Μια απλή καταγραφή των δραστηριοτήτων Τουρκοκύπριων αξιωματικών της Αστυνομίας, καθώς και Τουρκοκύπριων αστυνομικών που είχαν εμπλοκή σε κλάδους παράνομου πλουτισμού από το 1939 έως το 1960, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τη δομή, τις μεθόδους και τις πρακτικές του τουρκοκυπριακού υποκόσμου κατά τη συγκεκριμένη κρίσιμη περίοδο. Ξεκινώντας από τη σύνδεση μεταξύ του βρετανικού υποκόσμου και του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους από το 1975 μέχρι και τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, εντοπίσαμε τις βαθύτερες ρίζες του φαινομένου, το οποίο αποδεικνύεται σύνθετο και πολυδιάστατο.
Η αναδρομή στα πρώτα σημεία διασύνδεσης οδηγεί στο Σαράι και στη νυχτερινή Λευκωσία της δεκαετίας του 1930, στο φαινόμενο της τουρκοκυπριακής παρανομίας στους ορεινούς όγκους του νησιού, στους φυγόδικους και στους φυγόστρατους. Αφορά επίσης το ακραίο φαινόμενο των Τουρκοκύπριων τσιφλικάδων, κοινοταρχών και τοκογλύφων, και την τουρκοκυπριακή ελίτ περιοχών όπως η Λεύκα, η Λευκωσία, η Λουρουτζίνα, η Κερύνεια, η Λεμεσός, η Λάρνακα, η Πόλη Χρυσοχούς και τα μεταλλευτικά κέντρα, όπου αρκετοί Τουρκοκύπριοι μεταφραστές μετέπειτα συνεργάστηκαν με τον Ειδικό Κλάδο.
Ήδη έχουμε χαρτογραφήσει τη ζωή ενός Τουρκοκύπριου μεταφραστή που συνεργάστηκε στενά με τον ανακριτή Λάιονελ Σέιβορυ. Ο συγκεκριμένος δρούσε παράνομα στην Τηλλυρία, το μεταλλείο της Λίμνης και στην Πόλη Χρυσοχούς, προτού διαφύγει – κατόπιν δικού του αιτήματος – στο Λονδίνο, όπου με την πάροδο των ετών απέκτησε νυχτερινά κέντρα και επεκτάθηκε στη συνοικία Σόχο κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, αποκτώντας σημαντική οικονομική ισχύ.
Τουρκοκύπριοι και Βρετανοί υποστηρικτές
Ο τουρκοκυπριακός υπόκοσμος στο Λονδίνο, μαζί με τμήμα του βρετανικού, θα μεταφερθεί στα κατεχόμενα πριν από το 1980 και θα αναλάβει ποικίλες δραστηριότητες. Πολλές από αυτές τις ενέργειες και αρκετά από τα πρόσωπα που τις ενορχήστρωσαν βρίσκονταν ήδη υπό παρακολούθηση από την Ιντερπόλ και τη Σκότλαντ Γιαρντ, ενώ διερευνήθηκε και η πιθανή σύνδεσή τους με τη μαφία της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης.
Ο βασικός πυρήνας αυτών των «επενδυτών» στα κατεχόμενα αποτελείται από Τουρκοκύπριους που είχαν διαφύγει από την Κύπρο με τη βοήθεια των Άγγλων. Αφού απέκτησαν, με διάφορους τρόπους, περιουσία στο Λονδίνο, επέστρεψαν στα κατεχόμενα, προκειμένου να πρωταγωνιστήσουν σε καταπατήσεις ελληνοκυπριακών περιουσιών, να εγκαταστήσουν παράνομες δραστηριότητες, και σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργήσουν οικονομικές αυτοκρατορίες με αμφιλεγόμενους διεθνείς συνεργάτες. Ορισμένοι εξ αυτών είναι φυγόδικοι ή καταζητούμενοι από τις βρετανικές Αρχές.
Ο αυτοαποκαλούμενος «Πρόεδρος» Ερσίν Τατάρ επαναλαμβάνει συχνά πως «στο Ηνωμένο Βασίλειο ζουν 350.000 Τουρκοκύπριοι και στα κατεχόμενα 20.000 Βρετανοί εκπατρισμένοι». Σε κάθε του επίσκεψη στο Λονδίνο, αναπαράγει ένα αφήγημα του διαρκώς αδικημένου και ανίσχυρου Τουρκοκύπριου και εποίκου των κατεχομένων, παίζοντας έναν ρόλο θυματοποίησης.
Στην αναμετάδοση των αφηγημάτων και της προπαγάνδας του, τον πλαισιώνουν και τον υποστηρίζουν ενεργά διάφοροι σύμμαχοι. Ξεχωρίζουν ο Τουρκοκύπριος επιχειρηματίας Έντι Ερτάν, ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος Sir Jeffrey M. Donaldson, κατά καιρούς ο Αντιπρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος Lee Anderson, καθώς και οι πολιτικοί Sammy Wilson και Richard Bacon.
Στη Βουλή των Λόρδων έχει συναντηθεί επανειλημμένα με τη βαρόνη Nosheena Shaheen Mobarik, τη βαρόνη Meral Hussein-Ece και τον Λόρδο Taylor του Holbeach. Την παρουσία του στους βρετανικούς ακαδημαϊκούς κύκλους έχει κατά καιρούς ενισχύσει ο Τουρκοκύπριος καθηγητής καρκίνου Mustafa Djamgöz, καθώς και η δημοσιογράφος Mihrişah Safa. Μήπως ήρθε η στιγμή να ανησυχήσουμε για τις εξελίξεις στο Λονδίνο, και τον τρόπο με τον οποίο το ψευδοκράτος κερδίζει έδαφος τα τελευταία πέντε χρόνια;
Οι Βρετανοί που πρωταγωνιστούν στην ανθελληνική προπαγάνδα στα κατεχόμενα προβάλλουν τα τελευταία χρόνια διάφορα «επιτεύγματά» τους στον επιδιωκόμενο στόχο ενίσχυσης του ψευδοκράτους. Πολλοί είναι καταπατητές ελληνοκυπριακών περιουσιών και αποδέκτες ανταλλαγμάτων από το κατοχικό καθεστώς. Ορισμένοι βρίσκονται στα κατεχόμενα από την εποχή αμέσως μετά την εισβολή.
Με συνεχείς αναφορές σε αδικίες εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης, στηρίζουν με ζήλο τον αυτοαποκαλούμενο «Πρόεδρο» Τατάρ. Προβάλλουν ως επιτυχίες τα εξής: την αυξημένη προσοχή που δείχνουν πλέον Βρετανοί βουλευτές και δημοσιογράφοι στο Κυπριακό με «πιο ισορροπημένη οπτική», την αύξηση των αποστολών «εύρεσης πληροφοριών» στην «ΤΔΒΚ», τις αυξημένες κοινοβουλευτικές ερωτήσεις για το Κυπριακό, καθώς και το γεγονός πως πάνω από 180 Βρετανοί βουλευτές έχουν λάβει επιστολές από ψηφοφόρους για την «άρση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων».
Τουρκοκυπριακές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζονται πλέον πιο συντονισμένες και πιο δυναμικές, πιέζοντας τις Αρχές για άρση διακρίσεων. Τον Μάρτιο του 2023, ο Τατάρ επισκέφθηκε το Λονδίνο και παρουσίασε το όραμά του για το μέλλον της Κύπρου ενώπιον Βρετανών βουλευτών και επιφανών δημοσιογράφων.
Κάτι συμβαίνει στο Λονδίνο
Βρετανοί καταπατητές ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα προωθούν ποικίλες δράσεις lobbying υπέρ του ψευδοκράτους και των ίδιων τους των συμφερόντων. Δεν διστάζουν να διασπείρουν ωμά ψεύδη σε ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ίσως έφτασε η στιγμή για προβληματισμό και ουσιαστική αντίδραση.
Σε παλαιότερη είδηση διαβάζουμε: «Ο αυτοαποκαλούμενος Πρόεδρος Τατάρ, κατά την άφιξή του στο Λονδίνο στις 27 Μαρτίου 2023, συναντήθηκε με προσωπικότητες των ΜΜΕ όπως η Amanda Platell (Daily Mail), ο Andrew Pierce (Daily Mail και GB News), η Camilla Tominey (Daily Telegraph) και ο Harry Cole (The Sun).»
Εδώ και καιρό, οι υπηρεσίες πληροφοριών παρακολουθούν τη νέα στρατηγική προσέγγισης του ψευδοκράτους προς τη βρετανική κοινή γνώμη. Άλλη αναφορά σημειώνει: «Οι δημόσιες σχέσεις ήταν το βασικό εργαλείο της επίσκεψης του Τατάρ, που εμφανίστηκε σε ραδιοφωνικές εκπομπές του LBC και του Times Radio.»
Είναι καιρός να αναλογιστούμε κατά πόσο έχουμε παρασυρθεί από μια βρετανική οπτική στο Κυπριακό, η οποία διαχρονικά μας αποπροσανατολίζει και ενισχύει τις τουρκικές επιδιώξεις. Πλέον, όμως, βλέπουμε και μια ενεργή, επιθετική παρουσία του ψευδοκράτους στο Λονδίνο, ενώ τα δικά μας πολιτικά πρόσωπα περιορίζονται σε επισκέψεις ρουτίνας για συλλογή ψήφων. Με τέτοιες προσεγγίσεις δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η τουρκοκυπριακή επικοινωνιακή επίθεση στην Αγγλία, ούτε η ενίσχυση των Βρετανών συμμάχων του ψευδοκράτους που το τελευταίο διάστημα έχουν αποθρασυνθεί.
Κάτι συντελείται εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο. Το ψευδοκράτος δρα επιθετικά, με τη στήριξη οργανώσεων Βρετανών που κατοικούν στα κατεχόμενα. Το ερώτημα είναι: η Κυπριακή Δημοκρατία παρακολουθεί και ανησυχεί;