Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ελληνοτουρκικές Σχέσεις: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ή ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΝΤΑΣΗΣ;

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνιστούν διαχρονικά ένα από τα πλέον σύνθετα και κρίσιμα πεδία άσκησης της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

Δεν αποτελούν μια συμβατική διμερή διαφορά, αλλά μια μακροχρόνια και πολυεπίπεδη αντιπαράθεση, η οποία χαρακτηρίζεται από εναλλαγές περιόδων ύφεσης και έντασης και η οποία κατά καιρούς, έχει οδηγήσει σε σοβαρές κρίσεις και θερμά επεισόδια, φθάνοντας ακόμη και στα πρόθυρα ένοπλης σύρραξης.

Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις περιγράφονται ως παρατεταμένες συγκρούσεις.

Πρόκειται δηλαδή, για καταστάσεις εχθρικής αλληλεπίδρασης μεταξύ κρατών που εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, χαρακτηρίζονται από περιοδικές εκρήξεις έντασης και συνοδεύονται από υψηλό στρατηγικό διακύβευμα.

Οι συγκρούσεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα ή αποσπασματικές κρίσεις, αλλά εξελίσσονται ως συνεχείς διαδικασίες, οι οποίες διατηρούνται ακόμη και όταν δεν εκδηλώνεται ανοιχτή βία, χωρίς να διαθέτουν σαφές σημείο οριστικής λήξης.

Στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, οι διεθνείς κρίσεις αποτελούν κομβικά σημεία κλιμάκωσης.

Οι κρίσεις αυτές εκδηλώνονται όταν μια σειρά γεγονότων, ενεργειών ή γεωπολιτικών μεταβολών δημιουργούν την αντίληψη στα εμπλεκόμενα κράτη, ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα πολεμικής σύγκρουσης.

Συχνά λειτουργούν ως φάσεις έντονης αντιπαράθεσης που μπορούν είτε να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση μέσω διαπραγματεύσεων είτε να εξελιχθούν σε στρατιωτική σύγκρουση.

Η κορύφωση μιας τέτοιας διαδικασίας είναι ο πόλεμος, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί είτε ως αποκορύφωμα μιας μακροχρόνιας αντιπαράθεσης είτε ως αποτέλεσμα αιφνίδιας κλιμάκωσης.

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις παρατεταμένων συγκρούσεων, ο πόλεμος δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση αλλά ένα επεισόδιο μέσα σε έναν ευρύτερο κύκλο έντασης, διαλόγου και επαναλαμβανόμενων κρίσεων.

Υπό την ανωτέρω οπτική, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας παρατεταμένης σύγκρουσης.

Από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τις διαχρονικές εντάσεις στο Αιγαίο και τις επαναλαμβανόμενες περιόδους στρατιωτικής αντιπαράθεσης, έως τις φάσεις διπλωματικής προσέγγισης και αποκλιμάκωσης, οι δύο χώρες βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση στρατηγικού ανταγωνισμού.

Η αντιπαράθεση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε ζητήματα κυριαρχίας ή θαλάσσιων ζωνών, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερες γεωπολιτικές, ενεργειακές και περιφερειακές ισορροπίες ισχύος, ειδικότερα στη σημερινή περίοδο όπου συντελούνται έντονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.

Ειδικότερα, οι εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων, η στρατηγική επανατοποθέτηση της Τουρκίας και η αναζήτηση ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον που επηρεάζει άμεσα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς κόμβους του πλανήτη.

Η ανακάλυψη ενεργειακών πόρων, οι μεταναστευτικές ροές και οι περιφερειακές συγκρούσεις έχουν ενισχύσει τη γεωστρατηγική σημασία της περιοχής.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα και η Τουρκία δεν λειτουργούν μόνο ως διμερείς αντίπαλοι, αλλά ως κρίσιμοι παράγοντες της περιφερειακής ισορροπίας και ασφάλειας.

Συγκεκριμένα, η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη με αυτόνομο ρόλο μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Η στρατηγική αυτή εκφράζεται μέσα από την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, η οποία διατηρεί σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ και τις χώρες του ΝΑΤΟ όσο και με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα επιχειρεί να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή σε περιφερειακές κρίσεις.

Η Τουρκία επίσης, αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση και τη στρατιωτική της ισχύ για να ενισχύσει τον διαπραγματευτικό της ρόλο έναντι των διεθνών εταίρων.

Στο πλαίσιο αυτό, η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί τον πυρήνα της τουρκικής εθνικής στρατηγικής.

Η θεωρία αυτή, προβάλει ένα επεκτατικό γεωπολιτικό και ναυτικό δόγμα της Τουρκίας που διεκδικεί την επέκταση της τουρκικής επιρροής και τον έλεγχο εκτεταμένων θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μαύρη θάλασσα, αμφισβητώντας υφιστάμενα νομικά και γεωπολιτικά δεδομένα.

Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στη ρητορική, αλλά συνοδεύεται από συστηματική ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων και αύξηση της επιχειρησιακής παρουσίας της Τουρκίας σε κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές.

Παράλληλα, εκδηλώνεται και με μια ευρύτερη προσπάθεια στρατηγικής προβολής ισχύος, μέσω της διατήρησης στρατιωτικής παρουσίας σε περιφερειακά μέτωπα, της σύναψης αμυντικών συμφωνιών με τρίτα κράτη και της αξιοποίησης υβριδικών μέσων επιρροής.

Με τον τρόπο αυτό, η Άγκυρα επιδιώκει όχι μόνο να ενισχύσει τις διεκδικήσεις της στις συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες, αλλά και να διαμορφώσει νέους συσχετισμούς ισχύος που να ευνοούν τη στρατηγική της αυτονομία και την αναβάθμιση του διεθνούς της ρόλου.

Από την πλευρά της, η Ελλάδα έχει επιλέξει την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας μέσω εκτεταμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων και ενίσχυσης των διεθνών της συμμαχιών, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ένα πλέγμα ασφάλειας που υπερβαίνει τα στενά όρια της εθνικής άμυνας και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο περιφερειακής σταθερότητας.

Ειδικότερα, η στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία και το Ισραήλ, η εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η ανάπτυξη τριμερών και πολυμερών συμμαχιών με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ενισχύουν τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και την αναδεικνύουν σε κρίσιμο κόμβο ασφάλειας, ενέργειας και γεωστρατηγικών δικτύων.

Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική στρατηγική τα τελευταία χρόνια δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή έννοια της αποτροπής, αλλά εξελίσσεται σε μια πολυεπίπεδη πολιτική ισχύος που συνδυάζει στρατιωτική ετοιμότητα, διπλωματική δραστηριοποίηση και γεωοικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας.

Μέσω αυτής της προσέγγισης, η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα, να αυξήσει το στρατηγικό της βάρος και να διαμορφώσει ευνοϊκότερους όρους ασφάλειας και σταθερότητας στο ιδιαίτερα ρευστό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατανόηση της φύσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων καθίσταται κρίσιμη για τον σχεδιασμό μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής.

Όταν μια αντιπαράθεση δεν αποτελεί απλώς ένα διμερές ζήτημα, αλλά παράγοντα που επηρεάζει συνολικά την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και εμφανίζει χαρακτηριστικά παρατεταμένης σύγκρουσης, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές πολιτικές επιλογές, συγκυριακές διπλωματικές πρωτοβουλίες ή άναρχες ρητορικές εξάρσεις και εθνικιστικές κορώνες.

Κάθε επιλογή που αφορά τη διαχείρισή της έχει ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα στενά όρια της διπλωματίας και αγγίζουν τον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής.

Για τον λόγο αυτό, απαιτείται μακροπρόθεσμος στρατηγικός σχεδιασμός, συνδυασμός εργαλείων ισχύος και αποτελεσματική διαχείριση των κύκλων έντασης και αποκλιμάκωσης.

Στη σημερινή συγκυρία, όπου το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ρευστότητας, εντεινόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και αμφισβήτησης της έως τώρα βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες στρατηγικό δίλημμα: θα ακολουθήσει μια Στρατηγική Ευθύνης, που επιδιώκει τη σταθερότητα μέσα από τον συνδυασμό διαλόγου και αποτρεπτικής ισχύος, ή θα παρασυρθεί σε μια Στρατηγική Έντασης, η οποία επενδύει στη ρητορική αντιπαράθεσης και σύγκρουσης και εγκλωβίζει την χώρα σε ένα φαύλο κύκλο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και αστάθειας;

Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα φαίνεται ότι έχει διαμορφώσει ένα σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης αυτής της σύνθετης και διαρκούς αντιπαράθεσης.

Ένα μοντέλο που στηρίζεται στον ουσιαστικό διπλωματικό διάλογο και στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος με στόχο όχι την αυταπάτη της άμεσης επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, τη διατήρηση της σταθερότητας, τον περιορισμό των κινδύνων κλιμάκωσης και τη δημιουργία συνθηκών στρατηγικής ισορροπίας.

Πρόκειται για μια στρατηγική ευθύνης που δεν αντιμετωπίζει τον διάλογο ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης, αλλά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, περιορισμού της έντασης και διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας.

Η επιλογή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονου δημόσιου διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης, αντανακλώντας διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις για τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής.

Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να συνομιλεί με την Τουρκία.

Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι αν ο διάλογος εντάσσεται σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας ή αν εγκαταλείπεται σε μια λογική άκριτης αντιπαράθεσης που αυξάνει τον κίνδυνο κρίσεων και αποσταθεροποίησης.

Στην παρούσα συγκυρία, η στρατηγική ευθύνης δεν αποτελεί επιλογή πολιτικής σκοπιμότητας.

Αποτελεί εθνική αναγκαιότητα που καλείται να διασφαλίσει τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική θέση της χώρας σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα μέσα από το νέο μοντέλο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που συνδυάζει ενεργό διάλογο, αξιόπιστη αποτροπή και στρατηγική ευθύνης, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι εισέρχεται σε κάθε διαπραγμάτευση με την Τουρκία από θέση ισχύος και στρατηγικής αυτοπεποίθησης.

Λαμβάνοντας υπόψη, ότι η Τουρκία προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις με όρους ισχύος και αντιμετωπίζει διαφορετικά έναν ισχυρό από έναν αδύναμο παίκτη, η αποτελεσματικότητα της Στρατηγικής της Ευθύνης έχει ήδη κριθεί στο πεδίο.

Συγκεκριμένα, η διαχρονική επιδίωξη της Τουρκίας για πρόκληση περιορισμένης κλίμακας θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο είχε ως βασικό στόχο να σύρει την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση ισχύος.

Μέσω μιας τέτοιας εξέλιξης, η Άγκυρα θα επιχειρούσε να επιβάλει τετελεσμένα και να προωθήσει τον αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) της υψηλής στρατηγικής της: την αναθεώρηση του νομικού καθεστώτος στο Αιγαίο και τη μεταβολή του υφιστάμενου status quo.

Η υλοποίηση της στρατηγικής αυτής, ωστόσο, φαίνεται ότι έχει ακυρωθεί επί του πεδίου (π.χ. Κρίση στον Έβρο το 2020, ένταση στο Αιγαίο με έρευνες του τουρκικού σεισμογραφικού πλοίου Oruc Reis).

Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά αντανάκλαση μιας ευρύτερης στρατηγικής αντίληψης για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Το μοντέλο που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή λειτουργεί ως πλαίσιο σταθερότητας, μέσα στο οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να ελέγχει την ένταση, να περιορίζει τις πιθανότητες κρίσεων και να ενισχύει τη διαπραγματευτική της ισχύ.

Η σημασία όμως της στρατηγικής αυτής δεν αποτυπώνεται μόνο στη θεωρητική της σύλληψη, αλλά κυρίως στα αποτελέσματα που παράγει στο πεδίο της ασφάλειας, της διπλωματίας και της διεθνούς παρουσίας της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική ευθύνης δεν εγγυάται την άμεση επίλυση των διαφορών.

Ωστόσο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αποφυγή κρίσεων, περιορίζει τον κίνδυνο θερμών επεισοδίων και θέτει τα θεμέλια για σταδιακή βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η Ελλάδα εμφανίζεται ως υπεύθυνη δύναμη και σεβόμενη τους διεθνείς θεσμικούς κανόνες, γεγονός που ενισχύει τη θέση της σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και διευκολύνει τη δημιουργία συμμαχιών με κράτη που επιδιώκουν σταθερότητα στην περιοχή.

Οι ελληνικές αποφάσεις πλέον δεν αποτελούν προϊόν συναισθηματισμού ή εφήμερων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ούτε υπαγορεύονται από την ανάγκη εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης ή από πιέσεις εθνικολαϊκιστικού χαρακτήρα.

Αντίθετα, εδράζονται σε τεκμηριωμένη στρατηγική ανάλυση, θεσμική συνέχεια και ρεαλιστική αξιολόγηση του διεθνούς περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και ενεργή διπλωματία, που στοχεύουν στην προώθηση του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής συνύπαρξης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η εφαρμογή της στρατηγικής ευθύνης έχει ήδη αποφέρει απτά αποτελέσματα στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Τα τελευταία χρόνια, η συχνότητα σοβαρών κρίσεων στο Αιγαίο έχει περιοριστεί σημαντικά, ενώ οι σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών έχουν επανέλθει.

Παράλληλα, η ελληνική αποτροπή έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις. Ο συνδυασμός ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας μέσω της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων και ανοικτού διαλόγου έχει λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής σταθερότητας, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα και αποθαρρύνοντας μονομερείς κινήσεις.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του ευρωπαϊκού προγράμματος SAFE.

Παρά τις προσπάθειες της Άγκυρας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, η Ελλάδα, αξιοποιώντας διπλωματικά εργαλεία και τη στρατηγική ισχύ της, συνέβαλε ώστε η Τουρκία να παραμείνει εκτός του μηχανισμού SAFE.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν συνιστά μόνο διπλωματική επιτυχία, αλλά αποτελεί και σαφή ένδειξη, ότι η ελληνική στρατηγική ισχύος και διάλογου λειτουργεί αποτρεπτικά, καθιστώντας σαφές ότι η ένταξη σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτάται από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο και τις αρχές καλής γειτονίας.

Παράλληλα, η στρατηγική ευθύνης περιλαμβάνει και την πολιτική διάσταση της διαχείρισης των εντυπώσεων και της δημόσιας διπλωματίας.

Η Ελλάδα έχει καταφέρει να παρουσιάσει τις θέσεις της με σαφήνεια σε διεθνές επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι ο διάλογος δεν συνεπάγεται υποχωρητικότητα ή αδυναμία.

Η ανάδειξη ζητημάτων όπως η υπεράσπιση της κυριαρχίας των νησιών, το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και η αποτροπή μονομερών κινήσεων από την Τουρκία έχει γίνει με τρόπο που συνδυάζει πολιτικό συμβολισμό, νομική τεκμηρίωση και στρατηγική ισχύ.

Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής ευθύνης επιβεβαιώνεται και από την εικόνα της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς.

Η χώρα εμφανίζεται πλέον ως παράγοντας σταθερότητας και υπευθυνότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που ενισχύει τη διπλωματική της επιρροή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ.

Ο ρόλος αυτός καθιστά πιο δυναμική την ελληνική συμμετοχή σε πρωτοβουλίες ασφάλειας και συνεργασίας, ενώ περιορίζει τις δυνατότητες της Τουρκίας να προβάλλει μονομερείς αξιώσεις.

Επιπλέον, η στρατηγική ευθύνης δεν περιορίζεται στο διμερές επίπεδο. Η Ελλάδα έχει αναδείξει το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε πλαίσιο πολυμερούς διαλόγου, συνδέοντάς το με τη διεθνή νομιμότητα, τη σταθερότητα στην περιοχή και τη διατήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου.

Με αυτόν τον τρόπο, η χώρα ενισχύει τη θέση της τόσο στο στρατηγικό όσο και στο θεσμικό επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική ευθύνης λειτουργεί όχι μόνο αποτρεπτικά, αλλά και διπλωματικά.

Τέλος, στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η Ελλάδα έχει επίσης κατορθώσει να μεταφέρει τη συζήτηση σε επίπεδο θεσμικής διαχείρισης των διαφορών, αποφεύγοντας την παγίδα της μονομερούς αντιπαράθεσης ισχύος που συχνά επιδιώκει η Τουρκία.

Το συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική ευθύνης της Ελλάδας –που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή– έχει μετατρέψει τον ελληνοτουρκικό διάλογο από εργαλείο εντυπωσιασμού ή επικοινωνιακής διπλωματίας σε βασικό μηχανισμό σταθερότητας και διαχείρισης κρίσεων.

Εν κατακλείδι, σε μια εποχή όπου οι διεθνείς σχέσεις επαναπροσδιορίζονται από την επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό περιφερειακών δυνάμεων, η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί μια σύνθετη και διαρκή στρατηγική πρόκληση.

Η επιλογή της στρατηγικής ευθύνης δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική προσέγγιση στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά μια συνειδητή εθνική επιλογή που αποσκοπεί στη διατήρηση της σταθερότητας, την αποτροπή κρίσεων και την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς και η αξιοπιστία καθορίζουν τους όρους του διαλόγου, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να επενδύει σε μια στρατηγική που συνδυάζει νηφαλιότητα, αποτρεπτική ισχύ και διπλωματική ωριμότητα.

Διότι, τελικά, η πραγματική εθνική ισχύς δεν αποτυπώνεται μόνο στην ικανότητα αντίδρασης στις κρίσεις, αλλά κυρίως στη δυνατότητα διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας και στρατηγικής ισορροπίας σε μια από τις πιο ασταθείς γεωπολιτικά περιοχές του κόσμου.

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Ο Τραμπ κήρυξε νίκη! Το Ιράν κράτησε τα πάντα -Το ίδιο έκανε και ο Νέβιλ Τσάμπερλεν το 1938

Τερματίζοντας τη σύγκρουση χωρίς αλλαγή καθεστώτος, ενισχύει τους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι εδραιώνονται, αντί να ανοίγει δρόμο για τον ιρανικό λαό ως φορέα μιας νέας τάξης. Άρθρο του Μάικλ Ρούμπιν

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Μάικλ Ρούμπιν, 1945

Η στιγμή Τσάμπερλεν του Τραμπ για το Ιράν;

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησε σε μια εκεχειρία δύο εβδομάδων με το Ιράν. Δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, ο Τραμπ ανακοίνωσε:

«υπό την προϋπόθεση ότι η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν συμφωνήσει στο ΠΛΗΡΕΣ, ΑΜΕΣΟ και ΑΣΦΑΛΕΣ ΑΝΟΙΓΜΑ των Στενών του Ορμούζ, συμφωνώ να αναστείλω τους βομβαρδισμούς και την επίθεση κατά του Ιράν για περίοδο δύο εβδομάδων».

Ανακοίνωσε επίσης ότι οι εκπρόσωποι της Ισλαμικής Δημοκρατίας παρουσίασαν ένα σχέδιο 10 σημείων, το οποίο παρείχε μια «λειτουργική βάση για διαπραγμάτευση».

Το Ιράν μπορεί να ξεγέλασε την ομάδα Τραμπ

Ο απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, φαίνεται πως έπεσε σε ένα από τα παλαιότερα τεχνάσματα της Ισλαμικής Δημοκρατίας: το «δόλωμα και αλλαγή».

Όπως και με τη λεγόμενη φετφά που απαγόρευε τα πυρηνικά όπλα αλλά της οποίας το περιεχόμενο μεταβαλλόταν συνεχώς, το να δεσμευτούν οι Ιρανοί γραπτώς για τις παραμέτρους μιας διαπραγμάτευσης αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο.

Το σχέδιο βάσει του οποίου κινείται ο Τραμπ και τα 10 σημεία που η Τεχεράνη δημοσιοποίησε διαφέρουν.

Για παράδειγμα, το ιρανικό PressTV υποστηρίζει ότι τα σημεία που ο Τραμπ αποδέχεται ως βάση διαπραγμάτευσης περιλαμβάνουν την επιβεβαίωση τόσο του δικαιώματος του Ιράν στον εμπλουτισμό όσο και του ελέγχου της Ισλαμικής Δημοκρατίας επί των Στενών του Ορμούζ.

Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου μπορεί να υποβαθμίσουν τις διαφορές ενόψει των συνομιλιών, αλλά οι ατζέντες έχουν σημασία.

Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας είναι απόλυτη.

Το 1986, ο Πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν διέταξε στρατιωτικά πλήγματα κατά της Λιβύης, όταν ο Μουαμάρ Καντάφι επιχείρησε να αρνηθεί την ελευθερία ναυσιπλοΐας στον Κόλπο της Σύρτης. Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ διεξάγει τακτικά «Επιχειρήσεις Ελευθερίας Ναυσιπλοΐας» στα Στενά της Ταϊβάν. Ακόμη και μόνο η αποδοχή διαπραγμάτευσης για την πρόσβαση και την πληρωμή διέλευσης από διεθνή ύδατα συνιστά ανατροπή αιώνων προηγούμενων.

Οι σύμμαχοι ίσως δεν δουν με καλό μάτι αυτή τη συμφωνία

Η εκεχειρία του Τραμπ επίσης, έμμεσα, αφήνει τους συμμάχους εκτεθειμένους. Ο Τραμπ ξεκίνησε την «Επιχείρηση Rough Rider» με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την ολοκλήρωσε ανακοινώνοντας συμφωνία, σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα σταματούσαν να βομβαρδίζουν τους Χούθι με αντάλλαγμα να σταματήσουν εκείνοι να στοχοποιούν αμερικανικά πλοία.

Το σχέδιο των 10 σημείων που, σύμφωνα με τον Τραμπ, αποτελεί βάση διαπραγμάτευσης, τερματίζει τις επιθέσεις Ιράν και ΗΠΑ μεταξύ τους, αλλά δεν απαγορεύει ιρανικές επιθέσεις κατά περιφερειακών χωρών. Αντίθετα, επιδιώκει να προστατεύσει τη Χεζμπολάχ από ισραηλινά πλήγματα, παρότι η ίδια ξεκίνησε τη σύγκρουση εκτοξεύοντας πυραύλους και drones κατά του Ισραήλ, αμέσως μετά τη σφαγή Ισραηλινών πολιτών από τη Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Η πρόκληση της εκεχειρίας

Το απλό γεγονός είναι ότι δεν υπάρχει κανένας πολεμικός στόχος που να μπορεί να επικαλεστεί ο Τραμπ ότι πέτυχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες ώστε να δικαιολογηθεί η εκεχειρία. Το Ιράν διατηρεί το πυρηνικό του υλικό και απαιτεί το δικαίωμα να συνεχίσει το πρόγραμμά του.

Για άλλη μια φορά, η Τεχεράνη επιχειρεί να παρακάμψει τις δεσμεύσεις της βάσει της Συνθήκης Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων, τις οποίες ούτε η συμφωνία του 2015 είχε αντικαταστήσει.

Το Ιράν όχι μόνο διατηρεί τους πυραύλους και τα drones του, αλλά και τη δυνατότητα να τα κατασκευάζει. Το γεγονός ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών υποτίμησαν τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα των ιρανικών πυραύλων δεν δημιουργεί καμία εμπιστοσύνη σε οποιαδήποτε συμφωνία.

Πουθενά στις επικείμενες συνομιλίες δεν γίνεται λόγος για την προστασία του ιρανικού λαού, 40.000 μέλη του οποίου το καθεστώς σφαγίασε μόλις πριν από τρεις μήνες. Αντίθετα, εάν το καθεστώς θελήσει να ταπεινώσει τον Τραμπ, μπορεί απλώς να συνεχίσει τη σφαγή αντιφρονούντων, αποδεικνύοντας την ατιμωρησία του και την αδυναμία των ξένων να προστατεύσουν τους Ιρανούς.

Τι λέει η Ιστορία

Αν και οι βομβαρδισμοί από μόνοι τους δεν έχουν ανατρέψει ποτέ καθεστώς, υπάρχουν παραλληλισμοί μεταξύ των ενεργειών του Τραμπ στο Ιράν και της εκστρατείας του Προέδρου Μπιλ Κλίντον το 1999 κατά της Σερβίας.

Ο Κλίντον αποδέχθηκε εκεχειρία χωρίς αλλαγή καθεστώτος, όταν η Γιουγκοσλαβία συμφώνησε να αποσύρει τις δυνάμεις της από το Κόσοβο. O Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς κατέρρευσε την επόμενη χρονιά. Ο Κλίντον μπορούσε έτσι να χαρακτηρίσει την παρέμβασή του επιτυχημένη.

Ο Τραμπ, ωστόσο, δεν μπορεί να προβάλει ανάλογους ισχυρισμούς. Οι ιρανικές πληρεξούσιες δυνάμεις ασκούν ισχύ από τον Λίβανο μέχρι το Ιράκ και την Υεμένη. Τερματίζοντας τη σύγκρουση χωρίς αλλαγή καθεστώτος, ενισχύει τους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι εδραιώνονται, αντί να ανοίγει δρόμο για τον ιρανικό λαό ως φορέα μιας νέας τάξης.

Ορισμένες φορές, οι διπλωμάτες και οι πολιτικοί οφείλουν να απορρίπτουν εξαρχής το παράλογο. Διαφορετικά, ενθαρρύνουν τους αντιπάλους να διατυπώνουν ακραίες απαιτήσεις, γνωρίζοντας ότι θα κερδίσουν ακόμη και αν τελικά συναντηθούν «στη μέση».

Ο Τραμπ πιστεύει ότι είναι ο μετρ της τέχνης της συμφωνίας, αλλά δεν έχει διαπραγματευτεί ποτέ με Ιρανό. Με όρους πόκερ, μπήκε στις διαπραγματεύσεις με ρουαγιάλ φλος και επέτρεψε στους Ιρανούς να τον μπλοφάρουν με ένα ζευγάρι δυάρια.

Ο Τραμπ πέτυχε όχι να φέρει ειρήνη στη Μέση Ανατολή, αλλά να απαλλάξει τον Νέβιλ Τσάμπερλεν από τη θέση του πιο αφελούς ηγέτη που γνώρισε ποτέ ο ελεύθερος κόσμος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Εκεχειρία, Ορμούζ και διαπραγματεύσεις: Πώς διαβάζεται η προσωρινή αποκλιμάκωση στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν

Η εκεχειρία των δύο εβδομάδων δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά αποτρέπει το χειρότερο δυνατό σενάριο: μια αλυσιδωτή καταστροφή που θα έπληττε το Ιράν, τον Κόλπο, τις διεθνείς αγορές και τελικά την παγκόσμια οικονομία για χρόνια. Η περιοχή πήρε μια ανάσα. Το αν αυτή η ανάσα θα μετατραπεί σε σταθερή ειρήνη ή σε απλώς μια παύση πριν από την επόμενη έκρηξη, θα φανεί στις συνομιλίες που έρχονται.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας, η αιφνίδια συμφωνία για εκεχειρία δύο εβδομάδων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν ήρθε να ανακόψει, έστω προσωρινά, μια πορεία που έδειχνε να οδηγεί σε γενικευμένη περιφερειακή καταστροφή. Η κατάπαυση του πυρός, που τέθηκε σε ισχύ τα ξημερώματα της Τετάρτης 8 Απριλίου, συνοδεύτηκε από το μερικό άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και από την προοπτική απευθείας συνομιλιών υψηλού επιπέδου στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν.

Η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση των εξελίξεων είναι πως δεν πρόκειται για μια απλή διπλωματική ανάπαυλα, αλλά για το αποτέλεσμα σκληρού καταναγκασμού εν μέσω πολέμου. Αυτό ακριβώς αναδεικνύεται ως το πιο κρίσιμο στοιχείο της κρίσης: για πρώτη φορά, όπως επισημαίνεται, η λογική της εξαναγκαστικής διπλωματίας δεν εφαρμόστηκε πριν από τον πόλεμο, ούτε στο στάδιο της κρίσης, αλλά ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη.

Το τελεσίγραφο που είχαν θέσει οι Ηνωμένες Πολιτείες προς την Τεχεράνη παρατεινόταν διαδοχικά, με νέα χρονικά περιθώρια να δίνονται σχεδόν την τελευταία στιγμή. Στο παρασκήνιο, η Ουάσιγκτον διαβίβασε μέσω Πακιστάν ένα πλαίσιο 15 σημείων, ενώ η ιρανική πλευρά απάντησε αρχικά με πέντε και στη συνέχεια με ένα δικό της πακέτο 10 σημείων, που αποτέλεσε τη βάση για να ξεκινήσει η συζήτηση γύρω από τη σημερινή εκεχειρία.

Η ουσία, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στα χαρτιά που αντάλλαξαν οι δύο πλευρές, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έφτασαν στο τραπέζι. Από αμερικανικής πλευράς, η πίεση κλιμακώθηκε μέσω βομβαρδισμών και δημόσιων απειλών. Το μήνυμα ήταν σαφές: αν το Ιράν δεν δεχόταν συμφωνία, θα ακολουθούσε συστηματική καταστροφή κρίσιμων υποδομών, από πετρελαϊκές και πετροχημικές εγκαταστάσεις μέχρι δίκτυα ηλεκτροδότησης, γέφυρες, σιδηροδρόμους και μονάδες αφαλάτωσης. Με απλά λόγια, η απειλή ήταν ότι η χώρα θα γυρνούσε δεκαετίες πίσω.

Το Ιράν απάντησε με τη δική του λογική αποτροπής. Διαμήνυσε ότι για κάθε χτύπημα που θα δεχόταν, θα ανταπέδιδε επί δέκα, στοχεύοντας υποδομές και συμφέροντα των ΗΠΑ, του Ισραήλ, των χωρών του Κόλπου και της Ιορδανίας. Ταυτόχρονα, κράτησε ως στρατηγικό όπλο το κλείσιμο του Ορμούζ και την απειλή επέκτασης της κρίσης και σε άλλες θαλάσσιες αρτηρίες, όπως η Ερυθρά Θάλασσα. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται, κατά την ανάλυση, το δεύτερο μεγάλο χαρτί της Τεχεράνης: πέρα από τα πυραυλικά και μη επανδρωμένα μέσα, ήταν ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ που υποχρέωσε όλους να υπολογίσουν σοβαρά το κόστος της κλιμάκωσης.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην εσωτερική διάσταση στο Ιράν. Παρά το βαρύ κλίμα δυσαρέσκειας απέναντι στο καθεστώς και παρά το γεγονός ότι μόλις λίγους μήνες νωρίτερα η χώρα είχε γνωρίσει σοβαρές κοινωνικές αναταράξεις, η εξωτερική επίθεση λειτούργησε συσπειρωτικά. Δεν ήταν, όπως υπογραμμίζεται, μια συσπείρωση γύρω από τους Φρουρούς της Επανάστασης, αλλά γύρω από την πατρίδα. Η μαζική προσέλευση εθελοντών, που σύμφωνα με τα δεδομένα διπλασιάστηκε μέσα σε μία ημέρα όταν ο Πεζεσκιάν υπέγραψε δημόσια, παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι η κοινωνία, όταν απειλήθηκε ευθέως, έβαλε σε δεύτερο πλάνο τις εσωτερικές της αντιθέσεις.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο μεγάλος νικητής αυτής της φάσης του πολέμου δεν είναι το καθεστώς, αλλά ο ιρανικός λαός. Ο λαός, επειδή απέδειξε ότι μπορεί να συσπειρωθεί σε ώρα εθνικού κινδύνου, αλλά και επειδή η ενίσχυση του δικού του ρόλου μετά τον πόλεμο θα είναι δύσκολο να αγνοηθεί από ένα καθεστώς που μέχρι χθες κυβερνούσε κυρίως μέσω φόβου και καταπίεσης.

Στο διεθνές επίπεδο, η εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε την εκεχειρία ως πλήρη και απόλυτη νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών. Δήλωσε ότι άνοιξε ο δρόμος για πραγματική ειρήνη, ότι το Ιράν σύρθηκε σε συμφωνία υπό πίεση και ότι οι αμερικανικοί στόχοι, ιδίως ως προς τα πυρηνικά, έχουν ουσιαστικά επιτευχθεί. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο υπουργός Άμυνας, ο οποίος μίλησε για αποφασιστική νίκη και για εξουδετέρωση μιας απειλής που, όπως είπε, βάραινε επί 47 χρόνια την αμερικανική ασφάλεια.

Πίσω όμως από αυτή την εικόνα θριάμβου, η ανάλυση βλέπει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Οι ΗΠΑ δεν ηττήθηκαν στρατιωτικά, όμως δεν μπορούν να ισχυριστούν και ότι νίκησαν καθαρά. Το κύρος τους τραυματίστηκε, καθώς αποδείχθηκε ότι ακόμη και η τεράστια στρατιωτική υπεροχή τους δεν αρκούσε για να σπάσει γρήγορα την ιρανική αποτροπή. Επιπλέον, η κρίση στο Ορμούζ αποξένωσε συμμάχους και εταίρους, που είδαν την οικονομία τους να απειλείται άμεσα. Η Ιαπωνία, η Ινδία και άλλοι ασιατικοί παίκτες κινήθηκαν απευθείας προς την Τεχεράνη για να διασφαλίσουν ενεργειακή ροή, γεγονός που έδειξε τα όρια της αμερικανικής επιρροής.

Ακόμη πιο σκληρή είναι η εκτίμηση για το Ισραήλ και τον Νετανιάχου. Η ανάλυση θεωρεί ότι η μόνη πραγματική επιτυχία τους ήταν το πρώτο πλήγμα, με την εξόντωση της κορυφής της ιρανικής ηγεσίας. Από εκεί και πέρα, όμως, οι ισραηλινές προβλέψεις διαψεύστηκαν: ούτε το καθεστώς κατέρρευσε, ούτε ο ιρανικός λαός εξεγέρθηκε, ούτε τα Στενά του Ορμούζ έμειναν ανοιχτά, ούτε το Ιράν απογυμνώθηκε από δυνατότητα απάντησης. Μάλιστα, αναδεικνύεται και η κριτική στο εσωτερικό του Ισραήλ, με την αντιπολίτευση να μιλά για πολιτική και στρατηγική καταστροφή.

Σημαντικός εμφανίζεται ο ρόλος της Κίνας. Το ίδιο το Πεκίνο, με προσεκτική γλώσσα, δήλωσε ότι θα συνεχίσει να παίζει εποικοδομητικό ρόλο για την αποκατάσταση της ειρήνης και της σταθερότητας, κάτι που ερμηνεύεται ως έμμεση παραδοχή πως έπαιξε ρόλο και στο παρασκήνιο της συμφωνίας. Η εκτίμηση είναι ότι η Κίνα δεν κέρδισε μόνο διπλωματικά, αλλά και στρατηγικά: ενίσχυσε το βάρος της, δοκίμασε ρόλο στην περιφερειακή εξίσωση και ταυτόχρονα είδε να ενισχύεται η συζήτηση γύρω από το γουάν έναντι του δολαρίου.

Κερδισμένη εμφανίζεται και η Ρωσία, καθώς η κρίση εκτόξευσε τη σημασία των ρωσικών ενεργειακών ροών σε μια στιγμή που η Μόσχα αναζητούσε ανάσες για την πολεμική της οικονομία. Κερδισμένο προκύπτει και το Πακιστάν, που αξιοποιεί τη φιλοξενία των συνομιλιών για να αναβαθμίσει τον ρόλο του ως περιφερειακός μεσολαβητής. Αντίθετα, οι μοναρχίες του Κόλπου καταγράφονται στους χαμένους, καθώς βρέθηκαν εκτεθειμένες στρατιωτικά και οικονομικά, ενώ και η Ινδία εμφανίζεται να έχει υποστεί σοβαρό κόστος λόγω των ενεργειακών και ναυτιλιακών αναταράξεων.

Το επόμενο μεγάλο ερώτημα είναι τι ακριβώς θα περιλαμβάνει η συμφωνία που θα αρχίσει να συζητείται στο Ισλαμαμπάντ. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η Τεχεράνη θέλει να κρατήσει έλεγχο στο Ορμούζ, να διατηρήσει μορφές εμπλουτισμού ουρανίου για μη στρατιωτικούς σκοπούς, να επιτύχει πλήρη άρση κυρώσεων, να αποσπάσει αποζημιώσεις και να δει αποχώρηση αμερικανικών στρατευμάτων από την περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ εμφανίζονται να επιμένουν στον πλήρη έλεγχο του εμπλουτισμένου ουρανίου, στην απομάκρυνση πυρηνικού υλικού και στον περιορισμό της ιρανικής στρατιωτικής ικανότητας.

Το τοπίο παραμένει θολό. Όπως σημειώνεται, είναι πιθανό να γραφτεί μια συμφωνία με τέτοιο τρόπο ώστε και οι δύο πλευρές να μιλήσουν στο εσωτερικό τους κοινό για επιτυχία. Αυτό, άλλωστε, είναι συχνά το βασικό ζητούμενο τέτοιων διευθετήσεων: να επιτρέψουν σε όλους να παρουσιάσουν νίκη, αποφεύγοντας ταυτόχρονα μια νέα έκρηξη.

Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα είναι σαφές. Η εκεχειρία των δύο εβδομάδων δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά αποτρέπει το χειρότερο δυνατό σενάριο: μια αλυσιδωτή καταστροφή που θα έπληττε το Ιράν, τον Κόλπο, τις διεθνείς αγορές και τελικά την παγκόσμια οικονομία για χρόνια. Η περιοχή πήρε μια ανάσα. Το αν αυτή η ανάσα θα μετατραπεί σε σταθερή ειρήνη ή σε απλώς μια παύση πριν από την επόμενη έκρηξη, θα φανεί στις συνομιλίες που έρχονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Φαραντούρης: «Ο κεκονιαμένος τάφος της κυβέρνησης δεν σώζεται χωρίς εκλογές»

Ο ευρωβουλευτής θεωρεί πως οι κινήσεις του πρωθυπουργού, όπως οι εναλλαγές βουλευτών και υπουργών, δεν αποτελούν ουσιαστική απάντηση, αλλά απόπειρα πολιτικού καλλωπισμού ενός συστήματος που έχει πλέον απονομιμοποιηθεί.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μετωπική επίθεση στην κυβέρνηση εξαπολύει ο ευρωβουλευτής και καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου Νικόλας Φαραντούρης, περιγράφοντας τη σημερινή πολιτική κατάσταση ως βαθιά θεσμική κρίση και ζητώντας άμεση προσφυγή στις κάλπες για την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Χρησιμοποιώντας βαρύ βιβλικό συμβολισμό, ο κ. Φαραντούρης παραλληλίζει την εικόνα της κυβέρνησης με τον «κεκονιαμένο τάφο» του Ευαγγελίου, δηλαδή με μια εξουσία που προς τα έξω εμφανίζεται τακτοποιημένη και νομιμοφανής, αλλά στο εσωτερικό της είναι διαβρωμένη από υποκρισία, ανομία και σήψη. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκονται οι αποκαλύψεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, έχουν πλήξει καίρια τόσο τη λαϊκή όσο και την κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη προς την απερχόμενη κυβέρνηση.

Ο ευρωβουλευτής θεωρεί πως οι κινήσεις του πρωθυπουργού, όπως οι εναλλαγές βουλευτών και υπουργών, δεν αποτελούν ουσιαστική απάντηση, αλλά απόπειρα πολιτικού καλλωπισμού ενός συστήματος που έχει πλέον απονομιμοποιηθεί. Κατά την εκτίμησή του, η επιλογή της κυβέρνησης να συνεχίζει να στηρίζεται σε βουλευτές που βρίσκονται υπό δικασική δίωξη συνιστά ευθεία αντίφαση προς την αρχή της δεδηλωμένης πλειοψηφίας και μετατρέπει τη Βουλή από πυλώνα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε μηχανισμό προστασίας της ατιμωρησίας.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Φαραντούρης υποστηρίζει ότι η άρνηση του πρωθυπουργού να θέσει εκτός Κοινοβουλευτικής Ομάδας τους εμπλεκόμενους βουλευτές δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή, αλλά πράξη που υπονομεύει το ίδιο το συνταγματικό πλαίσιο λειτουργίας του πολιτεύματος. Για τον ίδιο, η κυβέρνηση έχει καταστεί έωλη και κοινοβουλευτικά ανομιμοποίητη, γεγονός που καθιστά αναπόδραστη την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία.

Ιδιαίτερο βάρος δίνει επίσης στην κριτική του απέναντι στην, όπως τη χαρακτηρίζει, οργανωμένη και συνεχιζόμενη επίθεση κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των Ανεξάρτητων Αρχών. Ο ευρωβουλευτής βλέπει πίσω από αυτή τη στάση μια συστηματική προσπάθεια αποδόμησης του κράτους δικαίου, με σκοπό να συγκαλυφθούν σοβαρές υποθέσεις που αφορούν τόσο το σκάνδαλο των υποκλοπών όσο και την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Με απλά λόγια, εκτιμά ότι η εκτελεστική εξουσία στρέφεται πλέον κατά των ευρωπαϊκών και εθνικών ελεγκτικών θεσμών για να προστατεύσει τον εαυτό της.

Σύμφωνα με τον Νικόλα Φαραντούρη, η χώρα δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια πολιτική φθορά, αλλά μέσα σε μια οξεία θεσμική κρίση, η οποία μπορεί να θεραπευτεί μόνο μέσα από την ενεργοποίηση του ίδιου του συνταγματικού μηχανισμού της λαϊκής κυριαρχίας. Γι’ αυτό ζητεί άμεση διάλυση της Βουλής και εκλογές, ώστε να προκύψει νέα κυβέρνηση με καθαρή, διαυγή και στέρεη δεδηλωμένη, χωρίς εξαρτήσεις, πιέσεις και σκιές.

Το τελικό μήνυμά του είναι σαφές και επιθετικό: ο «κεκονιαμένος τάφος» της κυβέρνησης πρέπει να σπάσει τώρα. Και αυτό, κατά την άποψή του, δεν μπορεί να γίνει ούτε με ανασχηματισμούς ούτε με επικοινωνιακά τεχνάσματα, αλλά μόνο με κάλπες.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 λεπτά πριν

Η Αίγυπτος δεσμεύει όλη την παραγωγή από το κυπριακό κοίτασμα Αφροδίτη

H Egyptian Natural Gas Holding Co. υπέγραψε προκαταρκτική συμφωνία με τις εταιρείες που διαχειρίζονται το κοίτασμα, με την κρατική εταιρεία...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Ο Τραμπ κήρυξε νίκη! Το Ιράν κράτησε τα πάντα -Το ίδιο έκανε και ο Νέβιλ Τσάμπερλεν το 1938

Τερματίζοντας τη σύγκρουση χωρίς αλλαγή καθεστώτος, ενισχύει τους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι εδραιώνονται, αντί να ανοίγει δρόμο για τον...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Εκεχειρία, Ορμούζ και διαπραγματεύσεις: Πώς διαβάζεται η προσωρινή αποκλιμάκωση στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν

Η εκεχειρία των δύο εβδομάδων δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά αποτρέπει το χειρότερο δυνατό σενάριο: μια αλυσιδωτή καταστροφή που θα...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Φαραντούρης: «Ο κεκονιαμένος τάφος της κυβέρνησης δεν σώζεται χωρίς εκλογές»

Ο ευρωβουλευτής θεωρεί πως οι κινήσεις του πρωθυπουργού, όπως οι εναλλαγές βουλευτών και υπουργών, δεν αποτελούν ουσιαστική απάντηση, αλλά απόπειρα...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Τι αποκαλύπτει ο πόλεμος στο Ιράν για την Ινδία

Οι υπερδυνάμεις δεν επαρκούν πλέον. Ένα διαφορετικό είδος ισχύος αρχίζει να διαμορφώνει το σύστημα. Σε αυτόν τον χώρο, η Ινδία...

Δημοφιλή