Συνέλευση, το 1822.

β2) Δεύτερον, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» ή «Νόμος της Επιδαύρου», το οποίο θέσπισε η Β΄ Εθνική Συνέλευση, το 1823.

γ) Και, τρίτον, το οριστικό «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το οποίο θέσπισε η Γ΄ Εθνική Συνέλευση, το 1827.

2. Ο «συνταγματισμός» των Ελλήνων εκείνης της περιόδου αναδεικνύεται, μ’ εμφατική μάλιστα ενάργεια, και εκ του ότι οι κατά τα προεκτεθέντα Εθνικές Συνελεύσεις όχι μόνο θέσπισαν πλήρη κανονιστικώς και σαφώς προοδευτικά, από δημοκρατική έποψη, Συντάγματα. Αλλά φρόντισαν να «θωρακίσουν» τα Συντάγματα αυτά και με ορισμένες εγγυήσεις για την τήρησή τους. Και μάλιστα εγγυήσεις οι οποίες προοιωνίζονταν σαφώς, σε ό,τι αφορά τις ειδικότερες εγγυήσεις τήρησης του θεσπιζόμενου Συντάγματος, από την μια πλευρά το μετέπειτα «Δικαίωμα Αντίστασης» υπό την μορφή που αναλύθηκε προηγουμένως. Και, από την άλλη πλευρά, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ο οποίος καταδεικνύει τον «αυστηρό» χαρακτήρα των Συνταγμάτων αυτών, ιδίως μέσω των προβλέψεων που όριζαν ότι το Σύνταγμα δεν μπορεί να τροποποιηθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις υποδεέστερης τυπικής ισχύος, τις οποίες μπορούσαν να θεσπίσουν κυρίως η Νομοθετική Εξουσία και η Εκτελεστική Εξουσία. Τέτοιες εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος θέσπιζαν:

α) Πρώτον, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» («Νόμος της Επιδαύρου») του 1823, δια του Ψηφίσματος της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης (άρ. 19 των Πρακτικών), το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του Συντάγματος τούτου. Κατ’ ακρίβεια, το προμνημονευόμενο Ψήφισμα όριζε, μεταξύ άλλων:

α1) «α΄ Τὸ Προσωρινὸν Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὸ ὄνομα, Νόμος τῆς Ἐπιδαύρου, ἀναγνωριζόμενον εἰς τὸ ἑξῆς, ἀφιερώνεται εἰς τὴν εὔνοιαν τῶν λαῶν, καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν παντὸς Ἕλληνος, διὰ νὰ ἐνεργῆται καθ’όλην τὴν ἔκτασιν.» Όπως ευθέως προκύπτει από την διάταξη αυτή τότε φαίνεται να θεσπίζεται, για πρώτη φορά στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, ένα «Δικαίωμα Αντίστασης» που η άσκησή του συνιστά μια μορφή εγγύησης της τήρησης του Συντάγματος, υπό την έννοια του πλήρους σεβασμού του και της επέκεινα πλήρους εφαρμογής του. Επιπλέον ο όρος «αφιερώνεται», που περιλαμβάνεται στο κείμενο της διάταξης αυτής υπήρξε, δίχως αμφιβολία, «οδηγός» για την κατά τα ως άνω διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 -κατά την οποία η τήρηση του Συντάγματος «αφιερούται» στον πατριωτισμό των Ελλήνων- που, όπως ήδη επισημάνθηκε, ήταν και η «αφετηρία» για την έκτοτε ρητή κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης σε όλα, ανεξαιρέτως, τα μεταγενέστερα Συντάγματά μας.

α2) «β΄ Ἐπ’ οὐδεμίᾳ προφάσει καὶ περιστάσει δύναται ἡ Διοίκησις νὰ νομοθετήσῃ ἐναντίον εἰς τὸν παρὸν Πολίτευμα». Η διάταξη αυτή «ενισχύει» ρυθμιστικώς την προηγούμενη ως εγγύηση τήρησης του Συντάγματος. Και τούτο ιδίως διότι κατοχυρώνει, ανενδοιάστως και αδιακρίτως, την αρχή της υπεροχής της τυπικής ισχύος του Συντάγματος έναντι των λοιπών κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης και, επέκεινα, έστω και εμμέσως αποσαφηνίζει κανονιστικώς τον «αυστηρό» χαρακτήρα του Συντάγματος. Με άλλες λέξεις, η διάταξη αυτή μάλλον πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη ρύθμιση στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία η οποία καθιέρωσε, ως εγγύηση τήρησης του Συντάγματος, την κανονιστικώς θεμελιώδη αρχή του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, και δη ως ευθεία συνέπεια του «αυστηρού» χαρακτήρα του Συντάγματος. Μια αρχή η οποία «μεταφυτεύθηκε» σταδιακώς, με ολοένα και πληρέστερες διατάξεις, σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματά μας, με «κολοφώνα» τις ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1975, για τις οποίες έγινε λόγος προηγουμένως.

β) Δεύτερον, το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος» («Σύνταγμα της Τροιζήνας») του 1827, δια του Ψηφίσματος της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης (άρ ΙΕ΄ του «κώδηκος των ψηφισμάτων»), που και αυτό -όπως και το Ψήφισμα της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης κατά τα αμέσως πιο πάνω εκτεθέντα- αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του ως άνω Συντάγματος. Ας σημειωθεί δε ότι το Ψήφισμα αυτό της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης, μ’ ελάχιστες και καθαρώς διευκρινιστικές αλλαγές, επαναλάμβανε σχεδόν αυτούσιες τις κατά τ’ ανωτέρω «εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος» του Ψηφίσματος της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης:

β1) Για το «Δικαίωμα Αντίστασης»: «Α΄ Τὸ αὐτὸ πολίτευμα, ὑπὸ τ’ ὄνομα, Πολιτικὸν σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, ἀναγνωριζόμενον ἐφεξῆς ἀφιεροῦται εἰς τὴν πίστιν τῆς Βουλῆς, τοῦ Κυβερνήτου καὶ τοῦ Δικαστικοῦ, διὰ νὰ διατηρῆται ἐν ἀκριβείᾳ, ἀφιεροῦται εἰς τὴν εὔνοιαν τῶν λαῶν, καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν παντὸς Ἕλληνος, διὰ νὰ ἐνεργῆται καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν.»

β2) Και για την «ρήτρα» του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ως συνέπειας του «αυστηρού» χαρακτήρα του Συντάγματος: «Β΄ Ἐπ’ οὐδεμίᾳ προφάσει καὶ περιστάσει δύναται ἡ Βουλή, ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ νομοθετήσῃ ἢ νὰ ἐνεργήσῃ τί ἐναντίον εἰς τὸ παρὸν πολιτικὸν σύνταγμα“.

ΙΙ. Ένας «προπομπός» του Δικαιώματος Αντίστασης στο θεσμικό πλαίσιο της «Αθηναίων Πολιτείας» υπό το καθεστώς της Άμεσης Δημοκρατίας

Τίθεται, περαιτέρω, το ζήτημα αν και κατά πόσον ο κατά τα προεκτεθέντα εξαιρετικά πρώιμος «συνταγματισμός» των, αγωνιζόμενων ακόμη για την άνευ όρων ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους Ελλήνων, αποτελεί την τελική αφετηρία και για τις θεσμικές καταβολές του Δικαιώματος Αντίστασης, όπως τούτο «αποτυπώνεται» σήμερα -μετά την προδιαγραφείσα ιστορική του εξέλιξη- στην διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975. Ή μήπως είναι επιτρεπτό επιστημονικώς -αλλά και από ιστορικονομική έποψη επιβεβλημένο- ν’ αναχθούμε και σε πολύ προγενέστερη εποχή, πάντα με οδηγό την οιονεί εκ φύσεως «προσήλωση» των Ελλήνων στους θεσμούς, και κυρίως τους πολιτειακούς, προεχόντως μέσω της ενεργού «προσήλωσής» τους στην έννοια της Δημοκρατίας εν γένει. Υπ’ αυτό το ερευνητικό «πρίσμα» επιχειρείται στην συνέχεια η θεμελίωση και τεκμηρίωση της θέσης ότι, φυσικά υπό συγκεκριμένες μεθοδολογικές, και όχι μόνο, προϋποθέσεις, το υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα Δικαίωμα -και η σύμφυτη με αυτό υποχρέωση- Αντίστασης υπέρ των πολιτειακών θεσμών και υπέρ των αυξημένης τυπικής ισχύος κανόνων δικαίου που τους εμπεδώνουν στην πράξη κανονιστικώς μπορεί ν’ αναζητηθεί στο θεσμικό πλαίσιο της «Αθηναίων Πολιτείας», εντός του αντίστοιχου τότε θεσμικού πλαισίου της Άμεσης Δημοκρατίας. Και πιο συγκεκριμένα στον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων», ο οποίος εμφανίζεται ως το πιο αντιπροσωπευτικό εν προκειμένω -μεταξύ άλλων κειμένων της ίδιας περιόδου εναντίον των τυράννων και της τυραννίας- κείμενο με αξιόλογο κανονιστικό περιεχόμενο.

Α. Ο «Όρκος των Αθηναίων Εφήβων» και οι αναφορές του στο Δικαίωμα Αντίστασης

Ο «Όρκος των Αθηναίων Εφήβων» ή «ο  της Αγραύλου Εφήβων Όρκος»  ή «ο των Εφήβων Όρκος» ήταν ο όρκος που έδιναν οι Αθηναίοι έφηβοι κατά την ενηλικίωσή τους, «όταν έπαιρναν τα όπλα».

  1. Πραγματικά οι νέοι Αθηναίοι, όταν έφθαναν στην ηλικία των 18 ετών, έπρεπε να υπηρετήσουν στρατιώτες για δύο χρόνια. Σ’ επίσημη τελετή παρουσιάζονταν στην  Εκκλησία του Δήμου στην Πνύκα, αναγράφονταν στους καταλόγους των πολιτών («Ληξιαρχικόν Γραμματείον») και εξοπλίζονταν με ένα δόρυ και με μια ασπίδα. Κατόπιν, ένοπλοι ανέβαιναν στην Ακρόπολη και κρατώντας ασπίδα έδιναν, στο Ιερό της Αγραύλου, τον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων». Αυτό τον όρκο, τον οποίο ορισμένοι απέδωσαν στον Σόλωνα, «διέσωσε» ο Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός Λυκούργος (390-324 π.Χ.) -που «συμπορεύθηκε» με τον Δημοσθένη και με τον Υπερείδη ως μέλος της «αντιμακεδονικής μερίδας»- στον δικανικό του λόγο «Κατά Λεωκράτους» (77), περί το 331 π.Χ. ή λίγο αργότερα. Ο ίδιος όρκος αναφέρεται και από τον Δημοσθένη, στον δικανικό του λόγο «Περί της Παραπρεσβείας» (303) -περί το 344 π.Χ.- καθώς και από τον Αριστοτέλη, στην «Αθηναίων Πολιτεία» (42).

2. Το κείμενο του Όρκου των Αθηναίων Εφήβων έχει ως εξής: «Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ, οὐδ‘ ἐγκαταλείψω τὸν παραστάτην ὅτῳ ἂν στοιχήσω· ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν. Καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάσσω παραδώσω, πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι. Καὶ εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων ἐμφρόνως καὶ τοῖς θεσμοῖς τοῖς ἰδρυμένοις πείσομαι καὶ οὕστινας ἂν ἄλλους τὸ πλῆθος ἰδρύσηται ὁμοφρόνως·καὶ ἂν τις ἀναιρῇ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται οὐκ ἐπιτρέψω, ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν. Καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω. Ί̋στορες τούτων Ἄγλαυρος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη.» («Δεν θα ντροπιάσω τα όπλα τα ιερά, ούτε θα εγκαταλείψω το συμμαχητή μου, με οποιονδήποτε κι αν στοιχηθώ στην πολεμική γραμμή. Θα αμυνθώ και για τα ιερά και τα όσια και μόνος και μαζί με πολλούς. Και την πατρίδα δεν θα παραδώσω μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη απ’ όση την παρέλαβα. Και θα υπακούσω πρόθυμα σε αυτούς που δικάζουν κάθε φορά και θα πολιτεύομαι σύμφωνα με τους καθιερωμένους θεσμούς και σύμφωνα με όσους άλλους ο λαός με κοινή απόφαση θα καθιερώσει. Και σε περίπτωση που κάποιος θα αποπειραθεί να καταλύσει τους θεσμούς ή να μην πειθαρχεί σε αυτούς δεν θα το επιτρέψω, θα αμυνθώ δε και μόνος και μαζί με πολλούς. Και θα τιμήσω τα πατροπαράδοτα ιερά. Μάρτυρες μου γι’ αυτά ας είναι η  Άγλαυρος, Ενυάλιος,  Άρης,  Ζευς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη.»).

Β. Τα χαρακτηριστικά του Δικαιώματος Αντίστασης στον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων».

Όπως καθίσταται προφανές, ο «Όρκος των Αθηναίων Εφήβων» αναφέρεται ευθέως στην υπεράσπιση των θεσμών στην Αρχαία Αθήνα. Οι θεσμοί αυτοί διαμορφώθηκαν ως μια μορφή «αυτοθέσμισης» της «Αθηναίων Πολιτείας» υπό το καθεστώς της Άμεσης Δημοκρατίας και, οπωσδήποτε, με τις θεσμικές και πολιτικές ιδιομορφίες του καθεστώτος τούτου. Ως προς τις ιδιομορφίες αυτές παρατηρούνται τα εξής:

  1. Η πορεία της πολιτειακής οργάνωσης στον ευρύτερο, γεωγραφικώς αλλά και ιστορικώς, χώρο της Δύσης από τότε που «αναδύονται» τα στοιχειώδη δημοκρατικά χαρακτηριστικά της σ’ επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών εν γένει -δηλαδή, κατ’ ουσίαν, από την Ελληνική Αρχαιότητα μ’ επίκεντρο την Αρχαία Αθήνα- αποδεικνύει ότι η Ελευθερία και η Δημοκρατία βαίνουν παραλλήλως. Κατ’ εξοχήν με την έννοια ότι τα, λίγα και δυσδιάκριτα αρχικώς, δημοκρατικά στοιχεία της ως άνω οργάνωσης δομούνται με τρόπο που διευκολύνει την εφαρμογή των αρχών της, lato sensu, Ελευθερίας στην πράξη.

α) Βεβαίως, πρόκειται για μια μακραίωνη εξελικτική διαδικασία, στο διαχρονικό πλαίσιο της οποίας αλλάζουν νόημα και «ωριμάζουν» τόσον η Ελευθερία όσο και η Δημοκρατία, έως ότου φθάσουμε στην σύγχρονη εποχή της θεσμικής υπόστασης της Ελευθερίας την οποία εγγυάται η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Την πιο «εύγλωττη» αφετηρία της παράλληλης εξέλιξης Ελευθερίας και Δημοκρατίας, προς την κατεύθυνση της οργάνωσης και λειτουργίας των υπό την ευρεία του όρου έννοια πολιτειακών θεσμών, συναντάμε στον Θουκυδίδη. Και κατ’ ακρίβεια στον «Επιτάφιο του Περικλέους» (2.37), με «σημείο αναφοράς», κατά τα προεκτεθέντα, την Αρχαία Αθήνα.

β) Απευθυνόμενος προς τους Αθηναίους ο Περικλής αναλύει εισαγωγικώς την «Αθηναίων Πολιτεία». Ήτοι το πολίτευμα της Αρχαίας Αθήνας με βάση τις δημοκρατικές του συνιστώσες, πάντοτε στο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο της Άμεσης Δημοκρατίας: «Καὶ τό ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ’ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται» («Και το πολίτευμά μας καλείται δημοκρατία επειδή δεν ανατίθεται στα χέρια των λίγων αλλά των πολλών» (2.37.1) ). Αμέσως μετά ο Περικλής αναφέρεται στο πώς η Ελευθερία -φυσικά με τα μέτρα και τα δεδομένα της εποχής εκείνης- εντάσσεται στο πεδίο της δημοκρατικής οργάνωσης των πολιτειακών θεσμών: «’Ελευθέρως δέ τά τε πρός τό κοινόν πολιτεύομεν καί ἐς τήν πρός ἀλλήλους τῶν καθ’ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν». («Πολιτευόμαστε δε διαπνεόμενοι από πνεύμα ελευθερίας όχι μόνο στον δημόσιο βίο αλλά και στις καθημερινές μας σχέσεις και συναλλαγές» (2.37.2) ).

  1. Το παράδειγμα της παραδοσιακής Άμεσης Δημοκρατίας, αναλυόμενο κυρίως με βάση το καθεστώς της Αρχαίας Αθήνας- μολονότι τα πρώτα σπέρματα της Άμεσης Δημοκρατίας τα συναντάμε στην Ιωνία, π.χ. στην Μίλητο, για τα οποία όμως δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ενδελεχέστερης μελέτης, ή τουλάχιστον στοιχεία ανάλογα μ’ εκείνα που διαθέτουμε για την Αρχαία Αθήνα και τις μετέπειτα αποικίες της- επιβεβαιώνει την αλήθεια του γεγονότος ότι η τότε «σύμπραξη» Ελευθερίας και Δημοκρατίας διαδραμάτισε ουσιώδη ρόλο στον πολιτειακώς κατάλληλο θεσμικό «εξοπλισμό» της «Αθηναίων Πολιτείας». Οπωσδήποτε όμως με την διευκρίνιση ότι στην εν προκειμένω Άμεση Δημοκρατία η Ελευθερία ουσιαστικώς εξαντλείται «στην συμμετοχή στα κοινά» παίρνοντας, σχεδόν αποκλειστικώς, τα χαρακτηριστικά της «Πολιτικής Ελευθερίας».

α) Μια τέτοια συμμετοχή ήταν εφικτή κυρίως λόγω των εδαφικών και πληθυσμιακών δεδομένων της Πόλης-Κράτους, πολλώ μάλλον όταν η κείμενη τότε νομοθεσία επιφύλασσε την κατά τ’ ανωτέρω συμμετοχή όχι σε όλους, αλλά μόνο στον περιορισμένο αριθμό εκείνων στους οποίους είχε επιφυλαχθεί το «προνόμιο» του πολίτη. Αυτή η ενεργός «συμμετοχική» παρέμβαση των πολιτών της «Αθηναίων Πολιτείας» επικεντρωνόταν, σχεδόν αποκλειστικώς, στην μέσω της lato sensu νομοθετικής διαδικασίας διαμόρφωση της οργάνωσης και λειτουργίας των βασικών θεσμών της. Επισημαίνεται δε μ’ έμφαση ότι μετά την λήψη των αποφάσεων, από τα κατά περίπτωση αρμόδια για την κανονιστική οργάνωση των θεσμών συλλογικά όργανα, η «δημοκρατική» διαδικασία είχε πλήρως εξαντληθεί. Και μάλιστα ανεξαρτήτως από το αν η απόφαση είχε ληφθεί από μια οριακή πλειοψηφία, κάτι όχι και τόσο ασυνήθιστο την εποχή εκείνη. Η μειοψηφία, ως στοιχείο της πολιτειακής οργάνωσης, ήταν άγνωστη στην Άμεση Δημοκρατία. Πολύ περισσότερο άγνωστα ήταν, επέκεινα, οιασδήποτε μορφής «δικαιώματα» της μειοψηφίας.

β) Κατά συνέπεια η Άμεση Δημοκρατία, υπό την προεκτεθείσα μορφή της, οδηγούσε, μάλλον νομοτελειακώς, στην δίχως κανένα πραγματικό έλεγχο «ηγεμονία της πλειοψηφίας». Και εδώ εντοπίζεται ένα σημαντικό μειονέκτημα της τότε Άμεσης Δημοκρατίας, το οποίο υποβάθμιζε τα όποια πλεονεκτήματα συνεπαγόταν η «εκκόλαψη» μιας κάπως ολοκληρωμένης δημοκρατικής οργάνωσης υπό τα σύγχρονα δεδομένα. Διότι ο στοιχειώδης έλεγχος της «πλειοψηφίας» από την «μειοψηφία» είναι οιονεί εξ’ ορισμού συστατικό, κυριολεκτικώς, στοιχείο κάθε μορφής σύγχρονης δημοκρατικής οργάνωσης. Δίχως έναν τέτοιο έλεγχο δεν ήταν νοητό και εφαρμόσιμο στην πράξη π.χ. ακόμη και το δικαίωμα ισηγορίας, σε όλη του την έκταση. Κάτι οπωσδήποτε σημαντικό για την λειτουργία της Δημοκρατίας στην παραδοσιακή Άμεση Δημοκρατία, ως πρώτο δείγμα της Ελευθερίας της έκφρασης, εντελώς άγνωστης στα αυταρχικά καθεστώτα.

  1. Σημαντικό όμως «θεσμικό αντίβαρο» αναφορικά με τα προμνημονευόμενα δικαιώματα κατά την λειτουργία της Άμεσης Δημοκρατίας στην «Αθηναίων Πολιτεία», ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ «πλειοψηφίας» και «μειοψηφίας», ήταν η αναγνώριση, και μάλιστα στο ανώτατο δυνατό κανονιστικώς επίπεδο, του δικαιώματος αλλά και της εντεύθεν εμβληματικής υποχρέωσης των Αθηναίων Πολιτών να υπερασπίζονται, χωρίς όρους και περιορισμούς, τις θεσμικές της «αντηρίδες», όπως αυτές προέκυψαν κατά την ως άνω «νομοθετική παραγωγή» των αρμόδιων συλλογικών πολιτειακών οργάνων.

α) Ιδίως δε τις θεσμικές εκείνες «αντηρίδες», στις οποίες στηρίζονταν οι πολιτειακές «βάσεις» της «Αθηναίων Πολιτείας», όπως διαμορφώθηκαν εξελικτικώς κατά την εφαρμογή στην πράξη της Άμεσης Δημοκρατίας. Για την ουσία και το θεσμικό «μέγεθος» αυτών των «βάσεων» αρκεί η «μαρτυρία» αφενός του Θουκυδίδη στην Ιστορία του -και κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο του «Επιταφίου»- και, αφετέρου, του Αριστοτέλους στην «Αθηναίων Πολιτεία», κατά τα προεκτεθέντα.

β) Την προμνημονευόμενη υποχρέωση και το αντίστοιχο δικαίωμα υπεράσπισης των θεσμών αυτών της «Αθηναίων Πολιτείας», που ανήκαν στους Αθηναίους Πολίτες, περιγράφει, με την ενάργεια των διακριτικών γνωρισμάτων της «imperatoria brevitas», το εξής απόσπασμα του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων», το οποίο τους «προϊδέαζε» για το τι οφείλουν να πράξουν, υπό την μορφή ισοβίου δικαιώματος και διαρκούς υποχρέωσης, αμέσως μετά την ενηλικίωσή τους: «….καὶ τοῖς θεσμοῖς τοῖς ἰδρυμένοις πείσομαι καὶ οὕστινας ἂν ἄλλους τὸ πλῆθος ἰδρύσηται ὁμοφρόνως·καὶ ἂν τις ἀναιρῇ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται οὐκ ἐπιτρέψω, ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν.» («….Θα πολιτεύομαι σύμφωνα με τους καθιερωμένους θεσμούς και σύμφωνα με όσους άλλους ο λαός με κοινή απόφαση θα καθιερώσει. Και σε περίπτωση που κάποιος θα αποπειραθεί να καταλύσει τους θεσμούς ή να μην πειθαρχεί σ΄ αυτούς, δεν θα το επιτρέψω, θ’ αμυνθώ δε και μόνος και μαζί με πολλούς.»)

4. Την αδιαμφισβήτητη ιστορικώς -και όχι μόνο- σημασία της υπεράσπισης των θεσμών, στο πλαίσιο της κατά τ’ ανωτέρω «αυτοθέσμισης» της «Αθηναίων Πολιτείας» με βάση τα προεκτεθέντα εξίσου θεσμικά χαρακτηριστικά του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων», αναδεικνύει με σαφήνεια η «αντίστιξη» προς τον «παιάνα των Σπαρτιατών», τον οποίο οι Σπαρτιάτες μαχητές έψαλλαν «βαδίζοντας» προς την μάχη. Ήτοι σε μια κορυφαία για τους Σπαρτιάτες στιγμή, η οποία «σηματοδοτεί» και τον αμιγώς στρατιωτικό χαρακτήρα της πολιτειακής οργάνωσης της Αρχαίας Σπάρτης.

α) Το κείμενο του «παιάνα» αυτού, όπως περισώθηκε από αρκετά αρχαία κείμενα, έχει ως εξής: «Ἀγετ’, ὦ Σπάρτας εὐάνδρω κῶροι πατέρων πολιατᾶν λαιὰ μὲν ἴτυν προβάλεσθε, δόρυ δ’ εὐτόλμως ἄνχεσθε, μὴ φειδομένοι τᾶς ζωᾶς. Οὐ γὰρ πάτριόν τα Σπάρτα!» («Εμπρός λοιπόν παιδιά πατέρων πολιτών της ευάνδρου Σπάρτης, με το αριστερό χέρι προτάξετε την ασπίδα, και με το δεξί χέρι υψώστε τολμηρά το δόρυ, χωρίς να υπολογίζετε την ζωή σας. Γιατί το να σκέφτεσθε την ζωή σας δεν αρμόζει στις πατροπαράδοτες αρχές και αξίες της Σπάρτης.»)

β) Είναι πρόδηλο ότι από αυτό τον «πολεμικό παιάνα» των Σπαρτιατών απουσιάζει οιαδήποτε αναφορά στην υπεράσπιση των θεσμών. Βαδίζοντας προς την μάχη οι Σπαρτιάτες είχαν ως μόνο μέλημα την υπεράσπιση της «Πατρίδας», της Σπάρτης. Όμως η Αρχαία Σπάρτη στηριζόταν και πολιτειακώς, όπως ήδη σημειώθηκε, σε μια αμιγώς στρατιωτική οργάνωση δίχως ίχνος δημοκρατικής οργάνωσης, και δη οργάνωσης με βάση στοιχειώδη χαρακτηριστικά Άμεσης Δημοκρατίας. Κάτι το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση προς την Αρχαία Αθήνα, στην Αρχαία Σπάρτη δεν ήταν νοητή στην πράξη η προμνημονευόμενη «αυτοθέσμιση» που «κυριαρχούσε» στο πλαίσιο της «Αθηναίων Πολιτείας». Άρα δεν ήταν νοητή κανονιστικώς η αναγνώριση στους Σπαρτιάτες «μαχητές» ενός είδους «δικαιώματος αντίστασης» υπέρ των «πολιτειακών θεσμών», δοθέντος ότι το «θεσμικό στοιχείο» αναλογεί, οιονεί εκ φύσεως, σε έστω και αμυδρώς διαφαινόμενες lato sensu δημοκρατικές βάσεις πολιτειακής οργάνωσης.

5. Ακόμη πιο ευκρινής -αλλά στην περίπτωση αυτή εμφανίζεται ως αναμενόμενη- είναι η απουσία θεσμικών στοιχείων και, επέκεινα, θεσμικών διαστάσεων στον «Όρκο των Ελλήνων» στις Πλαταιές ή «Όρκο των Πλαταιών». Δηλαδή στον «Όρκο», που έδωσαν μάλλον στον Ισθμό της Κορίνθου και με βάση τον οποίο ορκίσθηκαν οι Έλληνες πριν την μάχη των Πλαταιών, τον Αύγουστο του 479 π.Χ. Την μάχη μεταξύ των ενωμένων Ελλήνων, υπό την ηγεσία του Σπαρτιάτη βασιλιά Παυσανία, και των Περσών υπό τον Μαρδόνιο, γαμβρό του Ξέρξη.

α) Επισημαίνεται ότι το περιεχόμενο του «Όρκου των Πλαταιών» δεν μνημονεύεται από τον κυριότερο ιστορικό «μάρτυρα» των Μηδικών Πολέμων, τον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρεται εν εκτάσει και στην Μάχη των Πλαταιών. Επιπροσθέτως, και όπως ήδη σημειώθηκε, αν και εφόσον δόθηκε -αλλά μάλλον δόθηκε, κατά την επικρατέστερη ιστορικώς άποψη- αυτός ο όρκος, τούτο πρέπει να συνέβη στον Ισθμό της Κορίνθου όπου συγκεντρώθηκαν οι Έλληνες -πλην των Θηβαίων- και πήραν την απόφαση σύναψης μεταξύ τους συμφωνίας «κατά βαρβάρων», δηλαδή κατά των Περσών. Μια εκδοχή του «Όρκου των Πλαταιών», πολύ διαφορετική από αυτή που αναφέρεται έως σήμερα ως η πιο πιθανή, σώζεται στην μαρμάρινη στήλη η οποία ανακαλύφθηκε στις Αχαρνές, το 1932.

β) Το κατά την επικρατέστερη εκδοχή, όπως ήδη διευκρινίσθηκε πιο πάνω, κείμενο του «Όρκου των Πλαταιών» έχει ως εξής: «Οὐ ποιήσομαι περὶ πλειονος τὸ ζῆν τῆς ἐλευθερίας. Οὐδὲ ἐγκαταλείψω τοὺς ἡγεμόνας, οὔτε ζῶντας, οὔτε ἀποθανόντας. ἀλλὰ τοὺς ἐν τῇ μάχῃ τελευτήσαντας τῶν συμμάχων ἁπάντας θάψω. καὶ κρατήσας τῷ πολέμῳ τοὺς βάρβαρους,τῶν μὲν μαχεσαμένων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος πόλεων οὐδεμίαν ἀνάστατον ποιήσω. τὰς δὲ τὰ τοῦ βάρβαρου προελομένας ἅπασας δεκατεύσω. καὶ τῶν ἱερῶν ἐμπρησθέντων καὶ καταβληθέντων ὑπὸ τῶν βάρβαρων οὐδὲν ἀνοικοδομήσω παντάπασιν. ἀλλὰ ὑπόμνημα τοῖς ἐπιγιγνομένοις ἐάσω καταλείπεσθαι τῆς τῶν βάρβαρων ἀσεβείας.» («Δεν θα θέσω την ζωή πάνω από την Ελευθερία, ούτε θα εγκαταλείψω τους ηγήτορες, ούτε ζωντανούς ούτε νεκρούς, αλλά εκείνους από τους συμμάχους που θα πέσουν στην μάχη όλους θα τους τιμήσω με την δέουσα ταφή. Και αφού επικρατήσω στον πόλεμο κατά των βαρβάρων, από τις πόλεις που έδωσαν την μάχη υπέρ της Ελλάδας ουδεμία θα καταστρέψω, όμως εκείνες που προτίμησαν να συμμαχήσουν με τον βάρβαρο όλες θα τις καταστήσω φόρου υποτελείς. Και από τα ιερά που πυρπόλησαν και γκρέμισαν οι βάρβαροι ουδένα θ’ ανοικοδομήσω, αλλά θα τα αφήσω να μένουν διαρκώς στην μνήμη των επερχόμενων γενεών ως δείγμα της ασέβειας των βαρβάρων.») H κατά τα προεκτεθέντα απουσία «δέσμευσης» υπεράσπισης των θεσμών στον «Όρκο των Πλαταιών» αιτιολογείται ευχερώς, εκ του ότι στην Μάχη των Πλαταιών ενώθηκαν οι Έλληνες για να πολεμήσουν υπέρ της Ελευθερίας τους τον κοινό εχθρό όλων τους, τους Πέρσες. Άρα δεν ενώθηκαν οι πολίτες μιας Πόλης-Κράτους για να υπερασπισθούν τους θεσμούς της Πόλης τους, σύμφωνα με τους νόμους που είχαν θεσπισθεί για την οργάνωση και λειτουργία των θεσμών αυτών.

Γ. Η διαχρονική κανονιστική εμβέλεια του Δικαιώματος Αντίστασης και υπό το φως αντίστοιχων κανονιστικών δεδομένων του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων»

Όπως καθίσταται -μάλλον επαρκώς- προφανές ένα τέτοιο «Δικαίωμα Αντίστασης» στο πλαίσιο του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων», το οποίο ερείδεται ευθέως στην αντίστοιχη «υποχρέωση αντίστασης» υπέρ των θεμελιωδών πολιτειακών θεσμών, θυμίζει, βεβαίως τηρουμένων των στοιχειωδών ιστορικών και κανονιστικών αναλογιών, το δικαίωμα και μια μορφή έστω και περισσότερο «ηθικώς» επιβεβλημένης υποχρέωσης των Ελλήνων, που καθιερώνονται από την, κατά τ’ αναλυτικώς διευκρινισθέντα προηγουμένως, διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με βία».

  1. Πολλώ μάλλον όταν και στις δύο περιπτώσεις, και παρά την πάροδο πολλών αιώνων από την εποχή του «κολοφώνα» της «Αθηναίων Πολιτείας», κοινή «ρίζα», θεσμική αλλά και βαθύτατα πολιτική, των ως άνω κανονιστικών κειμένων που θεμελιώνουν ένα τέτοιο δικαίωμα και μια τέτοια -βεβαίως σαφώς σχετικοποιημένη στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975- υποχρέωση είναι, κατά βάθος, ο «πατριωτισμός» των Αθηναίων τότε, των Ελλήνων εν γένει σήμερα. Και τούτο διότι στην μεν διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 γίνεται ρητή αναφορά στον «πατριωτισμό των Ελλήνων», ενώ ο «πατριωτισμός» αυτός είναι πρόδηλος –μάλλον δε κατάδηλος- στον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων», και δη στην αρχή του: «Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ, οὐδ‘ ἐγκαταλείψω τὸν παραστάτην ὅτῳ ἂν στοιχήσω· ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν. Καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάσσω παραδώσω, πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι.» («Δεν θα ντροπιάσω τα όπλα τα ιερά, ούτε θα εγκαταλείψω τον συμμαχητή μου, με οποιονδήποτε κι αν στοιχηθώ στην πολεμική γραμμή. Θα αμυνθώ και για τα ιερά και τα όσια και μόνος και μαζί με πολλούς. Και την πατρίδα δε θα παραδώσω μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη απ’ όση την παρέλαβα.»).

  2. Ας σημειωθεί, εν κατακλείδι και επιπροσθέτως, ότι μια τέτοια ιστορική «σύνδεση» της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 με τα θεσμικά και τα ειδικότερα κανονιστικά δεδομένα του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων» μπορεί να καταστεί χρήσιμη όχι μόνο για την stricto sensu αναζήτηση των αρχικών της «καταβολών». Αλλά και σαφώς ευρύτερα, ακόμη δε και γι’ αυτό τούτο το νομικό πλαίσιο των αμιγώς ρυθμιστικών δεδομένων της ως άνω διάταξης.

α) Με την έννοια ότι οι «καταβολές» αυτές μπορούν, υπό τις απαραίτητες και επιστημονικώς ενδεδειγμένες νομικές προϋποθέσεις, να «φωτίσουν” μέχρι και την όλη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος, υπό την έποψη κυρίως της ιστορικής, ακόμη όμως και της τελεολογικής, ερμηνείας τους. Μια τέτοια νομική προσέγγιση δεν ενέχει κάτι το υπερβολικό -και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη- αν αναλογισθούμε από την μια πλευρά την σύγχρονη γενικευμένη κρίση εξαιρετικά κρίσιμων θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας διεθνώς αλλά και στην Χώρα μας, κατ’ εξοχήν εξαιτίας πρωτόγνωρων «ασύμμετρων» απειλών που υπονομεύουν επικίνδυνα το υπόβαθρό τους και τον πυρήνα τους. Και, από την άλλη πλευρά και συνακόλουθα, το πόσο το Δικαίωμα Αντίστασης εναντίον των κάθε είδους εχθρών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας -επομένως και εναντίον των εχθρών του Συντάγματος, ιδίως δε, αυτού- αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη επικαιρότητα και αξία. Ενώ, ταυτοχρόνως, απαιτεί ολοένα και αποτελεσματικότερα καθώς και πολυδιάστατα μέσα ατομικής και συλλογικής άσκησής του, πάντοτε εντός του κατά περίπτωση κανονιστικού πλαισίου που το καθιερώνει αλλά και το οριοθετεί.

β) Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο για εμάς, τους Έλληνες, αν αναλογισθούμε και ότι κατά την ορθότερη άποψη η κατά τ’ ανωτέρω διάταξη του Συντάγματός μας που καθιερώνει το Δικαίωμα Αντίστασης δεν είναι, τουλάχιστον ως προς τον κανονιστικό «πυρήνα» που αφορά την προστασία της βάσης και της μορφής του Πολιτεύματος, αναθεωρητέα κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος. Με την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή η μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος κατάργηση ή και η ουσιώδης αποδυνάμωση του συνταγματικώς εγγυημένου κανονιστικού υπόβαθρου αποτελεσματικής άσκησης του θεμελιώδους Δικαιώματος Αντίστασης.

Επίλογος

Εν είδει συναγωγής των αναγκαίων συμπερασμάτων της ανάλυσης που προηγήθηκε μπορεί να υποστηριχθεί, με βάση τα ιστορικά και νομικά τεκμήρια τα οποία ήδη παρατέθηκαν, ότι είναι η ίδια η εντυπωσιακή «διαχρονία» της προσήλωσης των Ελλήνων στο χρέος υπεράσπισης της Δημοκρατίας και των θεσμικών της βάσεων που αιτιολογεί επαρκώς την σύνδεση του ρυθμιστικού περιεχομένου της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος με τις, όποιες, κανονιστικές προεκτάσεις του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων» στο πλαίσιο της Άμεσης Δημοκρατίας της «Αθηναίων Πολιτείας» σε ό,τι αφορά τον «μικτό» χαρακτήρα του Δικαιώματος Αντίστασης. Δηλαδή τον χαρακτήρα του ως δικαιώματος το οποίο συνυπάρχει κανονιστικώς, και δη αρρήκτως, με μια έστω και στοιχειώδη υποχρέωση αντίστασης εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με την βία. Κάτι που στο πεδίο του Συντάγματος του 1975 επιτείνεται, όπως επεξηγήθηκε με περισσότερα στοιχεία στον οικείο τόπο, και από το ότι η διατύπωση των προγενέστερων Συνταγμάτων, σύμφωνα με την οποία η τήρηση του Συντάγματος «αφιερούται» στον πατριωτισμό των Ελλήνων, αντικαταστάθηκε με τον όρο «επαφίεται» ακριβώς για να προσδώσει στο Δικαίωμα Αντίστασης πρόσθετα στοιχεία ενεργητικής άσκησής του. Και μάλιστα στοιχεία που φθάνουν έως το όριο της πραγματικής «επιταγής». «Επιταγής» που θεσπίζει ρυθμιστικώς και κανονιστικώς ως και στοιχεία μιας στοιχειώδους υποχρέωσης, κατά τα προεκτεθέντα. Όλα τ’ ανωτέρω «συνηγορούν» υπέρ του ότι ουδόλως αφίσταται της πραγματικότητας η κατά την διαδρομή των αιώνων αποδεδειγμένη προσήλωση των Ελλήνων στην υπεράσπιση των πολιτειακών θεσμών και στην αντίσταση έναντι εκείνων που επιχειρούν να τους καταλύσουν. Υπ’ αυτό το πρίσμα μπορεί και πρέπει να ερμηνευθεί κατά πρώτο λόγο το «μήνυμα» των Μηδικών Πολέμων, το «μήνυμα» του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, όταν οι Έλληνες έδωσαν την μάχη εναντίον του δεσποτισμού και της «αθέμιστης» αυθαιρεσίας, χαράσσοντας ταυτοχρόνως το έκτοτε ισχύον «όριο» μεταξύ Ανατολής και Δύσης, π.χ. κατά την μαρτυρία του Αισχύλου στους «Πέρσες». Υπό το ίδιο πρίσμα μπορεί και πρέπει να εξηγηθούν οι εμβληματικές αναφορές των Αρχαίων Τραγωδών στην στάση αντίστασης των Ελλήνων εναντίον των τυράννων και της τυραννίας, όπως περιγράφεται π.χ. στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου ή στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους. Το ότι οι Έλληνες είναι «Λαός της αντίστασης», εν γένει, μέσα στον χρόνο προκύπτει αβιάστως και από το «ΟΧΙ» στην συνέχιση του αιμοσταγούς οθωμανικού ζυγού που «σήμανε» η Εθνεγερσία του 1821, καθώς και από το «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου 1940 στον φασισμό και λίγο αργότερα στον ναζισμό. Για όλα αυτά δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς περισσότερο αναφορικά με την ιστορική τους ακρίβεια, και μάλιστα δίχως τούτο να υποδηλώνει ίχνος άκρατου εθνοκεντρισμού ή ωραιοποιημένης υπερβολής. Αρκεί το απόσπασμα του André Malraux, από την ομιλία του κατά την πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης την 28η Μαΐου 1959. Στο οποίο ύστερα από την επισήμανσή του ότι το χαρακτηριστικό των Ελλήνων και του Πολιτισμού τους είναι η «Παιδεία» και το «Θάρρος», ο André Malraux «διακηρύσσει», μ’ εντυπωσιακή παρρησία, για τον Ελληνικό Λαό: «Λαός της ελευθερίας είναι εκείνος, για τον οποίο η αντίσταση είναι παράδοση αιώνων, εκείνος του οποίου η νεότερη ιστορία είναι ένας ανεξάντλητος αγώνας για την Ανεξαρτησία, ο μόνος λαός που γιορτάζει την επέτειο του ΟΧΙ. Αυτό το ΟΧΙ ήταν το ΟΧΙ του Μεσολογγίου, το ΟΧΙ του Σολωμού… Ο κόσμος δεν ξέχασε ότι οι πρώτοι που το πρόφεραν ήταν η Αντιγόνη και ο Προμηθέας. Όταν οι νεκροί της πρόσφατης ελληνικής Αντίστασης έπεφταν στο έδαφος όπου επρόκειτο να περάσουν την πρώτη νύχτα του θανάτου τους, έπεφταν σ’ ένα χώμα που είχε γεννήσει την πιο ευγενική και την πιο παλιά ανθρώπινη πρόκληση, κάτω από τα άστρα που μας κοιτάζουν απόψε, τα άστρα που ξενύχτησαν τους νεκρούς της Σαλαμίνας».

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε σημαντικές χώρες, προκειμένου να κατανοήσω γιατί οι πολίτες υιοθετούν τις αξίες που υιοθετούν και να παρακολουθήσω τις μεταβολές αυτών των αξιών. Σε διαφορετικό βαθμό, οι ερωτηθέντες στις χώρες αυτές —την Αίγυπτο, το Ιράν, το Ιράκ, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία— εξέφρασαν μια αυξανόμενη προτίμηση προς τις φιλελεύθερες αξίες, ακόμη και όταν οι κυβερνώντες τους προσπαθούσαν να καταστείλουν τις λαϊκές απαιτήσεις για δημοκρατική αλλαγή.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η ιδέα ότι η Μέση Ανατολή γίνεται πιο φιλελεύθερη μπορεί να ακούγεται αντίθετη προς τη διαίσθηση. Σχεδόν πριν από 50 χρόνια, μια επανάσταση στο Ιράν κατεδάφισε την κοσμική τάξη της χώρας και εγκαθίδρυσε ένα απολυταρχικό κληρικό καθεστώς, θεμελιωμένο στον σιιτικό φονταμενταλισμό, του οποίου η πολεμική ιαχή ήταν «Θάνατος στην Αμερική». Έκτοτε, η περιοχή έχει αποτελέσει εκκολαπτήριο πολυάριθμων τρομοκρατικών επιθέσεων στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, εξεγερτικών κινημάτων που είναι προσηλωμένα σε μια αυταρχική θεοκρατία, καθώς και καταπιεστικών καθεστώτων που υποτάσσουν τις γυναίκες, συντρίβουν την ελευθερία της έκφρασης και περιθωριοποιούν τις μειονότητες.

Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε να φαίνεται εύκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι κοινωνίες της Μέσης Ανατολής ενδιαφέρονται απλώς λιγότερο για τον φιλελευθερισμό —ότι διέπονται από ένα θεμελιωδώς διαφορετικό, περισσότερο προσανατολισμένο στη θρησκεία «καθεστώς αλήθειας», όπως διακήρυξε ο φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ το 1978, αναφερόμενος στην εξέγερση στο Ιράν. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, ένα σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο οι φονταμενταλιστές διεκδικούν την εξουσία να ορίζουν την πίστη όπως οι ίδιοι κρίνουν κατάλληλο —υποτάσσοντας την ατομική ελευθερία στις θρησκευτικές επιταγές, προωθώντας την ανδρική υπεροχή και επιβάλλοντας περιοριστικούς ενδυματολογικούς κανόνες στις γυναίκες— θα διαφοροποιεί για πάντα την περιοχή από τη Δύση.

Ωστόσο, αυτή η εκτίμηση συγχέει τις συνέπειες της κυριαρχίας με τις αιτίες της. Κάτω από την εδραίωση του αυταρχισμού, εξελίσσεται μια διαφορετική ιστορία. Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε σημαντικές χώρες, προκειμένου να κατανοήσω γιατί οι πολίτες υιοθετούν τις αξίες που υιοθετούν και να παρακολουθήσω τις μεταβολές αυτών των αξιών. Σε διαφορετικό βαθμό, οι ερωτηθέντες στις χώρες αυτές —την Αίγυπτο, το Ιράν, το Ιράκ, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία— εξέφρασαν μια αυξανόμενη προτίμηση προς τις φιλελεύθερες αξίες, ακόμη και όταν οι κυβερνώντες τους προσπαθούσαν να καταστείλουν τις λαϊκές απαιτήσεις για δημοκρατική αλλαγή. (Εστιάσαμε σε αυτές τις χώρες επειδή το μέγεθος και η πολιτική τους σημασία τις καθιστούσαν κατάλληλες περιπτώσεις για τον έλεγχο κοινωνιολογικών θεωριών.)

Η έρευνα έθεσε στους συμμετέχοντες ερωτήματα σχετικά με ένα ευρύ φάσμα αξιών. Ωστόσο, επιδιώξαμε να καταγράψουμε τη στάση τους απέναντι στις φιλελεύθερες αξίες μέσω 15 ερωτήσεων που κάλυπταν τρεις διαστάσεις: τον εκφραστικό ατομικισμό, την ισότητα των φύλων και την κοσμική πολιτική.
Ο εκφραστικός ατομικισμός μετρήθηκε με βάση την προτίμηση στον γάμο από αγάπη αντί της γονικής έγκρισης, την ανεξαρτησία και τη φαντασία —αντί της υπακοής και της θρησκευτικής πίστης— ως επιθυμητά χαρακτηριστικά στα παιδιά, καθώς και το δικαίωμα των γυναικών να ντύνονται όπως επιθυμούν.
Οι απόψεις για την ισότητα των φύλων διερευνήθηκαν μέσω ερωτήσεων σχετικά με την πολυγαμία, την υπακοή της συζύγου και την προτεραιότητα που δίνεται στους άνδρες στην πολιτική, στην αγορά εργασίας και στην εκπαίδευση.

Οι αντιλήψεις για την κοσμική πολιτική αξιολογήθηκαν μέσω ερωτημάτων σχετικά με τον διαχωρισμό της θρησκείας από την πολιτική, τη διακυβέρνηση δυτικού τύπου, την ισλαμική διακυβέρνηση και τον νόμο της σαρία.
Στη συνέχεια, συνδυάσαμε τις απαντήσεις για να δημιουργήσουμε έναν «δείκτη φιλελευθερισμού», με βαθμολογία από το 1 έως το 4 για κάθε πληθυσμό σε κάθε έρευνα. Οι υψηλότερες βαθμολογίες υποδήλωναν μεγαλύτερη υποστήριξη προς τον φιλελευθερισμό.
Οι δείκτες αυτοί κατέδειξαν σημαντική αύξηση του φιλελευθερισμού, αν και το μέγεθος της μεταβολής διέφερε ανάλογα με τον τομέα και τη χώρα. Η υποστήριξη προς την ισλαμική διακυβέρνηση και τη σαρία μειώθηκε γενικά σε ολόκληρη την περιοχή.

Μεταξύ των Ιρανών, αυξάνεται η απαίτηση για διαχωρισμό της θρησκείας από την πολιτική, για ισότητα των φύλων και για ελευθερία στην ένδυση. Αυτές οι μεταβαλλόμενες αξίες έχουν μεταφραστεί σε πολιτική δράση, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022 και τις πανεθνικές διαδηλώσεις του 2025–2026, κατά τη διάρκεια των οποίων, σύμφωνα με αναφορές, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Στην Αίγυπτο, το ποσοστό των ερωτηθέντων που θεωρούσαν ότι η ισλαμική διακυβέρνηση είναι «πολύ καλή» μειώθηκε από 25% το 2011 σε 16% το 2020. Το ποσοστό όσων θεωρούσαν ότι ο νόμος της σαρία είναι «πολύ σημαντικός» υποχώρησε από 28% σε 18%.
Μεταξύ των Ιρακινών ερωτηθέντων, το ποσοστό όσων υποστήριζαν έντονα την ισλαμική διακυβέρνηση και τον νόμο της σαρία μειώθηκε, αντίστοιχα, από 30% και 34% το 2004 σε 15% και 14% το 2011.

foreignaffairs.com

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για τον κίνδυνο επιθέσεων εντός της ΕΕ. Η Κίνα αρχίζει εξαήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για τον κίνδυνο επιθέσεων εντός της ΕΕ. Η Κίνα αρχίζει εξαήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της.

Όλα αυτά μέσα σε μία εβδομάδα. Για τον Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής σχολιαστή διεθνών υποθέσεων των Financial Times, η παράθεσή τους αποτυπώνει μια βαθύτερη αλλαγή: περιοχές που επί δεκαετίες θεωρούσαν την ειρήνη δεδομένη βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την προοπτική ή την πραγματικότητα του πολέμου.

Το ερώτημα που θέτει στην ανάλυσή του είναι ευθύ: Υπνοβατεί ο κόσμος προς έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο;

Η απάντηση ανησυχητική: Οι μηχανισμοί που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν αποδυναμώνονται, ενώ ενισχύονται επικίνδυνα οι πιθανότητες ενός καταστροφικού λάθους υπολογισμού.

Όταν το αδιανόητο γίνεται πραγματικότητα

Ο Ράχμαν επιστρέφει στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο του 2022, λίγες ημέρες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν κατηγορηματικές: ο Βλαντίμιρ Πούτιν επρόκειτο να επιτεθεί. Κι όμως, ορισμένοι Ευρωπαίοι και Ουκρανοί συνομιλητές εξακολουθούσαν να ελπίζουν ότι επρόκειτο για μπλόφα ή για λανθασμένη εκτίμηση.

Αυτή η συνύπαρξη γνώσης και δυσπιστίας είναι κρίσιμη για την επιχειρηματολογία του. Οι προειδοποιήσεις μπορεί να είναι σαφείς, αλλά η πεποίθηση ότι «αυτά δεν συμβαίνουν πια» να παραμένει ισχυρότερη.

Περισσότερα από τέσσερα χρόνια αργότερα, η διεθνής ατμόσφαιρα έχει μεταμορφωθεί. Η αναφορά σε έναν παγκόσμιο πόλεμο έχει περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο των ηγετών, οι οποίοι, ωστόσο, διαφωνούν ριζικά για το πώς μπορεί να αποτραπεί.

Τραμπ και Ζελένσκι φοβούνται διαφορετικό δρόμο προς τον ίδιο πόλεμο

Στη σύγκρουσή τους στο Οβάλ Γραφείο τον Φεβρουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι διακινδυνεύει έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στη λογική του Αμερικανού προέδρου, η δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία μπορεί να παρασύρει τις ΗΠΑ σε άμεση αναμέτρηση με τη Ρωσία.

Ο Ζελένσκι βλέπει τον κίνδυνο από την αντίθετη κατεύθυνση: η αποτυχία αναχαίτισης της ρωσικής επιθετικότητας θα ενθαρρύνει νέες επιθέσεις και θα φέρει πιο κοντά μια γενικευμένη σύρραξη.

Η ανησυχία δεν περιορίζεται στο Κίεβο. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους ότι πρέπει να προετοιμαστούν για πόλεμο στην κλίμακα που γνώρισαν προηγούμενες γενιές.

Στην Ασία, ο Σι Τζινπίνγκ επικαλείται την «παγίδα του Θουκυδίδη»: τον κίνδυνο σύγκρουσης ανάμεσα σε μια κυρίαρχη και μια ανερχόμενη δύναμη. Ταυτόχρονα, όμως, σημειώνει ο Ράχμαν, η στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας και η αυξανόμενη πίεση στην Ταϊβάν τροφοδοτούν την ένταση για την οποία προειδοποιεί.

SHUTTERSTOCK

Τα δύο όρια που δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί

Τι θα συνιστούσε, όμως, παγκόσμιο πόλεμο; Ο αρθρογράφος των FT θέτει δύο βασικές προϋποθέσεις: οι ισχυρότερες χώρες του κόσμου να συγκρουστούν άμεσα και η αναμέτρηση να εκτείνεται σε περισσότερες ηπείρους.

Κατά την εκτίμησή του, αυτά τα όρια δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί. Οι υφιστάμενοι πόλεμοι, ωστόσο, συνδέονται όλο και περισσότερο.

Η συμμετοχή Βορειοκορεατών στρατιωτών στο πλευρό της Ρωσίας έχει ήδη προσδώσει μια νέα διεθνή διάσταση στον πόλεμο της Ουκρανίας. Παράλληλα, ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν διασταυρώνεται με την ουκρανική σύγκρουση: η Τεχεράνη θεωρείται ότι έχει λάβει ρωσική βοήθεια για τον εντοπισμό αμερικανικών στόχων, ενώ η Ουκρανία έχει προσφέρει τεχνογνωσία αντιμετώπισης drones στις χώρες του Κόλπου.

Στην Ευρώπη, οι δολιοφθορές, οι εμπρησμοί και οι άλλες μορφές υβριδικών επιχειρήσεων που αποδίδονται στη Ρωσία αυξάνουν τον κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης.

Το όριο ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο γίνεται έτσι ολοένα πιο δυσδιάκριτο.

Ο «άξονας» των αντιπάλων της Δύσης

Ρωσία, Κίνα, Ιράν και Βόρεια Κορέα δεν αποτελούν έναν απολύτως ενιαίο συνασπισμό. Οι δεσμοί τους, όμως, είναι πραγματικοί και ενισχύονται.

Η Μόσχα και η Πιονγιάνγκ υπέγραψαν το 2024 συνθήκη αμοιβαίας άμυνας. Βλαντίμιρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ έχουν διακηρύξει μια εταιρική σχέση «χωρίς όρια» ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα, ενώ η κινεζική οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη έχει βοηθήσει τη Μόσχα να αντέξει τις δυτικές κυρώσεις.

Κοινό τους στοιχείο, κατά τον Ράχμαν, είναι η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης ασφαλείας υπό αμερικανική ηγεσία.

Η Ρωσία θέλει να περιορίσει το ΝΑΤΟ. Η Κίνα επιδιώκει να ανατρέψει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στον Ειρηνικό. Το Ιράν έχει επιτεθεί σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Η Βόρεια Κορέα απειλεί τη Νότια Κορέα, η οποία στηρίζεται στην αμερικανική προστασία.

Η πιθανότητα συντονισμένων κρίσεων στην Ευρώπη και στην Ασία περιπλέκει ακόμη περισσότερο τους σχεδιασμούς της Δύσης.

Γιατί πολλαπλασιάζονται οι συγκρούσεις

Η ανάλυση των FT συνδέει την αύξηση της πολεμικής βίας με τη μετατόπιση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.

Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Το 2022, το μερίδιό τους είχε υποχωρήσει περίπου στο 43%. Αντίστοιχη ήταν η σχετική υποχώρησή τους στις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες.

Η μεταβολή αυτή έχει διευρύνει τα περιθώρια δράσης δυνάμεων που επιθυμούν να αναθεωρήσουν την υφιστάμενη τάξη. Παράλληλα, η απογοήτευση των Αμερικανών από τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν ενίσχυσε την πολιτική πίεση για περιορισμό των διεθνών στρατιωτικών δεσμεύσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον στο οποίο περισσότεροι ηγέτες εμφανίζονται διατεθειμένοι να δοκιμάσουν τα όρια των αντιπάλων τους. Σύμφωνα με την καταμέτρηση του International Crisis Group που επικαλείται το άρθρο, στον κόσμο βρίσκονται σε εξέλιξη 65 συγκρούσεις, οι περισσότερες από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι «σφαίρες επιρροής»

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η επιστροφή της αντίληψης ότι η ισχύς νομιμοποιεί τις διεκδικήσεις.

Ο Ράχμαν εντάσσει σε αυτό το πλαίσιο τόσο τις εδαφικές φιλοδοξίες της Ρωσίας και της Κίνας όσο και τις δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία και τον Καναδά.

Πίσω από αυτή την προσέγγιση βρίσκεται μια θεωρία: αν οι μεγάλες δυνάμεις αναγνωρίσουν η μία τη σφαίρα επιρροής της άλλης, μπορούν να αποφύγουν τη μεταξύ τους σύγκρουση.

Ο σχολιαστής των FT απορρίπτει αυτή τη λογική ως επισφαλή. Πρώτον, επειδή αγνοεί τη βούληση των μικρότερων χωρών. Η Ουκρανία έχει ήδη αποδείξει ότι μια χώρα μπορεί να αντισταθεί στρατιωτικά στην υποταγή της σε έναν ισχυρότερο γείτονα.

Δεύτερον, επειδή τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων δεν χωρίζονται σε καθαρές γεωγραφικές ζώνες. Η Ταϊβάν έχει κρίσιμη σημασία για την παγκόσμια βιομηχανία προηγμένων ημιαγωγών. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποδεχθεί την επιστροφή κρατών-μελών της στη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Το πιο επικίνδυνο ερώτημα

Στον πυρήνα της ανάλυσης βρίσκεται η αξιοπιστία της αποτροπής.

Επί δεκαετίες, η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, οι συμμαχικές δεσμεύσεις και ο φόβος πυρηνικής αναμέτρησης περιόριζαν τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.

Σήμερα, όμως, ο Ράχμαν θέτει ένα ερώτημα που δεν έχει αυτονόητη απάντηση: θα πολεμούσαν οι ΗΠΑ του Τραμπ για να υπερασπιστούν τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ιαπωνία ή τη Βρετανία;

Η αβεβαιότητα μπορεί να ενθαρρύνει έναν αντίπαλο να αναλάβει ένα ρίσκο που διαφορετικά θα απέφευγε.

Εδώ βρίσκεται και η ιστορική προειδοποίηση. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την πιθανότητα βρετανικής επέμβασης για το Βέλγιο. Το 1939, ο Χίτλερ πίστεψε ότι η Βρετανία και η Γαλλία θα υποχωρούσαν ξανά, παρά την εγγύηση ασφαλείας προς την Πολωνία. Και στις δύο περιπτώσεις, ο υπολογισμός αποδείχθηκε λανθασμένος.

Σήμερα, ο Πούτιν πρέπει να σταθμίσει την αξιοπιστία του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ και ο Σι την πιθανότητα αμερικανικής αντίδρασης σε επίθεση στην Ταϊβάν.

Ο κίνδυνος, καταλήγει ο Ράχμαν, είναι κάποιος να θεωρήσει μια εγγύηση ασφαλείας κενή περιεχομένου — και να ανακαλύψει το λάθος του αφού έχει αρχίσει ο πόλεμος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν, ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθούν αυτές οι επενδύσεις ενδέχεται να αποτελέσει πρότυπο για όσα θα ακολουθήσουν και να καταδείξει κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει αυτό το νέο μοντέλο συμμαχικών σχέσεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

 

Τον Νοέμβριο του περασμένου έτους, η Νότια Κορέα συμφώνησε να μεταφέρει 350 δισεκατομμύρια δολάρια στρατηγικών επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Για μήνες, η δέσμευση αυτή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας εντυπωσιακός αριθμός στους τίτλους των ειδήσεων. Τώρα, όμως, τα κεφάλαια αρχίζουν να μεταφέρονται.

Η Σεούλ έχει ήδη αποστείλει τα πρώτα 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια και έχει κατονομάσει τα έργα που θα χρηματοδοτήσει: μια μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, σχεδιασμένη να τροφοδοτεί κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στο Τέξας, καθώς και οκτώ μεγάλους πυρηνικούς αντιδραστήρες που θα εγκαταστήσουν για πρώτη φορά κορεατικό σχέδιο αντιδραστήρα σε αμερικανικό έδαφος.

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν, ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθούν αυτές οι επενδύσεις ενδέχεται να αποτελέσει πρότυπο για όσα θα ακολουθήσουν και να καταδείξει κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει αυτό το νέο μοντέλο συμμαχικών σχέσεων.

Αυτή η ανάλυση εξετάζει τι χρηματοδοτείται, πώς η Νότια Κορέα επιχειρεί να περιορίσει τους κινδύνους και ποια ζητήματα παραμένουν ακόμη ανοιχτά.

Οι πολυαναμενόμενες λεπτομέρειες σχετικά με το πρώτο κύμα επενδύσεων που συνδέεται με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ της Νότιας Κορέας και των Ηνωμένων Πολιτειών τον περασμένο Νοέμβριο δημοσιοποιήθηκαν επιτέλους.

Η επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Πόρων της Νότιας Κορέας (MOTIR) δείχνει ότι το πρώτο πακέτο επενδύσεων θα κατευθυνθεί:

  • στην κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτροπαραγωγής συνδυασμένου κύκλου με φυσικό αέριο (Project Star),
  • στην κατασκευή οκτώ μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων (Project Power),

ενώ το έργο ανάπτυξης αγωγού και εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Αλάσκα (Project North) θα υποβληθεί σε περαιτέρω αξιολόγηση.

Οι τελευταίες πληροφορίες δείχνουν ότι η πρώτη μεταφορά ύψους 2,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει ήδη πραγματοποιηθεί για το έργο του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής φυσικού αερίου.

Παρότι επικριτές στη Νότια Κορέα αμφισβητούν:

  • την εμπορική βιωσιμότητα των έργων,
  • την οικονομική τους αποδοτικότητα,
  • και την επάρκεια των μηχανισμών εποπτείας,

η επιλογή των έργων και η δομή της χρηματοδότησής τους υποδεικνύουν ότι η Σεούλ κατέβαλε σημαντική προσπάθεια ώστε να διαχειριστεί τους σχετικούς κινδύνους και παράλληλα να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε τον Νοέμβριο του 2025.

Τα Έργα

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό το ευρύτερο πλαίσιο που περιβάλλει την πρόσφατη ανακοίνωση αυτών των έργων ώστε να γίνει αντιληπτή η κριτική που ασκείται προς τη νοτιοκορεατική κυβέρνηση.

Λίγες εβδομάδες πριν από την ανακοίνωση, ο Πρόεδρος Τραμπ προχώρησε σε μια σειρά δημοσίων δηλώσεων σχετικά με:

  • τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις,
  • τη Βόρεια Κορέα,
  • και τα Στενά του Ορμούζ,

οι οποίες έμοιαζαν να συνδέονται με την επενδυτική δέσμευση που είχε αναλάβει η Σεούλ τον προηγούμενο Νοέμβριο.

Μάλιστα, τουλάχιστον μία δημοσιογραφική αναφορά υποστήριζε ότι η αμερικανική πλευρά άρχιζε να χάνει την υπομονή της με τον αργό ρυθμό υλοποίησης των νοτιοκορεατικών επενδύσεων και ότι οι δηλώσεις αυτές στόχευαν στην εξασφάλιση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων.

Παρότι η κριτική προς την κορεατική κυβέρνηση μπορεί να θεωρηθεί εύλογη, η επιλογή των έργων και οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν δείχνουν ότι προηγήθηκε σημαντική επεξεργασία πριν γίνουν οι ανακοινώσεις.

Project Star (Μονάδα Ηλεκτροπαραγωγής Συνδυασμένου Κύκλου με Φυσικό Αέριο)

Τοποθεσία: Encinal, Τέξας
Συνολικό κόστος: 22,3 δισ. δολάρια

Το Project Star προβλέπει την κατασκευή και λειτουργία μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 6.472 MW για την τροφοδοσία κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στην περιοχή Encinal του Τέξας.

Η μονάδα αξίας 22,3 δισ. δολαρίων θα ξεκινήσει να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια το 2029 και θα φτάσει σε πλήρη επιχειρησιακή ικανότητα έως το 2032.

Στο έργο θα συμμετέχουν αρκετές μεγάλες διεθνείς εταιρείες, μεταξύ των οποίων:

  • Related Companies,
  • NextEra Energy,
  • Lewis Energy Group,

καθώς και ακόμη μη κατονομαζόμενες «ανταγωνιστικές κορεατικές εταιρείες», οι οποίες θα συμβάλουν σε όλα τα στάδια του έργου μέσω παροχής εξοπλισμού, μηχανολογικού σχεδιασμού, κατασκευών, τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης.

Project Power (8 Μεγάλοι Πυρηνικοί Αντιδραστήρες)

Το Project Power αφορά επένδυση ύψους 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων για:

  • δύο αντιδραστήρες APR1400 κορεατικού σχεδιασμού,
  • έξι αντιδραστήρες AP1000 σχεδιασμένους από τη Westinghouse.

Η ανακοίνωση αναφέρει ότι η κατασκευή θα πραγματοποιηθεί σε φάσεις.

Πρώτη φάση

Κατασκευή δύο αντιδραστήρων AP1000.

Δεύτερη φάση

  • Δύο αντιδραστήρες APR1400.
  • Δύο επιπλέον AP1000.

Το διάστημα μεταξύ των δύο φάσεων δεν θα υπερβεί τους έξι μήνες.

Τρίτη φάση

Κατασκευή των δύο τελευταίων AP1000.

Η συγκεκριμένη δομή επιτρέπει στη Νότια Κορέα να εγκαταστήσει τον δικό της σχεδιασμό πυρηνικού αντιδραστήρα (APR1400) στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ παράλληλα μοιράζεται τα οφέλη από την ανάπτυξη των αντιδραστήρων AP1000 της Westinghouse.

Οι δύο χώρες ελπίζουν ότι το Project Power θα δώσει νέα ώθηση στο προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα για την πυρηνική ενέργεια, το οποίο στοχεύει στην έναρξη κατασκευής δέκα νέων μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων έως το 2030.

Από το συνολικό ποσό:

  • 100 δισ. δολάρια θα καλύψουν το κόστος κατασκευής,
  • 20 δισ. δολάρια θα παραμείνουν ως αποθεματικό απρόβλεπτων δαπανών.

Επιπλέον, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να επιτρέψουν προκαταβολικές πληρωμές έως 10 δισ. δολαρίων μέχρι το τέλος του έτους για εξοπλισμό μακράς προμήθειας.

Project North (Αγωγός και Τερματικός Σταθμός LNG στην Αλάσκα)

Το Project North είναι το πιο αμφιλεγόμενο από τα τρία έργα, καθώς η κατασκευή ενός αγωγού LNG μήκους 800 μιλίων (περίπου 1.287 χιλιομέτρων) και εγκαταστάσεων υγροποίησης σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον όπως η Αλάσκα καθιστά το έργο ιδιαίτερα απαιτητικό. Αυτό σημαίνει ότι το τελικό κόστος μπορεί να αποδειχθεί σημαντικά υψηλότερο από τις σημερινές εκτιμήσεις.

Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος το έργο να μην ολοκληρωθεί εντός του προβλεπόμενου χρονικού ορίζοντα των 20 ετών για την έναρξη παραδόσεων LNG, γεγονός που θα απαιτούσε αναδιάρθρωση του χρηματοδοτικού σχήματος ώστε η νοτιοκορεατική κυβέρνηση να μπορέσει να ανακτήσει την επένδυσή της.

Η ζήτηση για LNG ενδέχεται επίσης να μεταβληθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι μακροπρόθεσμες συνθήκες της αγοράς παραμένουν αβέβαιες.

Ενδεικτικά, κατά τη δεκαετία του 2010, μεγάλες ενεργειακές εταιρείες που συμμετείχαν αρχικά στο έργο, όπως οι ExxonMobil, BP και ConocoPhillips, αποφάσισαν τελικά να μην συμμετάσχουν, επικαλούμενες οικονομικούς λόγους.

Η ανακοίνωση του Προέδρου Τραμπ σχετικά με τη συμμετοχή της Νότιας Κορέας στο έργο, η οποία αργότερα αμφισβητήθηκε από τον Πρόεδρο Λι Τζε-Μιούνγκ, φαίνεται να υποδηλώνει ότι το αναμενόμενο ύψος της νοτιοκορεατικής επένδυσης ανέρχεται σε 54 δισεκατομμύρια δολάρια.

Μέχρι στιγμής, η επίσημη ανακοίνωση της νοτιοκορεατικής πλευράς αναφέρει απλώς ότι οι δύο χώρες θα εξετάσουν το έργο πριν λάβουν οριστική απόφαση.

Η επιλογή και η κατάσταση των τριών αυτών έργων φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι η νοτιοκορεατική κυβέρνηση έχει προετοιμαστεί επαρκώς ώστε να εκπληρώσει τη συμφωνία που συνήφθη τον περασμένο Νοέμβριο, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι μόνο τα πλέον υποσχόμενα έργα θα προχωρήσουν.

Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του επενδυτικού πακέτου είναι ότι μεγάλο μέρος των επενδύσεων επικεντρώνεται στις ενεργειακές υποδομές. Αυτό είναι μάλλον αναμενόμενο δεδομένης της τεράστιας ανάγκης για παραγωγή ενέργειας ώστε να καλυφθούν οι διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις υπολογιστικής ισχύος της τεχνητής νοημοσύνης.

Απουσιάζουν από το παρόν πακέτο επενδύσεις που σχετίζονται με:

  • τη ναυπηγική βιομηχανία,
  • τους ημιαγωγούς,
  • τα φαρμακευτικά προϊόντα,
  • τα κρίσιμα ορυκτά,
  • την κβαντική πληροφορική,
  • και την τεχνητή νοημοσύνη.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς οι επενδύσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον ιδιωτικό τομέα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ημιαγωγών, ή ότι η Νότια Κορέα δεν διαθέτει ακόμη επαρκές συγκριτικό πλεονέκτημα κλίμακας, όπως στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης και της κβαντικής υπολογιστικής.

Οι επενδύσεις στη ναυπηγική φαίνεται να αποτελούν ξεχωριστό σκέλος του πρόσθετου επενδυτικού πακέτου των 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων, γεγονός που σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες ανακοινώσεις τις επόμενες ημέρες.

Τέλος, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη και οι πολιτικές προεκτάσεις αυτής της ανακοίνωσης από την οπτική των Νοτιοκορεατών φορολογουμένων.

Η διοχέτευση κρατικά χρηματοδοτούμενων επενδύσεων για τη δημιουργία θέσεων εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί πολιτικά όταν τα ίδια κεφάλαια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ανάγκες στο εσωτερικό της χώρας.

Με απλά λόγια, η επιχειρηματολογία υπέρ αυτών των επενδύσεων γίνεται πιο πειστική όσο πιο άμεσα και ορατά είναι τα οφέλη για τους Νοτιοκορεάτες φορολογουμένους.

Αυτό ενδέχεται να αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η παρούσα δέσμη ανακοινώσεων επικεντρώθηκε κυρίως στις ενεργειακές υποδομές, δεδομένου ότι κρατικές εταιρείες όπως:

  • η Korea Electric Power Company (KEPCO),
  • και η Korea Hydro & Nuclear Power (KHNP),

κατέχουν δεσπόζουσα θέση στον συγκεκριμένο τομέα.

Χρηματοδότηση

Όπως προβλεπόταν στο Μνημόνιο Κατανόησης του Νοεμβρίου, οι επενδύσεις διοχετεύονται μέσω δύο οχημάτων ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicles – SPV):

  • του Investment Special Purpose Vehicle (I-SPV),
  • και του Project Special Purpose Vehicle (P-SPV).

Το πρώτο διαχειρίζεται η Korea-U.S. Strategic Investment Corporation σε συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση και είναι υπεύθυνο για τη συγκέντρωση, κατανομή και αναδιανομή των κεφαλαίων προς και από τα επιμέρους P-SPV.

Η ετήσια συνεισφορά της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης έχει οριστεί στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, με ανώτατο συνολικό όριο τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το σημαντικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας είναι ότι τα κεφάλαια που παρέχει η κορεατική κυβέρνηση αποτελούν ανακτήσιμη επένδυση διάρκειας 20 ετών.

Συγκεκριμένα, οι αποδόσεις που προκύπτουν από τα P-SPV μεταφέρονται κάθε χρόνο στο I-SPV και στη συνέχεια κατανέμονται ισόποσα μεταξύ των κυβερνήσεων της Νότιας Κορέας και των ΗΠΑ μέχρι να ανακτηθεί συνολικά το ποσό που αντιστοιχεί στη λεγόμενη «Τεκμαρτή Κατανομή» (Deemed Allocation).

Μετά την ανάκτηση αυτού του ποσού, η νοτιοκορεατική κυβέρνηση δικαιούται εγγυημένη απόδοση 10% επί της επένδυσης.

Σε περίπτωση που η Νότια Κορέα δεν καταφέρει να ανακτήσει το πλήρες ποσό της Τεκμαρτής Κατανομής εντός 20 ετών, οι δύο κυβερνήσεις μπορούν να διαπραγματευθούν τροποποιήσεις στον τρόπο κατανομής των αποδόσεων.

Με λίγα λόγια, το χρηματοδοτικό μοντέλο έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε η Νότια Κορέα να μπορεί να ανακτήσει ολόκληρο το επενδυμένο κεφάλαιο καθώς και τους σχετικούς τόκους.

Οι τόκοι θα υπολογίζονται με βάση την απόδοση των αμερικανικών κρατικών ομολόγων 20ετούς διάρκειας, προσαυξημένη κατά ένα επιπλέον περιθώριο (spread), το οποίο θα συμφωνείται ξεχωριστά για κάθε έργο.

Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης πρόβλεψη που απαιτεί από τις δύο πλευρές να παρέχουν προνομιακή μεταχείριση σε κορεατές προμηθευτές και αναδόχους έναντι αντίστοιχων ξένων προμηθευτών κατά την υλοποίηση των έργων.

Σύμφωνα με αρχικές πληροφορίες, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και η Τράπεζα της Κορέας σχεδίαζαν να συγκεντρώνουν έως και 20 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μέσω:

  • των εσόδων από τόκους,
  • των μερισμάτων που προέρχονται από τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας,
  • και των ομολόγων εκφρασμένων σε δολάρια.

Πρόσφατα δημοσιεύματα φαίνεται να επιβεβαιώνουν τη συγκεκριμένη προσέγγιση.

Εάν αυτό ισχύει, η κυβέρνηση θα μπορέσει να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς να επηρεάσει σημαντικά την αγορά συναλλάγματος.

Μέχρι τον Αύγουστο, τα συναλλαγματικά αποθέματα της Νότιας Κορέας ανέρχονταν σε περισσότερα από 442 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και νεότερα στοιχεία δείχνουν μικρή μείωση κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Οι τοποθετήσεις της χώρας σε ξένα χρεόγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, παρέμειναν σχετικά σταθερές στα περίπου 387 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι ετήσιες αποδόσεις αυτών των τοποθετήσεων θα κατευθύνονται στο στρατηγικό επενδυτικό ταμείο.

Εάν τα έσοδα από τόκους δεν επαρκούν για την κάλυψη του ετήσιου ορίου επένδυσης των 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να εκδώσει επιπλέον ομόλογα για να καλύψει τη διαφορά.

Σχεδόν έναν χρόνο μετά το Κοινό Ενημερωτικό Δελτίο του 2025, η Νότια Κορέα έχει περάσει από τις γενικές δεσμεύσεις σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, ανακοινώνοντας το πρώτο σύνολο έργων που θα χρηματοδοτήσει και πραγματοποιώντας ήδη την πρώτη μεταφορά κεφαλαίων.

Μια αρχική αξιολόγηση της επιλογής των έργων και της χρηματοδοτικής δομής δείχνει ότι η Σεούλ προχώρησε σε ενδελεχή προετοιμασία.

Επέλεξε έργα με έμπειρους εταίρους και σαφή ζήτηση, διασφαλίζοντας παράλληλα μηχανισμούς προστασίας όπως:

  • η επιμερισμένη διαχείριση κινδύνου μεταξύ των έργων,
  • και ένα νομικά δεσμευτικό ετήσιο ανώτατο όριο δαπανών.

Οι κινήσεις αυτές αποδεικνύουν τόσο τη σοβαρότητα των προθέσεων της Νότιας Κορέας όσο και την επιθυμία της να εξασφαλίσει την επιτυχή ολοκλήρωση των έργων.

Αυτό είναι απολύτως λογικό, καθώς η δυνατότητα της χώρας να ανακτήσει τα επενδυμένα κεφάλαιά της και να αποκομίσει ενδεχομένως κέρδος εξαρτάται από την επιτυχία των συγκεκριμένων έργων.

Παρ’ όλα αυτά, πολλά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, μεταξύ των οποίων:

  • ο τρόπος κατανομής των υπόλοιπων κεφαλαίων,
  • η μορφή και η έκταση της συμμετοχής της Νότιας Κορέας στο έργο LNG της Αλάσκας,
  • καθώς και οι επενδύσεις στη ναυπηγική βιομηχανία.

Ωστόσο, η συμφωνία φαίνεται να διαθέτει πραγματική δυναμική σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε μια κρίσιμη φάση, καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές βρίσκονται πλέον πολύ κοντά.

stimson.org

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις17 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή