Αναλύσεις
Casus Belli και ελληνική κυριαρχία
Για πρώτη φορά στα χρονικά του διεθνούς συστήματος ασφαλείας, ένα μέλος του ΝΑΤΟ απειλεί με στρατιωτική επέμβαση ένα άλλο μέλος της ίδιας Συμμαχίας, επειδή αυτό επιθυμεί να ασκήσει τα νόμιμα κυριαρχικά του δικαιώματα.
Ένα από τα πλέον εκρηκτικά ζητήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις επανήλθε στο προσκήνιο των στρατηγικών αναλύσεων του κανονισμού SAFE, με αιχμή το casus belli, την απειλή πολέμου που διατηρεί επισήμως η Τουρκία εναντίον της Ελλάδας από το 1995, σε περίπτωση που η χώρα μας επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπεται ρητά από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS 1982).
Μια απειλή πολέμου εντός του ΝΑΤΟ
Η διατήρηση ενός τέτοιου δόγματος από πλευράς Άγκυρας συνιστά παγκόσμια πρωτοτυπία. Για πρώτη φορά στα χρονικά του διεθνούς συστήματος ασφαλείας, ένα μέλος του ΝΑΤΟ απειλεί με στρατιωτική επέμβαση ένα άλλο μέλος της ίδιας Συμμαχίας, επειδή αυτό επιθυμεί να ασκήσει τα νόμιμα κυριαρχικά του δικαιώματα.
Η Τουρκία, επικαλούμενη «εθνικά ζωτικά συμφέροντα», υποστηρίζει πως η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο θα την “εγκλωβίσει”, υπονομεύοντας την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και στρατηγική της επιρροή. Πρόκειται για επιχειρήματα που δεν αντέχουν στη νομική ή γεωστρατηγική εξέταση, καθώς η Τουρκία έχει ήδη επεκτείνει τα δικά της χωρικά ύδατα στα 12 ν.μ. στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, αποδεχόμενη την ίδια συνθήκη που απορρίπτει στο Αιγαίο.
Η θέση της Ελλάδας και η ευρωπαϊκή διάσταση
Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει ξεκάθαρη θέση: Το casus belli είναι απαράδεκτο και αντίκειται τόσο στο Διεθνές Δίκαιο όσο και στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Μια ενδεχόμενη επέκταση στα 12 ν.μ. αποτελεί νόμιμη, κυριαρχική επιλογή, όχι πρόκληση. Το να παραμένει αυτή η απειλή ενεργή, δημιουργεί συνθήκες μόνιμης έντασης και αποσταθεροποιεί την Ανατολική Μεσόγειο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα από την Τουρκία να άρει το casus belli, ενώ και οι ΗΠΑ έχουν δηλώσει ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. αποτελεί δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους σύμφωνα με το διεθνές νομικό πλαίσιο.
SAFE Forum: Η πολιτικο-στρατηγική διάσταση του casus belli
Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων συνεδριάσεων του Strategic Analysis and Forecasting for Europe (SAFE), επισημάνθηκε από πολλούς συμμετέχοντες, τόσο στρατιωτικούς όσο και διπλωματικούς αναλυτές, ότι το casus belli δεν είναι απλώς μια ρητορική απειλή, αλλά αποτελεί κεντρικό εργαλείο στρατηγικής αποτροπής της Τουρκίας, ενταγμένο στο πλαίσιο του αναθεωρητισμού της.
Η Άγκυρα, μέσω του δόγματος αυτού, προσπαθεί να επιβάλει ένα πλαίσιο «συνεκμετάλλευσης» και αναθεώρησης των διεθνώς κατοχυρωμένων συνόρων και δικαιωμάτων, μετατρέποντας μια κυρίαρχη πράξη της Ελλάδας σε «αιτία πολέμου». Η ρητορική αυτή συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη στρατηγική της “γαλάζιας πατρίδας” και των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η απάντηση: Διεθνής πίεση και στρατηγική ψυχραιμία
Στο πλαίσιο του SAFE, τονίστηκε ότι η απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Απαιτείται ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, προσεκτικός διπλωματικός σχεδιασμός, αλλά και διεθνοποίηση του ζητήματος. Το casus belli δεν είναι μόνο ελληνοτουρκική διαφορά· είναι πρόβλημα του ΝΑΤΟ, της Ε.Ε. και του διεθνούς δικαίου.
Εξωτερική πολιτική σε κρίση: Η Ελλάδα “πυροβολεί τα πόδια της” έναντι της Τουρκίας
Η παγίδα της “φιλίας” και το ευρωπαϊκό άλλοθι για την Άγκυρα
Η πρόσφατη πολιτική προσέγγιση Ελλάδας–Τουρκίας, όπως αυτή επισφραγίστηκε με τις δημόσιες δηλώσεις για «ελληνοτουρκική φιλία», φαίνεται να έχει γυρίσει μπούμερανγκ για την Αθήνα. Σε διπλωματικό επίπεδο, η Ελλάδα στην προσπάθειά της να κατευνάσει τις εντάσεις και να ενισχύσει το προφίλ της ως δύναμη σταθερότητας, φαίνεται να έχει υποτιμήσει τις συνέπειες της εικόνας που εκπέμπει προς την Ευρώπη.
Η εντύπωση που δημιουργείται στο εξωτερικό, και ιδίως εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πως δεν υπάρχει πλέον ουσιαστικό πρόβλημα μεταξύ των δύο χωρών. Αυτή η ψευδής εικόνα «ομαλότητας» έχει ως αποτέλεσμα αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι να επανέρχονται με μεγαλύτερη ζέση στην ιδέα ένταξης της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα, μια εξέλιξη που προκαλεί προβληματισμό, αν όχι ανησυχία.
Ξεχνώντας το casus belli και την Κύπρο
Η ουσία, ωστόσο, δεν αλλάζει: η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί ενεργό το casus belli κατά της Ελλάδας για τρεις δεκαετίες και συνεχίζει να κατέχει στρατιωτικά το 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας εδώ και 51 χρόνια. Αυτές οι πραγματικότητες φαίνεται να παραγνωρίζονται από την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία, που επιλέγει την προσέγγιση της Άγκυρας στο όνομα της γεωστρατηγικής ισορροπίας, παραμερίζοντας τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Η κριτική για την ελληνική στρατηγική
Πολλοί αναλυτές μιλούν πλέον ανοιχτά για σοβαρά στρατηγικά λάθη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, τα οποία έχουν αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Αθήνας και έχουν επιτρέψει στην Άγκυρα να επανεμφανίζεται ως “συνεργάτης ασφαλείας” της Δύσης, χωρίς να έχει κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις.
Η τοποθέτηση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, περί του SAFE και της πιθανής ενσωμάτωσης της Τουρκίας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής άμυνας, είχε σαφώς πιο επιθετικό και αιχμηρό ύφος, υπενθυμίζοντας εμμέσως τις χρόνιες προκλήσεις της Τουρκίας. Ωστόσο, η στάση αυτή δεν αρκεί να αναστρέψει την ήδη παγιωμένη εντύπωση, ιδιαίτερα όταν η ευρύτερη κυβερνητική γραμμή κινείται προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης και της σιωπηρής αποδοχής της “νέας πραγματικότητας”.
Το εσωκομματικό στοιχείο
Δεν περνά απαρατήρητο και το πολιτικό υπόβαθρο της παρέμβασης Δένδια. Πέρα από τον θεσμικό του ρόλο, η στάση του αποτυπώνει και μια διαφορετική φωνή στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, που φλερτάρει, όπως λένε πολιτικοί αναλυτές, με μια πιο ανεξάρτητη και εθνικά αιχμηρή τοποθέτηση απέναντι στα κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Το αν αυτή η στάση θα εξελιχθεί σε εσωκομματική διαφοροποίηση ή θα αποτελέσει εργαλείο πίεσης προς την κυβέρνηση, μένει να φανεί.
Συμπερασματικά
Η ελληνική διπλωματία φαίνεται να έχει υποπέσει σε ένα στρατηγικό λάθος: επένδυσε υπερβολικά στην εικόνα της “καλής γειτονίας”, χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις και χωρίς να επιβάλει την αναγνώριση των θεμελιωδών ζητημάτων ασφάλειας. Η «καλή εικόνα» που παρουσιάζεται προς τα έξω έχει οδηγήσει σε αποπροσανατολισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής έναντι της Τουρκίας.
Το τίμημα αυτής της πολιτικής, κατά πολλούς “αυτογκόλ”, ενδέχεται να το πληρώσει η Ελλάδα σε κρίσιμα πεδία, με πρώτο και κυριότερο το ευρωπαϊκό σύστημα άμυνας, στο οποίο η Τουρκία επιδιώκει να εισχωρήσει χωρίς να αλλάξει στάση ούτε στο Αιγαίο ούτε στην Κύπρο.
Αναλύσεις
Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία
Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία, αντί να απαιτούν κυρώσεις, επαναλαμβάνοντας το τετριμμένο ότι «πρέπει οι εταίροι μας να αντιληφθούν την κατάσταση», αυτό καταδεικνύει ότι είναι οι «δικοί» μας που ΔΕΝ θέλουν να κατανοήσουν την κατάσταση. Κι είναι οι ίδιοι που πρωτοστατούσαν στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας!
Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)
Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ για τον προϋπολογισμό (ο οποίος χρηματοδοτείται από εισφορές των κρατών-μελών) για την επταετία 2028-34, έφερε στο προσκήνιο τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Συνοπτικά, για έγκριση του προϋπολογισμού απαιτείται η συνεργασία των κορυφαίων οργάνων της ΕΕ, που έχουν δυσανάλογο μερίδιο ισχύος. Πρώτα η Ευρ. Επιτροπή υποβάλλει συνολική πρόταση με τις δαπάνες ανά τομέα, προς το Συμβούλιο (υπουργοί κρατών-μελών) και στο Ευρωκοινοβούλιο. Στο Συμβούλιο, τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα βέτο, δηλαδή καθένα μπορεί να μπλοκάρει τη διαδικασία. Τελευταίο είναι η έγκριση από το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο δεν επιλέγει μια-μια δαπάνη για απόρριψη ή αποδοχή, αλλά συναινεί ή απορρίπτει τον προϋπολογισμό ως σύνολο.
Αυτή τη φορά, ως Ευρωκοινοβούλιο ζητάμε σημαντική αύξηση των δαπανών, περίπου 10% σε σύγκριση με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφόσον «για να έχουμε ευρωπαϊκές λύσεις χρειάζονται ανάλογα χρηματοδοτικά εργαλεία.» Τις προάλλες, είχαμε την αντι-πρόταση της Ιρλανδικής Προεδρίας στο Συμβούλιο, με σημαντικές περικοπές, η οποία βρήκε απέναντι της «τοίχο» από τις δύο μεγάλες πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου (ανάμεσα τους και η δική μου), με στήριξη από δύο μικρότερες Αυτή είναι η «σύγκρουση» με το Ευρωκοινοβούλιο να ζητά δισεκατομμύρια επιπλέον για την άμυνα, την ανταγωνιστικότητα και τα παραδοσιακά προγράμματα της ΕΕ, ενώ διάφορες Κυβερνήσεις πιέζουν για σαφώς πιο περιορισμένο προϋπολογισμό.
Για την Κύπρο, το αποτέλεσμα της μάχης θα καθορίσει το ύψος των κονδυλίων που της αναλογούν κυρίως για την περιφερειακή ανάπτυξη/συνοχή, απασχόληση, κοινωνική πολιτική, την άμυνα, τη γεωργία, τις υποδομές και την πράσινη μετάβαση. Αυτή τη φορά όμως έχουμε και το φλέγον θέμα της στέγασης μαζί με τα έργα υποδομής ενεργειακής και γεωπολιτικής σημασίας λόγω του συνεχιζόμενου τουρκικού επεκτατισμού.
Αυτή την εβδομάδα όμως, είχαμε και κάτι άλλο που πέρασε στα ψηλά των ΜΜΕ και αφορά τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας. Η Τουρκία «καίγεται» για να διευρύνει τις εμπορικές της σχέσεις με την ΕΕ μέσω της Τελωνειακής Ένωσης, με απώτερη επιδίωξη να ενταχθεί στο «Made in Europe», που είναι μια υπό κατασκευή κοινή σήμανση προϊόντων παραγωγής στην Ευρώπη. Η συμμετοχή της Τουρκίας στην Ευρωάμυνα και η διεύρυνση των εμπορικών της σχέσεων, αποτελούν στην πραγματικότητα το υποκατάστατο της πλήρους ένταξης στην ΕΕ. Μάλιστα, η Τουρκία προέβαλε στον αρμόδιο Επίτροπο της ΕΕ, ως σημαντική επιτυχία την υφιστάμενη Τελωνειακή Ένωση ΕΕ-Τουρκίας, για την οποία η Τουρκία αρνείται να σεβαστεί την δέσμευσή της από το 2005 προς την ΕΕ και να εφαρμόσει όσα αφορούν την Κυπριακή Δημοκρατία.
Όταν πριν μήνες είχαμε την Έκθεση για την Τουρκία στο Ευρωκοινοβούλιο, είχα πρωτοστατήσει στην ανάδειξη αυτών των σοβαρών αρνητικών, που κάποιοι συνάδελφοι εισάκουσαν και άλλοι όχι. Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία, αντί να απαιτούν κυρώσεις, επαναλαμβάνοντας το τετριμμένο ότι «πρέπει οι εταίροι μας να αντιληφθούν την κατάσταση», αυτό καταδεικνύει ότι είναι οι «δικοί» μας που ΔΕΝ θέλουν να κατανοήσουν την κατάσταση. Κι είναι οι ίδιοι που πρωτοστατούσαν στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας!
Αναλύσεις
Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό
Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για συμπαραγωγή LORA, η συνεργασία με την Ινδία και η αμυντική ενίσχυση της Κύπρου.
Ένα έντονο διπλωματικό παρασκήνιο γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο, με επίκεντρο την ανατολική Λιβύη και την οικογένεια Χαφτάρ, περιέγραψε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News», παρουσιάζοντας πληροφορίες του Directus.gr. Σύμφωνα με όσα μετέφερε, η Τουρκία πιέζει για την κοινοβουλευτική επικύρωση του μνημονίου, ενώ το Ισραήλ επιδιώκει να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη, αξιοποιώντας και τη σχέση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων με την πλευρά Χαφτάρ.
Στην ανάλυσή του, το λιβυκό μέτωπο συνδέεται με τον ευρύτερο ανταγωνισμό στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, παρουσίασε πληροφορίες για εξοπλιστικές συζητήσεις με το Ισραήλ και για την ανάπτυξη της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ινδίας.
Πιέσεις στον Χαφτάρ και ισραηλινές παρεμβάσεις
Κατά τον παρουσιαστή, η Άγκυρα επιδιώκει να αξιοποιήσει την επιρροή του Σαντάμ Χαφτάρ στην ανατολική Λιβύη, προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου. Ο ίδιος συνέδεσε την κινητικότητα με τις μεταβολές που περιέγραψε στην τοπική πολιτική ισορροπία και με την τουρκική προσπάθεια να αποκτήσει ευνοϊκότερους συνομιλητές.
Στον αντίποδα, επικαλούμενος επαφές με πηγές από το Ισραήλ, υποστήριξε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνεννοήσεις με τα Εμιράτα, ώστε το Αμπού Ντάμπι να ασκήσει πρόσθετη επιρροή στην οικογένεια Χαφτάρ για την αποτροπή της επικύρωσης.
«Το Ισραήλ θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην επικυρωθεί η συμφωνία», ανέφερε, μεταφέροντας την εικόνα που, όπως είπε, είχε από τις πηγές του. Στην ίδια εξίσωση τοποθέτησε την Αίγυπτο, εκτιμώντας ότι ούτε το Κάιρο επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη.
Το συμπέρασμά του για την Αθήνα ήταν σαφές: η σύμπτωση συμφερόντων με άλλες περιφερειακές δυνάμεις δημιουργεί περιθώρια δράσης, τα οποία η ελληνική διπλωματία οφείλει να αξιοποιήσει.
Το ευρωπαϊκό χαρτί της Αθήνας
Ο Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα αξιοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως υποστήριξε, η ανάγκη της Λιβύης για επενδύσεις, χρηματοδότηση και συνεργασία στο μεταναστευτικό προσφέρει στην Ελλάδα διαπραγματευτικά εργαλεία.
Κατά την προσέγγισή του, η Αθήνα πρέπει να συνδέσει τις ευρωπαϊκές σχέσεις με τη Λιβύη με την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων. Η παρέμβαση τρίτων χωρών χρειάζεται, επομένως, να συνοδεύεται από ενεργή ελληνική παρουσία και συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες.
LORA: Πληροφορίες για συμπαραγωγή στην Ελλάδα
Στο εξοπλιστικό σκέλος, ο παρουσιαστής μετέφερε πληροφορίες για συζητήσεις με το Ισραήλ σχετικά με το πυραυλικό σύστημα LORA. Όπως ανέφερε, το ενδιαφέρον περιλαμβάνει την προοπτική μεταφοράς τεχνογνωσίας και δημιουργίας παραγωγικής υποδομής στην Ελλάδα.
Στην εκπομπή έγινε λόγος για δυνατότητα πληγμάτων ακριβείας σε αποστάσεις έως 500 χιλιομέτρων. Ο Μουντζουρούλιας εκτίμησε ότι, εφόσον προχωρήσει η συνεργασία που περιέγραψε, θα ενισχυθούν τόσο οι δυνατότητες αποτροπής όσο και η ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Η συγκεκριμένη αναφορά παρουσιάστηκε ως πληροφορία για διαπραγματεύσεις και σχεδιασμό. Ο ίδιος έθεσε την υλοποίηση της συμφωνίας ως προϋπόθεση για τις επιχειρησιακές δυνατότητες που ανέλυσε.
Ινδία: Κοινές παραγωγές και ναυπηγική συνεργασία
Εκτενή αναφορά έκανε και στην προσέγγιση με την Ινδία. Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, οι επαφές επικεντρώνονται στην κατάρτιση οδικού χάρτη βιομηχανικής συνεργασίας, με προοπτική κοινοπραξιών, συμπαραγωγής αμυντικών προϊόντων και ανάπτυξης τεχνολογιών.
Ανάμεσα στα πεδία ενδιαφέροντος ανέφερε τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αντιμετώπισής τους, τους πυραύλους και τα στρατιωτικά οχήματα. Ιδιαίτερη θέση απέδωσε στη ναυπηγική συνεργασία και στη σύνδεση της ελληνικής τεχνογνωσίας με την ινδική βιομηχανία.
Στην ανάλυσή του, οι σχέσεις Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Ινδίας μπορούν να διαμορφώσουν ένα πλέγμα συνεργασίας από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Ινδικό Ωκεανό, με πρακτικό περιεχόμενο στην άμυνα, στην εκπαίδευση και στη θαλάσσια ασφάλεια.
Η Κύπρος και η προοπτική ινδικών πλοίων
Για την Κύπρο, ο Μουντζουρούλιας παρουσίασε πληροφορίες για ινδική υποστήριξη στη ναυτική εκπαίδευση, στην τεχνική υποστήριξη και στην ανάπτυξη επιχειρησιακών δυνατοτήτων.
Πρόσθεσε ότι εξετάζεται από την ινδική πλευρά η διάθεση μεταχειρισμένων πολεμικών πλοίων σε προσιτό κόστος. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αναμένει περισσότερα στοιχεία για τον τύπο των πλοίων και για το εάν η σκέψη αυτή θα προχωρήσει.
Σχολιάζοντας παράλληλα τις απειλητικές δηλώσεις του Ερχάν Αρικλί, υποστήριξε ότι η Λευκωσία ενισχύει τις διεθνείς συνεργασίες της και ότι τα σημερινά δεδομένα διαφέρουν από εκείνα του 1974.
Δορυφόροι, ναυτικές μονάδες και νέα όπλα
Στην εκπομπή παρουσιάστηκαν επίσης τουρκικά δημοσιεύματα για τις ελληνικές δυνατότητες δορυφορικής επιτήρησης. Ο παρουσιαστής στάθηκε στην αξία της συλλογής πληροφοριών και στην προοπτική καλύτερης παρακολούθησης στρατιωτικών δραστηριοτήτων.
Αναφέρθηκε ακόμη σε συζητήσεις για δύο ιταλικά ναρκοθηρευτικά, σε παρουσίαση των συστημάτων SPEAR και SPEAR EW στην Πολεμική Αεροπορία, καθώς και στο γερμανικό ενδιαφέρον για προγράμματα υποβρυχίων και τεθωρακισμένων.
Για τα υποβρύχια, υποστήριξε ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τον ανταγωνισμό των προμηθευτών, επιδιώκοντας την καλύτερη επιχειρησιακή λύση και ισχυρότερους όρους συνεργασίας.
Κλείνοντας, σχολίασε την επίσκεψη Δένδια στη Σαουδική Αραβία, σημειώνοντας ότι δεν διέθετε ακόμη το περιεχόμενο των συναντήσεων. Συνέδεσε ως εκτίμηση την κινητικότητα με την ελληνική παρουσία μέσω των Patriot και με τις περιφερειακές αμυντικές συνεννοήσεις.
Το βασικό μήνυμα της εκπομπής ήταν ότι οι διπλωματικές συνεργασίες αποκτούν ουσία όταν συνοδεύονται από παραγωγικές συμφωνίες, τεχνογνωσία και ενίσχυση της αποτροπής. Για τον Μουντζουρούλια, η Ελλάδα έχει μπροστά της ευκαιρίες που απαιτούν ενεργή διπλωματία και συνέχεια στην υλοποίηση.
Αναλύσεις
Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα
Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο της ανάλυσης του Σταύρου Καλεντερίδη.
Την εξάρτηση της Ουκρανίας από τις αμερικανικές δορυφορικές υπηρεσίες και τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή στη διεξαγωγή του πολέμου ανέδειξε ο Σταύρος Καλεντερίδης, συνδέοντας τις αναφορές για περιορισμούς στα συστήματα Starlink και Starshield με την πολιτική πίεση της Ουάσιγκτον προς το Κίεβο. Το κεντρικό του συμπέρασμα αφορά και την Ελλάδα: μια χώρα που στηρίζει κρίσιμες στρατιωτικές λειτουργίες σε ξένες υποδομές μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με περιορισμούς ακριβώς τη στιγμή που τις χρειάζεται περισσότερο.
Στην εκπομπή της Πέμπτης 15 Οκτωβρίου, ο αναλυτής περιέγραψε μια Ουκρανία που πιέζεται ταυτόχρονα στο πεδίο των επιχειρήσεων, στις ενεργειακές υποδομές και στις σχέσεις της με τους δυτικούς υποστηρικτές της. Κατά την εκτίμησή του, οι εξελίξεις αναδεικνύουν πόσο καθοριστική είναι η πρόσβαση σε επικοινωνίες, πληροφορίες και δεδομένα στόχευσης για έναν στρατό που χρησιμοποιεί εκτεταμένα μη επανδρωμένα συστήματα.
Ο πόλεμος εξαρτάται και από τη σύνδεση
Ο Καλεντερίδης επικαλέστηκε αναφορές Ουκρανών στρατιωτικών και αξιωματούχων για προβλήματα συνδεσιμότητας, διακοπές σήματος και περιορισμούς που επηρεάζουν τη χρήση drones. Όπως μετέφερε, οι επιπτώσεις αφορούν τόσο την εκτέλεση αποστολών όσο και την επικοινωνία μονάδων με τα κέντρα διοίκησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε σε όριο περίπου 160 χιλιομέτρων την ώρα, το οποίο παρουσίασε ως κρίσιμο εμπόδιο για τη λειτουργία τερματικών πάνω σε ταχέως κινούμενα μέσα. Το συγκεκριμένο μέγεθος αφορά ταχύτητα κίνησης και δεν αποτελεί μέτρηση της ταχύτητας μεταφοράς δεδομένων.
Σύμφωνα με όσα μετέφερε, Ουκρανοί διοικητές περιγράφουν ακυρώσεις αποστολών και δυσκολίες στην υποστήριξη του πεζικού. Η απώλεια εικόνας, ακόμη και για λίγα δευτερόλεπτα, μπορεί, όπως υπογράμμισε, να αποδειχθεί καθοριστική για την έκβαση μιας επιχείρησης.
Στην προσέγγισή του, οι δορυφορικές υπηρεσίες αποτελούν βασικό μέρος της επιχειρησιακής λειτουργίας του ουκρανικού στρατού. Όταν η πρόσβαση περιορίζεται, πλήττεται ολόκληρη η αλυσίδα επικοινωνίας, παρατήρησης και συντονισμού.
Starlink, Starshield και αμερικανικός έλεγχος
Ο αναλυτής επιχείρησε να διαχωρίσει τον ρόλο του Starlink από εκείνον του Starshield, δίνοντας έμφαση στη διάκριση ανάμεσα στις εμπορικές υπηρεσίες δορυφορικής συνδεσιμότητας και στις υπηρεσίες που προορίζονται για κυβερνητική χρήση.
Στο πλαίσιο αυτό, μετέφερε τη θέση που αποδίδει στον Έλον Μασκ ότι αποφάσεις για περιορισμούς σε κυβερνητικές υπηρεσίες συνδέονται με τις αμερικανικές αρχές. Ο ίδιος ο Καλεντερίδης ερμηνεύει τις εξελίξεις πρωτίστως πολιτικά: θεωρεί ότι η εξάρτηση από αμερικανικές υποδομές προσφέρει στην Ουάσιγκτον ισχυρό μέσο πίεσης προς την ουκρανική ηγεσία.
Το ερώτημα που θέτει είναι ποιος αποφασίζει τελικά για τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών από τις οποίες εξαρτάται μια πολεμική επιχείρηση. Για τον ίδιο, η απάντηση καθορίζει και τα πραγματικά περιθώρια αυτονομίας του Κιέβου.
Η σύγκρουση Τραμπ–Ζελένσκι και το ενεργειακό μέτωπο
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τους περιορισμούς με τις διαφωνίες Τραμπ–Ζελένσκι για τη διαχείριση του πολέμου και των πληγμάτων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις. Υποστήριξε ότι η ουκρανική ηγεσία βρίσκεται σε δύσκολη θέση όταν επιχειρεί να αμφισβητήσει επιλογές της Ουάσιγκτον, διατηρώντας παράλληλα τόσο μεγάλη εξάρτηση από την αμερικανική υποστήριξη.
Επικαλούμενος δηλώσεις του Ζελένσκι, αναφέρθηκε σε παράπονα του Κιέβου για έλλειψη έγκαιρης προειδοποίησης πριν από ρωσικά πλήγματα. Σημείωσε, πάντως, ότι υπήρξαν και διαβεβαιώσεις από την ουκρανική πλευρά πως η ανταλλαγή πληροφοριών συνεχίζεται.
Παράλληλα, περιέγραψε τη δυσαρέσκεια της ουκρανικής ηγεσίας για τη συνέχιση ρωσικών επιθέσεων, ενώ το Κίεβο, σύμφωνα με όσα μετέφερε, είχε περιορίσει για ένα διάστημα τα δικά του χτυπήματα σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Κατά την εκτίμησή του, η διαφωνία αποκτά μεγαλύτερο βάρος επειδή η Ουκρανία εξακολουθεί να χρειάζεται όπλα, πυρομαχικά και μέσα αεράμυνας. Οι δορυφορικές υπηρεσίες εντάσσονται έτσι σε μια ευρύτερη σχέση εξάρτησης, με άμεσες στρατιωτικές και πολιτικές συνέπειες.
Γιατί δεν βλέπει συμφωνία Τραμπ–Πούτιν
Ο αναλυτής απέρριψε την ερμηνεία ότι κάθε αμερικανική κίνηση που διευκολύνει τη διάθεση ρωσικού πετρελαίου συνιστά απόδειξη συνολικής συνεννόησης Τραμπ–Πούτιν. Υποστήριξε ότι πρέπει να διακρίνονται οι επιμέρους εξαιρέσεις από το ευρύτερο πλαίσιο των κυρώσεων.
Στη δική του ανάγνωση, ο Τραμπ αναζητεί τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, με το βλέμμα και στο εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο των ΗΠΑ. Αυτό, όπως εκτιμά, δεν σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι βασικές διαφορές Ουάσιγκτον–Μόσχας.
Συνέδεσε επίσης την ενεργειακή πίεση με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αναφερόμενος σε επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας και στον ρόλο του Ιράν και των Χούθι. Κατά την εκτίμησή του, η αστάθεια στις θαλάσσιες μεταφορές δυσκολεύει την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών.
Η πίεση στην Ευρώπη και οι μειονότητες
Στο ευρωπαϊκό σκέλος, ο Καλεντερίδης στάθηκε στις αντιρρήσεις που, όπως ανέφερε, εκφράζονται για την επιτάχυνση της ενταξιακής πορείας της Ουκρανίας. Επικαλέστηκε πληροφορίες για αλλαγές σε διατυπώσεις ευρωπαϊκού κειμένου και υποστήριξε ότι το οικονομικό βάρος της στήριξης του Κιέβου εντείνει τις πολιτικές διαφωνίες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στο ζήτημα των μειονοτήτων, αντιπαραβάλλοντας την ουγγρική διεκδίκηση γλωσσικών και εκπαιδευτικών δικαιωμάτων στην Υπερκαρπαθία με τη στάση της ελληνικής διπλωματίας απέναντι στα δικαιώματα του ελληνισμού της Ουκρανίας.
Στην αρχή της εκπομπής σχολίασε επίσης την καταγγελία του Σπύρου Χαριτάτου περί παρέμβασης για τον περιορισμό της δημοσιογραφικής του κριτικής, την οποία συνέδεσε με συνεργάτη της Σοφίας Ζαχαράκη. Ο Καλεντερίδης ζήτησε δημοσιοποίηση των σχετικών στοιχείων και άσκησε οξεία κριτική στις πολιτικές πιέσεις προς δημοσιογράφους.
Το συμπέρασμα για την Ελλάδα
Το ουσιαστικό μήνυμα της ανάλυσης προς την Αθήνα αφορά την ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και των εθνικά ελεγχόμενων δυνατοτήτων.
«Πρέπει να κοιτάξουμε τις δικές μας δυνάμεις, τα δικά μας όπλα», τόνισε, συνδέοντας την ουκρανική εμπειρία με τις ελληνικές εξοπλιστικές επιλογές.
Για τον Καλεντερίδη, η αποτρεπτική ισχύς κρίνεται και από τη δυνατότητα μιας χώρας να χρησιμοποιεί, να υποστηρίζει και να διατηρεί λειτουργικά τα μέσα της υπό συνθήκες κρίσης. Η εξάρτηση από ξένες αποφάσεις για κρίσιμες υπηρεσίες αποτελεί, κατά την εκτίμησή του, στρατηγική αδυναμία που η Ελλάδα οφείλει να περιορίσει.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας