Ιστορία - Πολιτισμός
Γραπτώς μεταφρασμένη ολόκληρη η συνέντευξη (2018) Τουρκοκύπριου δολοφόνου Ελληνοκύπριων αμάχων
Με αφορμή το κείμενο του κ. Γιώργου Βενετσάνου για τις εξομολογήσεις ενός Τουρκοκύπριου κατά συρροή δολοφόνου, που προβάλει από άρθρο της Τουρκάλας δημοσιογράφου Ουζάι Μπουλούτ 14.6.2018 η Φανούλα Αργυρου μας θυμίζει ολόκληρη τη συνέντευξή του Τουρκούτ Γεναγλαρί από τα τουρκικά στα ελληνικά που την είχε δημοσιεύσει στις 4/6/2018 στο Sigmalive.
Ολόκληρη τη συνέντευξη του Τ/κ δολοφόνου Ε/κ αιχμαλώτων, που κατέβασαν οι Τούρκοι αλλά διασώθηκε από το Sigmalive, μετέφρασε η ερευνήτρια Φανούλλα Αργυρού, την οποία και παρουσίασε στην Πρώτη Εκπομπή του Ράδιο Πρώτο. Η συνέντευξη, όπως λέχθηκε, πάρθηκε πριν από περίπου ένα χρόνο, αλλά την επανέφερε στην επιφάνεια η εφημερίδα «Αφρίκα» του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου Σενέρ Λεβέντ. Καθώς, όμως, μόνο απομονωμένα και αποσπασματικά βρήκαμε ότι μεταδόθηκαν δηλώσεις του Τουρκούτ Γεναγλαρί και επειδή ομολόγησε παράλληλα πάρα πολλά άλλα που επιβεβαιώνουν ιστορικά γεγονότα, την μεταφράσαμε στην ολότητά της για ευρύτερη γνώση και μελέτη.
Ακολουθεί αυτούσια η συγκλονιστική, κυνική ομολογία και ο διάλογος με τον δημοσιογράφο.
Τα Γέναγρα είναι χωριό της κατεχόμενης περιοχής Αμμοχώστου, πέντε μίλια νοτιοδυτικά του Λευκονοίκου.
Το Πρώτο Μέρος καλύπτει όσα είπε για τη ζωή του ο 84χρονος Turgut Yenaglari, από τα παιδικά του χρόνια. Η συνέντευξη πάρθηκε στο σπίτι του (στο χωριό της μητέρας του Τσεμαλιές – το χωριό Γέναγρα της Μεσαορίας), με σημαίες της Τουρκίας και του ψευδοκράτους και με φωτογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ. Το επίθετό του Yenaglari, Γεναγρίτης, προφανώς από το όνομα του χωριού της μητέρας του. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Βατυλή.
Ο δημοσιογράφος ζήτησε να του μιλήσει για την Ιστορία.
Ο Τουρκούτ Γεναγλαρί, ξεκίνησε τονίζοντας υπερήφανα ότι, προτού πεθάνει, η επιθυμία του είναι να δει τη Κύπρο, που είναι των Τούρκων, που τους έμεινε από τον καιρό των Οθωμανών, να γίνεται τουρκική, για να ζήσουν σ΄αυτή οι Τούρκοι.
«Είμαι εθνικιστής και αυτό σημαίνει ότι είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά την πατρίδα του και βοηθά τον λαό του και αν ο θεός θα πάρει την ψυχή μου, να την πάρει μέσα στη στρατιωτική στολή, υπηρέτησα πολύ το στρατό», δήλωσε.
«Γκιαούρηδες»
Γεννήθηκε το 1934 στην περιοχή Γιεγκί Τσαμί, στον δρόμο που πάει προς το Σαράι στη Λευκωσία, ήταν έξι αδέλφια, ο πατέρας του ήταν σκαρπάρης. Θυμάται πολύ καλά τα παιδικά του χρόνια, καθώς και τον δάσκαλό του… «Στις παρακείμενες περιοχές -όπως τον Άγιο Λουκά», διέκοψε ο δημοσιογράφος, «όπου υπήρχαν και Έλληνες». Τότε ο Τουρκοκύπριος γέλασε και είπε « καλά, ας πούμε Έλληνες».
«Καλά, τι άλλο θα τους ονόμαζες;», ρώτησε ο Δημοσιογράφος. «Γκιαούρηδες θα τους ονόμαζα, τι άλλο;» για να ξαναρωτήσει ο δημοσιογράφος: « Μα γιατί εσύ με τόση εχθρότητα, μανία επιμένεις να τους ονομάζεις γκιαούρηδες;»
«Είδα πολλά κακά τους, δεν μπορείς να έχεις φιλία μαζί τους, συνεργάστηκα πολύ μαζί τους, εργάστηκα στα χωριά τους κτλ, όμως ο καλύτερός σου φίλος σε πατά στο πόδι», ήταν η απάντησή του.
Μίλησε για τους μπακάληδες της περιοχής και την περιοχή της Τσετίν Γκαγιά, και τις γειτονιές μέχρι τα τείχη, και ότι ήταν ένα κακό παιδί, ιδιότροπο, στη γειτονιά. Κάθε βράδυ περίμενε να επιστρέψει ο πατέρας του, γνωρίζοντας ότι θα έτρωγε ξύλο, ήταν εγγυημένο το ξύλο, δεν έχασε καμία μέρα να μην φάει ξύλο και αυτό γιατί δεν περνούσε μέρα δίχως να δείρει κάποιο παιδί της γειτονιάς. Αν δεν έδερνε κάποιο, έσπαζε τη λάμπα του ηλεκτρικού της γειτονιάς. «Από τότε έχω αυτή την αρρώστια», είπε. «84 χρονών και συνεχίζετε, ο Θεός να μην σας το στερήσει», πρόσθεσε ο δημοσιογράφος.
Κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να αποφύγουν τυχόν βομβαρδισμούς από τους Γερμανούς, και σύμφωνα με τις οδηγίες των Βρετανών, η οικογένειά του πήγε στο χωριό της μητέρας του Τσεμαλιές στα Γέναγρα, όπου τέλειωσε το δημοτικό και ο πατέρας του, Αλί Καλφά, άνοιξε κατάστημα και εργάστηκε σκαρπάρης και εκεί. «Στο σχολείο δεν ήμουν πρώτος, αλλά ήμουν δεύτερος», πρόσθεσε.
«Μόλις ήρθαμε στο χωριό, ο πατέρας μου με προειδοποίησε, “κοίταξε, εδώ δεν είσαι στη Λευκωσία, πρόσεξε να μην πειράξεις να μην δέρνεις κανένα”. Αλλά δεν άντεξα και το ξύλο το έτρωγα», είπε. Μετά πήγα για ανώτερο στη Λευκωσία. Εκεί είχα τους συγγενείς από την πλευρά του πατέρα μου, θείες, θείους και παππούδες». Εκεί και πάλι έδερνε όποιο νόμιζε ότι τον ενοχλούσε και ακόμα και να μην μας ενοχλούσε κανένας, είπε, «δέρναμε παιδιά για να ικανοποιούμαστε με τους φίλους μου».
Στο δημοτικό, είπε, τράβηξε μαχαίρι εναντίον το δασκάλου του. Πάντα κρατούσε μαχαίρι, μέχρι σήμερα είναι οπλισμένος με μαχαίρι.
Δεν μπόρεσε να μείνει στο χωριό, δεν θέλησε να δουλέψει με τον πατέρα του και επέστρεψε στη Λευκωσία, όπου έπιασε δουλειά στον κουτσοσιέρα. (Δεν διευκρινίζεται εδώ αν αυτός ήταν λΕλληνας της Κύπρου ή Τούρκος με παρατσούκλι).
————————————————————–
ΜΕΡΟΣ Β’
Συνεχίζεται η συνέντευξη. «Βρισκόμαστε στη Λευκωσία, Το 1955 ξεκίνησε η ΕΟΚΑ, εσείς πώς ξεκινήσατε», ρώτησε ο δημοσιογράφος.
Τουφέκιζαν Έλληνες το 1955…
«Εμείς ξεκινήσαμε πριν το 1955, είπε, έλεγαν για Βολκάν, αλλά εμείς είμαστε ομάδα του Τοπάλ Μαχμούτ, είμαστε κοντά και στον Κουτσιούκ και τον Ντενκτάς». «Ποίος ήταν ο ηγέτης σας στην ομάδα Τοπάλ Μαχμούτ», ρώτησε ο δημοσιογράφος. Ο Ισμαήλ Σατίκογλου ήταν ο ηγέτης τους και πάνω από εκείνον ήταν ο Πουρχάτ Απλάτογλου. Πιο πάνω δεν υπήρχε κανένας, είπε και συμπλήρωσε: «Εμείς γίναμε ομάδα, όλοι γνωριζόμασταν και αρχηγός μας ήταν ο Σατίκογλου. Το αρχηγείο μας ήταν εκεί που ήταν κάποτε νοσοκομείο στη Λευκωσία και η δουλειά μας ήταν να γυρίζουμε την Κύπρο και όπου υπήρχε επιθετικότητα ή οτιδήποτε εναντίον Τούρκων είτε δέρναμε είτε τουφεκίζαμε. Εκείνα που ακούς ότι γίνονταν τον τότε καιρό, εμείς τα κάναμε», αποκάλυψε ο Yenaglari.
Δημοσιογράφος – «Πέρασαν πολλά χρόνια, πρέπει να λέγονται αυτά».
Για τον «Τουρκισμό»
Τ/κ – «Δεν πρέπει να τα μιλάμε αυτά τα πράγματα βέβαια. Π.χ. ερχόταν η πληροφορία ότι ένας ύβριζε τον Ντενκτάς στο καφενέ του χωριού του. Μαθαίναμε αμέσως σε ποιο χωριό, σε ποιο καφενείο, σε ποια μεριά του καφενείου καθόταν και πηγαίναμε, καθόμασταν στις δύο πλευρές του τραπεζιού και τον βαρούσαμε. Πληροφορίες μάς ερχόντουσαν από παντού, σε κάθε χωριό είχαμε τον άνθρωπό μας, αλλά μας ερχόντουσαν πληροφορίες και από πάνω. Είχαμε πέντε όπλα και μας έφερναν σφαίρες είτε από την αστυνομία είτε από εδώ είτε από εκεί τις εξασφαλίζαμε. Ήμασταν 15 άτομα, αλλά και οι 15 τσιακούθκια. Το κάναμε για τον Τουρκισμό», είπε.
Είπε ότι και οι ίδιοι σκόρπιζαν φυλλάδια όπως η ΕΟΚΑ, είχαν, είπε, ένα αυτοκίνητο το οποίο είχαν κανονίσει όπως τρέχει να εκτοξεύει φυλλάδια από κάτω…
Είπε, επίσης, ότι «αν σκοτώναμε κάποιον (σε κάποιο χωριό), ο άνθρωπός μας εκεί φύλαγε το όπλο μας και μετά είτε πηγαίναμε την επομένη και το παίρναμε είτε μας το έφερνε…».
Διασκέδαζαν τις δολοφονίες
Ερωτά εδώ ο δημοσιογράφος « Μα καλά, πώς νιώθατε όταν σκοτώνατε άνθρωπο, είναι εύκολο πράγμα αυτό;»
Τ/κ –« Πολύ εύκολο, πιο ευχάριστο πράγμα δεν υπάρχει».
Δ – «Μα να σκοτώσεις, δηλαδή, ένα άνθρωπο, δηλαδή πώς γίνεται αυτό;»
Τ/κ- «Μα εκείνος προσπαθεί να μας σκοτώσει όλους…»
Δ – «Δηλαδή δολοφονίες Ελλήνων, δολοφονίες Τούρκων…»
Τ/κ – «Δεν έχει σημασία, δεν κάνει διαφορά, έτσι ήμασταν»…
Δ- «Δηλαδή, όταν σκοτώνατε κάποιον, μετά…»
Τ/κ – «Διασκεδάζαμε μετά, το απολαμβάναμε, και όταν δεν σκοτώναμε, κτυπούσαμε ο ένας τον άλλο»!!!
Δ- «Πάντως μου φαίνεται πολύ περίεργο αυτό, τόση ηρεμία για δολοφονίες… δίχως κανένα φόβο;»
Τ/κ- «Τι φόβο ρε παιδί μου, εμείς στα χέρια μας σφάζαμε λιοντάρι…»
Δ- «Μέχρι πού πηγαίνατε για να τιμωρήσετε κάποιον;»
Τ/κ – «Μέχρι την Πάφο πηγαίναμε. Στο Καρπάσι πηγαίναμε, είχαμε τον άνθρωπό μας, τον Καρανίκι, τον πλούσιο του χωριού, στην Καντού είχαμε τον Χουσεΐν Εφέντι …».
Δ – «Ποιος έλεγε ποιος έπρεπε να τιμωρηθεί;»
Τ/κ – «Ερχόταν είδηση από το χωριό, αυτός είναι ο άνθρωπος…»
Δ – «Δηλαδή ένας Έλληνας έπαιξε έναν Τούρκο…»
Τ/κ – «Την επομένη βγαίναμε στους δρόμους».
Δ- «Δηλαδή, αν έφταιγε ή όχι, δεν έκανε διαφορά;»
Τ/κ –«Τι και αν έφταιγε ή όχι, φτάνει που είναι γκιαούρης, τι γυρεύεις το αν έφταιγε εφόσον είναι από το ίδιο σόι του σκύλου (κιοπέκ). Τίποτα για μας δεν έκανε διαφορά».
Ο Τ/κ πρόσθεσε ότι για βοηθούς είχαν και δύο γυναίκες που ήσαν νοσοκόμες και τους βοηθούσαν πολύ με την κάλυψη του επαγγέλματός τους και τους κουβαλούσαν όπλα… Ο Τ/κ συνεχίζει και ονομάζει άλλους της ομάδας του…
Δημ – « Μου είπαν ότι φτιάχνατε και βόμβες, ο Τουρκούτ» (ένας άλλος δικός τους που δούλευε στο δημαρχείο) «Μου είπε ότι 12, 13 βόμβες στους Έλληνες αυτός τις πέταξε (εννοώντας τον Γεναγρίτη».
Τ/κ – «Βέβαια, μάλιστα, εμείς τις κάναμε τις βόμβες».
Δημ. «Θα ρωτήσω και κάτι και μην με παρεξηγήσεις. Τότε πίνατε και ναρκωτικά, τότε έπιναν…;»
Τ/κ – «Τότε δεν υπήρχαν ναρκωτικά, κανναβούρι ήταν».
Δημ – « Έπιναν όλοι;»
T/k – «΄Όχι, δεν έπιναν όλοι. Εγώ δε στη ζωή μου ποτέ δεν ήπια, αλλά και ποτέ δεν μου πρότειναν να πιω…».
Δημ – «Αυτά βέβαια πριν δημιουργηθεί η ΤΜΤ, όταν δημιουργήθηκε η ΤΜΤ τι γινόταν, ποίος σας έλεγχε, ορκιστήκατε;»
Τ/κ – « Μετά την ίδρυση της ΤΜΤ δεν γινόντουσαν αυτά, ούτε ορκιστήκαμε, αλλά όλοι μας γνωριζόμαστε, ξέραμε ο ένας τον άλλο. Με την ίδρυση της ΤΜΤ εγώ επέστρεψα στο χωριό μεν, αλλά πηγαινοερχόμουν στην Λευκωσία, αλλά είχα εγκατασταθεί πλέον στο χωριό. Να σας εξηγήσω και την υπόθεση με τις δύο νοσοκόμες. Π.χ. πηγαίναμε να παίξουμε έναν γκιαούρη, αλλά στον δρόμο υπήρχαν Βρετανοί στρατιώτες. Έστω και μια σφαίρα να έβρισκαν πάνω σου, είχες τιμωρία. Εμείς παίρναμε το όπλο και το βάζαμε στο στήθος της νοσοκόμας, και κανένας δεν το έπαιρνε χαμπάρι και έτσι περνούσαμε το όπλο. Οι δύο αυτές κοπέλες συνεχώς μας βοηθούσαν και μας κουβαλούσαν όπλα..».
Δημ – «Οι Έλληνες δεν σας γνώριζαν, η ΕΟΚΑ… περνάς στην άλλη πλευρά;» (Εννοεί στα ελεύθερα μέρη της ΚΔ).
Τ/κ – Μας γνώριζαν βέβαια, εγώ ήμουν πρώτος μεταξύ των καταζητούμενων. Όχι δεν περνώ, δεν θέλω να περάσω, δεν έχω διάθεση.
Δημ – « Εδώ στο χωριό δεν είχε Έλληνες;».
Τ/κ – « Είχε, αλλά τι θα μου έκαναν, αστειεύεσαι, εγώ οπλισμένος τι θα μου έκαναν; Εκείνοι φοβόντουσαν από εμένα».
ΤΜΤ – Ντενκτάς και Κουτσιούκ ευχαριστιούνταν με τη «δράση»
Μουσουλμανισμός και Κοράνι
Δημ – «Ιδρύθηκε η ΤΜΤ, υπήρξε πλέον πειθαρχία. Ο Δρ. Κουτσιούκ και ο Ντενκτάς δεν σας υπέδειξαν ποτέ να μην κάνετε τέτοια;».
Τ/κ – «Όχι, και εκείνοι ευχαριστιούνταν. Ειδικά ο Ντενκτάς. Ο γιατρός ήταν κάπως συγκαταβατικός, αλλά δεν έβγαινε η φωνή του».
Δημ – «Μην κάνετε, δεν σας έλεγε;».
Τ/κ –« Πώς να πει ρε παιδί μου, σε άοπλο άνθρωπο άμα επιτίθενται σε ένα χωριό σε ένα δικό σου ή οπουδήποτε, εσύ θα κουνάς τα χέρια σου και δεν θα κάνεις τίποτα; Τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν στον μουσουλμανισμό, άμα κοιτάξεις το Κοράνι ούτε εκεί υπάρχουν» (δηλαδή να μην κάνεις τίποτα).
Παραδοχή κρυψώνων οπλισμού – προετοιμασίας για το 1963/64
Δημ – «Τελικά ιδρύθηκε η Δημοκρατία, γίνατε συνέταιροι, ο Γιωρκάτζης, ο Παπαδόπουλος έγιναν υπουργοί, τι κάνατε;»
Τ/κ – « Μα εμείς είχαμε κρύψει τα όπλα μας. Μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, εμείς ξεκινήσαμε να μαζεύουμε όπλα από την Τουρκία, τα οποία, όταν ερχόντουσαν, τα διανέμαμε στα χωριά και τα κρύβαμε, τα θάβαμε και καμία κρυψώνα μας δεν αποκαλύφθηκε. Τα γρασαρίζαμε, τα βάζαμε σε νάιλον και τα θάβαμε. Σε κάθε χωριό είχαμε κρυψώνα… Και εδώ στο χωριό είχαμε και πήγα και τα πήρα μια μέρα να μην καταστραφούν, και πάλι τους σκοτώσανε τους ανθρώπους».
Δημ – « Το 1963 ήσασταν συνέταιροι…»
Τ/κ – « Για μας και την ομάδα μας δεν υπήρξε συνεταιρισμός. Συνεχίστηκε η αποστολή οπλισμού από την Τουρκία, αλλά ξεκινήσαμε να στέλνουμε και ομάδες π.χ. των 50, 50 ανθρώπων στην Τουρκία για εκπαίδευση. Εγώ πήγα και το 1958 για εκπαίδευση. Και δίναμε και 5 λίρες στον καθένα, ειδικά αν δεν ήσαν εύποροι να ζήσουν τις οικογένειές τους, εγώ πήγα δύο φορές…», είπε και μίλησε για τη συνεργασία τους με την ΜΙΤ και συνέχισε «Το 1963 εγώ κατάλαβα τι θα γινόταν και έβγαλα τα όπλα έξω από τις κρυψώνες και τα χωριά ήσαν έτοιμα… Τα χωριά που εμείς ελέγχαμε ήταν μέχρι την Αγία Χαρίτα.
Αυτός όλος ο διάδρομος ήταν στα χέρια μας».
Συνεργασία με ανθρώπους του ΟΗΕ
Δημ – « Ήταν εύκολο να σκοτώνετε, να παίρνετε αιχμαλώτους; Δεν σας επιτέθηκαν οι Έλληνες… Τότε έγιναν τα καντόνια να πούμε».
Τ/κ – «Από ένα χωριό πιο κάτω δεν μπορούσαμε να περάσουμε, οι δρόμοι είχαν αποκοπεί. Ο Γρίβας είχε δώσει διαταγή να μας καθαρίσουν… Εγώ έβλεπα τον Γρίβα που περνούσε μέσα σε αυτοκίνητο, γιατί ένας των Ηνωμένων Εθνών μού είχε ράψει στολή των Ηνωμένων Εθνών, και με γυρνούσε με αυτοκίνητο των Ηνωμένων Εθνών και έβλεπα. Ήμασταν τόσο πολύ φίλοι, που μου έραψε στολή και μου έδιδε και τον σοφέρ του, αυτός πήγαινε μπροστά με το αυτοκίνητό του και εγώ πίσω να με έβλεπες, κόρδωνα με τη φορεσιά του ΟΗΕ και το καπέλο. Αλλά, εγώ κάθε εβδομάδα τούς έστελνα ένα αρνί και φαγητά να διασκεδάζουν. Μέχρι που ένα βράδυ σε αυτό το σπίτι, τούς έφερα και δύο γυναίκες από το Βαρώσι, ζήτησα μία, μου έστειλαν δύο… Με τους γκιαούρηδες έτσι τα βγάζεις πέρα», ομολόγησε δίχως κανένα δισταγμό.
Διηγήθηκε στη συνέχεια πως ένα βράδυ ξεκίνησαν μάχη σε όλη την περιοχή. « Ήμασταν, όμως, και κλέφτες, κλέβαμε και τα τηλέφωνα και από τους Βρετανούς και από τους γκιαούρηδες και από μουσουλμάνους…», είπε.
Δημ – «Λέγεται ότι συλλάβατε και 60 Έλληνες…»
Τ/κ – Τι 60, δεν ήταν τόσοι. Μου ήλθε η πληροφορία ότι σε κάποιο σημείο το βράδυ εισχωρούσαν στρατιώτες γκιαούρηδες για να κατασκοπεύουν. Πήγα εκεί ένα βράδυ και βρήκα αποτσίγαρα κτλ και το επιβεβαίωσα. 450 Έλληνες, τους μάζεψα και τους εγκλώβισα… Πήρα τρεις από τους γκιαούρηδες και τους έστειλα να ειδοποιήσουν ότι τους έχουμε στο χέρι. Οι γκιαούρηδες πετροβόλησαν την αστυνομία και τους είπαν ‘εσείς φταίτε που μας συνέλαβαν’. Έγινε το σώσε, ήλθαν όλοι, Κληρίδης, Ντενκτάς, ο Τσάντ (ΟΗΕ) και άλλοι και τους πήραν. Τους αφήσαμε…
Στη συνέχεια εξιστόρησε πώς εξασφάλισε ηλεκτρικό ρεύμα από την κυπριακή δημοκρατία, με απειλή ότι θα ανατίναζε τις εγκαταστάσεις… Είπε ότι δεν δέχθηκε τιμές και θέσεις, για να είναι ελεύθερος να μιλά…
Δημ – «Εντάξει, το 1974 τι έγινε;» ρώτησε.
τ/κ –… Έδωσα εντολή να μην πυροβολούν, για να κάνουμε οικονομία στις σφαίρες μας, «αν θα κτυπήσετε κάποιο, τότε να πυροβολήσετε στα σίγουρα» τους είπα.. ‘Όταν ο στρατός (τουρκικός) ήλθε στο προηγούμενο χωριό, με ειδοποίησαν να πάω αμέσως εκεί. Και πήγα.
Δημ – « Οι Έλληνες είχαν ήδη φύγει βέβαια».
Τ/κ – «Ναι, είχαν φύγει. Μέχρι τη μύτη της Καρπασίας πήγα μαζί τους, να τους δείξω τον δρόμο. Στο Καρπάσι, όταν φθάσαμε, τι να δω, γεμάτο νεαρούς, σαν το ρόδι, αιχμαλώτους. Τι ευτυχία, είπα. Μεγάλη υπόθεση αυτή, είπα, απόψε θα κάνουμε μεγάλη δουλειά».
Δημ – «Δηλαδή θα τους σκοτώνατε;».
Τ/κ – «Μα βέβαια, αυτή είναι η δουλειά μου. Το επάγγελμά μου».
Δημ – «Δηλαδή, τους περισσότερους δεν είναι οι Τούρκοι στρατιώτες που τους δολοφόνησαν, αλλά οι Τούρκοι της Κύπρου».
Τ/κ – «Έτσι φαίνεται», λέγει μισογελώντας. Και προσθέτει ότι «ένας Μεχμετσίκ πήγε και είπε στον αξιωματικό τον Μπορατάς ότι εγώ είχα πρόθεση να τους καθαρίσω».
Με φώναξε ο Τούρκος αξιωματικός και μου είπε « Έστω και ένα βήμα να κάνεις από κοντά μου, θα σε τουφεκίσω εγώ. Γιατί εγώ γυρνούσα και αυτές τις δουλειές έκανα», είπε, υπονοώντας ότι δολοφονούσε Έλληνες. « Οπότε, δεν κατάφερα να κάνω τίποτα, γι΄ αυτό καίγεται η καρδιά μου».
Δημ – « Ευτυχώς που δεν το έκανες».
Τ/κ – «. Έλα καλέ και εσύ. Και εκείνοι είναι αγνοούμενοι».
Δημ – « Μα είναι εύκολο να σκοτώνεις, όταν σε κοιτάζει ο άλλος στα μάτια, πώς γίνεται, είναι εύκολη υπόθεση;»
Τ/κ- « Εκείνος έκανε σε μένα. Εκείνος κάνει σε μένα».
Δημ – «Κάνε σε εκείνο που σου έκανε».
Τ/κ – « Και πού να τον βρω εκείνο που μου έκανε; Είναι από το ίδιο σόι του σκύλου».
Δημ – «Ερχόμαστε στο σήμερα, αυτή η πατρίδα μπορεί να κυβερνηθεί;»
Τ/κ – «Όχι. Για να κυβερνηθεί η πατρίδα, πρέπει να είσαι καλός εθνικιστής. Και να αγαπάς την πατρίδα σου…».
Δημ – «Εδώ είδα ότι έχεις πολλούς γάτους, (15 τού λέγει ο Τ/κ), δηλαδή από τη μια σκοτώνεις κόσμο και από την άλλη τόσους γάτους όπου φτάσεις τους ταΐζεις, όποιο γάτο βρεις τον κοιτάζεις, αυτό δεν είναι οξύμωρο;».
Τ/κ – «΄Όχι δεν είναι. Είναι για άφεση αμαρτιών». Και ολοκληρώνεται η συνέντευξη, με τον Γεναγρίτη να δηλώνει ότι, όταν πέθανε η γυναίκα του, τέλειωσε ο κόσμος του, ήταν ένας άνθρωπος που ποτέ στη ζωή του δεν είχε κάνει χουβαρταλίκια, δεν αγάπησε άλλη γυναίκα εκτός εκείνη, ούτε ξαναπαντρεύτηκε.
Έκλεισε τη συνέντευξη ο δημοσιογράφος ευχαριστώντας τον και λέγοντας ότι πέρασαν χρόνια έκτοτε και ότι όλοι όσοι γνωρίζουν κάτι πρέπει να τα λένε και του ζήτησε να ονομάσει τρία άτομα που θεωρεί ως δυνατούς άνδρες που προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες.
« 1) Ο Πουχράν, 2) ο Ντενκτάς, εκείνος που μας άνοιξε τα μάτια και που αφιέρωσε τη ζωή του και 3) ο Ισμέτ Κοτάκ», είπε ο Γεναγρίτης.
Ο Ted Macey
Σημειώσεις της ερευνήτριας Φανούλλας Αργυρού:
– 1) Πολύ πιθανόν ο Γεναγρίτης, ως τον συνεργάτη του αξιωματικό του ΟΗΕ, να εννοούσε τον Βρετανό Ταγματάρχη Ted Macey, ο οποίος ήταν των βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών, υπηρετούσε τότε ως «Συμφιλιωτής- Conciliator » (αλλά πληρωνόταν από την κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας) με τα Ηνωμένα Έθνη (μετά την ίδρυση της Ειρηνευτικής Δύναμης) διορισμένος στο γραφείο του Δρ. Φ. Κουτσιούκ, αλλά πρακτόρευε και υπέρ των Τούρκων. Γνώριζε ελληνικά και τουρκικά, δολοφονήθηκε μαζί με τον οδηγό του (L. Platt) από Ελληνοκύπριους αρχές Ιουνίου του 1964, ακριβώς γιατί οι τελευταίοι είχαν πληροφορίες για τη συνεργασία του με τους Τούρκους. Την περίοδο εκείνη είχαν αποκαλυφθεί και συλληφθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και άλλοι Βρετανοί στρατιωτικοί για συνεργασία με τους Τούρκους, έγραψε ο κυπριακός Τύπος της εποχής… (Βλέπε δίγλωσσο βιβλίο «Αιματηρή Αλήθεια – Bloody Truth» σελ. 161-163 στο ελληνικό μέρος και 339-340 στο αγγλικό).
2) Ο Δημοσιογράφος Hasan Hasturer, σύμφωνα με το BBC, 1.4.2004, υποστήριζε το «Σχέδιο Ανάν» και καλούσε τον Ραούφ Ντενκτάς να το δεχθεί και την «ελληνική κυπριακή πλευρά» να ετοιμαστεί για το δημοψήφισμα. http://news.bbc.co.uk/1/hi/world/europe/3589739.stm
3) Για τις τουρκικές προετοιμασίες, εκπαιδεύσεις, λαθραίες μεταφορές οπλισμού στην Κύπρο από την Τουρκία κτλ, βλέπε και πάλι δίγλωσσο βιβλίο «Αιματηρή Αλήθεια – BloodyTruth».
4) Να σημειώσω, επίσης, ότι ακόμα να απαντήσουν ο Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης και ο Έλληνας Υπ. Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς στις 10 ερωτήσεις που τους υπέβαλε σε επιστολές του ο Δρ. Κλέαρχος Α. Κυριακίδης και δημοσιεύθηκαν και στην ιστοσελίδα www.agora-dialogue.com στις 2, 5 Ιανουαρίου και 17 Ιουνίου του 2017, αντίστοιχα, μεταξύ των οποίων ορισμένες σχετίζονται με την ατιμωρησία εγκλημάτων και όλες με την 4η Σύμβαση της Γενεύης του 1949, τίτλος ‘The Search for Security via Answers to Questions onLaw, Criminal Justice and Impunity‘(published at http://agora-dialogue.com/wp-content/uploads/2017/06/K.-A.-Kyriakides-Working-Paper-for-Agora-Dialogue-as-at-17.06.17-as-amended-on-19.06.2017.pdf).
Μετάφραση Φανούλα Αργυρού, Ερευνήτρια/δημοσιογράφος/συγγραφέας – Λονδίνο 4.6.2018
Επίσης εδώ 4.6.2018 – http://www.onisilos.gr/?p=18189
Θα ακούσετε και στο βίντεο τις ανατριχιαστικές του ομολογίες, στο ειδικό πρόγραμμα του Ράδιο Πρώτο των συναδέλφων Λάζαρου Μαύρου και Μάριου Πούλλαδου στις 4/6/2018 όπου εξηγείται και πως διασώθηκε η συνέντευξη.
Πρώτη Εκπομπή Ράδιο Πρώτο Δευτέρα 4/6/2018 Η Φανούλα Αργυρού στο Ράδιο Πρώτο.
Φανούλα Αργυρού
Ερευνήτρια/δημοσιογράφος
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας