Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η συνάντηση Ερντογάν –Τράμπ στο Λευκό Οίκο, η Διάσκεψη για τη Γάζα και οι γνωστικές μεροληψίες στην ελληνική δημόσια σφαίρα

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Κώστας Μπαλωμένος

Στον σύγχρονο κόσμο της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αντίληψη συχνά υπερβαίνει την αντικειμενική πραγματικότητα.

Η εξωτερική πολιτική κάθε κράτους διαμορφώνεται όχι μόνο από αντικειμενικές συνθήκες και εθνικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς, αλλά και από τις αντιλήψεις και τις ερμηνείες που διαμορφώνουν οι ηγεσίες και οι κοινωνίες για τα γεγονότα.

Υπό το πλαίσιο αυτό, οι δρώντες στο διεθνές σύστημα βασιζόμενοι στις αντιλήψεις και τις εμπειρίες τους, συγκροτούν τη δική τους «υποκειμενική κοινωνική πραγματικότητα» και αντιδρούν όχι σε αντικειμενικά δεδομένα, αλλά στις αντιληπτικές τους αναπαραστάσεις.

Αυτές οι αντιλήψεις, ωστόσο, συχνά επηρεάζονται από γνωστικές μεροληψίες (cognitive biases), δηλαδή στερεοτυπικά πρότυπα σκέψης (thought patterns) που ενεργοποιούνται αυτόματα από τον νου και καθοδηγούν τον τρόπο επεξεργασίας των πληροφοριών με βάση προσωπικές ή συλλογικές προτιμήσεις, χωρίς να ακολουθούν πάντα ορθολογικά κριτήρια.

Ειδικότερα, οι γνωστικές μεροληψίες αποτελούν μοτίβα απόκλισης της ανθρώπινης κρίσης από την ορθολογικότητα, βάσει των οποίων τα άτομα εξάγουν συμπεράσματα για άλλους και για καταστάσεις με μη αντικειμενικό τρόπο.

Οι μεροληψίες αυτές συνιστούν συστηματικά σφάλματα της ανθρώπινης σκέψης που επηρεάζουν τόσο την ατομική λήψη αποφάσεων όσο και τη συλλογική αντίληψη για τα γεγονότα, οδηγώντας συχνά σε διαστρεβλωμένες εκτιμήσεις και εσφαλμένες ερμηνείες της πραγματικότητας.

Συνηθισμένες μεροληψίες είναι:

  • Η επιβεβαίωση μεροληψιών ή προϋπαρχουσών πεποιθήσεων (confirmation bias), δηλαδή η τάση του ατόμου να αναζητά και να ερμηνεύει τις πληροφορίες με τρόπο που επιβεβαιώνει όσα ήδη πιστεύει,

  • Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις προσωπικές γνώσεις και εκτιμήσεις (overconfidence bias), που οδηγεί σε υπερεκτίμηση ικανοτήτων και υποτίμηση κινδύνων,

  • Η μεροληψία απόδοσης (attribution bias), δηλαδή η τάση να αποδίδεται η ευθύνη ή τα αίτια πρόκλησης των γεγονότων, σε παράγοντες που εξυπηρετούν τις προσωπικές ή συλλογικές πεποιθήσεις και συμφέροντα, και

  • Η πλαισίωση (framing), που αφορά τον τρόπο παρουσίασης ενός γεγονότος ή ζητήματος και τον καθορισμό του πλαισίου μέσα από το οποίο θα ερμηνευθεί. Ο τρόπος με τον οποίο ένα θέμα πλαισιώνεται (μέσω της έμφασης σε ορισμένες πτυχές του ή της αποσιώπησης άλλων), επηρεάζει καθοριστικά το πώς το κοινό το αντιλαμβάνεται, το αξιολογεί, το ερμηνεύει και τελικά, αντιδρά σε σχέση με αυτό.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η διαδικασία άσκησης επιρροής με στόχο τη διαμόρφωση της αντίληψης της κοινής γνώμης ή επιλεγμένων ακροατηρίων δεν είναι τυχαία, καθώς στο σύγχρονο περιβάλλον ασφάλειας, η αντιπαράθεση διεξάγεται όχι μόνο μέσω των όπλων ή της εργαλειοποίησης της πληροφορίας, αλλά και στο πεδίο της αντίληψης (perception domain).

Σε αντίθεση με τον πόλεμο της πληροφορίας (information warfare), όπου κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η διαχείριση δεδομένων, η διαρροή πληροφοριών και η παραπληροφόρηση, στον πόλεμο για τον έλεγχο της αντίληψης (perception warfare) πρωταρχικός στόχος είναι η διαμόρφωση της πραγματικότητας μέσω του ορισμού και της ερμηνείας της.

Πρόκειται για μια μάχη νοηματοδότησης (battle of meaning), όπου η ισχύς ασκείται μέσω πλαισίωσης (framing), συναισθηματικής έλξης (emotional resonance) και επικοινωνιακής αποδόμησης των γεγονότων.

Στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής, η διαμόρφωση της αντίληψης για ένα γεγονός ή ζήτημα είναι καθοριστική, καθώς οι αποφάσεις των ηγετών και η κοινή γνώμη δεν βασίζονται μόνο σε αντικειμενικά δεδομένα, αλλά στον τρόπο παρουσίασης και ερμηνείας τους. Έτσι, οι γνωστικές μεροληψίες (cognitive biases) επηρεάζουν το πώς η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται, αναλύει και αξιολογεί τα γεγονότα, ανάλογα με το γνωστικό υπόβαθρο, τις προκαταλήψεις, τα συμφέροντα και τις κυρίαρχες αφηγήσεις της.

Συνεπώς, όποιος ελέγχει την αντίληψη, ελέγχει και τη δράση.

Υπό το πρίσμα αυτό, η πρόσφατη συνάντηση Ερντογάν–Τραμπ και η διάσκεψη του Σαρμ Ελ Σέιχ για την ειρήνευση στη Γάζα ανέδειξαν πως η άσκηση επιρροής και ελέγχου της αντίληψης της κοινής γνώμης επηρέασε όχι μόνο τις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής, αλλά και τον τρόπο με τον οποία τα γεγονότα αναλύθηκαν, αξιολογήθηκαν, ερμηνεύτηκαν και προβλήθηκαν στο δημόσιο διάλογο.

Στο πλαίσιο αυτό, η συνάντηση Τράμπ – Ερντογάν αποτέλεσε γεγονός υψηλού επικοινωνιακού και διπλωματικού ενδιαφέροντος. Παρά το πανηγυρικό κλίμα που καλλιεργήθηκε και από τις δύο πλευρές, τα αποτελέσματα της συνάντησης υπήρξαν περιορισμένα και δεν μετέβαλαν ουσιαστικά το στρατηγικό πλαίσιο των σχέσεων ΗΠΑ–Τουρκίας.

Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις εκατέρωθεν κινήθηκαν περισσότερο στο επίπεδο της ρητορικής διάθεσης «επαναπροσέγγισης» παρά σε δεσμευτικές αποφάσεις για ζητήματα ουσίας, όπως τα μαχητικά F-35 και F-16, οι αμερικανικές κυρώσεις, η σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία ή η τουρκική στάση απέναντι στο Ισραήλ και τον ρόλο της στη Συρία και στη Γάζα.

Στην Τουρκία, η συνάντηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Παρά το αφήγημα του κ. Ερντογάν περί «ιστορικής» συνάντησης, η αντιπολίτευση και πολλά ΜΜΕ την χαρακτήρισαν διπλωματικό φιάσκο, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία δεν απέκτησε ουσιαστικά οφέλη.

Παράλληλα, υπήρξαν εσωκυβερνητικές εντάσεις, έπειτα από τις δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν για τους κινητήρες του μαχητικού KAAN, που η προμήθειά τους εξαρτάται από την έγκριση του Κογκρέσου.

Επίσης, ο επικεφαλής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Οζγκιούρ Οζέλ, έκανε λόγο για διπλωματικό φιάσκο, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα «παρείχε πολλά χωρίς να λάβει τίποτα», από παραγγελίες Boeing μέχρι συνεργασίες για υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), σπάνιες γαίες, πυρηνική ενέργεια και τη Σχολή της Χάλκης, μετατρεπόμενη «από στρατηγικός εταίρος σε πελάτη», ενώ απέφυγε να θέσει το παλαιστινιακό ζήτημα.

Ενδεικτικό του κλίματος εσωτερικής αμφισβήτησης ήταν και οι δηλώσεις του δημοσιογράφου Χουσεΐν Γκιουνάι του φιλοκυβερνητικού NTV, ο οποίος σημείωσε πως «η Τουρκία δεν αποκόμισε τίποτα ουσιαστικό από τη συνάντηση» και ότι η όποια προοπτική για τα F-35 προϋποθέτει πλήρη ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία.

Στην Ελλάδα, η συνάντηση Ερντογάν–Τραμπ ερμηνεύτηκε μέσα από ένα πρίσμα επιλεκτικής ανάγνωσης, όπου τα γεγονότα προσεγγίστηκαν κυρίως με γνώμονα τις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες και τα ιδιοτελή συμφέροντα, παρά με νηφάλια αποτίμηση της διεθνούς συγκυρίας και των πραγματικών γεγονότων.

Πολλά ΜΜΕ έδωσαν έμφαση στις θερμές δηλώσεις και το επικοινωνιακό σόου της συνάντησης, προβάλλοντας τα κομπλιμέντα και τις χειραψίες ανάμεσα στους Τράμπ και Ερντογάν ως ένδειξη «αναβάθμισης» της Τουρκίας και ταυτόχρονης «υποβάθμισης» της Ελλάδας, καλλιεργώντας ένα κλίμα ανησυχίας, ανταγωνισμού και εθνικής αποτυχίας.

Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση αξιοποίησε το γεγονός για να ασκήσει έντονη αντιπολιτευτική κριτική προς την κυβέρνηση, εστιάζοντας στη ματαίωση του ραντεβού Μητσοτάκη–Ερντογάν και αφήνοντας αιχμές για «απώλεια ευκαιριών» και «ανικανότητα» της κυβέρνησης στη διαχείριση ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής.

Ωστόσο, παραβλέφθηκε πλήρως ότι οι βασικές επιδιώξεις του κ. Ερντογάν όπως η άρση των αμερικανικών κυρώσεων, η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, η προμήθεια μαχητικών F-16 και η ενεργειακή συνεργασία με τις ΗΠΑ δεν ικανοποιήθηκαν.

Αντιθέτως, τέθηκαν ανυπέρβλητες προϋποθέσεις, όπως η ενεργειακή απεξάρτηση της Άγκυρας από τη Ρωσία και η απόσυρση των S-400, μετατρέποντας τις τουρκικές προσδοκίες περισσότερο σε αφήγημα εντυπώσεων παρά σε ρεαλιστική προοπτική.

Παράλληλα, αποσιωπήθηκε ότι η Ελλάδα έχει ήδη παραλάβει 42 εκσυγχρονισμένα μαχητικά F-16 Viper, ενώ το 2027 αναμένεται η παραλαβή του πρώτου μαχητικού F-35, γεγονός που της προσδίδει σαφές τεχνολογικό και επιχειρησιακό προβάδισμα.

Τη στιγμή που ο κ. Ερντογάν διεκδικούσε όσα η Ελλάδα έχει ήδη εξασφαλίσει, ο Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης συναντούσε τον πρόεδρο της Lockheed Martin και τον αντιπρόεδρο της ExxonMobil εξασφαλίζοντας στρατηγικές συνεργασίες στον αμυντικό και ενεργειακό τομέα, που ενισχύουν την γεωπολιτική και αποτρεπτική ισχύ της χώρας.

Εν κατακλείδι, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε η συνάντηση Ερντογάν–Τράμπ από τα ελληνικά ΜΜΕ και την αντιπολίτευση, ανέδειξε εκ νέου τις γνωστικές μεροληψίες που χαρακτηρίζουν τον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα.

Το φαινόμενο αυτό αντανακλά τη συχνή απόκλιση ανάμεσα στην αντικειμενική πραγματικότητα και στη νοητική αναπαράστασή της, όπως αυτή διαμορφώνεται από προϋπάρχοντα σχήματα σκέψης, πολιτικές προσδοκίες, ιδιοτελή συμφέροντα και επικοινωνιακές στρατηγικές.

Η αναπαραγωγή αυτών των μοτίβων οδηγεί στη στρέβλωση της διεθνούς πραγματικότητας και στην προσέγγιση των διεθνών εξελίξεων μέσα από το πρίσμα της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, υπονομεύοντας τη νηφάλια αξιολόγηση των γεγονότων και διαβρώνοντας την εθνική ενότητα.

Μια τέτοια προσέγγιση όμως, υπονομεύει το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας, τροφοδοτεί γνωστικές μεροληψίες και επικοινωνιακά αφηγήματα που εξυπηρετούν περισσότερο την στείρα πόλωση παρά το εθνικό συμφέρον και υπό τις κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να αξιοποιηθούν από εξωτερικούς αντιπάλους για να αποδυναμώσουν την εθνική θέση στην διεθνή σκηνή και να αποσταθεροποιήσουν την Ελλάδα.

Το ίδιο μοτίβο γνωστικής μεροληψίας και επικοινωνιακής στρέβλωσης παρατηρήθηκε και στη Διάσκεψη για την ειρήνευση στη Γάζα.

Τα γεγονότα προσεγγίστηκαν με διαμετρικά αντίθετο τρόπο σε κάθε χώρα, αποκαλύπτοντας τη διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ερμηνεία της. Παράλληλα, αναδείχτηκε για ακόμη μια φορά η σημασία της άσκησης επιρροής και ελέγχου της αντίληψης της κοινής γνώμης για τη στρατηγική διαχείριση ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής.

Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της Διάσκεψης, ο Πρόεδρος Ερντογάν παρουσίασε την Τουρκία ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας, δηλώνοντας ότι «Η Τουρκία εργάζεται για τον τερματισμό της γενοκτονίας στη Γάζα, ότι έχει ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας για διαρκή ειρήνη και ότι αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί». Επιπλέον, τόνισε τη σημασία της πλήρους εφαρμογής της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, της αδιάλειπτης παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας και της άμεσης έναρξης των προσπαθειών ανοικοδόμησης στη Γάζα.

Μετά τη Διάσκεψη, ο Διευθυντής Επικοινωνίας Μπουρχανεττίν Ντουράν και κορυφαίοι Τούρκοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι υιοθέτησαν μια συντονισμένη επικοινωνιακή στρατηγική, προβάλλοντας τον πρόεδρο Ερντογάν ως διεθνούς εμβέλειας ειρηνοποιό ηγέτη και υπερασπιστή των καταπιεσμένων. Με κοινό λεξιλόγιο περί «παγκόσμιας ηγεσίας», «δικαιοσύνης» και «ανθρώπινων αξιών», παρουσίασαν τη συμμετοχή του στη Διάσκεψη ως «ορόσημο» για την ειρήνη στη Γάζα και ως αποτέλεσμα της αποφασιστικής στάσης της Τουρκίας.

Στην ίδια γραμμή κινήθηκαν και τα Τουρκικά ΜΜΕ, προβάλλοντας τη συμμετοχή του Ερντογάν ως ενίσχυση του ρόλου της Τουρκίας και «παράγοντα ασφαλείας» στη Μέση Ανατολή, ενώ η υπογραφή της τετραμερούς δήλωσης παρουσιάστηκε ως ένδειξη ηγετικής παρουσίας και διαμεσολαβητικής ικανότητας.

Ωστόσο, υπήρξε και έντονη κριτική από την τουρκική αντιπολίτευση όπου επισήμανε, ότι η Τουρκία δεν πρέπει να συμμετέχει σε πρωτοβουλίες που ενδεχομένως ομαλοποιούν τη σχέση με το Ισραήλ χωρίς ρητές εγγυήσεις.

Συγκεκριμένα, ο φυλακισμένος δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι απέτυχε να απαντήσει δυναμικά στον πόλεμο του Ισραήλ στη Γάζα, λέγοντας ότι η Άγκυρα ήταν «αδύναμη» και «συγκρατήθηκε από πολιτικούς υπολογισμούς».

Εν κατακλείδι, η σύγκρουση ανάμεσα στα κυρίαρχα ΜΜΕ, που παρουσίασαν τον Ερντογάν ως διεθνούς βεληνεκούς ειρηνοποιό, και στην αντιπολίτευση, που τόνισε τα όρια και τους κινδύνους της στρατηγικής του, αναδεικνύει εκ νέου το μοτίβο των γνωστικών μεροληψιών που επηρεάζουν και διαμορφώνουν την αντίληψη της κοινής γνώμης.

Στην Ελλάδα, η συμμετοχή του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διάσκεψη για τη Γάζα, παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως αναγνώριση του ρόλου της χώρας στην περιοχή, τοποθετώντας την στο επίκεντρο των διεθνών προσπαθειών για την εδραίωση της εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς. Ο Πρωθυπουργός τόνισε τη σημασία της παρουσίας της Ελλάδας ως απάντηση σε όσους την θέλουν απομονωμένη και μίζερη, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της ως «πυλώνα σταθερότητας» στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, τόνισε την ετοιμότητα της χώρας να συμμετέχει ενεργά σε διεθνείς πρωτοβουλίες ειρήνης και σταθερότητας, καθώς και να συνεισφέρει στην ανθρωπιστική βοήθεια και την ανοικοδόμηση της Γάζας.

Μερίδα των ελληνικών ΜΜΕ αναπαρήγαγε αυτό το αφήγημα, εστιάζοντας στην πολιτική βαρύτητα της συμμετοχής του Πρωθυπουργού, τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της διάσκεψης και στην ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας ως περιφερειακού παράγοντα σταθερότητας και διπλωματίας στη Μέση Ανατολή.

Στον αντίποδα, πολλά ΜΜΕ έδωσαν έμφαση στη συμμετοχή και το μεσολαβητικό ρόλο του κ. Ερντογάν για τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, ερμηνεύοντας τη δράση του ως ένδειξη αναβάθμισης της Τουρκίας και ταυτόχρονης υποβάθμισης της Ελλάδας.

Επίσης, δόθηκε έμφαση στις χειραψίες, στα κολακευτικά λόγια προς τον Τούρκο Πρόεδρο και στις κοινές δηλώσεις, χωρίς να αναλυθούν κριτικά οι πραγματικές συνθήκες της Διάσκεψης, όπως η απουσία του Ισραηλινού πρωθυπουργού και της Χαμάς, οι περιορισμοί της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, η επισφαλής φύση της συμφωνίας και η αβέβαιη (λόγω αντίδρασης του Ισραήλ) συμμετοχή της Τουρκίας στη Διεθνή Δύναμη Σταθεροποίησης που σχεδιάζεται για τη Λωρίδα της Γάζας.

Παράλληλα, η αντιπολίτευση προσπάθησε να απαξιώσει και να μηδενίσει τη συμμετοχή της Ελλάδας στη Διάσκεψη, κατηγορώντας την κυβέρνηση για «απώλεια ευκαιριών» και ενδεχόμενη γεωστρατηγική υποχώρηση.

Συγκεκριμένα, στη συζήτηση της 16ης Οκτωβρίου 2025 στη Βουλή για την εξωτερική πολιτική, ο Πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ κ. Ανδρουλάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα και τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη που συμμετείχαν στη Διάσκεψη λειτούργησαν ως «ντεκόρ», επισημαίνοντας παράλληλα ότι «ο κ. Τραμπ επαινούσε τον κ. Ερντογάν και τον καθιστούσε εγγυητή της ασφάλειας» για την επόμενη μέρα στη Γάζα.

Στην ίδια λογική ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κ. Φάμελλος κατηγόρησε τον κ. Μητσοτάκη για ανεπάρκεια, ανικανότητα και σοβαρά ελλείμματα και υποχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική σημειώνοντας: «Θριαμβολογείτε γιατί πήρατε πρόσκληση να είστε το ντεκόρ στη συνάντηση στο Σαρμ ελ Σέιχ; Αποτυπώνει άριστα την εξωτερική πολιτική σας, σας ενδιαφέρει μόνο η επικοινωνία και όχι η ουσία. Η Ελλάδα είναι στο περιθώριο εδώ και πολλά χρόνια».

Επακόλουθο αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η αξιοποίηση των δηλώσεων της ελληνικής αντιπολίτευσης από ορισμένα τουρκικά ΜΜΕ, τα οποία, επιχείρησαν να τις παρουσιάσουν ως ένδειξη «ρήγματος» στο εσωτερικό της Ελλάδας.

Η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα και στις απαξιωτικές τοποθετήσεις της αντιπολίτευσης αναδεικνύει εκ νέου τις γνωστικές μεροληψίες που επηρεάζουν την αντίληψη της κοινής γνώμης σχετικά με τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας.

Σε αντίθεση με την Τουρκία όπου κυριάρχησε η προβολή του Ερντογάν ως διεθνούς ηγέτη και ρυθμιστή των εξελίξεων, στην Ελλάδα το κυβερνητικό αφήγημα επικεντρώθηκε στην αναβάθμιση του ρόλου της χώρας ως παράγοντα σταθερότητας στη Μέση Ανατολή, την ώρα που η αντιπολίτευση επιχείρησε να υποβαθμίσει τη συμμετοχή του Πρωθυπουργού και να αμφισβητήσει τη διεθνή βαρύτητα της ελληνικής παρουσίας στη Διάσκεψη.

Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά αυτές οι γνωστικές μεροληψίες που επηρεάζουν τον τρόπο που η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τα διεθνή δρώμενα, η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει στη στρατηγική διαχείριση της πληροφορίας και της στρατηγικής επικοινωνίας ως αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής ισχύος.

Συγκεκριμένα, για την προστασία της εθνικής εικόνας και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας στο διεθνές περιβάλλον απαιτείται η διαμόρφωση ενός εθνικού μηχανισμού στρατηγικής επικοινωνίας, ο οποίος θα προβλέπει, θα παρακολουθεί, θα διαχειρίζεται και θα αποδομεί τις αφηγήσεις των αντιπάλων, ώστε οι ελληνικές θέσεις να μην υποβαθμίζονται ή διαστρεβλώνονται από τρίτους, είτε πρόκειται για αντίπαλα κράτη είτε δημοσιογραφικά συγκροτήματα με ιδιοτελή συμφέροντα.

Επίσης, ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να συντονίζει και προβάλει με ενιαίο τρόπο το αφήγημα της κυβέρνησης και των εθνικών θεσμών, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι δράσεις της Ελλάδας σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής θα παρουσιάζονται με συνέπεια, τεκμηρίωση και σαφήνεια τόσο στο διεθνές περιβάλλον όσο και στο εσωτερικό της χώρας.

Παράλληλα, απαιτείται η ενδυνάμωση της γνωστικής ανθεκτικότητας (cognitive resilience) των πολιτών, όπου μέσω της κατάλληλης εκπαίδευσης και ενημέρωσης, θα μπορούν να αντιστέκονται στη συναισθηματική χειραγώγηση, την παραπληροφόρηση και την μικροπολιτική πόλωση και θα αποκτήσουν την ικανότητα να προσεγγίζουν και αναλύουν τη διεθνή πραγματικότητα με κριτικό πνεύμα, νηφαλιότητα και χωρίς γνωστικές μεροληψίες.

Στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου η ισχύς δεν μετριέται μόνο από στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά και από την ικανότητα διαμόρφωσης και ελέγχου της αντίληψης της κοινής γνώμης, η στρατηγική διαχείριση των αφηγήσεων αναδεικνύεται σε κρίσιμο συντελεστή εθνικής ισχύος και ασφάλειας.

Συνεπώς, η Ελλάδα οφείλει να υπερβεί τη λογική της διαχείρισης εντυπώσεων και των αρνητικών αφηγημάτων, υιοθετώντας μια πολιτική στρατηγικού ελέγχου των αφηγήσεων που θα της επιτρέψει να μεταβεί από την παθητική αντίδραση σε μια ενεργητική στρατηγική διαμόρφωσης και καθοδήγησης της αντίληψης της κοινής γνώμης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό πεδίο.

Η Ελλάδα πρέπει να κυριαρχήσει στη διαμόρφωση της αντίληψης των εσωτερικών και διεθνών ακροατηρίων της και στην ερμηνεία των διεθνών γεγονότων.

Μόνο έτσι θα μπορέσει να διαμορφώνει τις εξελίξεις αντί να τις ακολουθεί, ασκώντας ενεργητική στρατηγική επιρροής με θεσμική συνέπεια και εθνική αυτοπεποίθηση.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Η Ουκρανία ως σύγχρονη Ιφιγένεια και ο Θουκυδίδης

Η θυσία δεν πρέπει να γίνει κανόνας, αλλά προειδοποίηση. Οι συμμαχίες πρέπει να υπηρετούν όχι μόνο την ισχύ, αλλά και το δίκαιο.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Θεόκλητος Ρουσάκης*

Η εικόνα της θυσίας της Ιφιγένειας, στην απαρχή της εκστρατείας για τον Τρωικό Πόλεμο, προσφέρει ένα διαχρονικό κάτοπτρο για να σκεφτούμε τη σύγκρουση ανάμεσα σε σκοπό και μέσο, ανάμεσα στο συλλογικό συμφέρον και στο δίκαιο.

Η Ιφιγένεια γίνεται το πρόσωπο μιας επιλογής όπου η ζωή ενός αθώου αντιπαρατίθεται με την πορεία ενός ολόκληρου στρατεύματος. Η θυσία δεν είναι απλώς τελετουργική· είναι η «ενεργοποίηση» της εκστρατείας. Η φύση και οι θεοί αρνούνται την κίνηση των στρατευμάτων προς την Τροία, ώσπου ο Αγαμέμνων ο Βασιλιάς των Μυκηνών να πληρώσει το τίμημα. Έτσι ο μύθος εγκαθιδρύει το σχήμα ότι μεγάλες συλλογικές πράξεις απαιτούν πολλές φορές ανεπανόρθωτα κόστη και θυσίες.

Η θυσία λειτουργεί ως πρότυπο του κόστους που υπόκειται στην πολιτική απόφαση όταν επικαλείται το «μεγαλύτερο καλό». Η πράξη όμως από πλευράς ηθικής είναι ταυτόχρονα «δικαιολογημένη» από την αναγκαιότητα και «αδικαιολόγητη» από το δίκαιο της αθωότητας που καταδεικνύει μια αδιέξοδη συνύπαρξη δύο αντιτιθέμενων αληθειών. Έτσι ενώ ο σκοπός (η εκστρατεία) νομιμοποιεί το μέσο (τη θυσία) μόνο εντός ενός κώδικα δύναμης, ο κώδικας δικαιοσύνης παραμένει τραυματισμένος. Σε κάθε περίπτωση εκεί όπου η πολιτική ζητά θυσίες, η κοινωνία οφείλει να γνωρίζει τι ακριβώς θυσιάζει.

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο με νίκες· γράφεται και με ήττες και με θυσίες. Στην αυγή του Τρωικού Πολέμου, η Ιφιγένεια στάθηκε μπροστά στον βωμό ως το αθώο θύμα μιας συμμαχίας που απαιτούσε τίμημα για να κινηθεί η εκστρατεία. Η θυσία της δεν ήταν απλώς μια πράξη πίστης στους θεούς. Ήταν η πολιτική αναγκαιότητα που όμως μετατράπηκε σε τραγικό γεγονός. Έτσι, η ζωή ενός παιδιού έγινε το κλειδί για την πορεία ενός στρατού.

Οι συμμαχίες βέβαια, τότε όπως και τώρα, έχουν διπλή όψη. Άλλοτε υπηρετούν το συμφέρον της ισχύος, άλλοτε το δίκαιο της ελευθερίας. Στον Τρωικό Πόλεμο, η συμμαχία των Αχαιών ένωσε πόλεις και ηγεμόνες, αλλά ηθικά επέτρεψε μια πράξη που κανείς μόνος του δεν θα τολμούσε να αναλάβει. Η συλλογική ισχύς πολλαπλασίασε τη δύναμη, αλλά διέχυσε την ευθύνη. Έτσι, η θυσία της Ιφιγένειας έγινε η «αναγκαία απόφαση» για το συμφέρον της εκστρατείας δηλαδή της ισχύος. Ο μύθος ως εκ τούτου μας διδάσκει ότι η συμμαχία των Αχαιών δεν είναι το ηθικό υποκείμενο από μόνη της, αλλά φορέας δύναμης που έχει ανάγκη από ηθική βάση.

Ο παραλληλισμός με τη σύγχρονη Ουκρανία, που στο παρόν σημείωμα θα εξεταστεί σε σχέση με τους συμμάχους της, φωτίζει τον χώρο όπου η πολιτική αναγκαιότητα συναντά την ηθική και όπου οι συμμαχίες άλλοτε υπηρετούν το δίκαιο, άλλοτε το δικό τους συμφέρον. Δεν αναζητούμε εύκολες αναλογίες, αλλά το σκληρό κέντρο του τραγικού, όπου κάθε υποχώρηση έχει κόστος και κάθε αδιαλλαξία έχει συνέπειες.

Σήμερα, η Ουκρανία βρίσκεται μπροστά σε ένα παρόμοιο τραγικό δίλημμα. Αντιστέκεται με θάρρος, υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της από έναν εισβολέα με μεγαλύτερη ισχύ, άρα η ειρήνη όταν θα επιτευχθεί θα απαιτήσει παραχωρήσεις προφανώς από τον ασθενέστερο από πλευράς ισχύος. Κάθε υποχώρηση μοιάζει με την Ιφιγενειακή θυσία. Θα είναι επώδυνη, αναγκαία, αλλά γεμάτη ερωτήματα για το αν το τίμημα αξίζει τον σκοπό. Οι συμμαχίες που στηρίζουν την Ουκρανία δεν είναι πάντα αμιγώς φορείς δικαιοσύνης. Απέδειξαν ότι συχνά κινούνται από το δικό τους οικονομικό ή γεωπολιτικό συμφέρον ή από την επιδίωξη στρατηγικής ισορροπίας και γιατί όχι υπεροχής ή ως κοινότητες δικαίου.

Όταν οι συμμαχίες υπηρετούν το συμφέρον, η προτεραιότητά τους είναι η νίκη, η ασφάλεια, η αποτροπή, η αποκόμιση γεωπολιτικού πλεονεκτήματος, ακόμη και με μέσα που τραυματίζουν το δίκαιο.

Όταν υπηρετούν το δίκαιο, οι αρχές όπως, εθνική κυριαρχία, ανθρώπινη αξιοπρέπεια, προστασία αμάχων κλπ τίθενται ως αδιαπραγμάτευτες. Τότε οι παράγοντες ισχύος πρέπει να δεσμεύονται από κανόνες που αποκλείουν ορισμένες «αποτελεσματικές» αλλά άδικες επιλογές ώστε η συμμαχία να μην εκτραπεί σε κυνική αναγκαιότητα.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μια συμμαχία έχει συμφέρον, που πάντα έχει. Είναι αν το συμφέρον της μπορεί να περιοριστεί από το δίκαιο και αν οι αποφάσεις της αναγνωρίζουν τις τραγικές τους επιπτώσεις χωρίς να τις προβάλλουν ή τις επιβάλλουν ως φυσική συνέπεια .

Κι όμως, η αληθινή πρόκληση είναι να μην αφεθεί το συμφέρον να καταπιεί το δίκαιο. Η ειρήνη που θα έρθει πρέπει να είναι ειρήνη με αξιοπρέπεια, όχι ειρήνη με υποταγή. Η πολιτική δεν πρέπει να είναι ανήθικη αναγκαιότητα· χρειάζεται σαφή όρια ώστε το μέσο να μην καταστρέψει τον σκοπό. Ειρήνη χωρίς ελευθερία δεν είναι ειρήνη· ασφάλεια χωρίς δικαιοσύνη δεν είναι ασφάλεια.

Σε αυτό το σημείο όμως ο Θουκυδίδης μας ΄΄ προσγειώνει ΄΄ στην πραγματικότητα και μας υπενθυμίζει στο Διάλογο των Μηλίων ότι «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους, ενώ οι αδύναμοι υπομένουν ό,τι τους επιβάλλεται». Αυτή η σκληρή αλήθεια συνδυάζεται με τον μύθο της Ιφιγένειας και με τη σύγχρονη πραγματικότητα της Ουκρανίας:

Η θυσία της Ιφιγένειας δείχνει ότι η ισχύς υπαγορεύει τους όρους, ακόμη κι αν αυτοί είναι ηθικά αμφίσημοι.

Η Ουκρανία βιώνει ότι οι υποχωρήσεις δεν είναι απλώς επιλογές αλλά είναι επιβεβλημένες από την ανισορροπία δυνάμεων.

Οι συμμαχίες, τότε και τώρα, λειτουργούν ως εργαλεία ισχύος που άλλοτε υπηρετούν το δίκαιο, άλλοτε το συμφέρον τους.

Συμπερασματικά, η Ιφιγένεια μας δείχνει το τραγικό βάρος της θυσίας. Η Ουκρανία μας δείχνει το τραγικό βάρος των υποχωρήσεων. Ο Θουκυδίδης μας εξηγεί ότι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί στον κόσμο των συμμαχιών και των συγκρούσεων, η ισχύς είναι ο τελικός κριτής.

Ας διδαχθούμε, λοιπόν, από τον μύθο και την ιστορία. Η θυσία δεν πρέπει να γίνει κανόνας, αλλά προειδοποίηση. Οι συμμαχίες πρέπει να υπηρετούν όχι μόνο την ισχύ, αλλά και το δίκαιο. Μόνο τότε η ειρήνη θα είναι άξια να διατηρηθεί.

*Ο Αντγος Θεόκλητος Ρουσάκης γεννήθηκε το 1955 στην Δράμα όπου το 1973 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.

Εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1973, και αποφοίτησε το 1977, ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού.

Είναι απόφοιτος των Σχολείων όλων των Σχολείων  Πεζικού, των Σχολείων Ειδικών Δυνάμεων, της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου και της Σχολής Εθνικής Αμύνης.

Έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Διαχείριση Κρίσεων από το  Πανεπιστήμιο ABERDEEN ( Αμπερντήν ) της Σκωτίας.

Έχει διοικήσει όλα τα κλιμάκια Διοικήσεως στις Ειδικές Δυνάμεις μέχρι και το Επίπεδο του Σώματος Στρατού.

Από το 2004 έως το 2006 υπηρέτησε ως Ακόλουθος Άμυνας στην Ελληνική Πρεσβεία στα Τίρανα και εν συνεχεία ως Διοικητής της Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ

Το Μάρτιο του 2008 προήχθη στο βαθμό του Υποστρατήγου και τοποθετήθηκε ως Διοικητής της Μεραρχίας  στη Ρόδο και ακολούθως στο ΓΕΣ ως Διευθυντής Ειδικών Δυνάμεων.

Το 2010 προήχθη στο βαθμό του Αντιστρατήγου και τοποθετήθηκε ως Διοικητής του Β΄ ΣΣ στη Βέροια.

Είναι πτυχιούχος Αλεξιπτωτιστής και Υποβρύχιος Καταστροφέας  μέχρι την ημέρα της αποστρατείας του.

Έχει τιμηθεί  με όλα τα μετάλλια και τις διαμνημονεύσεις που προβλέπονται για το βαθμό και τα καθήκοντά του

Έχει τιμηθεί  από την Κυβέρνηση της Αλβανίας και από την Κυβέρνηση της Αρμενίας, με ειδικό μετάλλιο και τιμητική διάκριση, για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που προσέφερε στην ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της άμυνας με τις παραπάνω χώρες.

Έχει τιμηθεί το 2010 από την Ιερά Μητρόπολη Βεροίας Ναούσης και Καμπανίας με το Χρυσό Σταυρό του Αποστόλου Παύλου και το 2011 από την Ιερά Μητρόπολη Δράμας με το Χρυσούν Μετάλλιο του Αγ Χρυσοστόμου.

Με απόφαση του ΚΥΣΕΑ, τη 2 Νοεμβρίου 2011 ο Αντιστράτηγος Θεόκλητος Ρουσάκης, κρίθηκε ευδοκίμως  τερματίσας τη σταδιοδρομία του και του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επιτίμου Διοικητού του Β΄ Σώματος Στρατού. .

Ομιλεί την Αγγλική Γλώσσα.

Ο Αντγος Θεόκλητος Ρουσάκης, είναι έγγαμος και έχει 2 παιδιά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Οι Ευρωπαίοι Κατέστρεψαν Κάθε Ελπίδα για Ειρήνη με την Ρωσία

Η αντιπρόταση των Ευρωπαίων στο σχέδιο Τραμπ για την ειρήνη στην Ουκρανία

Δημοσιεύτηκε

στις

👉 Η αντιπρόταση των Ευρωπαίων στο σχέδιο Τραμπ για την ειρήνη στην Ουκρανία
👉 Ανάλυση και σύγκριση της πρότασης, και οι αντιδράσεις της Μόσχας
👉 Οι χώρες της Βαλτικής και του Βορρά δεσμεύονται να συνεχίσουν τον πόλεμο

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η πλύση εγκεφάλου στην εκπαίδευση της Τουρκίας!

Τα σχολικά βιβλία γράφονται ή ελέγχονται αυστηρά από το κράτος. Εναλλακτικές ερμηνείες απλώς δεν παρουσιάζονται. Τα ιδιωτικά σχολεία και ακόμη και τα περισσότερα πανεπιστήμια έχουν ελάχιστα περιθώρια διαφοροποίησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Αβί Αβιντάν

Το εκπαιδευτικό σύστημα της Τουρκίας, ειδικά στην Ιστορία και στις Κοινωνικές Σπουδές, είναι ένα από τα πιο κεντρικά ελεγχόμενα και ιδεολογικά διαμορφωμένα προγράμματα σπουδών στον κόσμο του ΟΟΣΑ, οδηγώντας σε σοβαρή γνωστική ασυμφωνία και σε μια πραγματική κρίση ταυτότητας.

Τι συμβαίνει στην πράξη και γιατί πολλοί Τούρκοι απόφοιτοι καταλήγουν με μια βαθιά παραμορφωμένη εικόνα για τον ρόλο της χώρας τους στην ιστορία:

Η Επίσημη Αφήγηση είναι Νόμος

Το τουρκικό Υπουργείο Παιδείας (Milli Eğitim Bakanlığı) και παλαιότερα το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης (YÖK) επιβάλλουν ένα ενιαίο, υποχρεωτικό ιστορικό πρόγραμμα από το δημοτικό μέχρι το λύκειο. Τα σχολικά βιβλία γράφονται ή ελέγχονται αυστηρά από το κράτος. Εναλλακτικές ερμηνείες απλώς δεν παρουσιάζονται. Τα ιδιωτικά σχολεία και ακόμη και τα περισσότερα πανεπιστήμια έχουν ελάχιστα περιθώρια διαφοροποίησης.

Βασικοί Πυλώνες της Κρατικά Εγκεκριμένης Ιστορίας

– Οι Τούρκοι παρουσιάζονται ως άμεσοι «κληρονόμοι» κάθε μεγάλου κράτους που κυβέρνησε την Ανατολία ή την Κεντρική Ασία: Σουμέριοι (λανθασμένος ισχυρισμός), Χετταίοι, Σκύθες, Ούννοι (Αττίλας = Τούρκος), Σελτζούκοι, Οθωμανοί κ.ά.
– Σχεδόν κάθε σημαντικός μουσουλμάνος ηγεμόνας ή κατακτητής που χρησιμοποίησε τουρκικά στρατεύματα επαναβαπτίζεται «Τούρκος» (π.χ. ο Σαλαντίν, που ήταν Κούρδος, ή οι Μαμελούκοι).
– Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρουσιάζεται ως μια ανεκτική, πολιτισμικά ανώτερη χρυσή εποχή (υποβαθμίζοντας τη δουλεία, το παιδομάζωμα, τη βία των γενιτσάρων, τη γενοκτονία των Αρμενίων το 1915 κ.λπ.).
– Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας (1919–1923) μυθοποιείται ως ένα σχεδόν υπεράνθρωπο επίτευγμα, με τον Ατατούρκ να κερδίζει προσωπικά κάθε μάχη.
– Η σύγχρονη Τουρκία διδάσκεται ως ο «φάρος» του τουρκικού κόσμου (από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος) και ως φυσικός ηγέτης όλων των μουσουλμάνων.

Τι Αποκρύπτεται ή Ξαναγράφεται

– Λεπτομερής συζήτηση για την ιστορία των Κούρδων, Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυρίων, Αλεβιτών ή άλλων μη τουρκικών ομάδων εντός της σύγχρονης Τουρκίας είναι σχεδόν ανύπαρκτη ή παρουσιάζεται ως «απόπειρα διαμελισμού».
– Η δημογραφική μηχανική του 20ού αιώνα (ανταλλαγές πληθυσμών, Νόμος Επανεγκατάστασης 1934, φόρος περιουσίας, πογκρόμ του 1955, επιχειρήσεις στην Κύπρο, εκκενώσεις κουρδικών χωριών τη δεκαετία του 1990) είτε παραλείπεται είτε παρουσιάζεται ως «αναγκαία μέτρα ασφαλείας».
– Ήττες ή ηθικές αποτυχίες (π.χ. η υποχώρηση στους Βαλκανικούς Πολέμους, η Αραβική Εξέγερση, η παρακμή των ύστερων Οθωμανών) αποδίδονται αποκλειστικά σε ξένους ή σε «προδοτικές μειονότητες».

Οι Εξετάσεις Επιβάλλουν την Αποστήθιση του Μύθου

Οι εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια (YKS) και οι εξετάσεις προσλήψεων στο δημόσιο (KPSS) περιλαμβάνουν πλήθος ερωτήσεων που προέρχονται απευθείας από αυτά τα βιβλία. Οι μαθητές που αμφισβητούν την αφήγηση κυριολεκτικά γράφουν χειρότερα και χάνουν θέσεις ή ευκαιρίες. Αυτό δημιουργεί τεράστια πίεση να εσωτερικεύσουν την κρατική εκδοχή.

Η Γνωστική Ασυμφωνία που Ακολουθεί

Όταν οι απόφοιτοι έρχονται σε επαφή με πρωτογενείς πηγές, αρμενικές/ελληνικές/κουρδικές μαρτυρίες, ή ακόμη και ουδέτερη δυτική ιστοριογραφία (συχνά για πρώτη φορά σε ξένα πανεπιστήμια ή διαδικτυακά), το χάσμα είναι σοκαριστικό.

Πολλοί Τούρκοι αντιδρούν αμυντικά και χαρακτηρίζουν τις νέες πληροφορίες «αντιτουρκική προπαγάνδα», γιατί η αποδοχή ότι η επίσημη αφήγηση ήταν διαστρεβλωμένη σημαίνει αμφισβήτηση όσων έμαθαν και συχνά της ίδιας τους της ταυτότητας.

Δεν είναι ότι οι Τούρκοι απόφοιτοι είναι ασυνήθιστα αδαείς ή ανόητοι. Έχουν υποστεί ένα από τα πιο συστηματικά, κρατικά επιβαλλόμενα εθνικιστικά προγράμματα σπουδών στον κόσμο, ενισχυμένο από εξετάσεις, επαγγελματικές προοπτικές και κοινωνικό κύρος για όσους το αναπαράγουν.

Γι’ αυτό πολλοί πιστεύουν ειλικρινά ότι οι Τούρκοι «έδωσαν τον πολιτισμό στον κόσμο» και γι’ αυτό κάθε πρόκληση σε αυτή την αφήγηση μοιάζει σαν προσωπική επίθεση.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Η Ουκρανία ως σύγχρονη Ιφιγένεια και ο Θουκυδίδης

Η θυσία δεν πρέπει να γίνει κανόνας, αλλά προειδοποίηση. Οι συμμαχίες πρέπει να υπηρετούν όχι μόνο την ισχύ, αλλά και...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ35 λεπτά πριν

Η Turkish Airlines πέταξε πάνω από ελεύθερη Λευκωσία

Η πτήση έγινε ορατή πάνω από περιοχή του Στροβόλου. 

Πολιτική47 λεπτά πριν

Χουρδάκης προς Ταχιάο: «Δεν δεσμεύεστε για τη μη τροποποίηση της σύμβασης παραχώρησης! Εσείς και η Κυβέρνηση θα είστε οι “νεκροθάφτες” της Βορείου Ελλάδος»

Ο Βουλευτής ανέδειξε το μείζον ζήτημα του οριστικού κλεισίματος της “ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.” στις 31.12.2025, απόφαση που αφήνει τη Βόρεια...

Άμυνα1 ώρα πριν

Μαλκίδης: SOS με την τουρκική “εισβολή” στην Αλεξανδρούπολη

Ο Θεοφάνης Μαλκίδης μίλησε Δευτέρα 24 Νοεμβρίου στο Ράδιο Πρώτο για την στρατηγική σημασία της Αλεξανδρούπολης και την προσπάθεια επέκτασης...

Πολιτική2 ώρες πριν

Ιστορική στιγμή! Κύπρος και Λίβανος υπέγραψαν συμφωνία για ΑΟΖ – Βαριά ήττα για τη Γαλάζια Πατρίδα

Οι πρόεδροι Νίκος Χριστοδουλίδης και Τζοτζέφ Αούν υπέγραψαν σήμερα τη συμφωνία, η οποία τίθεται αυτομάτως σε ισχύ χωρίς να απαιτείται...

Δημοφιλή