Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Πόσο αξίζει για τις ΗΠΑ η Κύπρος;

Δημοσιεύτηκε στις

Προς το παρόν, η Κύπρος αξίζει όσο εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ ή και άλλων δυνάμεων, που θα μεθοδεύσουν κλείσιμο των Ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού, να ηρεμήσει η ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ και η Μέση Ανατολή. Με ποιες συναλλαγές και ανταλλάγματα, ειδικά προς την Τουρκία; Ο Ν. Χριστοδουλίδης έχει μίαν ύψιστη προτεραιότητα: Να διεκδικήσει με αταλάντευτη επιμονή και να πετύχει την απελευθέρωση από τον Τούρκο Αττίλα

Γράφει ο Σάββας Ιακωβίδης, ΣΗΜΕΡΙΝΗ

Ωμά και ρεαλιστικά: Για τα μικρά κράτη, καλή πολιτική είναι η τέχνη να υπηρετείς για να δικαιούσαι να εξυπηρετείσαι. Κανένας δυνατός και καμία ξένη δύναμη δεν σέβονται κάποιον που δεν σέβεται το κράτος του, δεν διεκδικεί τα εθνικά συμφέροντά του και δεν είναι αξιόπιστος συνομιλητής, συνεπής και σοβαρός στις δεσμεύσεις και στις υποχρεώσεις του, ώστε να είναι συμμέτοχος και ομοτράπεζος των ισχυρών. Η μικρή Κύπρος, ημικατεχόμενη από την εισβολική Τουρκία και απειλούμενη με τουρκοποίηση, διά της διζωνικής τερατογένεσης, επιδιώκει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Αυτήν τη διαχρονική υπόθεση προωθεί αίφνης ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης. Για πολλά χρόνια ήταν θέση που προέτασσε ο Δημοκρατικός Συναγερμός, αλλά… Ο επί 10ετίαν Πρόεδρος Αναστασιάδης και επίσης επί 10ετίαν, προηγουμένως, ο Γλ. Κληρίδης, ούτε καν στον προθάλαμο του ΝΑΤΟ (Συνεταιρισμός για την Ειρήνη), επιδίωξαν να εντάξουν την Κύπρο.

Τις τελευταίες ημέρες διεξάγεται μεγάλη συζήτηση αν η Κύπρος πρέπει να ενταχθεί, αν θα επηρεάσει αρνητικά πιθανή επίλυση του Κυπριακού και ποια σοβαρά ανταλλάγματα η Τουρκία ενδέχεται να απαιτήσει για να συναινέσει. Μετά από δημοσίευμα («Καθημερινή», 24/11/2024) δόθηκε η εντύπωση ότι οι Αμερικανοί ενθουσιάστηκαν (!) από το «καλά μελετημένο σχέδιο» Χριστοδουλίδη. Όμως, ο Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, Κ. Κόμπος, με ομιλία του στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Λεμεσού (29/11/2024), αναφέρθηκε σε «συνθήματα». Επισήμανε ότι «η μετάβαση από το σύνθημα στην προσπάθεια υλοποίησης της ιδέας έχει τεράστια απόσταση. Η δημόσια συζήτηση επί της κατάληξης και της πολιτικής πτυχής (για ένταξη στη Συμμαχία) θεωρώ είναι πρόωρη».

Δικαιολογημένα κάθε πολίτης διερωτάται εξίσου: Δεν είναι πρόωρη και η ανακίνηση της πιθανότητας ένταξης από τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη που, εμφανώς, συνθηματολογεί αλλά δεν σοβαρολογεί; Όπως και στην περίπτωση της στράτευσης των γυναικών, έτσι και τώρα με το ΝΑΤΟ, τότε ο Πάλμας, σήμερα ο Κόμπος τρέχουν να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα ενός προεκλολογούντος Προέδρου. Παρά τις φανφαρόνικες διακηρύξεις Χριστοδουλίδη και ΥπΕξ, ότι, τάχα, η πρόθεση για ένταξη στο ΝΑΤΟ θα ενισχύσει τις αμυντικές δυνατότητες της Κύπρου, έρευνα που δημοσίευσε η «Σημερινή» (1.12.2024), τεκμηριώνει όσα και ο γράφων κατά καιρούς έχει επισημάνει: Μόνο το 0,3% – 0,5% του ΑΕΠ διοχετεύεται στην άμυνα!

Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ΕΕ κάλεσε τα κράτη-μέλη να διαθέσουν το 2%, τουλάχιστον, του ΑΕΠ τους για την άμυνα. Η Ελλάδα, η Πολωνία και η Γερμανία έχουν ξεπεράσει το πιο πάνω ποσοστό σε εξοπλισμούς. Η Κύπρος, όπως μόλις πρόσφατα είπε ο Υπουργός Άμυνας, ΘΑ φτάσει το 2% σε ακτίνα πενταετίας, δηλ. μέχρι το 2028, ώστε και οι εξοπλισμοί να αξιοποιηθούν για προεκλογικούς σκοπούς. Επιβεβαιώνεται ακόμα μια φορά ότι η άμυνα της Κύπρου και η διασφάλισή της έναντι της τουρκικής αρπακτικότητας δεν είναι στις σοβαρές προτεραιότητες σχεδόν καμίας κυβέρνησης. Η Λευκωσία – όπως και η Αθήνα – δεν έχει συνειδητοποιήσει τον μέγιστο κίνδυνο που αντιμετωπίζει η Κύπρος εξαιτίας της αταλάντευτης τουρκικής απειλής.

Ο σημερινός Πρόεδρος, όπως και οι προκάτοχοί του, δεν έχει σχέδιο Β’, σε περίπτωση μη επίλυσης του Κυπριακού. Είναι τόσο επικίνδυνη η εμμονή του στο σχέδιο Α΄, που αρνείται να σχεδιάσει ανακοπή της τουρκικής επιχείρησης επανάκτησης και τουρκοποίησης της νήσου. Ειδικοί, διεθνολόγοι, ακαδημαϊκοί, άριστοι γνώστες της τουρκικής πολιτικής προειδοποιούν ότι οι στόχοι της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδος και της Κύπρου είναι αμετάβλητοι και οσημέραι πιο επιθετικοί. Ο Παναγιώτης Κονδύλης, ένα από τα λαμπρότερα ελληνικά μυαλά, είχε προειδοποιήσει σχετικά πριν από 30 σχεδόν χρόνια. Στο διακεκριμένο βιβλίο του, «Θεωρία του Πολέμου» (εκδόσεις Θεμέλιο, 1997, σελ. 385-390), υπογράμμιζε για την Ελλάδα αλλά σε πλήρη συνάρτηση προς την Κύπρο:

«Στην περίπτωση μικρών ή μεσαίων Δυνάμεων το γεωπολιτικό τους δυναμικό έχει ουσιώδη σημασία ως προς τον προσδιορισμό των σχέσεών τους με πλανητικές Δυνάμεις, οι οποίες αναζητούν περιφερειακούς δορυφόρους, τοποτηρητές ή εταίρους. Έμμεσα, έτσι, η μικρή ή μεσαία Δύναμη γίνεται παράγοντας της πλανητικής πολιτικής και, ανεξάρτητα από την πρωτογενή της ενέργεια, το γεωπολιτικό της δυναμικό αυξομειώνεται ανάλογα με την πλανητική σπουδαιότητα του ευρύτερου χώρου όπου εκδιπλώνει την ενέργεια αυτή. Από την άποψη αυτή, η Τουρκία διαθέτει αξιολογότατα πλεονεκτήματα απέναντι στην Ελλάδα.

»Για ποικίλους λόγους, η Κεντρική Ασία (συμπεριλαμβανομένης της Καυκασίας και της Κασπίας) και η Σιβηρία θα διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στις πλανητικές εξελίξεις του 21ου αιώνα. Όπως φαίνεται, οι Ηνωμένες Πολιτείες το αντιλήφθηκαν αυτό σχετικά γρήγορα, και αντίστοιχη σημασία αποδίδουν στην Τουρκία ως χώρα με ιστορικές και πάντα λίγο-πολύ ζωντανές ρίζες στην αχανή τούτη έκταση. Η ελληνική πλευρά πρέπει να κατανοήσει έμπρακτα, κι όχι μόνον λεκτικά, ότι η αξία μιας συμμαχίας για ένα μέλος της καθορίζεται από το ειδικό βάρος του τελευταίου μέσα στο σύνολο της συμμαχίας. Πιο λιανά: Οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης».

Η Κύπρος είναι μικρός τόπος. Το γεωπολιτικό εκτόπισμά της δεν είναι ισόποσο της Τουρκίας ή άλλων γειτονικών χωρών. Έχει μεν αξία και σημασία, αλλ’ είναι ένας εταίρος των ΗΠΑ, των οποίων οι ανησυχίες στρέφονται προς την Κίνα και τη Ρωσία. Το διεθνές σύστημα είναι ακόμα πιο πολύ άναρχο εξαιτίας των πολέμων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, της ραγδαίας ανακατανομής ισχύος μεταξύ διαφόρων δρώντων, της εντεινόμενης δράσης μη κρατικών, τρομοκρατικών οργανώσεων, του κυβερνοπολέμου, της κλιματικής αλλαγής και της ανάδυσης μεσαίων δυνάμεων που διεκδικούν ρόλο με τις πλανητικές δυνάμεις.

Πόσο αξίζει η Κύπρος για τις ΗΠΑ σήμερα και πόσο θα αξίζει στο προβλεπτό μέλλον; Με απλά λόγια, όπως προφητικά σημείωνε ο Π. Κονδύλης: Προς το παρόν, η Κύπρος αξίζει όσο εξυπηρετεί τα συμφέροντά των ΗΠΑ ή και άλλων δυνάμεων, που θα μεθοδεύσουν κλείσιμο των Ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού, να ηρεμήσει η ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ και η Μέση Ανατολή. Με ποιες συναλλαγές και ανταλλάγματα, ειδικά προς την Τουρκία; Ο Ν. Χριστοδουλίδης έχει μίαν ύψιστη προτεραιότητα: Να διεκδικήσει με αταλάντευτη επιμονή και να πετύχει την απελευθέρωση από τον Τούρκο Αττίλα, όχι να ονειρεύεται ένταξη στο ΝΑΤΟ. Αυτό δεν θα γίνει με παραλυτική αγκίστρωση στη διζωνική, που θα παραδώσει την Κύπρο αύτανδρη σε μια νέα τουρκοκρατία.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Ο νέος ρόλος Ελλάδας-Κύπρου στις γεωπολιτικές εξελίξεις, η νευρικότητα της Τουρκίας και το παγκόσμιο ταξίδι του “Καποδίστρια”

Η εκπόμπη «Γνώση δια λόγου» του STAR Κεντρικής Ελλάδας, φιλοξενεί τον γεωπολιτικό αναλυτή Ραφαήλ Καλυβιώτη και τον στρατηγικό αναλυτή, υποναύαρχο και μέλος του Strategy International, Στάθη Κυριακίδη. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και η νέα θέση που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στη γεωπολιτική εξίσωση της περιοχής.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να κινείται σε έδαφος εξαιρετικά ασταθές, με την εκεχειρία να παραμένει εύθραυστη και τις επόμενες κινήσεις των βασικών παικτών να θεωρούνται κρίσιμες για το αν η περιοχή θα οδηγηθεί σε αποκλιμάκωση ή σε νέο κύκλο έντασης. Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η Ανατολική Μεσόγειος αναβαθμίζεται γεωστρατηγικά, με την Ελλάδα και την Κύπρο να αποκτούν πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα της εκπομπής «Γνώση δια λόγου» του STAR Κεντρικής Ελλάδας, όπου φιλοξενήθηκαν ο γεωπολιτικός αναλυτής Ραφαήλ Καλυβιώτης και ο στρατηγικός αναλυτής, υποναύαρχος και μέλος του Strategy International, Στάθης Κυριακίδης. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και η νέα θέση που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στη γεωπολιτική εξίσωση της περιοχής.

Όπως αναδείχθηκε στην εκπομπή, η Αθήνα και η Λευκωσία ενισχύουν σταθερά το αποτύπωμά τους μέσα από συνεργασίες που εδράζονται στη σταθερότητα και στην περιφερειακή σύμπραξη. Η Τριμερής με το Ισραήλ, αλλά και η στήριξη προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, συνθέτουν ένα πλέγμα σχέσεων που αυξάνει τη σημασία του ελληνικού και κυπριακού παράγοντα σε μια περίοδο που οι ισορροπίες αλλάζουν. Την ίδια ώρα, η Τουρκία εμφανίζεται νευρική και επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση της, καθώς βλέπει ότι το περιβάλλον ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλεται.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό, καθώς από τις αποφάσεις και τις πρωτοβουλίες των μεγάλων δυνάμεων και των περιφερειακών παικτών θα κριθεί αν θα υπάρξει μια δύσκολη αλλά υπαρκτή δυνατότητα αποκλιμάκωσης ή αν θα ανοίξει μια νέα περίοδος αβεβαιότητας με σοβαρές συνέπειες όχι μόνο για την περιοχή, αλλά και για τη διεθνή ασφάλεια συνολικά.

Στην ίδια εκπομπή ξεχώρισε και η αναφορά στην ταινία «Καποδίστριας», η οποία μετά τη θερμή υποδοχή που γνώρισε στην Ελλάδα συνεχίζει τη διεθνή της διαδρομή, μεταφέροντας τη μορφή και την παρακαταθήκη του Ιωάννη Καποδίστρια στο παγκόσμιο κοινό. Με αφορμή αυτή την πορεία, φιλοξενήθηκε ο σκηνοθέτης της ταινίας και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, Γιάννης Σμαραγδής, ο οποίος μίλησε για το όραμα, τις δυσκολίες αλλά και τη διεθνή απήχηση του έργου.

Η πορεία της ταινίας, όπως τονίστηκε, επιβεβαιώνει ότι έργα με ειλικρίνεια, ουσία και βαθύ ιστορικό περιεχόμενο μπορούν να ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα και να αγγίζουν ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Έτσι, σε μια εκπομπή όπου συνυπήρξαν η γεωπολιτική ανάλυση και ο πολιτισμός, αναδείχθηκαν δύο παράλληλες όψεις της σύγχρονης ελληνικής παρουσίας: από τη μία ο ενισχυμένος ρόλος της Ελλάδας και της Κύπρου σε μια κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία και από την άλλη η διεθνής απήχηση μιας κινηματογραφικής παραγωγής που φέρνει την ελληνική ιστορία στο παγκόσμιο προσκήνιο.

Ολόκληρη η εκπομπή Γνώση Δια λόγου εδω:

 

Γνώση δια…λόγου 17-04-2026
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Ο ρόλος της Ελλάδας σε ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ

Η Ελλάδα διαθέτοντας σαφή στρατηγικό προσανατολισμό, σοβαρή και υπεύθυνη πολιτική ηγεσία, αξιόπιστη και ισχυρή αποτρεπτική ισχύ, καθώς και την ικανότητα να διαμορφώνει κρίσιμες συμμαχίες σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, δύναται να αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα σταθερότητας και ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Η μερική ή πλήρης αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα αποτελούσε ιστορική καμπή για το διεθνές σύστημα ασφάλειας, υπονομεύοντας τη διατλαντική αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Χωρίς την αμερικανική παρουσία, η Συμμαχία θα στερούνταν τον βασικό πυλώνα στρατιωτικής ισχύος, αποτροπής και πολιτικής συνοχής, ενώ η απώλεια κρίσιμων δυνατοτήτων όπως οι στρατηγικές και δορυφορικές πληροφορίες, η επιτήρηση και αναγνώριση, η πυρηνική αποτροπή και η τεχνολογική υπεροχή στην αεροπορική και πυραυλική άμυνα θα περιόριζε δραστικά την επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η γεωπολιτική ρευστότητα θα εντεινόταν, δημιουργώντας κενά ισχύος που θα επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν ανταγωνιστικές δυνάμεις, επανακαθορίζοντας τους συσχετισμούς ισχύος στην Ευρώπη.

Παράλληλα, η απουσία των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταδιακή αναζωπύρωση ενδοσυμμαχικών ανταγωνισμών, καθώς τα κράτη-μέλη θα επιχειρούσαν να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο και τη βαρύτητα τους στο νέο περιβάλλον ισχύος.

Για παράδειγμα, χώρες με περιφερειακές φιλοδοξίες, όπως η Τουρκία, θα επιδίωκαν να αξιοποιήσουν το κενό ηγεσίας, προβάλλοντας έναν πιο αυτόνομο και αναβαθμισμένο στρατηγικό ρόλο εντός της Συμμαχίας και στο ευρύτερο περιφερειακό της περιβάλλον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα αναδιαμορφωθεί το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας, αλλά και ποια θα είναι η θέση χωρών όπως η Ελλάδα σε αυτό το νέο, ρευστό και ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Συγκεκριμένα, για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη θα έχει άμεσες και πολυεπίπεδες στρατηγικές επιπτώσεις.

Λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του ρόλου της ως πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, καλούμενη να διαχειριστεί ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Ειδικότερα, ως κρίσιμος γεωστρατηγικός παράγοντας στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη επιχειρησιακή και πολιτική βαρύτητα, ιδίως σε μια συγκυρία όπου η ευρωπαϊκή ασφάλεια θα πρέπει να αναδομηθεί χωρίς την άμεση αμερικανική εγγύηση.

Η απουσία των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ είναι βέβαιο επίσης, ότι θα μετατοπίσει το βάρος της αποτροπής προς τα ευρωπαϊκά κράτη, αναδεικνύοντας την ανάγκη για αυξημένη στρατιωτική ικανότητα, ταχύτερη λήψη αποφάσεων και βαθύτερη επιχειρησιακή ενοποίηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα κληθεί να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι μόνο ως καταναλωτής ασφάλειας, αλλά ως παράγοντας σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου όπου διασταυρώνονται ενεργειακά, γεωπολιτικά και στρατιωτικά συμφέροντα.

Συγκεκριμένα, ως χώρα που διαθέτει σημαντικές κρίσιμες υποδομές και δυνατότητες προβολής ισχύος, μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος επιχειρησιακής υποστήριξης και περιφερειακής αποτροπής. Ωστόσο, ο ρόλος αυτός δεν είναι αυτονόητος ούτε χωρίς προκλήσεις, καθώς συνδέεται άμεσα με τη συνολική ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή και τις σχέσεις με γειτονικά κράτη.

Ειδικότερα, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα αναδιαμορφώσει ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή, που εκτείνεται από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία είναι πιθανό να επιδιώξει την περαιτέρω ενίσχυση του ρόλου της ως περιφερειακής δύναμης, γεγονός που θα αυξήσει τις πιέσεις στο περιβάλλον ασφάλειας της Ελλάδας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποτρεπτική ισχύς της χώρας δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις επιχειρησιακές της δυνατότητες, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να διαμορφώνει συμμαχίες και να επηρεάζει ενεργά τους συσχετισμούς ισχύος, τόσο εντός όσο και εκτός του ΝΑΤΟ.

Την ίδια στιγμή, η ευρύτερη περιφερειακή αστάθεια αναμένεται να ενταθεί.

Ειδικότερα, στην Ανατολική Μεσόγειο, η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής θα μπορούσε να ενισχύσει τη δράση ανταγωνιστικών δυνάμεων, διευρύνοντας τα περιθώρια ρωσικής επιρροής και επιβαρύνοντας περαιτέρω ένα ήδη σύνθετο και ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.

Παράλληλα, στα Δυτικά Βαλκάνια, η απουσία της αμερικανικής πολιτικής και στρατιωτικής παρουσίας ενδέχεται να οδηγήσει σε αναζωπύρωση εθνικιστικών τάσεων, επαναφέροντας δυναμικές αποσταθεροποίησης σε μια περιοχή ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια της Ελλάδας.

Σε μια τέτοια εξέλιξη, η Ελλάδα θα κληθεί να δεσμεύσει πόρους στα βόρεια σύνορά της και να εστιάσει την προσοχή της σε περισσότερα του ενός στρατηγικά μέτωπα.

Πέραν των γεωπολιτικών παραμέτρων, είναι βέβαιο ότι θα ανακύψουν και κρίσιμα ζητήματα επιχειρησιακού χαρακτήρα, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών οπλικών συστημάτων βασίζεται σε αμερικανικής προέλευσης τεχνολογία και υποστήριξη.

Συνεπώς, μια ενδεχόμενη αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να επηρεάσει την αλυσίδα υποστήριξης, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα κρίσιμων μέσων, δημιουργώντας την ανάγκη για ταχεία προσαρμογή και αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Ταυτόχρονα, το καθεστώς λειτουργίας και αξιοποίησης στρατηγικών υποδομών, όπως οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα, θα εισερχόταν σε μια νέα φάση επαναπροσδιορισμού, με άμεσες συνέπειες για τη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή.

Ωστόσο, το νέο αυτό περιβάλλον δεν δημιουργεί μόνο προκλήσεις, αλλά και σημαντικές ευκαιρίες.

Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, η οποία ήδη συζητείται εντατικά σε πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο, ενδέχεται να αναδείξει την Ελλάδα σε κρίσιμο πυλώνα της νότιας πτέρυγας ενός περισσότερο αυτόνομου ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας.

Η γεωστρατηγική της θέση, σε συνδυασμό με τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων και τη διαχρονική της συμμετοχή σε αποστολές της Συμμαχίας, της προσδίδουν συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι η διατήρηση και ενίσχυση κρίσιμων δομών διοίκησης και ελέγχου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στο νέο περιβάλλον ασφάλειας.

Η σημασία αυτή καθίσταται ακόμη πιο εμφανής, αν ληφθεί υπόψη η διεθνής πρακτική.

Είναι χαρακτηριστικό ότι χώρες με αναθεωρητικές φιλοδοξίες επιδιώκουν συστηματικά την αναβάθμιση του ρόλου τους μέσω της δημιουργίας ή φιλοξενίας νέων στρατηγικών δομών διοίκησης και ελέγχου επιδιώκοντας να καλύψουν πιθανά κενά ισχύος και να ενισχύσουν τη θεσμική τους επιρροή εντός της Συμμαχίας.

Ενδεικτική είναι η πρωτοβουλία της Τουρκίας, η οποία στα τέλη Μαρτίου 2026 ανακοίνωσε την ίδρυση νέας Πολυεθνικής Ναυτικής Διοίκησης /Στρατηγείου του ΝΑΤΟ (NATO Maritime Component Command – MCC) στην περιοχή Anadolukavagi (Αναντολού Καβαγί) στο Μπέικοζ της Κωνσταντινούπολης με στόχο τον έλεγχο των στενών του Βοσπόρου στο πλαίσιο του Νοτιοανατολικού Περιφερειακού Σχεδίου της Συμμαχίας και υπό τουρκική διοίκηση.

Υπό τις συνθήκες αυτές, αναδεικνύεται η σημασία της προσεκτικής στάθμισης των επιλογών που επηρεάζουν τη στρατηγική βαρύτητα της Ελλάδας, ιδίως σε ό,τι αφορά τη διατήρηση και ενίσχυση κρίσιμων δομών διοίκησης και ελέγχου, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τη θέση της χώρας στο υπό διαμόρφωση νέο ευρωπαϊκό και συμμαχικό αρχιτεκτονικό πλαίσιο ασφάλειας.

Παράλληλα, η εμβάθυνση διμερών και πολυμερών συνεργασιών, ιδίως με ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Ρουμανία, αλλά και με περιφερειακούς εταίρους στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος.

Επιπλέον, σχήματα συνεργασίας όπως οι τριμερείς ή τετραμερείς πρωτοβουλίες με την Κύπρο και άλλες χώρες της περιοχής αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός πλέγματος ασφάλειας πέραν των παραδοσιακών δομών.

Εν κατακλείδι, σε ένα ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, η Ελλάδα μετατρέπεται σε βασικό πυλώνα της υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και αντικειμενική δυνατότητα αναβάθμισης του διεθνούς της ρόλου, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει έγκαιρη στρατηγική προσαρμογή.

Το κρίσιμο, ωστόσο, ζητούμενο παραμένει η ικανότητα της Ευρώπης να κινηθεί με την απαιτούμενη ταχύτητα, συνοχή και πολιτική βούληση, ώστε να καλύψει το κενό ισχύος που ενδεχομένως θα αφήσει μια αμερικανική αποχώρηση.

Οι συζητήσεις περί ενός «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ» ή μιας ενισχυμένης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας καταδεικνύουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε τεκτονικές αλλαγές όπου η Ελλάδα καλείται να αξιολογήσει στρατηγικά και να κινηθεί άμεσα και με στρατηγική ευελιξία (όπως έπραξε με την πρόσφατη αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο, συμπαρασύροντας και τους εταίρους της), με στόχο την ενίσχυση του γεωπολιτικού της ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι για την Ελλάδα, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ δημιουργεί ένα σύνθετο, αλλά όχι απαραίτητα αρνητικό στρατηγικό περιβάλλον.

Η ήδη ανεπτυγμένη διμερής στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αυξημένη γεωπολιτική σημασία της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και ο ρόλος της ως κόμβου ενέργειας και ασφάλειας, συνθέτουν ένα πλαίσιο στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει σημαντικός εταίρος των ΗΠΑ, ακόμη και σε συνθήκες αναπροσαρμογής της αμερικανικής παρουσίας στο ΝΑΤΟ.

Υπό αυτή την οπτική, η σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ δεν αποδυναμώνεται, αλλά μετασχηματίζεται, αποκτώντας περισσότερο διμερή, επιχειρησιακό και γεωστρατηγικό χαρακτήρα, πέραν της αυστηρής θεσμικής διάστασης της Συμμαχίας.

Η Ελλάδα άλλωστε, σύμφωνα με το νέο αμερικανικό δόγμα που περιγράφεται στη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ πληροί τις προϋποθέσεις που έχει θέσει ο Αμερικανός Πρόεδρος κ. Τράμπ για να αποτελεί στρατηγικό σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η υψηλή συμμετοχή της στις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ, η ενεργός εμπλοκή της σε περιφερειακά σχήματα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, η στρατηγική της σχέση με το Ισραήλ καθώς και η συνεπής της στάση ως αξιόπιστου συμμάχου, ενισχύουν τη θέση της στη νέα αμερικανική στρατηγική ασφαλείας.

Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική επιλογή του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να παράσχει στρατιωτικές διευκολύνσεις στις ΗΠΑ (παρά τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας) για τον πόλεμο κατά του Ιράν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διάθεση της βάσης της Σούδας, καθιστούν την Ελλάδα παράγοντα αυξημένης γεωπολιτικής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το γεγονός άλλωστε, ότι σε δηλώσεις του ο Πρόεδρος Τράμπ έχει εκφράσει την ικανοποίησή του για χώρες όπως η Ελλάδα που παρείχαν στήριξη στην αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν επιβεβαιώνει την ανωτέρω επιχειρηματολογία.

Κοντολογίς, ένας ενδεχόμενος μετασχηματισμός του ΝΑΤΟ λόγω της αμερικανικής αποδέσμευσης συνιστά καθοριστικό παράγοντα αναδιαμόρφωσης της στρατηγικής θέσης της Ελλάδας στο νέο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον ασφάλειας.

Για την Ελλάδα, ο νέος γεωστρατηγικός της ρόλος δεν θα κριθεί από την παθητική προσαρμογή στις εξελίξεις, αλλά από την ικανότητά της να λειτουργήσει ως ενεργός διαμορφωτής τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα ασφαλείας όχι ως απειλή, αλλά ως πεδίο στρατηγικής αναδιάταξης και ευκαιριών.

Η θέση της στο νέο ευρωπαϊκό και διεθνές σύστημα ασφάλειας δεν θα είναι προκαθορισμένη, αλλά θα είναι αποτέλεσμα επιλογών, συμμαχιών και διαρκούς ενίσχυσης της εθνικής στρατηγικής της παρουσίας.

Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι απλώς η προσαρμογή στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, αλλά η ενεργή συμμετοχή στη διαμόρφωσή της.

Η Ελλάδα διαθέτοντας σαφή στρατηγικό προσανατολισμό, σοβαρή και υπεύθυνη πολιτική ηγεσία, αξιόπιστη και ισχυρή αποτρεπτική ισχύ, καθώς και την ικανότητα να διαμορφώνει κρίσιμες συμμαχίες σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, δύναται να αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα σταθερότητας και ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Τουρκική ενόχληση για τον άξονα Ελλάδας–Ισραήλ: «Γίνεται προγεφύρωμα της Δύσης»

Ανάλυση του TRT World βλέπει την Αθήνα να ενισχύει τη συνεργασία με το Ισραήλ, προειδοποιώντας για αυξανόμενη εξάρτηση και γεωπολιτικές τριβές με την Τουρκία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Με σαφείς αιχμές απέναντι στην εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ, δημοσίευμα–ανάλυση του TRT World καταγράφει την αυξανόμενη ενόχληση της Άγκυρας για τον ρόλο που διεκδικεί η Αθήνα στην Ανατολική Μεσόγειο, παρουσιάζοντας τη χώρα ως «δυτικό προγεφύρωμα» του Τελ Αβίβ στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η γεωπολιτική εικόνα στην περιοχή μεταβάλλεται ταχύτατα, με το Ισραήλ να επανατοποθετεί στρατηγικά την Ελλάδα ως πύλη προς την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και οικονομίας. Η σύγκλιση αυτή αποτυπώνεται κυρίως στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και των οικονομικών σχέσεων, με την Αθήνα να επιδιώκει αναβάθμιση του ρόλου της, προσφέροντας ταυτόχρονα στο Ισραήλ πρόσβαση σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, το τουρκικό Μέσο επιχειρεί να ανατρέψει το κυρίαρχο αφήγημα περί «στρατηγικής σύμπραξης», υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω προσέγγιση ενδέχεται να ενισχύει την εξάρτηση της Ελλάδας αντί να ενδυναμώνει την αυτονομία της.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αμυντική συνεργασία, που παρουσιάζεται ως ο πιο άμεσος και ταχύτατα αναπτυσσόμενος άξονας των διμερών σχέσεων. Ενδεικτικά, γίνεται αναφορά στη συμφωνία ύψους 750 εκατ. δολαρίων για την προμήθεια 36 εκτοξευτών πολλαπλών ρουκετών PULS από την εταιρεία Elbit Systems, αλλά και στο φιλόδοξο σχέδιο «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας αξίας περίπου 3 δισ. ευρώ, το οποίο βασίζεται σε ισραηλινή τεχνολογία, όπως τα συστήματα Barak MX και David’s Sling.

Παράλληλα, η ανάλυση επισημαίνει την ενίσχυση της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ–Κυπριακής Δημοκρατίας, με κοινά σχέδια δράσης, στρατιωτικές ασκήσεις και ανταλλαγή πληροφοριών. Όμως, κατά το TRT World, αυτή η εμβάθυνση δημιουργεί «δομική ασυμμετρία», καθώς το Ισραήλ διευρύνει τη στρατηγική του επιρροή, ενώ η Ελλάδα καθίσταται ολοένα και πιο εξαρτημένη από ξένες τεχνολογίες και αντιλήψεις απειλών.

Στο πεδίο της ενέργειας, η εικόνα παρουσιάζεται πιο σύνθετη. Το σχέδιο του αγωγού EastMed, που κάποτε θεωρούνταν εμβληματικό, έχει χάσει τη δυναμική του, ενώ και ο ηλεκτρικός διασυνδετήρας Great Sea Interconnector αντιμετωπίζει καθυστερήσεις και αβεβαιότητες. Αντίθετα, το τουρκικό αφήγημα προβάλλει τις υφιστάμενες ενεργειακές διαδρομές μέσω Τουρκίας ως πιο λειτουργικές και αποδοτικές.

Σε γεωοικονομικό επίπεδο, αναγνωρίζεται η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, με άνοδο 41% την περίοδο 2023–2024. Ωστόσο, το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη αυτή δεν είναι ισόρροπη, αλλά συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική σύμπλευση, ενισχύοντας την ένταξη της Ελλάδας σε ισραηλινές αλυσίδες εφοδιασμού.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στην εσωτερική διάσταση, με αναφορά σε αυξανόμενες αντιδράσεις στην ελληνική κοινωνία, ιδίως μετά τις εξελίξεις στη Γάζα και τις περιφερειακές εντάσεις. Καταγράφονται κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, που –κατά την τουρκική ανάλυση– αποτυπώνουν έναν βαθμό δυσφορίας απέναντι στη στενή στρατιωτική συνεργασία.

Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, το TRT World παρουσιάζει την Άγκυρα ως παράγοντα που επιδιώκει «στρατηγική αυτονομία», μέσω ανάπτυξης εγχώριων αμυντικών συστημάτων, ενεργειακών διαδρόμων και συνεργασιών με χώρες όπως η Λιβύη και η Αίγυπτος. Υποστηρίζει δε ότι οι πρωτοβουλίες που παρακάμπτουν την Τουρκία δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνουν, εντείνοντας τον γεωπολιτικό κατακερματισμό στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση, αν και παρουσιάζεται ως εργαλείο σταθερότητας, ενδέχεται να περιορίζει τη στρατηγική ευελιξία της Ελλάδας, ενισχύοντας την εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζεται ότι η μακροπρόθεσμη σταθερότητα στην περιοχή δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποκλεισμούς, αλλά σε πιο «συμπεριληπτικά» σχήματα που λαμβάνουν υπόψη όλους τους βασικούς δρώντες – με σαφή αναφορά στην Τουρκία.

Σε κάθε περίπτωση, το δημοσίευμα αποτυπώνει ξεκάθαρα τη δυσφορία της Άγκυρας για την ενίσχυση του άξονα Αθήνας–Τελ Αβίβ, επιχειρώντας να αναδείξει τους κινδύνους που –κατά την τουρκική οπτική– συνεπάγεται για την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα6 ώρες πριν

Handelsblatt: Καταρρέει το γαλλογερμανικό πρόγραμμα του μαχητικού αεροσκάφους νέας γενιάς

Η διαδικασία διαμεσολάβησης ανάμεσα στις εμπλεκόμενες εταιρείες δεν κατάφερε να γεφυρώσει τις σοβαρές διαφορές που έχουν προκύψει.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ7 ώρες πριν

WSJ: Ρεσάλτο σε πλοία που συνδέονται με Ιράν ετοιμάζει ο στρατός των ΗΠΑ

Η εξέλιξη αυτή έρχεται ενώ η ένταση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει στο κόκκινο.

Διεθνή7 ώρες πριν

Ουκρανία: Τρομοκρατική ενέργεια η ένοπλη επίθεση στο Κίεβο (ΒΙΝΤΕΟ)

Ο δράστης άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως, όποιον βρισκόταν στον δρόμο και στη συνέχεια «ταμπουρώθηκε» σε σουπερμάρκετ, όπου σκότωσε έναν ακόμα...

Διεθνή7 ώρες πριν

Βαθιά ανησυχία στην Ινδία! Δύο πλοία δέχτηκαν επίθεση ενώ διέσχιζαν τα Στενά του Ορμούζ

Δύο πλοία με ινδική σημαία που μετέφεραν αργό πετρέλαιο δέχτηκαν σήμερα επίθεση ενώ προσπαθούσαν να διασχίσουν τα Στενά του Ορμούζ,...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Ο νέος ρόλος Ελλάδας-Κύπρου στις γεωπολιτικές εξελίξεις, η νευρικότητα της Τουρκίας και το παγκόσμιο ταξίδι του “Καποδίστρια”

Η εκπόμπη «Γνώση δια λόγου» του STAR Κεντρικής Ελλάδας, φιλοξενεί τον γεωπολιτικό αναλυτή Ραφαήλ Καλυβιώτη και τον στρατηγικό αναλυτή, υποναύαρχο...

Δημοφιλή