Αναλύσεις
Ελληνοτουρκικές Σχέσεις: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ή ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΝΤΑΣΗΣ;
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνιστούν διαχρονικά ένα από τα πλέον σύνθετα και κρίσιμα πεδία άσκησης της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
Δεν αποτελούν μια συμβατική διμερή διαφορά, αλλά μια μακροχρόνια και πολυεπίπεδη αντιπαράθεση, η οποία χαρακτηρίζεται από εναλλαγές περιόδων ύφεσης και έντασης και η οποία κατά καιρούς, έχει οδηγήσει σε σοβαρές κρίσεις και θερμά επεισόδια, φθάνοντας ακόμη και στα πρόθυρα ένοπλης σύρραξης.
Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις περιγράφονται ως παρατεταμένες συγκρούσεις.
Πρόκειται δηλαδή, για καταστάσεις εχθρικής αλληλεπίδρασης μεταξύ κρατών που εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, χαρακτηρίζονται από περιοδικές εκρήξεις έντασης και συνοδεύονται από υψηλό στρατηγικό διακύβευμα.
Οι συγκρούσεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα ή αποσπασματικές κρίσεις, αλλά εξελίσσονται ως συνεχείς διαδικασίες, οι οποίες διατηρούνται ακόμη και όταν δεν εκδηλώνεται ανοιχτή βία, χωρίς να διαθέτουν σαφές σημείο οριστικής λήξης.
Στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, οι διεθνείς κρίσεις αποτελούν κομβικά σημεία κλιμάκωσης.
Οι κρίσεις αυτές εκδηλώνονται όταν μια σειρά γεγονότων, ενεργειών ή γεωπολιτικών μεταβολών δημιουργούν την αντίληψη στα εμπλεκόμενα κράτη, ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα πολεμικής σύγκρουσης.
Συχνά λειτουργούν ως φάσεις έντονης αντιπαράθεσης που μπορούν είτε να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση μέσω διαπραγματεύσεων είτε να εξελιχθούν σε στρατιωτική σύγκρουση.
Η κορύφωση μιας τέτοιας διαδικασίας είναι ο πόλεμος, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί είτε ως αποκορύφωμα μιας μακροχρόνιας αντιπαράθεσης είτε ως αποτέλεσμα αιφνίδιας κλιμάκωσης.
Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις παρατεταμένων συγκρούσεων, ο πόλεμος δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση αλλά ένα επεισόδιο μέσα σε έναν ευρύτερο κύκλο έντασης, διαλόγου και επαναλαμβανόμενων κρίσεων.
Υπό την ανωτέρω οπτική, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τις διαχρονικές εντάσεις στο Αιγαίο και τις επαναλαμβανόμενες περιόδους στρατιωτικής αντιπαράθεσης, έως τις φάσεις διπλωματικής προσέγγισης και αποκλιμάκωσης, οι δύο χώρες βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση στρατηγικού ανταγωνισμού.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε ζητήματα κυριαρχίας ή θαλάσσιων ζωνών, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερες γεωπολιτικές, ενεργειακές και περιφερειακές ισορροπίες ισχύος, ειδικότερα στη σημερινή περίοδο όπου συντελούνται έντονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
Ειδικότερα, οι εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων, η στρατηγική επανατοποθέτηση της Τουρκίας και η αναζήτηση ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον που επηρεάζει άμεσα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς κόμβους του πλανήτη.
Η ανακάλυψη ενεργειακών πόρων, οι μεταναστευτικές ροές και οι περιφερειακές συγκρούσεις έχουν ενισχύσει τη γεωστρατηγική σημασία της περιοχής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα και η Τουρκία δεν λειτουργούν μόνο ως διμερείς αντίπαλοι, αλλά ως κρίσιμοι παράγοντες της περιφερειακής ισορροπίας και ασφάλειας.
Συγκεκριμένα, η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη με αυτόνομο ρόλο μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Η στρατηγική αυτή εκφράζεται μέσα από την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, η οποία διατηρεί σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ και τις χώρες του ΝΑΤΟ όσο και με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα επιχειρεί να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή σε περιφερειακές κρίσεις.
Η Τουρκία επίσης, αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση και τη στρατιωτική της ισχύ για να ενισχύσει τον διαπραγματευτικό της ρόλο έναντι των διεθνών εταίρων.
Στο πλαίσιο αυτό, η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί τον πυρήνα της τουρκικής εθνικής στρατηγικής.
Η θεωρία αυτή, προβάλει ένα επεκτατικό γεωπολιτικό και ναυτικό δόγμα της Τουρκίας που διεκδικεί την επέκταση της τουρκικής επιρροής και τον έλεγχο εκτεταμένων θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μαύρη θάλασσα, αμφισβητώντας υφιστάμενα νομικά και γεωπολιτικά δεδομένα.
Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στη ρητορική, αλλά συνοδεύεται από συστηματική ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων και αύξηση της επιχειρησιακής παρουσίας της Τουρκίας σε κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές.
Παράλληλα, εκδηλώνεται και με μια ευρύτερη προσπάθεια στρατηγικής προβολής ισχύος, μέσω της διατήρησης στρατιωτικής παρουσίας σε περιφερειακά μέτωπα, της σύναψης αμυντικών συμφωνιών με τρίτα κράτη και της αξιοποίησης υβριδικών μέσων επιρροής.
Με τον τρόπο αυτό, η Άγκυρα επιδιώκει όχι μόνο να ενισχύσει τις διεκδικήσεις της στις συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες, αλλά και να διαμορφώσει νέους συσχετισμούς ισχύος που να ευνοούν τη στρατηγική της αυτονομία και την αναβάθμιση του διεθνούς της ρόλου.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα έχει επιλέξει την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας μέσω εκτεταμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων και ενίσχυσης των διεθνών της συμμαχιών, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ένα πλέγμα ασφάλειας που υπερβαίνει τα στενά όρια της εθνικής άμυνας και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο περιφερειακής σταθερότητας.
Ειδικότερα, η στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία και το Ισραήλ, η εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η ανάπτυξη τριμερών και πολυμερών συμμαχιών με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ενισχύουν τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και την αναδεικνύουν σε κρίσιμο κόμβο ασφάλειας, ενέργειας και γεωστρατηγικών δικτύων.
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική στρατηγική τα τελευταία χρόνια δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή έννοια της αποτροπής, αλλά εξελίσσεται σε μια πολυεπίπεδη πολιτική ισχύος που συνδυάζει στρατιωτική ετοιμότητα, διπλωματική δραστηριοποίηση και γεωοικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας.
Μέσω αυτής της προσέγγισης, η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα, να αυξήσει το στρατηγικό της βάρος και να διαμορφώσει ευνοϊκότερους όρους ασφάλειας και σταθερότητας στο ιδιαίτερα ρευστό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατανόηση της φύσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων καθίσταται κρίσιμη για τον σχεδιασμό μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής.
Όταν μια αντιπαράθεση δεν αποτελεί απλώς ένα διμερές ζήτημα, αλλά παράγοντα που επηρεάζει συνολικά την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και εμφανίζει χαρακτηριστικά παρατεταμένης σύγκρουσης, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές πολιτικές επιλογές, συγκυριακές διπλωματικές πρωτοβουλίες ή άναρχες ρητορικές εξάρσεις και εθνικιστικές κορώνες.
Κάθε επιλογή που αφορά τη διαχείρισή της έχει ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα στενά όρια της διπλωματίας και αγγίζουν τον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής.
Για τον λόγο αυτό, απαιτείται μακροπρόθεσμος στρατηγικός σχεδιασμός, συνδυασμός εργαλείων ισχύος και αποτελεσματική διαχείριση των κύκλων έντασης και αποκλιμάκωσης.
Στη σημερινή συγκυρία, όπου το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ρευστότητας, εντεινόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και αμφισβήτησης της έως τώρα βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες στρατηγικό δίλημμα: θα ακολουθήσει μια Στρατηγική Ευθύνης, που επιδιώκει τη σταθερότητα μέσα από τον συνδυασμό διαλόγου και αποτρεπτικής ισχύος, ή θα παρασυρθεί σε μια Στρατηγική Έντασης, η οποία επενδύει στη ρητορική αντιπαράθεσης και σύγκρουσης και εγκλωβίζει την χώρα σε ένα φαύλο κύκλο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και αστάθειας;
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα φαίνεται ότι έχει διαμορφώσει ένα σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης αυτής της σύνθετης και διαρκούς αντιπαράθεσης.
Ένα μοντέλο που στηρίζεται στον ουσιαστικό διπλωματικό διάλογο και στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος με στόχο όχι την αυταπάτη της άμεσης επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, τη διατήρηση της σταθερότητας, τον περιορισμό των κινδύνων κλιμάκωσης και τη δημιουργία συνθηκών στρατηγικής ισορροπίας.
Πρόκειται για μια στρατηγική ευθύνης που δεν αντιμετωπίζει τον διάλογο ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης, αλλά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, περιορισμού της έντασης και διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας.
Η επιλογή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονου δημόσιου διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης, αντανακλώντας διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις για τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής.
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να συνομιλεί με την Τουρκία.
Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι αν ο διάλογος εντάσσεται σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας ή αν εγκαταλείπεται σε μια λογική άκριτης αντιπαράθεσης που αυξάνει τον κίνδυνο κρίσεων και αποσταθεροποίησης.
Στην παρούσα συγκυρία, η στρατηγική ευθύνης δεν αποτελεί επιλογή πολιτικής σκοπιμότητας.
Αποτελεί εθνική αναγκαιότητα που καλείται να διασφαλίσει τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική θέση της χώρας σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα μέσα από το νέο μοντέλο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που συνδυάζει ενεργό διάλογο, αξιόπιστη αποτροπή και στρατηγική ευθύνης, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι εισέρχεται σε κάθε διαπραγμάτευση με την Τουρκία από θέση ισχύος και στρατηγικής αυτοπεποίθησης.
Λαμβάνοντας υπόψη, ότι η Τουρκία προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις με όρους ισχύος και αντιμετωπίζει διαφορετικά έναν ισχυρό από έναν αδύναμο παίκτη, η αποτελεσματικότητα της Στρατηγικής της Ευθύνης έχει ήδη κριθεί στο πεδίο.
Συγκεκριμένα, η διαχρονική επιδίωξη της Τουρκίας για πρόκληση περιορισμένης κλίμακας θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο είχε ως βασικό στόχο να σύρει την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση ισχύος.
Μέσω μιας τέτοιας εξέλιξης, η Άγκυρα θα επιχειρούσε να επιβάλει τετελεσμένα και να προωθήσει τον αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) της υψηλής στρατηγικής της: την αναθεώρηση του νομικού καθεστώτος στο Αιγαίο και τη μεταβολή του υφιστάμενου status quo.
Η υλοποίηση της στρατηγικής αυτής, ωστόσο, φαίνεται ότι έχει ακυρωθεί επί του πεδίου (π.χ. Κρίση στον Έβρο το 2020, ένταση στο Αιγαίο με έρευνες του τουρκικού σεισμογραφικού πλοίου Oruc Reis).
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά αντανάκλαση μιας ευρύτερης στρατηγικής αντίληψης για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Το μοντέλο που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή λειτουργεί ως πλαίσιο σταθερότητας, μέσα στο οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να ελέγχει την ένταση, να περιορίζει τις πιθανότητες κρίσεων και να ενισχύει τη διαπραγματευτική της ισχύ.
Η σημασία όμως της στρατηγικής αυτής δεν αποτυπώνεται μόνο στη θεωρητική της σύλληψη, αλλά κυρίως στα αποτελέσματα που παράγει στο πεδίο της ασφάλειας, της διπλωματίας και της διεθνούς παρουσίας της χώρας.
Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική ευθύνης δεν εγγυάται την άμεση επίλυση των διαφορών.
Ωστόσο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αποφυγή κρίσεων, περιορίζει τον κίνδυνο θερμών επεισοδίων και θέτει τα θεμέλια για σταδιακή βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η Ελλάδα εμφανίζεται ως υπεύθυνη δύναμη και σεβόμενη τους διεθνείς θεσμικούς κανόνες, γεγονός που ενισχύει τη θέση της σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και διευκολύνει τη δημιουργία συμμαχιών με κράτη που επιδιώκουν σταθερότητα στην περιοχή.
Οι ελληνικές αποφάσεις πλέον δεν αποτελούν προϊόν συναισθηματισμού ή εφήμερων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ούτε υπαγορεύονται από την ανάγκη εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης ή από πιέσεις εθνικολαϊκιστικού χαρακτήρα.
Αντίθετα, εδράζονται σε τεκμηριωμένη στρατηγική ανάλυση, θεσμική συνέχεια και ρεαλιστική αξιολόγηση του διεθνούς περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και ενεργή διπλωματία, που στοχεύουν στην προώθηση του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής συνύπαρξης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εφαρμογή της στρατηγικής ευθύνης έχει ήδη αποφέρει απτά αποτελέσματα στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Τα τελευταία χρόνια, η συχνότητα σοβαρών κρίσεων στο Αιγαίο έχει περιοριστεί σημαντικά, ενώ οι σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών έχουν επανέλθει.
Παράλληλα, η ελληνική αποτροπή έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις. Ο συνδυασμός ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας μέσω της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων και ανοικτού διαλόγου έχει λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής σταθερότητας, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα και αποθαρρύνοντας μονομερείς κινήσεις.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του ευρωπαϊκού προγράμματος SAFE.
Παρά τις προσπάθειες της Άγκυρας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, η Ελλάδα, αξιοποιώντας διπλωματικά εργαλεία και τη στρατηγική ισχύ της, συνέβαλε ώστε η Τουρκία να παραμείνει εκτός του μηχανισμού SAFE.
Το αποτέλεσμα αυτό δεν συνιστά μόνο διπλωματική επιτυχία, αλλά αποτελεί και σαφή ένδειξη, ότι η ελληνική στρατηγική ισχύος και διάλογου λειτουργεί αποτρεπτικά, καθιστώντας σαφές ότι η ένταξη σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτάται από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο και τις αρχές καλής γειτονίας.
Παράλληλα, η στρατηγική ευθύνης περιλαμβάνει και την πολιτική διάσταση της διαχείρισης των εντυπώσεων και της δημόσιας διπλωματίας.
Η Ελλάδα έχει καταφέρει να παρουσιάσει τις θέσεις της με σαφήνεια σε διεθνές επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι ο διάλογος δεν συνεπάγεται υποχωρητικότητα ή αδυναμία.
Η ανάδειξη ζητημάτων όπως η υπεράσπιση της κυριαρχίας των νησιών, το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και η αποτροπή μονομερών κινήσεων από την Τουρκία έχει γίνει με τρόπο που συνδυάζει πολιτικό συμβολισμό, νομική τεκμηρίωση και στρατηγική ισχύ.
Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής ευθύνης επιβεβαιώνεται και από την εικόνα της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς.
Η χώρα εμφανίζεται πλέον ως παράγοντας σταθερότητας και υπευθυνότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που ενισχύει τη διπλωματική της επιρροή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ.
Ο ρόλος αυτός καθιστά πιο δυναμική την ελληνική συμμετοχή σε πρωτοβουλίες ασφάλειας και συνεργασίας, ενώ περιορίζει τις δυνατότητες της Τουρκίας να προβάλλει μονομερείς αξιώσεις.
Επιπλέον, η στρατηγική ευθύνης δεν περιορίζεται στο διμερές επίπεδο. Η Ελλάδα έχει αναδείξει το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε πλαίσιο πολυμερούς διαλόγου, συνδέοντάς το με τη διεθνή νομιμότητα, τη σταθερότητα στην περιοχή και τη διατήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου.
Με αυτόν τον τρόπο, η χώρα ενισχύει τη θέση της τόσο στο στρατηγικό όσο και στο θεσμικό επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική ευθύνης λειτουργεί όχι μόνο αποτρεπτικά, αλλά και διπλωματικά.
Τέλος, στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η Ελλάδα έχει επίσης κατορθώσει να μεταφέρει τη συζήτηση σε επίπεδο θεσμικής διαχείρισης των διαφορών, αποφεύγοντας την παγίδα της μονομερούς αντιπαράθεσης ισχύος που συχνά επιδιώκει η Τουρκία.
Το συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική ευθύνης της Ελλάδας –που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή– έχει μετατρέψει τον ελληνοτουρκικό διάλογο από εργαλείο εντυπωσιασμού ή επικοινωνιακής διπλωματίας σε βασικό μηχανισμό σταθερότητας και διαχείρισης κρίσεων.
Εν κατακλείδι, σε μια εποχή όπου οι διεθνείς σχέσεις επαναπροσδιορίζονται από την επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό περιφερειακών δυνάμεων, η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί μια σύνθετη και διαρκή στρατηγική πρόκληση.
Η επιλογή της στρατηγικής ευθύνης δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική προσέγγιση στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά μια συνειδητή εθνική επιλογή που αποσκοπεί στη διατήρηση της σταθερότητας, την αποτροπή κρίσεων και την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας.
Σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς και η αξιοπιστία καθορίζουν τους όρους του διαλόγου, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να επενδύει σε μια στρατηγική που συνδυάζει νηφαλιότητα, αποτρεπτική ισχύ και διπλωματική ωριμότητα.
Διότι, τελικά, η πραγματική εθνική ισχύς δεν αποτυπώνεται μόνο στην ικανότητα αντίδρασης στις κρίσεις, αλλά κυρίως στη δυνατότητα διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας και στρατηγικής ισορροπίας σε μια από τις πιο ασταθείς γεωπολιτικά περιοχές του κόσμου.
Αναλύσεις
Ο κάθετος και ο μεσαίος διάδρομος
Στοίχημα της Τουρκίας να αποτρέψει τη διασύνδεση της Ελλάδας και να αποκαταστήσει τις στενές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν
Γράφει ο Μανώλης Σκούληκας
Έχουμε επανειλημμένα ονομάσει τη σοβούσα παγκόσμια αναμέτρηση μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ ως τον «Πόλεμο των Δρόμων» καθώς η κυρίως οικονομική άμιλλα τους εξαρτάται πρωτίστως από τη ροή πρωτογενών και δευτερογενών αγαθών στα πλαίσια του παγκόσμιου εμπορίου.
Σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια κονταροχτυπιούνται οι αντίπαλοι διάδρομοι BRI (Belt and Road Initiative) και IMEC (India-Middle East-Europe Corridor). Δεδομένου ότι ο πόλεμος της Ουκρανίας έθεσε, επ’ αορίστω, σε ακινησία το βόρειο τμήμα του Κινεζικού Δρόμου του Μεταξιού» (BRI) λόγω των κυρώσεων στη Ρωσία, οι Κινέζοι ετοιμάζονται να ενεργοποιήσουν την «κερκόπορτα» της Ευρώπης μέσω του «Μεσαίου Διαδρόμου» που περνά από την Κασπία θάλασσα και φτάνει στον πολυπόθητο στόχο του, την πλούσια αγορά της Ευρώπης, μέσω Αζερμπαϊτζάν και Τουρκίας. Αντιστοίχως, η ρευστή κατάσταση στη Μέση Ανατολή αναστέλλει προσωρινώς, αλλά επίσης επ’ αορίστω, την ενεργοποίηση του IMEC, οπότε οι ΗΠΑ προσπαθούν να βρουν ένα τρόπο να αποτρέψουν μια πιθανή ενεργειακή επανένωση της Ευρώπης με τη Ρωσία, ιδιαιτέρως μετά το επερχόμενο τέλος του Ρωσο-Ουκρανικού πολέμου. Σε αυτά τα πλαίσια ενεργοποιείται ο λεγόμενος «Κάθετος Διάδρομος Ενέργειας» (Vertical Energy Corridor) που θα ενώνει την Αλεξανδρούπολη με όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Αν και η αποπομπή της πρέσβειρας Γκιλφόιλ μπορεί να αποτελέσει μια πρόσκαιρη τροχοπέδη στην εξέλιξη του, ο Διάδρομος είναι απαίτηση της Αμερικής και οι Ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών τουλάχιστον, έχουν επανειλημμένα δηλώσει την τυφλή υποταγή τους στα κελεύσματα των ΗΠΑ, με μόνη ίσως τραγική εξαίρεση των Κώστα Καραμανλή το νεότερο. Όμως οι αυξημένες ενεργειακές ανάγκες της κούρσας για την Προηγμένη Τεχνητή Νοημοσύνη δεν εγγυώνται τη συνεχή ροή του αμερικανικού σχιστολιθικού υδρογονάθρακα. Έτσι η μελλοντική παροχή ενέργειας στην περιοχή προβλέπεται να είναι από τις εξορύξεις στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, μια τοποθεσία που εγγυάται και την παράκαμψη των επισφαλέστατων πλέον στενών του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας. Όμως η εκφοβιστική πολιτική της Τουρκίας, που εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της Κίνας, κατά της Ελλάδας και της Κύπρου έχει παγώσει κάθε ενέργεια και μόνο η πίεση των ΗΠΑ έχει πλέον πριμοδοτήσει την έξωθεν πρόσφατη μεταμόσχευση γενναιότητας στην ελληνόφωνη κυβέρνηση.
Το καίριο λοιπόν διακύβευμα της Τουρκίας, ως δάκτυλος των Ευρασιατικών Δυνάμεων, είναι να αποτρέψει αρχικά την ενεργειακή διασύνδεση της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ και κατόπιν να αμφισβητήσει στρατιωτικά τις ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου ώστε να αποτρέψει τις γεωτρήσεις από ιδιωτικές εταιρείες, λόγω αυξημένης επισφάλειας. Μέχρι στιγμής φαίνεται να το έχει καταφέρει καθώς μια σωρεία ελληνόφωνων κυβερνήσεων επεδίωξαν τα «ήρεμα νερά» μέχρι το τέλος της εκλογικής περιόδου με μια σειρά ανεπαίσχυντων υποχωρήσεων. Τώρα μάλιστα είμαστε σε τέτοιο επίπεδο προωθήσεως των Τούρκων που η υποχώρησή τους θα τους εξευτέλιζε σε τέτοιο σημείο που κάνει ένα θερμό επεισόδιο πολύ πιθανό. Αυτά είναι τα επίχειρα της υποχωρητικότητας και του ενδοτισμού. Το κόστος όμως δεν θα το πληρώσουν οι μίσθαρνοι συστημικοί απόγονοι των κοτζαμπάσηδων αλλά ο ελληνικός λαός.
Παράλληλα με το μεγάλο ρίσκο ενός θερμού επεισοδίου από το οποίο θα βγει ταπεινωμένη, η Τουρκία έχει πρόσφατα αναγκαστεί να έρθει σε πολιτιστική και θρησκευτική αντιπαράθεση με τον κλειδόλιθο του Μεσαίου διαδρόμου-το Αζερμπαϊτζάν. Η παρεμβατική πολιτική της σε εθνολογικά και θρησκευτικά ζητήματα που η όμορη χώρα επιλύει κοσμικά, την έχει φέρει σε έντονη αντιπαράθεση μαζί της και η στενή σχέση των Αζέρων με τους νέους ορκισμένους άσπονδους εχθρούς τους, τους Ισραηλινούς, τους καθιστά την επίλυση της εξισώσεως ιδιαζόντως δύσκολη, καθώς οι Αζέροι δεν εξαρτώνται πλέον αποκλειστικά από τους Τούρκους, αφού έχουν γίνει σοβαρές προσεγγίσεις στη χώρα από το Δυτικό άρμα.
Επιπλέον, η πρόσφατη κραυγαλέα επίδειξη αφερεγγυότητας με την Συμφωνία της Μέκκας, καθιστά πλέον την Τουρκία κάθε άλλο από την πάλαι ποτέ πολύφερνη νύφη στη ευρωπαϊκή και αμερικανική παράλογα εξιδανικευτική φαντασία.
Αναλύσεις
Μάζης: «Στρώνουν χαλί για εθνική υποχώρηση» – Η παγίδα με το καλώδιο και την Τουρκία
Για τον κίνδυνο δημιουργίας προηγουμένου εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων προειδοποίησε ο Ιωάννης Μάζης, εφόσον η γαλλική εταιρεία απευθυνθεί στην Τουρκία για άδεια σχετικά με το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου. Η αιχμηρή κριτική στην Αθήνα και οι εκτιμήσεις του για την ευρωπαϊκή πολιτική στο Ουκρανικό.
Για τον κίνδυνο δημιουργίας προηγουμένου εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων προειδοποίησε ο Ιωάννης Μάζης, εφόσον η γαλλική εταιρεία απευθυνθεί στην Τουρκία για άδεια σχετικά με το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου. Η αιχμηρή κριτική στην Αθήνα και οι εκτιμήσεις του για την ευρωπαϊκή πολιτική στο Ουκρανικό.
Αυστηρή προειδοποίηση για τους χειρισμούς γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου απηύθυνε ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, Ιωάννης Μάζης, μιλώντας στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής». Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε το ενδεχόμενο να αναζητηθεί τουρκική άδεια μέσω της γαλλικής εταιρείας που εμπλέκεται στο έργο, με την ελληνική πλευρά να περιορίζεται στις δικές της διοικητικές ενέργειες.
Ο καθηγητής ξεκαθάρισε εξαρχής ότι σχολιάζει όσα προκύπτουν από τα σχετικά ρεπορτάζ, υπό την παραδοχή ότι αυτά έχουν βάση. Με αυτή την επισήμανση, χαρακτήρισε «ποντιοπιλατική» τη στάση που, κατά την εκτίμησή του, διαμορφώνεται: η Αθήνα να εγκρίνει τις απαραίτητες αιτήσεις, να δεχθεί τα σκάφη, να ενεργοποιήσει το Λιμενικό εντός των εθνικών χωρικών υδάτων και να εκδώσει NAVTEX, αφήνοντας όμως αναπάντητο το κρίσιμο ερώτημα για τη συνέχεια των εργασιών πέραν αυτών.
Το κρίσιμο σημείο πίσω από τα «διεθνή ύδατα»
Ο Ιωάννης Μάζης επέμεινε στη διάκριση ανάμεσα στα ύδατα και στον βυθό, υποστηρίζοντας ότι η αναφορά σε «διεθνή ύδατα» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτεται η συζήτηση περί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Όπως ανέφερε, στην περιοχή στην οποία αναφερόταν η ανάλυσή του, κάτω από τα διεθνή ύδατα βρίσκονται ελληνική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, συνδέοντας την τοποθέτησή του με την οριοθέτηση μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. Κατά συνέπεια, υποστήριξε, η συζήτηση για την έρευνα και την όδευση του καλωδίου δεν εξαντλείται στην επιφάνεια της θάλασσας.
Σχολιάζοντας τις διαβεβαιώσεις ότι δεν θα ζητηθεί άδεια τρίτης χώρας, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη διατύπωση περί εθνικών χωρικών υδάτων. Σύμφωνα με την ανάγνωσή του, αυτός ο περιορισμός αφήνει ανοικτό το ουσιαστικό ζήτημα για τα υπόλοιπα τμήματα της διαδρομής.
Η ευθύνη δεν μεταφέρεται στην εταιρεία
Η βασική ένσταση του καθηγητή αφορά το ενδεχόμενο η γαλλική εταιρεία να προχωρήσει σε δικές της συνεννοήσεις με την Άγκυρα και η ελληνική πλευρά να εμφανιστεί στη συνέχεια ως μη εμπλεκόμενη.
Ο ίδιος απέρριψε αυτή τη λογική, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα, ως η πλευρά που κατά την τοποθέτησή του διευθύνει το έργο, οφείλει να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους ενεργούν οι ανάδοχοι και οι υπεργολάβοι. Δεν μπορεί, όπως τόνισε, να επικαλείται άγνοια για τις ενέργειές τους όταν αυτές ενδέχεται να επηρεάζουν εθνικά συμφέροντα.
Στο ίδιο πλαίσιο ζήτησε να επιβάλλονται οι αναγκαίες εθνικές ρήτρες και να υπάρχει έλεγχος των κινήσεων των εταιρειών που συμμετέχουν στην υλοποίηση του έργου. Η τεχνική ολοκλήρωση της διασύνδεσης, κατά την προσέγγισή του, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις πολιτικές συνέπειες του τρόπου με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί.
Προειδοποίηση για προηγούμενο με διάρκεια
Η πλέον αιχμηρή προειδοποίησή του ήταν ότι μια ενδεχόμενη αποδοχή τουρκικής αδειοδότησης δεν θα αποτελούσε μια μεμονωμένη διευθέτηση χωρίς συνέχεια.
Κατά την εκτίμησή του, εάν η γαλλική πλευρά ζητήσει άδεια και η ελληνική διαχείριση του έργου ανεχθεί αυτή την ενέργεια, η σχετική αλληλογραφία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από την Τουρκία σε μελλοντικές διμερείς συνομιλίες, σε διεθνή φόρα ή ακόμη και σε ενδεχόμενη διαιτητική διαδικασία.
Το ζήτημα, επομένως, όπως το έθεσε, υπερβαίνει την άμεση εκτέλεση των εργασιών. Αφορά το προηγούμενο που μπορεί να δημιουργηθεί και το επιχείρημα που ενδέχεται να αποκτήσει η Άγκυρα για τις επόμενες διεκδικήσεις της.
Κριτική στην Ευρώπη για την Ουκρανία
Στο δεύτερο μέρος της παρέμβασής του, ο Ιωάννης Μάζης άσκησε έντονη κριτική στην ευρωπαϊκή πολιτική για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Συνέδεσε την οικονομική δυσπραγία και τις πολιτικές πιέσεις σε ευρωπαϊκά κράτη με το κόστος του πολέμου και τις δυσκολίες στην προμήθεια ενέργειας.
Υποστήριξε ότι η συνέχιση αυτής της κατάστασης απειλεί την αντοχή των πολιτικών συστημάτων και επέκρινε τις ευρωπαϊκές ηγεσίες για επιμονή σε μια πολιτική την οποία χαρακτήρισε αδιέξοδη, την ώρα που, κατά την εκτίμησή του, οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταβάλλουν πορεία.
Παράλληλα, αμφισβήτησε το σενάριο μιας ρωσικής εκστρατείας για την κατάκτηση ολόκληρης της Ευρώπης. Ζήτησε επίσης τη διεξαγωγή εκλογών στην Ουκρανία και αναφέρθηκε σε υποθέσεις σκανδάλων και παραιτήσεις συνεργατών του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, εντάσσοντάς τες στην κριτική του προς την ουκρανική ηγεσία.
Αναλύσεις
Κύμα οργής σε Ιταλία, Αλβανία και Βέλγιο – Συγκρούσεις με την αστυνομία, εμπρησμοί και δεκάδες συλλήψεις
Οι διαδηλωτές αφού απωθήθηκαν από το γραφείο του Ράμα, κατευθύνθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο όπου έριξαν μολότοφ με αποτέλεσμα να καούν πολλά γραφεία, να κινδυνεύουν γειτονικά κτίρια και να καεί ένα αυτοκίνητο. Την ίδια ώρα μία άλλη ομάδα πέταξε βόμβες μολότοφ εναντίον των αστυνομικών στην κεντρική λεωφόρο και στην είσοδο πρώην ιστορικού ξενοδοχείου, όπου βρίσκονται τα γραφεία της Τράπεζας Αλβανίας. Ακόμα, πέταξαν πέτρες και κομμάτια από μάρμαρα σπάζοντας τα παράθυρα του κτιρίου.
Νέα σειρά κινητοποιήσεων πραγματοποιήθηκε σήμερα σε μεγάλες πόλεις της Ιταλίας, κυρίως στο Μιλάνο, στο Τορίνο, στην Μπολόνια και στη Ρώμη.
Στην ιταλική πρωτεύουσα μεγάλη πορεία οργανώθηκε από το συνδικάτου Cgil, το οποίο μετρά 4,5 εκατομμύρια μέλη, με στόχο την ευθεία αμφισβήτηση της γραμμής της κυβέρνησης Μελόνι. Ο γραμματέας του συνδικάτου, ο Μαουρίτσιο Λαντίνι, ανακοίνωσε ότι στις 20 Νοεμβρίου το Cgil θα κατέβει σε γενική απεργία. Πρόκειται για την ίδια ημέρα για την οποία έχει οριστεί πανευρωπαϊκή απεργία φοιτητών.
Σε διαμαρτυρία που οργανώθηκε στην Μπολόνια, ένας μικρός αριθμός νεαρών διαδηλωτών με καλυμμένο το πρόσωπο συγκρούστηκε με την αστυνομία πετώντας πέτρες και μπουκάλια. Οι αστυνομικές δυνάμεις έκαναν χρήση γκλοπ και δακρυγόνων.

Κινητοποίηση κατά της αύξησης του κόστους ζωής και της ανόδου της τιμής των καυσίμων πραγματοποιήθηκε και στο Τορίνο, με συνθήματα αμφισβήτησης του ακροδεξιού κόμματος “Εθνικό Μέλλον”, του πρώην στρατηγού Ρομπέρτο Βανάτσι.
Στο Μιλάνο, σε διαδήλωση κατά της ακρίβειας, σημειώθηκαν συγκρούσεις στην κεντρική πλατεία Ντουόμο. Μειοψηφία διαδηλωτών, πάντα με καλυμμένο πρόσωπο, πέταξε πυροσβεστήρες, καπνογόνα και τραπεζάκια των καφέ μπαρ στους αστυνομικούς, οι οποίοι χρησιμοποίησαν γκλοπ και προχώρησαν σε ρίψεις νερού. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, υπάρχουν τραυματίες και τουλάχιστον μια νεαρή κοπέλα και ένας αστυνομικός φέρουν τραύματα στο κεφάλι. Έως τώρα πραγματοποιήθηκαν πενήντα προσαγωγές. Τουρίστες και κάτοικοι που βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης, έσπευσαν να βρουν καταφύγιο σε καταστήματα και πολυκατοικίες γύρω από την πλατεία του Ντουόμο.

Συνεχίζονται οι συγκρούσεις και στην Αλβανία
Εκτός ελέγχου και απρόβλεπτη είναι και η κατάσταση στο κέντρο των Τιράνων για πέμπτη ημέρα, με συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών, μάχες σώμα με σώμα, φωτιές στον δρόμο και σε κτίρια, πολλούς τραυματίες, βανδαλισμούς και λεηλασίες.
Ασπίδα προστασίας στο πρωθυπουργικό μέγαρο σχηματίζουν οι ειδικές δυνάμεις καταστολής RENEA, η παρουσία των οποίων έχει δυναμιτίσει την ήδη τεταμένη κατάσταση. Οι διαδηλωτές αφού απωθήθηκαν από το γραφείο του Ράμα, κατευθύνθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο όπου έριξαν μολότοφ με αποτέλεσμα να καούν πολλά γραφεία, να κινδυνεύουν γειτονικά κτίρια και να καεί ένα αυτοκίνητο. Την ίδια ώρα μία άλλη ομάδα πέταξε βόμβες μολότοφ εναντίον των αστυνομικών στην κεντρική λεωφόρο και στην είσοδο πρώην ιστορικού ξενοδοχείου, όπου βρίσκονται τα γραφεία της Τράπεζας Αλβανίας. Ακόμα, πέταξαν πέτρες και κομμάτια από μάρμαρα σπάζοντας τα παράθυρα του κτιρίου. Σε κοντινή απόσταση μια ομάδα κουκουλοφόρων έσπασε την είσοδο και τα παράθυρα της τράπεζας ΟΤΡ και στη συνέχεια την πυρπόλησαν

Πριν από λίγο υπήρξε αντίδραση για την κατάσταση αυτή του Καθολικού Αρχιεπισκόπου Σκόδρας Τζιοβάνι Περαγκίνε, ο οποίος υποστήριξε πως οι ηγεσίες πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους. Ειδικότερα είπε:
“Όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κλονίζεται και η κοινωνική ειρήνη τίθεται σε κίνδυνο, είναι καθήκον όσων κυβερνούν να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και να ενεργήσουν χωρίς καθυστέρηση λαμβάνοντας με θάρρος δύσκολες αποφάσεις, εάν το απαιτεί το καλό της χώρας”.
Οι διαδηλωτές να ζητούν την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα και καταγγέλλουν τις συνθήκες διδασκαλίας και τα δικαιώματα εγγραφής στα πανεπιστήμια.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Τόνι Γκόγκου κατήγγειλε τις επιθέσεις που “δεν στρέφονται κατά της κυβέρνησης”, αλλά κατά “δύο ανεξάρτητων θεσμών που υπηρετούν τη χώρα και τους πολίτες της”.
Για πρώτη φορά από την έναρξη αυτών των συγκεντρώσεων, η αστυνομία έκανε χρήση σφαιρών από καουτσούκ, σύμφωνα με δημοσιογράφους του Γαλλικού Πρακτορείου που βρίσκονταν στο σημείο.
Σύμφωνα με την αλβανική νομοθεσία, η αστυνομία δεν επιτρέπεται να κάνει χρήση σφαιρών από καουτσούκ κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων παρά μόνο σε ακραίες περιπτώσεις.
“Σήμερα, για πρώτη φορά από την έναρξη των διαδηλώσεων, η αστυνομία έκανε χρήση σφαιρών από καουτσούκ, ένα ακραίο μέτρο, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν ανήλικοι ηλικίας 16 και 17 ετών ανάμεσα στους διαδηλωτές”, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο φοιτητής Ρέντι Τάκου.
Ο αρχηγός της αστυνομίας Σκεντέρ Χίτα δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι έγινε “περιορισμένη” χρήση σφαιρών από καουτσούκ. “Όλα τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν εφαρμόστηκαν με περιορισμένο τρόπο και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά πιστοποιημένος εξοπλισμός, εγκεκριμένος για τέτοιες καταστάσεις σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον Χίτα, 167 άτομα συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων αυτής της εβδομάδας και έχουν κινηθεί ποινικές διαδικασίες σε βάρος 388 ατόμων.
Επτά αστυνομικοί έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα και αποτελούν αντικείμενο πειθαρχικής έρευνας για υπέρβαση των καθηκόντων τους.
Συγκρούσεις διαδηλωτών και αστυνομίας στις Βρυξέλλες
Εκατοντάδες άτομα, στην πλειονότητά τους νέοι, διαδήλωσαν σήμερα και στις Βρυξέλλες, με διαδηλωτές να συγκρούονται με την αστυνομία, σε ταραχές που εν μέρει πυροδοτήθηκαν από τις διαδηλώσεις στη γειτονική Γαλλία.
Βελγικά φοιτητικά κινήματα τονίζουν ότι διαμαρτύρονται για το αυξανόμενο κόστος της εκπαίδευσης, καθώς και για μεταρρυθμίσεις που, όπως φοβούνται, θα καταστήσουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση λιγότερο προσβάσιμη.

Διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στο κέντρο των Βρυξελλών, με πολλούς να φορούν μάσκες και φώναζαν αντιφασιστικά συνθήματα. Η αστυνομία έκανε χρήση δακρυγόνων και κανόνια νερού, ενώ διαδηλωτές ανέτρεψαν ένα αυτοκίνητο, σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα του Reuters.
Ο Βέλγος υπουργός Εσωτερικών Μπερνάρ Κεντέν δήλωσε σε ανάρτησή του στο X ότι «αυτό που εκτυλίσσεται στις Βρυξέλλες δεν αποτελεί πλέον μια απλή διαμαρτυρία» και ότι «θα χρησιμοποιηθούν όλα τα απαραίτητα μέσα για την αποκατάσταση της τάξης απέναντι στους ταραχοποιούς».

Μια διαδήλωση πραγματοποιήθηκε επίσης στην πόλη Λιέγη, όπου νωρίτερα αυτόν τον μήνα φοιτητές είχαν διαδηλώσει σχετικά με το γαλλόφωνο εκπαιδευτικό σύστημα, καταγγέλοντας το αυξανόμενο κόστος της εκπαίδευσης και τις δυσκολίες πρόσβασης σε εκπαιδευτικό υλικό.
tovima.gr
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»