Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Παρέμβαση Προκόπη Παυλόπουλου! “Θλιβερή” στάση υπέρ της Τουρκίας – Δύο μέτρα και σταθμά στην Ευρώπη – Βέτο σε κυρώσεις κατά της Ρωσίας αν δεν επιβληθούν ανάλογες κατά της Άγκυρας

Αιχμηρός και καυστικός ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νομικός και Ακαδημαϊκός για την κρίση στο Διεθνές Δίκαιο και τα εθνικά θέματα

Δημοσιεύτηκε στις

Σαφή προειδοποίηση για την κρίση που διέρχεται το Διεθνές Δίκαιο, αλλά και για τις επιπτώσεις στις εθνικές μας υποθέσεις, απηύθυνε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός, Προκόπης Παυλόπουλος.

Σε εκτενή του παρέμβαση στο Dnews.gr, τόνισε ότι το Διεθνές Δίκαιο όχι μόνο αμφισβητείται, αλλά βάλλεται συστηματικά, ιδίως υπό την πίεση των ακραίων νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων και της ανεξέλεγκτης οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

Ο κ. Παυλόπουλος χαρακτήρισε ως «αχίλλειο πτέρνα» του συστήματος την απουσία ουσιαστικών κυρωτικών μηχανισμών, γεγονός που επιτρέπει την ατιμωρησία κρατών τα οποία παραβιάζουν συστηματικά τη διεθνή νομιμότητα. Ανέφερε χαρακτηριστικά την τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο επί μισό αιώνα, αλλά και το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο που αγνοεί θεμελιωμένους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας.

Παράλληλα, καυτηρίασε την υποχώρηση της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ απέναντι σε τέτοιες πρακτικές, ενώ έκανε λόγο για «επικυριαρχία του οικονομικού επί του θεσμικού», επισημαίνοντας ότι μεγάλες δυνάμεις λαμβάνουν αποφάσεις αποκλειστικά με γνώμονα το οικονομικό τους συμφέρον, σε βάρος της διεθνούς έννομης τάξης.

Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της Τουρκίας, χαρακτηρίζοντας «θλιβερή» την πρόσφατη παρέμβαση Μακρόν για πιθανή συμμετοχή της Άγκυρας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα. Υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να χρησιμοποιούν όλα τα διαθέσιμα θεσμικά εργαλεία – με πρώτο το veto – ώστε να μην επιτρέψουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά» στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Ο τέως Πρόεδρος κατέληξε ότι η υπεράσπιση του Διεθνούς Δικαίου αποτελεί οριακή υποχρέωση για τη διεθνή κοινότητα, καθώς πρόκειται για το μόνο θεσμικό εργαλείο που μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη, τη σταθερότητα και την προστασία των εθνικών συμφερόντων.

Διαβάστε αναλυτικά την τοποθέτηση του Προκόπη Παυλόπουλου:

Ι. Γέννηση και εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου: Μια πορεία ανόδου και παρακμής

Η πορεία της Διεθνούς Κοινότητας και η συνακόλουθη εξέλιξη των Διεθνών Σχέσεων, ιδίως στους ταραγμένους καιρούς μας, μας φέρνουν αντιμέτωπους με μια σκληρή αλήθεια, την οποία οφείλουμε και να συνειδητοποιήσουμε και να αναλύσουμε σε βάθος, αν θέλουμε να υπερασπισθούμε την διεθνή νομιμότητα και την αποστολή της. Αν, λοιπόν, δούμε την αλήθεια κατάματα, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το Διεθνές Δίκαιο αμφισβητείται. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι, ακόμη περισσότερο, βάλλεται. Μετά από μια περίοδο που αρχίζει από την γέννηση του Διεθνούς Δικαίου -ιδίως με την σύναψη της Συνθήκης της Βεστφαλίας, το 1648, η οποία σήμανε το τέλος του Τριαντακονταετούς Πολέμου (1618-1648) -και φθάνει, περίπου, έως τις αρχές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και η οποία σηματοδότησε την σταδιακή και, κατά κανόνα, αδιάλειπτη άνοδο του θεσμικού και πολιτικού κύρους του Διεθνούς Δικαίου, ήλθε η αρχή της πτώσης, αν όχι η αρχή ενός είδους διαβρωτικής παρακμής. Σε γενικές γραμμές τρεις είναι οι σταθμοί της παρακμιακής αυτής διαδρομής: Αρχικώς, η σταδιακή υποβάθμιση -ή, μάλλον, υπονόμευση- του Διεθνούς Δικαίου από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής προ και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως και δε κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου από την ναζιστική Γερμανία και την φασιστική Ιταλία. Ύστερα, μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ο Ψυχρός Πόλεμος, του οποίου το τέλος δεν επήλθε, τουλάχιστον σε όλη του την έκταση, με την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Και, μετέπειτα, ιδίως δε μετά την διάλυση της τότε Σοβιετικής Ένωσης, η Οικονομική Παγκοσμιοποίηση, δυστυχώς υπό όρους ανεξέλεγκτης δράσης των πάσης μορφής «Αγορών», όπως κοινώς αποκαλούνται ορισμένοι ιδιωτικού δικαίου παράγοντες εμπλοκής στις πλήρως παγκοσμιοποιημένες οικονομικές σχέσεις, των οποίων η ισχύς διαρκώς πολλαπλασιάζεται.

ΙΙ. Οι αιτίες της παρακμιακής πορείας του Διεθνούς Δικαίου

Επισήμανα ήδη ότι ιδίως σήμερα το Διεθνές Δίκαιο αμφισβητείται ή και βάλλεται. Ειδικότερα δε είτε αμφισβητείται, ως προς την δυνατότητά του να ρυθμίσει επαρκώς τις Διεθνείς Σχέσεις, κατ’ εξοχήν προς την κατεύθυνση της εμπέδωσης της Διεθνούς Ειρήνης. Είτε, ακόμη χειρότερα, βάλλεται, πολλές φορές ευθέως και απροκαλύπτως, κατά κύριο λόγο από οπαδούς του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Οι οποίοι θεωρούν ότι το Διεθνές Δίκαιο, πρωτίστως ως προς το οικονομικό του σκέλος, παρεμποδίζει την πλήρη εξέλιξη της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης υπό όρους επίσης πλήρους ελευθερίας της Οικονομίας της Αγοράς, επειδή, δήθεν, θέτει «ανώφελους» και «γραφειοκρατικούς» φραγμούς στο διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι. Βεβαίως, η πορεία εξέλιξης του Διεθνούς Δικαίου κάθε άλλο παρά δικαίωσε τις προσδοκίες για την δημιουργία ενός θεσμικού και πολιτικού μέσου αποτελεσματικής υπεράσπισης της Ειρήνης και της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ Κρατών και Λαών. Συγκεκριμένα, και παρά το ευοίωνο ξεκίνημα που προοιωνίσθηκε η προμνημονευόμενη Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 για την δημιουργία ενός σύγχρονου και δυναμικού διακυβερνητικού -διακρατικού συστήματος Διεθνών Σχέσεων, η συνέχεια δεν υπήρξε η αναμενόμενη. Κατά την περίοδο προ και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο -ακριβώς λόγω τη πικρής εμπειρίας του Πολέμου αυτού- παρατηρήθηκε το εξής, αντιφατικό κατά βάθος, φαινόμενο. Ναι μεν οι φωνές υπεράσπισης του Διεθνούς Δικαίου και της διεθνούς συνεργασίας πολλαπλασιάσθηκαν και στηρίχθηκε η ιδέα της δημιουργίας κατάλληλων Διεθνών Οργανισμών. Πλην όμως κυρίως οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής κατ’ αποτέλεσμα αντιτάχθηκαν στην κανονιστική καταξίωση του Διεθνούς Δικαίου, μη ανεχόμενες την προοπτική η πολιτική τους να τεθεί υπό την θεσμική και πολιτική εποπτεία του Διεθνούς Δικαίου. Το παράδειγμα της Κοινωνίας των Εθνών, και η έναντι αυτής στάση ορισμένων από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, παρέχει το πιο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο της ως άνω μεγάλης αντίφασης εις βάρος του Διεθνούς Δικαίου. Τα πράγματα επιδεινώθηκαν κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, όταν ιδίως η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία όχι μόνο δυναμίτισαν, στην κυριολεξία, με την πολιτική τους τον ίδιο τον πυρήνα του Διεθνούς Δικαίου. Αλλά και στήριξαν, αποκαλύπτως, την επαναφορά στο προ της δημιουργίας του Διεθνούς Δικαίου καθεστώς της επιβολής του δικαίου του ισχυρού έναντι τις ισχύος του Δικαίου. Την επαύριο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ύστερα από όσα άφησε πίσω το εφιαλτικό πέρασμά του, το Διεθνές Δίκαιο παρουσίασε μια εντυπωσιακή δυναμική, σε επάλληλα επίπεδα. Αναφέρονται, ενδεικτικώς, η κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η θέσπιση Διεθνών Συμφωνιών για τον περιορισμό των όπλων μαζικής καταστροφής, η ίδρυση Διεθνών Οργανισμών πολυμερούς εμπορικής συνεργασίας, όπως π.χ. η Gatt και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, αλλά και Διεθνών Οργανισμών νομισματικής συνεργασίας και οικονομικής βοήθειας, όπως π.χ. το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Όμως, η πρόοδος αυτή του Διεθνούς Δικαίου αποδείχθηκε, και μάλιστα πολύ σύντομα, άκρως επιφανειακή, δοθέντος ότι ουδόλως βελτιώθηκε ο βαθμός της αποτελεσματικής εφαρμογής του στην πράξη. Πολλώ μάλλον όταν η «αχίλλειος πτέρνα» του, ήτοι η έλλειψη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών σε περίπτωση παραβίασης των θεσμοθετημένων κανόνων του, άρχισε να μετατρέπεται σε πραγματική «χαίνουσα πληγή», θεσμικώς και πολιτικώς.

ΙΙΙ. Η «αχίλλειος πτέρνα» του Διεθνούς Δικαίου

Η Νομική Επιστήμη έχει σαφώς επισημάνει, σε διεθνή κλίμακα, τα τρωτά σημεία της δομής του κανόνα δικαίου, ως θεσμικής «μονάδας μέτρησης» του Διεθνούς Δικαίου και του τρόπου εφαρμογής του. Σημεία, τα οποία υψώνουν σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια ως προς την επίτευξη της κατά τ’ ανωτέρω θεσμικής και πολιτικής του αποστολής στο πεδίο της Διεθνούς Κοινότητας και του διεθνούς γίγνεσθαι. Το σπουδαιότερο από τα τρωτά αυτά σημεία, πραγματική «αχίλλειος πτέρνα» του Διεθνούς Δικαίου, ελλοχεύει στην χρόνια -ουσιαστικά από καταβολών του Διεθνούς Δικαίου- μειωμένη κανονιστική εμβέλεια και επάρκεια των κανόνων του, ανεξάρτητα από την μορφή που φέρει το κείμενο -π.χ. συμφωνία, συνθήκη κλπ.-εντός του οποίου αυτοί περιλαμβάνονται. Και η ως άνω μειωμένη κανονιστική εμβέλεια και επάρκεια των διεθνών κανόνων δικαίου έχει την πιο διαβρωτική ρίζα της στην, επίσης χρόνια, έλλειψη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών, ικανών να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου στην πράξη, και μάλιστα έναντι πάντων. Υπό το φως των δεδομένων αυτών το Διεθνές Δίκαιο βρίσκεται, από πλευράς θεσμικής και κανονιστικής «ευρωστίας», σε σαφώς πιο μειονεκτική θέση έναντι του Εθνικού Δικαίου -ήτοι του δικαίου κάθε Κράτους, όπως τούτο οργανώνει την Έννομη Τάξη του- αλλά ακόμη και έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαίου, όπως σαφώς καταδεικνύει η σχετικώς καλά οργανωμένη θεσμική δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

IV. Η ανεπάρκεια της Διεθνούς Δικαιοσύνης

Αυτή την «αχίλλειο πτέρνα» του Διεθνούς Δικαίου δεν έχει, καθ’ όλη την ιστορική διαδρομή του, θεραπεύσει -και, δυστυχώς, τίποτα δεν δείχνει ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση θ’ αλλάξει στο μέλλον, άμεσο ή και απώτερο- η παρέμβαση του Διεθνούς Δικαστή, οιαδήποτε μορφή και αν έχει το όργανο του συστήματος Διεθνούς Δικαιοσύνης, το οποίο επιλαμβάνεται για την εφαρμογή του οικείου κανόνα δικαίου και, επέκεινα, για την επίλυση της κάθε δικαστικής διαφοράς. Για την ακρίβεια, κανένα δικαιοδοτικό όργανο στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, είτε πρόκειται για δικαστήριο είτε για διαιτητικό όργανο, δεν έχει συμβάλει αποδοτικά σε μιαν άξια λόγου μεταστροφή αυτής της τάσης κανονιστικής απομείωσης του Διεθνούς Δικαίου. Και σε αυτό συνέτεινε το ότι τα κατά τ’ ανωτέρω δικαιοδοτικά όργανα δεν θωρακίζονται, με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που καθορίζουν την οργάνωση και την λειτουργία τους, με την δικαιοδοτική εκείνη «πανοπλία», η οποία θα μπορούσε αφενός να υποχρεώσει τα αντιδικούντα στο διεθνές γίγνεσθαι μέρη να προστρέξουν υποχρεωτικώς σε αυτά. Και, αφετέρου, να θωρακίσει τις αποφάσεις τους με πραγματική δύναμη δεδικασμένου και, άρα, εκτελεστότητας. Τούτο ισχύει ακόμη και ως προς τα κορυφαία όργανα του δικαιοδοτικού συστήματος του Διεθνούς Δικαίου, όπως είναι π.χ. το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

V. Το Διεθνές Δίκαιο μπροστά στο φαινόμενο της επικυριαρχίας του «οικονομικού» επί του «θεσμικού»

Επανέρχομαι στο μείζον πρόβλημα της κανονιστικής ανεπάρκειας των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και των αιτίων της, κάνοντας αναφορά σε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Το οποίο αναδεικνύει το πώς το πρόβλημα αυτό όχι μόνο δεν περιορίζεται αλλά, όλως αντιθέτως, εντείνεται σταδιακώς, φέρνοντας, ταυτόχρονα, στο φως νέα σημάδια επικίνδυνης υποχώρησης του όλου θεσμικού και πολιτικού κύρους του Διεθνούς Δικαίου κατά τον προορισμό του. Το ως άνω παράδειγμα – στο οποίο ήδη αναφέρθηκα ακροθιγώς- αφορά τις επιπτώσεις της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης, υπό την καταλυτική επιρροή ακραίων νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων. Αντιλήψεων που υπερασπιζόμενες, δήθεν, τους κανόνες της ελεύθερης Οικονομίας της Αγοράς αρνούνται κατηγορηματικά κάθε παρέμβαση στο πεδίο αυτό κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης, είτε πρόκειται για κανόνες του Εθνικού Νομοθέτη είτε πρόκειται για κανόνες του Διεθνούς Νομοθέτη, άρα του Διεθνούς Δικαίου. Και κάπως έτσι εμφανίζεται, και στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου και της Διεθνούς Νομιμότητας, ένα είδος άκρως επικίνδυνης -ιδίως εξαιτίας του ότι δρα υποδορίως και υπό την «λεοντή» μιας επιστημονικοφανούς οικονομικής ορθότητας- επικυριαρχίας του «οικονομικού» επί του «θεσμικού». Με την έννοια της επικυριαρχίας άγνωστης και μη δημοκρατικής προέλευσης οικονομικών κανόνων ακόμη και επί των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Αυτό το ζούμε σε μεγακλίμακα σήμερα, ιδίως μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του Ντ. Τραμπ στις ΗΠΑ: Όλες οι μεγάλες αποφάσεις του, ακόμη και ως προς τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τον Πλανήτη, έχουν ως βάση όχι το Διεθνές Δίκαιο αλλά αποκλειστικώς το οικονομικό συμφέρον των ΗΠΑ. Και τούτο προκειμένου να διασφαλίσουν την πλανητική παντοδυναμία τους ως η μόνη, οικονομική και όχι μόνο βεβαίως, εξίσου πλανητική Υπερδύναμη. Αυτή την στυγνή πραγματικότητα την ζήσαμε και με τους χειρισμούς του Ντ. Τραμπ για τον πόλεμο στην Ουκρανία: Θέλει μεν την ειρήνευση, αλλά προφανώς υπό όρους που δεν θα έχει κανένα πρόσθετο οικονομικό κόστος για τις ΗΠΑ. Αντιθέτως, μάλιστα, θα έχει μεγάλο όφελος. Αφήνει δε την Ευρωπαϊκή Ένωση -την οποία δυστυχώς προδήλως περιφρονεί, πλην όμως ως προς τούτο έχουν ευθύνη κυρίως οι ηγεσίες της- να επωμισθεί κάθε οικονομικό κόστος, ιδίως για την εξοπλιστική ενίσχυση της Ουκρανίας με όπλα που θα αγοράζει από τις ΗΠΑ! Πρόσθετη παρατήρηση: Και όταν ο Ντ. Τραμπ συζητάει με τον Β. Πούτιν για την Ουκρανία, αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι ποιές άλλες εμπορικές συμφωνίες μπορεί να κάνει και πως μπορεί να προσεταιρισθεί οικονομικώς πλήρως την Ρωσία. Διότι, σε τελική ανάλυση, ο απώτερος στόχος του Ντ. Τραμπ είναι η οριστική υπερίσχυση έναντι της Κίνας, την οποία θεωρεί ως την μόνη σοβαρή αντίπαλο των ΗΠΑ σε πλανητικό επίπεδο.

VI. Ορισμένα χαρακτηριστικά σύγχρονα παραδείγματα ωμής παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου

Θα απαντήσω απαριθμώντας ορισμένα πρόσφατα «τρανταχτά» παραδείγματα παραβίασης το Διεθνούς Δικαίου, για συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο. Πρώτο παράδειγμα είναι εκείνο της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο, που διαρκεί πάνω από 50 χρόνια. Η Τουρκία αγνοεί, καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, προκλητικώς δεκάδες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και κυρίως του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίες την καλούν να τερματίσει την στάση της αυτή για να αποκατασταθεί η ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία «κωφεύει», αλλά το χειρότερο είναι ότι ο ΟΗΕ και η Διεθνής Κοινότητα ουδεμία κύρωση της επιβάλλουν. Και όχι μόνον αυτό, αλλά προσφάτως ο Ταγιπ Ερντογάν μίλησε ευθέως για «δύο κράτη» στην Κύπρο μέσα στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και παρόντος του Γενικού Γραμματέα του, δίχως να υπάρξει η παραμικρή αντίδραση. Ένα δεύτερο παράδειγμα -και πάλι εν πολλοίς με «δράστη» την Τουρκία- είναι η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (Σύμβαση του Montego Bay του 1982). Πολλές μεγάλες χώρες, με πρώτη τις ΗΠΑ, δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή την σύμβαση. Το αυτό ισχύει και για την Τουρκία. Όμως κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης η Σύμβαση αυτή ισχύει έναντι πάντων, διότι αφού έχει προσχωρήσει στο θεσμικό της πλαίσιο η μεγάλη πλειοψηφία των Κρατών διεθνώς παράγει δεσμευτικούς «γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου». Παρά ταύτα η Τουρκία, το 2019, συνήψε με την Λιβύη το λεγόμενο «τουρκολιβυκό μνημόνιο». Το οποίο και είχε συναφθεί προφανώς παρανόμως από μια μεταβατική κυβέρνηση της Λιβύης, αλλά και παραβιάζει απροκαλύπτως το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Αφού ως προς τον καθορισμό των Θαλάσσιων Ζωνών -π.χ. Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ- αγνοεί μεγάλους Ελληνικούς γεωγραφικούς όγκους, όπως είναι π.χ. εκείνοι της Κρήτης, της Ρόδου κ.λπ. Και πάλι ουδεμία κύρωση έχει επιβληθεί στην Τουρκία, η δε ανοχή του ΟΗΕ εν προκειμένω είναι από απαράδεκτη έως εξοργιστική. Ένα τρίτο παράδειγμα ωμής παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου, αυτή τη φορά με πολύ ευρύτερες και μεγαλύτερες διεθνείς επιπτώσεις, είναι εκείνο του Διεθνούς Δικαίου για την Κλιματική Κρίση. Το σπουδαιότερο κείμενο Διεθνούς Δικαίου εν προκειμένω είναι εκείνο της «Συμφωνίας των Παρισίων» του 2016. Συγκεκριμένα πρόκειται για το πιο σημαντικό κείμενο Διεθνούς Δικαίου αναφορικά με την προστασία του Περιβάλλοντος σε ό,τι αφορά την  Κλιματική Κρίση, δοθέντος μάλιστα ότι έγινε αποδεκτό από 196 ηγέτες Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας.  Το κεκτημένο του «Συμφώνου των Παρισίων» του 2016  έγκειται στο ότι είναι σήμερα το μόνο νομικώς δεσμευτικό σύνολο διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου. Σε γενικές γραμμές το «Σύμφωνο των Παρισίων» συνιστά ένα παγκόσμιας εμβέλειας σχέδιο δράσης για τον περιορισμό  της υπερθέρμανσης του Πλανήτη, άρα αποτελεσματικής αντιμετώπισης του «Φαινομένου του Θερμοκηπίου». Επιπλέον, αποτελεί μέρος της Σύμβασης του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή που στοχεύει στην, σε μακροπρόθεσμη βάση, σταθεροποίηση της ανόδου της θερμοκρασίας του Πλανήτη σε επίπεδα κάτω των δύο βαθμών Κελσίου. Πρέπει να επισημανθεί ότι το «Σύμφωνο των Παρισίων»  του 2016, παρά την κανονιστική πρόοδο που επέφερε, αμφισβητήθηκε σχεδόν αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο των ΗΠΑ, επί της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Για την ακρίβεια οι ΗΠΑ κατέθεσαν, στις 4.8.2017,  ειδοποίηση «αποχώρησης»  από το «Σύμφωνο των Παρισίων»,  ενώ στις 4.11.2019 άρχισε η διαδικασία αποχώρησης και ένα χρόνο αργότερα οριστικοποιήθηκε.  Αμέσως μόλις ορκίσθηκε ως Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Τζο Μπάϊντεν υπέγραψε, στις 20.1.2021, διάταγμα  επανένταξης, η οποία ολοκληρώθηκε στις 19.2.2021. Μόλις ανέλαβε και πάλι, για δεύτερη θητεία, την προεδρία των ΗΠΑ ο Ντ. Τραμπ το 2024, δρομολόγησε εκ νέου την αποχώρησή τους από το «Σύμφωνο των Παρισίων»!

VIΙ. Τι οφείλει να πράξει η Διεθνής Κοινότητα

Η ευόδωση της αποστολής του Διεθνούς Δικαίου συνιστά μέγεθος οριακό. Με την έννοια ότι η τελική διαμόρφωση μιας Διεθνούς Κοινότητας η οποία λειτουργεί και δρα υπό συνθήκες σταθερής Ειρήνης και πλήρους σεβασμού της Διεθνούς Νομιμότητας φαίνεται, τουλάχιστον με τα δεδομένα της εποχής μας, εξαιρετικά δυσχερής. Κατά την γνώμη δε πολλών έως και ουτοπική. Και όμως, ακριβώς μέσα σε αυτό το δυσοίωνο τοπίο, πρέπει να υπερασπισθούμε το Διεθνές Δίκαιο, όταν μάλιστα έχει να αντιμετωπίσει τεράστιας σημασίας νέες προκλήσεις για το σύνολο της Ανθρωπότητας. Όπως είναι π.χ. οι προκλήσεις της κλιματικής κρίσης, της τρομοκρατίας και της προσφυγικής κρίσης, η διαχείριση της οποίας αποκτά υπαρξιακές, κυριολεκτικώς, διαστάσεις για τον Άνθρωπο και τα Θεμελιώδη Δικαιώματά του. Η υποχρέωσή μας αυτή απορρέει ιδίως εκ του ότι το Διεθνές Δίκαιο, με όλες τις ελλείψεις που προαναφέρθηκαν, συνιστά τον πιο πρόσφορο -αν όχι τον μοναδικό- θεσμικό και πολιτικό δίαυλο, μέσω του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί και, βεβαίως ως ένα σημείο, μπορεί και να επιτευχθεί η ειρηνική συνύπαρξη Κρατών και Λαών και η δια των θεσμοθετημένων διαδικασιών επίλυση των κάθε είδους διαφορών μεταξύ τους. Επέκεινα, το Διεθνές Δίκαιο συνιστά επίσης το πιο πρόσφορο -αν όχι το μοναδικό- θεσμικό και πολιτικό μέσο αποτελεσματικής άμυνας απέναντι στην αυθαιρεσία της ισχύος στο πεδίο των Διεθνών Σχέσεων. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το Διεθνές Δίκαιο επινοήθηκε και θεσμοθετήθηκε για να αντικαταστήσει το, προηγουμένως επικρατούν, δίκαιο του ισχυρού με την ισχύ του Δικαίου και της Νομιμότητας στο διεθνές πεδίο. Αυτή δε ακριβώς η υπεράσπιση του Διεθνούς Δικαίου σημαίνει, κατά βάση και κατ’ ουσία, πρωτίστως ενεργό και πολύπλευρη στήριξη του Διεθνούς Νομοθέτη και του Διεθνούς Δικαστή. Έτσι ώστε οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου να αποκτήσουν την απαραίτητη εκείνη κανονιστική δυναμική η οποία θα τους οδηγήσει, κατά το δυνατόν, στην αποκατάσταση της ισχύος του Διεθνούς Δικαίου και, κατά συνέπεια, αυτού τούτου του κύρους του.

VIII. H θέση της Ελλάδας ως προς τα Εθνικά της Θέματα μπροστά στις παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου που την αφορούν ευθέως

Επειδή, όπως είναι προφανές, ζούμε σε έναν κυνικό και αδίστακτο κόσμο διεθνώς η Ελλάδα, σε στενή συνεργασία με την Κύπρο, πρέπει να βρίσκονται πάντα σε εγρήγορση και να απαντούν εμπράκτως, με όλα τα νόμιμα μέσα που διαθέτουν, στις παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου οι οποίες πλήττουν τα Εθνικά μας Θέματα και το Κυπριακό Ζήτημα. Κυρίως δε στις παραβιάσεις εκ μέρους της Τουρκίας. Πολλώ μάλλον όταν τέτοιες παραβιάσεις γίνονται, δυστυχώς ολοένα και πιο συχνά, ανεκτές από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης -π.χ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή- και από ηγέτες των Κρατών-Μελών. Χαρακτηριστικό, θλιβερό, πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι εκείνο του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ως προς την συμμετοχή, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα. Τα τονίζω αυτά διότι στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν πολλά και σημαντικά μέσα για να εξαναγκάσουν την ίδια και τα Κράτη-Μέλη να σεβασθούν την Ευρωπαϊκή και την Διεθνή Νομιμότητα, ιδίως σε ό,τι αφορά τα Εθνικά μας Θέματα και το Κυπριακό Ζήτημα. Ένα από τα μέσα αυτά είναι -και είναι το σπουδαιότερο – βεβαίως το veto. Για παράδειγμα, στο άμεσο μέλλον όταν Ελλάδα και Κύπρος καλούνται, κατ’ εξοχήν στο πλαίσιο της κρίσης του Πολέμου στην Ουκρανία, να εγκρίνουν κυρώσεις, η απάντησή τους πρέπει να είναι σαφής και αδιαπραγμάτευτη: Κυρώσεις ναι αλλά μόνον εφόσον επιβάλλονται κυρώσεις και εις βάρος της Τουρκίας όταν παραβιάζει εξίσου το Διεθνές Δίκαιο. Π.χ. όταν επί πενήντα και πλέον χρόνια κατέχει το ένα τρίτο του εδάφους της Κύπρου. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Με την έννοια ότι βάρβαρη εισβολή και κατοχή είναι εκείνη της Ρωσίας στην Ουκρανία. Αλλά και βάρβαρη εισβολή και κατοχή, και μάλιστα για μισό και πλέον αιώνα, είναι και εκείνη της Τουρκίας στην Κύπρο. Άρα αν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιμένουν να αγνοούν αυτή την αυτονόητη αλήθεια, τότε Ελλάδα και Κύπρος είναι υποχρεωμένες, εκ των πραγμάτων, να κάνουν χρήση του veto. Εν πάση δε περιπτώσει το veto Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να θεωρείται δεδομένο για κάθε είδους συμμετοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα. Μόνο μια τέτοια στάση μπορεί να θωρακίσει όχι μόνο τα συμφέροντα αλλά και το διεθνές και ευρωπαϊκό κύρος τόσο της Ελλάδας τόσο και της Κύπρου. Να θυμόμαστε καλά ότι η «πρόθυμη» και «άνευ όρων» συμφωνία μας σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εκτιμάται ούτε και μας θέτει αυτομάτως στην «σωστή πλευρά της ιστορίας».

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Reuters: Στο μικροσκόπιο ο Τομ Μπάρακ – Οι επιχειρηματικοί δεσμοί και ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων

Σοβαρά ερωτήματα για τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ σε Ιράκ και Συρία, Τομ Μπάρακ, εγείρει αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Reuters. Ο Αμερικανός διπλωμάτης φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί οικονομικούς δεσμούς σε ενεργειακό έργο ύψους 15 δισ. δολαρίων, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει εναλλακτική οδό μεταφοράς ιρακινού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απορρίπτει κάθε υπόνοια άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο, ωστόσο ειδικοί σε ζητήματα κυβερνητικής δεοντολογίας θέτουν θέμα αμεροληψίας και ενδεχόμενης κατάχρησης δημόσιου αξιώματος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι οικονομικές σχέσεις του Τομ Μπάρακ με επενδυτική εταιρεία που συμμετέχει σε σχεδιασμό για την αναβίωση ενός από τους σημαντικότερους ιστορικούς αγωγούς πετρελαίου της Μέσης Ανατολής.

Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, η οποία επικαλείται τρεις πηγές με γνώση των σχετικών εξελίξεων, ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital, επενδυτικής εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια, σε κοινοπραξία για την αποκατάσταση του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς.

Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία εναλλακτικής διαδρομής για τη μεταφορά ιρακινού αργού πετρελαίου από το βόρειο Ιράκ στις ακτές της Συρίας, στη Μεσόγειο.

Η στρατηγική σημασία του έργου αυξήθηκε κατακόρυφα μετά τη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, λόγω της πολεμικής αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν.

Ωστόσο, η υπόθεση αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς ο Μπάρακ διατηρεί μακροχρόνιες επιχειρηματικές σχέσεις με τον ιδρυτή της TI Capital, Ζιάντ Γκαντούρ, ενώ έχει δηλώσει οικονομικά συμφέροντα σε επενδυτικό σχήμα που διαχειρίζεται η συγκεκριμένη εταιρεία.

Το σχέδιο των 15 δισ. δολαρίων για παράκαμψη του Ορμούζ

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πετρελαιαγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος ιστορικά συνέδεε τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Ιράκ με τις συριακές ακτές.

Ο αγωγός είχε αντιμετωπίσει επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας από τη δεκαετία του 1980 και παρέμενε ανενεργός από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003.

Η επαναλειτουργία του εξετάζεται πλέον ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου.

Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δώσει πηγές στο Reuters τον Αύγουστο, η αποκατάσταση και κατασκευή των αναγκαίων υποδομών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, με κόστος περίπου 15 δισ. δολάρια.

Το σχέδιο απέκτησε νέα δυναμική όταν η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν δημιούργησε σοβαρά εμπόδια στη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ.

Ο αγωγός θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μια εναλλακτική δίοδο εξαγωγών προς τη Μεσόγειο, περιορίζοντας την εξάρτησή του από τις θαλάσσιες μεταφορές μέσω του Περσικού Κόλπου.

Παράλληλα, θα προσέδιδε στη Συρία έναν νέο ρόλο στην περιφερειακή ενεργειακή γεωγραφία, μετατρέποντας τις μεσογειακές ακτές της σε σημαντική πύλη εξαγωγής ιρακινού πετρελαίου.

Η κοινοπραξία με Chevron, UCC Holding και TI Capital

Τον Ιούλιο του 2026, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία εταιρειών για την εκπόνηση τεχνικών και οικονομικών μελετών σχετικά με την αποκατάσταση του αγωγού.

Στην κοινοπραξία συμμετέχουν η TI Capital, η αμερικανική Chevron και η καταριανή UCC Holding.

Η παρουσία της Chevron προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη σημασία λόγω της εμπειρίας της στην ανάπτυξη μεγάλων ενεργειακών υποδομών, ενώ η UCC Holding ενισχύει την παρουσία επενδυτικών συμφερόντων από τον Κόλπο.

Η TI Capital, ωστόσο, βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής έρευνας λόγω των επιχειρηματικών δεσμών του ιδρυτή της με τον Τομ Μπάρακ.

Σύμφωνα με δύο πηγές του Reuters, κατά τη διάρκεια επαφών με αξιωματούχους της Συρίας και του Ιράκ μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Αμερικανός διπλωμάτης άσκησε πιέσεις για να συμπεριληφθεί η εταιρεία του Γκαντούρ στο έργο.

Στις 16 Ιουνίου, έναν μήνα πριν από την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, ο Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Αλί αλ-Ζαΐντι εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, στην οποία χαιρέτιζαν την απόφαση του Ιράκ:

«Να προωθήσει ένα μνημόνιο κατανόησης με την TI Capital για την αποκατάσταση του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν αναφερόταν στη Chevron ή στην UCC Holding ως συμμετέχουσες στο έργο του αγωγού.

Ο οικονομικός δεσμός με τον Ζιάντ Γκαντούρ

Ο Τομ Μπάρακ και ο Ζιάντ Γκαντούρ διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις τουλάχιστον από το 2020.

Τότε, οι δύο άνδρες είχαν συμμετάσχει στη δημιουργία εταιρείας ειδικού σκοπού εξαγορών, γνωστής ως SPAC, ύψους 250 εκατ. δολαρίων.

Το επενδυτικό σχήμα διαλύθηκε μετά τη σύλληψη του Μπάρακ το 2021, στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε φερόμενες σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο Μπάρακ αθωώθηκε το 2022.

Οι επιχειρηματικοί δεσμοί των δύο ανδρών διατηρήθηκαν και τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με δημόσια έγγραφα που εξέτασε το Reuters, ο Μπάρακ είχε δηλώσει συμμετοχή στην ACD-TI Oakley Investment LLC, μια επιχείρηση ανάπτυξης μεγάλου οικιστικού συγκροτήματος στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο.

Η συγκεκριμένη εταιρεία διαχειρίζεται από την TI Capital και επικεφαλής της είναι ο Γκαντούρ.

Τα οικονομικά έγγραφα αναφέρουν ότι ο Μπάρακ δικαιούται ποσοστό 20% επί των κερδών, εφόσον τα έσοδα της επένδυσης υπερβούν συγκεκριμένο ελάχιστο όριο.

Το ποσοστό αυτό δεν αφορά τον πετρελαιαγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς, αλλά τη χωριστή επένδυση ακινήτων.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης είχε επίσης γνωστοποιήσει ότι παρείχε αμειβόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες στην επιχείρηση το 2024, χωρίς να διευκρινίζεται το συνολικό ποσό της αμοιβής.

Στις 7 Μαρτίου 2025, λίγο πριν από την ακρόασή του στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού του, ο Μπάρακ δήλωσε ότι σκόπευε να διατηρήσει το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.

Οι ειδικοί μιλούν για σοβαρό ζήτημα κυβερνητικής δεοντολογίας

Το Reuters διευκρινίζει ότι δεν εντόπισε αποδεικτικά στοιχεία πως ο Μπάρακ πρόκειται να αποκομίσει οικονομικό όφελος από τον πετρελαιαγωγό.

Σύμφωνα με νομικούς ειδικευμένους σε θέματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης με τον Γκαντούρ δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει παράνομη σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον δεν προκύπτει άμεσο προσωπικό οικονομικό όφελος από το έργο.

Ωστόσο, διαφορετικό είναι το ζήτημα της υποχρέωσης αμεροληψίας των ομοσπονδιακών αξιωματούχων.

Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου και καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, υποστήριξε ότι η προώθηση εταιρείας με την οποία διατηρείται στενή επιχειρηματική σχέση δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σύμφωνα με τους ομοσπονδιακούς κανόνες.

Όταν ρωτήθηκε τι θα έπρεπε να είχε πράξει ο Μπάρακ, απάντησε:

«Να μην έχει καμία απολύτως σχέση με αυτόν τον αγωγό. Να δηλώσει ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα στο οποίο συμμετέχει».

Από την πλευρά του, ο Ντον Φοξ, πρώην γενικός νομικός σύμβουλος και υπηρεσιακός διευθυντής του αμερικανικού Γραφείου Κυβερνητικής Δεοντολογίας, εκτίμησε ότι η προώθηση της TI Capital θα μπορούσε να παραβιάζει και τη διάταξη που απαγορεύει τη χρήση δημόσιου αξιώματος προς όφελος συνδεδεμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί δικαστική ή διοικητική διαπίστωση παραβίασης των κανόνων.

Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Καμία οικονομική συμμετοχή του Μπάρακ στον αγωγό

Η αμερικανική κυβέρνηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο.

«Ο πρέσβης Μπαράκ δεν έχει καμία απολύτως σύνδεση, ρόλο ή οικονομικό συμφέρον στο έργο του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς», δήλωσε εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στο Reuters.

Παράλληλα, αναγνώρισε τις επιχειρηματικές σχέσεις του με την επένδυση ακινήτων που διαχειρίζεται η TI Capital.

Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, οι δημόσιες δηλώσεις του Μπάρακ σχετικά με τον αγωγό εντάσσονται στη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική υποστήριξης της περιφερειακής ενεργειακής ολοκλήρωσης.

Το ζήτημα παραμένει εάν η φερόμενη εμπλοκή του στην προώθηση της TI Capital συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των Αμερικανών αξιωματούχων.

Η συνάντηση στο Λος Άντζελες και ο ρόλος του Μπάρακ

Σύμφωνα με τρίτη πηγή του Reuters, η ιδέα συμμετοχής της TI Capital στον περιφερειακό ενεργειακό σχεδιασμό τέθηκε από τον Τομ Μπάρακ τον Μάιο του 2026, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Συνεδρίου του Milken Institute στο Λος Άντζελες.

Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ο Μπάρακ και ο Γκαντούρ συμμετείχαν σε κλειστή συζήτηση για την ανάγκη ανάπτυξης νέων ενεργειακών διαδρομών στη Μέση Ανατολή.

Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν είχε επαναφέρει στο επίκεντρο τη στρατηγική σημασία των εναλλακτικών πετρελαϊκών οδών.

Εκπρόσωπος του Milken Institute αρνήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τη συγκεκριμένη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν ανοικτή στα μέσα ενημέρωσης.

Στις 17 Ιουλίου, ο Μπάρακ παρουσίασε δημόσια τη συμμετοχή αμερικανικών επιχειρήσεων στην ενεργειακή ανάπτυξη Ιράκ και Συρίας ως «ένα νέο παράδειγμα» που αποσκοπεί στη διαφάνεια και τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών.

Η TI Capital επεκτείνεται και σε φυσικό αέριο και λιμάνια

Η παρουσία της TI Capital στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στο πρόγραμμα Κιρκούκ–Μπανιάς.

Στα τέλη Ιουλίου, η ιρακινή κυβέρνηση συμπεριέλαβε την εταιρεία σε άλλη κοινοπραξία μαζί με την UCC Holding και την ConocoPhillips, με αντικείμενο την αξιολόγηση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Akkas.

Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα αναξιοποίητα κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ιράκ, η ανάπτυξη του οποίου θα μπορούσε να επηρεάσει τις ενεργειακές δυνατότητες της χώρας.

Παράλληλα, η TI Capital αναφέρει στην ιστοσελίδα της ότι συμμετέχει σε έργα που σχετίζονται με το λιμάνι της Ταρτούς στη Συρία.

Ωστόσο, το Reuters δεν κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα την ακριβή φύση και έκταση της εμπλοκής της εταιρείας στην Ταρτούς.

Η λιμενική αρχή της Συρίας δεν απάντησε σε σχετικά ερωτήματα, ενώ ούτε η ConocoPhillips προχώρησε σε σχόλιο για το πρόγραμμα Akkas.

Πηγή που βρίσκεται κοντά στον Μπάρακ υποστήριξε ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης θεωρεί τον Γκαντούρ πρόσωπο ικανό να συμβάλει στην υλοποίηση της περιφερειακής στρατηγικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Η ίδια πηγή τον χαρακτήρισε προσωπική επιλογή του Μπάρακ για την προώθηση των συγκεκριμένων σχεδιασμών.

Ο γεωπολιτικός στόχος: Ενεργειακή διαδρομή από το Ιράκ στη Μεσόγειο

Πέρα από τα ερωτήματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η υπόθεση του αγωγού αναδεικνύει μια ευρύτερη γεωπολιτική μεταβολή στη Μέση Ανατολή.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την οικονομική και ενεργειακή διασύνδεση Ιράκ και Συρίας, με τη συμμετοχή αμερικανικών και περιφερειακών επενδυτικών σχημάτων.

Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε, εφόσον υλοποιηθεί, να προσφέρει στους παραγωγούς ιρακινού πετρελαίου μια πρόσθετη δίοδο προς τις διεθνείς αγορές.

Αυτό θα περιόριζε την εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα σημεία συμφόρησης του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.

Παράλληλα, η Συρία θα μπορούσε να αποκτήσει νέο ρόλο ως διαμετακομιστικό κράτος, ενισχύοντας τη σημασία των λιμένων και των ενεργειακών εγκαταστάσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου, καθώς η στρατιωτική αστάθεια καθιστά προβληματική την αποκλειστική εξάρτηση από συγκεκριμένα θαλάσσια περάσματα.

Η θέση της Τουρκίας και η σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο

Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον και λόγω της ιδιότητας του Τομ Μπάρακ ως πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.

Ο ίδιος διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην αμερικανική διπλωματία τόσο στην Άγκυρα όσο και στη Συρία και το Ιράκ.

Η ενδεχόμενη αναβίωση του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα ενεργειακή διαδρομή προς τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, με πιθανές επιπτώσεις στον περιφερειακό ανταγωνισμό για τις υποδομές και τη διαμετακόμιση ενέργειας.

Η Τουρκία ήδη επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τον δικό της ρόλο ως ενεργειακού κόμβου, αξιοποιώντας υφιστάμενες υποδομές μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η δημιουργία μιας πρόσθετης οδού μέσω της Συρίας θα διεύρυνε τις διαθέσιμες επιλογές του Ιράκ, αλλά δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άμεση υποκατάσταση των διαδρομών μέσω Τουρκίας.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η πιθανή ανάπτυξη νέων ενεργειακών εγκαταστάσεων στις ακτές της Συρίας αποτελεί εξέλιξη που αξίζει να παρακολουθηθεί, δεδομένης της σημασίας που αποκτούν οι θαλάσσιες και ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν προκύπτει, πάντως, από την έρευνα του Reuters ότι το συγκεκριμένο έργο στρέφεται εναντίον ελληνικών ή κυπριακών συμφερόντων.

Η ουσία της αποκάλυψης

Το Reuters αποκαλύπτει μια υπόθεση στην οποία συναντώνται η αμερικανική διπλωματία, τα ιδιωτικά επενδυτικά συμφέροντα και η γεωπολιτική αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.

Ο Τομ Μπάρακ φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία συνδέεται επιχειρηματικά σε ένα έργο στρατηγικής σημασίας και εξαιρετικά υψηλού οικονομικού αντικειμένου.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εντοπιστεί αποδείξεις προσωπικού οικονομικού οφέλους του από τον πετρελαιαγωγό, τα στοιχεία δημιουργούν ερωτήματα για την τήρηση των κανόνων αμεροληψίας που διέπουν τους Αμερικανούς κρατικούς αξιωματούχους.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιμένει ότι ο Μπάρακ έχει συμμορφωθεί με τις σχετικές απαιτήσεις, ενώ πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί στη δεοντολογία εκφράζουν διαφορετική άποψη.

Το σημαντικότερο γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η προσπάθεια παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει στο προσκήνιο τη Συρία ως δυνητικό ενεργειακό διάδρομο προς τη Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, η έρευνα του Reuters θέτει το ερώτημα πού τελειώνει η άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πού αρχίζει η προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα. Σύμφωνα με την τουρκική ερμηνεία, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέσπασε τις δημόσιες δεσμεύσεις που επιδίωκε απέναντι στην Άγκυρα, ενώ η Ουάσιγκτον διατήρησε ανοικτό το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η εφημερίδα εστιάζει επίσης στις αμερικανικές εξοπλιστικές συμφωνίες με την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τον αιχμηρό χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τη δική της ερμηνεία για τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα παρουσιάζει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet, επιχειρώντας να αποδομήσει την εικόνα ενίσχυσης της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας που προβάλλει η ελληνική κυβέρνηση.

Στο δημοσίευμα της 9ης Οκτωβρίου 2026, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι, παρά την υψηλού επιπέδου υποδοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και τη συμβολική σημασία της ομιλίας του στην Πνύκα, η Αθήνα δεν εξασφάλισε σαφή αμερικανική τοποθέτηση υπέρ των ελληνικών θέσεων στις διαφορές με την Τουρκία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του τουρκικού Τύπου να αξιολογήσει τις συνέπειες του έκτου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου.

«Διπλωματική απογοήτευση» παρά την υποδοχή Ρούμπιο

Σύμφωνα με την Hürriyet, η Αθήνα επένδυσε σημαντικά στην επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μεγαλύτερη πολιτική υποστήριξη έναντι της Τουρκίας.

Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να αναδείξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, προσδοκώντας ότι ο Ρούμπιο θα υιοθετούσε δημόσια πιο συγκεκριμένες θέσεις.

Ωστόσο, κατά την τουρκική ερμηνεία, ο Αμερικανός υπουργός απέφυγε να μετατρέψει την επίσκεψή του σε μια αντιτουρκική διπλωματική παρέμβαση.

Η Hürriyet εκλαμβάνει τη στάση αυτή ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις και με τους δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η απουσία δημόσιας καταδίκης της Άγκυρας δεν ισοδυναμεί με υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων. Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική πλευρά δεν πέτυχε τους στόχους της επίσκεψης.

F-35: Το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται η Άγκυρα

Το σημαντικότερο μέρος της τουρκικής επιχειρηματολογίας αφορά την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.

Η Hürriyet αναδεικνύει τις δηλώσεις του Ρούμπιο σχετικά με την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να επιλυθεί το πρόβλημα που εμποδίζει τις παραδόσεις των αεροσκαφών.

Ο Αμερικανός υπουργός, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η Τουρκία είχε ήδη καταβάλει χρήματα για ορισμένα από τα μαχητικά, επισημαίνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε να προχωρήσει η παράδοσή τους, εφόσον αυτό καταστεί νομικά εφικτό.

Η τουρκική εφημερίδα παρουσιάζει αυτή τη δήλωση ως θετικό μήνυμα προς την Άγκυρα.

Ωστόσο, υπάρχει μια καθοριστική παράμετρος: ο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει την παράδοση F-35 όσο παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα των ρωσικών συστημάτων S-400.

Όπως καταγράφει και η τουρκική έκδοση της Euronews, ο Αμερικανός υπουργός υπογράμμισε ότι η μεταφορά των αεροσκαφών δεν μπορεί να προχωρήσει πριν εκπληρωθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Συνεπώς, η πραγματική αμερικανική θέση περιλαμβάνει δύο διαφορετικά στοιχεία: πολιτική πρόθεση αναζήτησης λύσης και διατήρηση των υφιστάμενων νομικών περιορισμών.

Η Hürriyet επιλέγει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρώτο.

Οι S-400 εξακολουθούν να κρατούν την Τουρκία εκτός προγράμματος

Η απόκτηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία παραμένει το βασικό εμπόδιο στις προσπάθειες επανένταξής της στο πρόγραμμα των F-35.

Η Ουάσιγκτον είχε αποκλείσει την Άγκυρα από το πρόγραμμα, εκτιμώντας ότι η λειτουργία των S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια ευαίσθητων τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού.

Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να επιτύχει μια διευθέτηση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συμφωνία που να επιτρέπει την άρση των περιορισμών.

Οι δηλώσεις Ρούμπιο δείχνουν ότι η αμερικανική πλευρά δεν αποκλείει μια μελλοντική λύση, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς.

Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία έχει ήδη προχωρήσει στην απόκτηση 20 F-35 και προγραμματίζει την ένταξή τους στην Πολεμική Αεροπορία τα επόμενα χρόνια.

Η πιθανή μελλοντική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη στον περιφερειακό εξοπλιστικό σχεδιασμό. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει απόφαση παράδοσης των αεροσκαφών.

«Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε»

Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η αντιμετώπιση του αμυντικού πακέτου που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.

Η Hürriyet χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε», επιχειρώντας να παρουσιάσει την επίσκεψη Ρούμπιο ως μια επιτυχημένη εμπορική αποστολή για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά με περιορισμένα πολιτικά ανταλλάγματα για την ελληνική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα συμφώνησε σε εξοπλιστικό σχεδιασμό ύψους έως 4 δισ. δολαρίων, ο οποίος περιλαμβάνει την προμήθεια προηγμένων πυρομαχικών και την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών F-16.

Πηγές του ελληνικού υπουργείου Άμυνας ανέφεραν ότι το πακέτο περιλαμβάνει πυραύλους και βόμβες για τα F-16 Viper, τα F-35 και τα ελικόπτερα Black Hawk.

Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνεται ο σχεδιασμός αναβάθμισης άλλων 37 ελληνικών F-16 Block 50 στην έκδοση Viper, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων.

Η τουρκική εφημερίδα επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών των συμφωνιών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν εξασφάλισε την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεών της σε προηγμένα οπλικά συστήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένα όπλα που έχει ζητήσει η Αθήνα για τα F-35, τα οποία, σύμφωνα με την Hürriyet, δεν περιλαμβάνονται στο ανακοινωθέν πακέτο.

Ο Ρούμπιο είχε επιβεβαιώσει ότι αιτήματα για ορισμένα προηγμένα όπλα εξακολουθούν να εξετάζονται και ότι οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στην αμερικανική κυβέρνηση.

Αυτό σημαίνει ότι η εκκρεμότητα δεν συνιστά απαραίτητα οριστική απόρριψη των ελληνικών αιτημάτων.

Τι πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον

Η τουρκική παρουσίαση επικεντρώνεται κυρίως στα F-35 και στις εξοπλιστικές αγορές, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο άλλες πτυχές του Στρατηγικού Διαλόγου.

Κατά την επίσκεψη Ρούμπιο ανακοινώθηκε η ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας, με νέο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Παράλληλα, συζητήθηκαν η ενεργειακή ασφάλεια, οι περιφερειακές διασυνδέσεις και η συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών.

Ο Αμερικανός υπουργός χαρακτήρισε την Ελλάδα ισχυρό και υποδειγματικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι δημόσιες αυτές τοποθετήσεις συνυπάρχουν με την αμερικανική επιδίωξη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία.

Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως δύο υποχρεωτικά αλληλοαποκλειόμενες επιλογές.

Το καλώδιο και η αμερικανική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο

Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ερμηνεία της Hürriyet είναι το Great Sea Interconnector.

Ο Ρούμπιο επανέλαβε την αμερικανική στήριξη στις ενεργειακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη αντιμετώπισης ευαίσθητων ζητημάτων μέσω της διπλωματίας.

Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύτηκε διαφορετικά από Αθήνα και Άγκυρα.

Η ελληνική πλευρά την αντιμετωπίζει ως επιβεβαίωση της αμερικανικής υποστήριξης σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.

Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διακριτική διπλωματία και στην ανάγκη συνεννόησης με τρίτες χώρες.

Ωστόσο, ο Ρούμπιο δεν ανακοίνωσε ότι η Τουρκία αποκτά δικαίωμα έγκρισης των εργασιών του καλωδίου, ούτε παρουσίασε συγκεκριμένο μηχανισμό που να επιλύει τα πρακτικά εμπόδια στην επανέναρξη των ερευνών.

Η αμερικανική στήριξη στο έργο παραμένει δεδομένη σε επίπεδο δημόσιας διπλωματικής τοποθέτησης, ενώ η επιχειρησιακή της εφαρμογή εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.

Η γεωπολιτική ανάγνωση της Hürriyet

Το δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο μέρος του Τύπου της γειτονικής χώρας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη σχέση Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Hürriyet προβάλλει τρία βασικά επιχειρήματα: ότι ο Ρούμπιο δεν υιοθέτησε δημόσια τις ελληνικές θέσεις απέναντι στην Άγκυρα, ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής παράδοσης F-35 στην Τουρκία και ότι η Ελλάδα ανέλαβε μεγάλες εξοπλιστικές δεσμεύσεις χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχες πολιτικές εγγυήσεις.

Αυτή είναι η ερμηνεία της τουρκικής εφημερίδας και όχι ένα συμπέρασμα που προκύπτει αυτομάτως από τις επίσημες δηλώσεις.

Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα προβάλλει ως αποτελέσματα της επίσκεψης τη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας, τη στήριξη της ενεργειακής της στρατηγικής και την αναγνώριση της γεωπολιτικής της σημασίας από την Ουάσιγκτον.

Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επιμονή της Hürriyet να παρουσιάζει ως τουρκικό διπλωματικό κέρδος τη διατήρηση του ενδεχομένου μελλοντικής επιστροφής στα F-35, παρά το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι αμερικανικοί περιορισμοί δεν έχουν αρθεί.

Η επίσκεψη Ρούμπιο δεν έκλεισε όλα τα ανοικτά ζητήματα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ούτε επέλυσε τις διαφορές Ελλάδας–Τουρκίας. Ανέδειξε, όμως, την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις και με τους δύο συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Η διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ανάγνωσης έγκειται στο ποια στοιχεία της επίσκεψης επιλέγει να αναδείξει κάθε πλευρά.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Νικόδημου Καλλιντέρη

Η Τουρκία, ήδη από το 1986, είχε αναγνωρίσει ρητώς, με δική της κανονιστική πράξη (υπ’ αριθ. 86/11264 της 17ης Δεκεμβρίου 1986), την ελευθερία τρίτων κρατών να ποντίζουν υποβρύχια καλώδια ακόμη και εντός της τουρκικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) στη Μαύρη Θάλασσα.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.

Όπως επεσήμανε χθες (8/10) ο Νομικός και Διεθνολόγος Θεόδωρος Κατσούρφος στη ραδιοφωνική εκπομπή του Λάμπρου Καλαρρύτη, το άρθρο 3 της εν λόγω κανονιστικής πράξης προβλέπει ότι «τα άλλα κράτη μπορούν να απολαύουν της ελευθερίας πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών στην εν λόγω Ζώνη».

Η τουρκική ρύθμιση του 1986 συμβαδίζει, στον βασικό πυρήνα της, με την ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 79 της UNCLOS και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την τουρκική θέση ότι κάθε δραστηριότητα πόντισης καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας πρέπει να συντονίζεται προηγουμένως με την Άγκυρα.

Συνεπώς, ακόμη όμως και αν υποθέταμε, για τις ανάγκες του νομικού συλλογισμού, ότι η επίμαχη διαδρομή του GSI διέρχονταν από τουρκική υφαλοκρηπίδα, αυτό δεν θα σήμαινε αυτομάτως ότι η Τουρκία διαθέτει γενικό δικαίωμα απαγόρευσης της πόντισης του καλωδίου.

Η προγενέστερη τουρκική κανονιστική πράξη αποτελεί, επομένως, ένα σημαντικό τεκμήριο κρατικής πρακτικής, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί κατά την εξέταση της διεθνούς νομιμότητας των σημερινών τουρκικών αξιώσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

A flydubai airplane on the runway A flydubai airplane on the runway
Διεθνή29 λεπτά πριν

Flydubai: Επίθεση αυτοκτονίας στο Τελ Αβίβ ετοίμαζε ο συγκυβερνήτης της πτήσης

Ο δράστης, που κατάγεται από το Ομάν, σκόπευε να πραγματοποιήσει επίθεση αυτοκτονίας, εμπνευσμένος από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2002...

GEOPOLITICO59 λεπτά πριν

Reuters: Στο μικροσκόπιο ο Τομ Μπάρακ – Οι επιχειρηματικοί δεσμοί και ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων

Σοβαρά ερωτήματα για τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ σε Ιράκ και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 ώρες πριν

Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν

Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες...

Δημοφιλή