Αναλύσεις
Επικίνδυνα Ουδέτερος
Η Τουρκία παρουσιάζεται σαν μια Μεγάλη Δύναμη, αλλά το ιστορικό της παρελθόν έχει δείξει επί αιώνες ότι αυτό δεν είναι παρά ένα επιφανειακό φληνάφημα για να αποκρύψει την αδυναμία της από τους εχθρούς που τρέμει μήπως καταλάβουν την ευαλωτότητα της και την συνθλίψουν στα εξ ων συνετέθη. Όμως είναι πλέον φανερό τοις πάσι, ότι αυτή δεν μπορεί να βάλει «κρέας» στο παιχνίδι και το τούρκικο ντολμαδάκι αποκαλύπτεται για άλλη μια φορά…γιαλαντζί.
Γράφει ο Μανώλης Σκούληκας
Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Οθωμανική αυτοκρατορία, ήδη στη μέγιστη αποδρομή της, έπαιξε για πολλοστή φορά το «χαρτί» της Μεγάλης Δύναμης και συντάχθηκε με τις Κεντρικές Δυνάμεις, ελπίζοντας να εξέλθει από την παρακμή της μέσα από μια στρατιωτική νίκη. Αυτό το πλήρωσε όμως ακριβά με την συντριπτική ήττα της και τον διαμελισμό της. Το νεοσύστατο τουρκικό κράτος, μόλις είχε πατήσει στα ματωμένα πόδια του, όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν είχε ούτε τη δύναμη, ούτε τη διάθεση, να συμμετέχει μία νέα πολύνεκρη και επισφαλή πολεμική αναμέτρηση των ισχυρών. Επωφελούμενη από την υπερεπέκταση των αντιπάλων, η Τουρκία κατάφερε να αποσοβήσει τις εκατέρωθεν πιέσεις για συμμετοχή στον πόλεμο, παραμένοντας ένας «Επιτήδειος Ουδέτερος» μέχρι την τελευταία ημέρα του πολέμου.
Σήμερα, στα πρόθυρα του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου, έχει ξανά υιοθετήσει τη θέση της Μεγάλης Δυνάμεως αλλά προσπαθεί να διατηρήσει την επαμφοτερίζουσα στάση της, αυτή τη φορά εναλλάσσοντας τις εκατέρωθεν προσεγγίσεις με λεονταρισμούς. Μέχρι στιγμής αυτή η τακτική την έχει φέρει σε δύσκολη θέση καθώς, η κατάρριψη ενός ρωσικού αεροσκάφους στη Συρία, την εγκλώβισε σε μια λεόντεια συμφωνία με τη Ρωσία, κατά την οποία υποχρεώθηκε να αγοράσει τους S-400 και να εγκαταστήσει ρωσική βάση παρατήρησης στο Ακούγιου, όπου η Ρωσία θα χτίσει ένα πυρηνικό εργοστάσιο με όρους σχεδόν αποκλειστικής εκμετάλλευσης. Αυτή η σαφής απομάκρυνση από το αμερικανικό μπλοκ της στέρησε τα απάρτια των πολεμικών της αεροπλάνων, καθηλώνοντας ήδη πάνω από το 30% της πολεμικής της αεροπορίας, και εξοβελίζοντας την από το πρόγραμμα των F-35, κοστίζοντας της όλη την προκαταβολή που είχε καταθέσει και καθιστώντας το Anadolu μια θλιβερή πλατφόρμα μη επανδρωμένων. Σαν διαμεσολαβητής στις έμμεσες πωλήσεις του Ιρανικού και Ρωσικού πετρελαίου έχει υποστεί κυρώσεις και μάλιστα ο ίδιος ο Έρντογαν και η οικογένειά του εμπλέκονται σε αυτά τα τραπεζικά σκάνδαλα, καθιστώντας τον προσωπικά ευεπίφορο σε πιέσεις από τις ΗΠΑ. Η υποστήριξη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, την έχει απομακρύνει ριζικά από όλα τα κοσμικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, ενώ η αντισιωνιστικές απειλές έχουν κατευθύνει την Ισραηλινή πολιτική στην προετοιμασία μιας πολεμικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Ενώ λοιπόν κανένας στη Μέση Ανατολή δεν είναι διατεθειμένος να ανεχθεί ξανά μια βάρβαρη Οθωμανική επικυριαρχία, η Τουρκία, μαζί με το Κατάρ, αποτελούν κράτη «ταραξίες» (spoiler states) στην ευρύτερη περιοχή, μεγιστοποιώντας έτσι έτι περαιτέρω την απαξία που τρέφουν απέναντί τους συλλήβδην και οι Μεσανοτολίτες αλλά και οι Δυτικοί.
Μετά μάλιστα από τα πολεμικά γεγονότα στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, ο «Διάδρομος του Μεταξιού» παραμένει κλειστός για το εγγύς μέλλον χωρίς ευοίωνες προοπτικές για την επανεκκίνησή του. Μόνο δύο «περάσματα» έχουν απομείνει στην Κίνα για τη διακίνηση των προϊόντων της στην Ευρώπη και την Αφρική. Το βόρειο πέρασμα στον Αρκτικό προβλέπεται να κλείσει σύντομα καθώς ο Τραμπ εποφθαλμιά τη Γροιλανδία ενώ ελέγχει ήδη την Ισλανδία και τη Βόρεια Σκανδιναβία. Η μόνη δίοδος που μένει είναι μέσα από τις τουρκικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες και την Κασπία Θάλασσα προς την Τουρκία και κατόπιν προς την Ευρώπη και την Αφρική. Ήδη η Κίνα έχει συνάψει δάνεια αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Τουρκία με αυτόν ακριβώς το σκοπό. Η παγίδα χρέους που έχει στήσει ο «Κόκκινος Δράκος», έχει ήδη εμπλέξει βαθιά την Τουρκία, η οποία όχι μόνο διακινδυνεύει νέες κυρώσεις εκτελώντας τον ενδιάμεσο για την εισαγωγή κινεζικών προϊόντων στην Ευρώπη μέσω της τελωνειακής της ένωσης με την ΕΕ, αλλά έχει επενδύσει σε μια σειρά κρατών που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στον IMEC (India–Middle East–Europe–Corridor), τον ανταγωνιστικό εμπορικό διάδρομο του «Δρόμου του Μεταξιού» (BRI–one Belt–one Road–Initiative). Έχει βάση στη Σομαλία, φλερτάρει με τα Κανάρια νησιά στον Ινδικό και απειλεί το Αιγυπτιακό κοσμικό καθεστώς του Σίσι μέσω της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η στρατηγική τοποθέτησή της προοιωνίζει την πρόθεσή της να γίνει ένα κράτος ρυθμιστής στο διάδρομο IMEC, που θα επιτρέπει ή θα απαγορεύει τη διέλευση των εμπορευμάτων ανάλογα με τα συμφέροντά του και αυτά των κρατών που θα το επηρεάζουν-πάντα για τα κατάλληλα ανταλλάγματα. Αντιστοίχως, οι ΗΠΑ έχουν εμπιστευτεί τη θέση του θεματοφύλακα της ασφάλειας του IMEC στο Ισραήλ, οπότε, εκ του προοιμίου, η θέση της Τουρκίας έρχεται δυνητικά σε άμεση αντιπαράθεση με τον ισχυρό αυτό σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή.
Άλλωστε η ανάγκη ενεργειακής απεξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία και οι αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες στην κούρσα για την Προηγμένη Τεχνητή Νοημοσύνη, καθιστούν τις εξορύξεις στην Ανατολική Μεσόγειο διακύβευμα στρατηγικής σημασίας για τη Δύση. Η Τουρκία εμπλέκεται στη διαδικασία απαιτώντας, ενάντια στο Διεθνές Δίκαιο, κομμάτι της Ελληνοκυπριακής ΑΟΖ, καθυστερώντας τις εξορύξεις και καθιστώντας τις επικίνδυνες υπό το πρίσμα του βομβαρδισμού των πλωτών πλατφορμών εξόρυξης σε περίπτωση που τα ληστρικά της αιτήματα δεν ικανοποιηθούν. Αν όμως γίνουν δεκτά τα τουρκικά αιτήματα, υπό την πίεση της Αμερικής, η Δύση θα έχει να κάνει με ένα κράτος ταραξία που θα εκβιάζει, για ίδιον όφελος αλλά και για χάρη των ευρασιατικών εταίρων του, συλλήβδην τη Δύση για τις εξορύξεις και τη διαμετακομιδή των υδρογονανθράκων της περιοχής. Η πρόσβασή της δε σε μια μεγάλη ενεργειακή δεξαμενή θα της ανοίξει το δρόμο να μπει στην κονίστρα των ισχυρών οικονομιών του πλανήτη, καθιστώντας την υποψήφιο ανταγωνιστή της Δύσης.
Η εμπλοκή της Τουρκίας στη Συρία, τη Λιβύη και τη Σομαλία, όπως και η πρόθεσή της να εμπλακεί στο Παλαιστινιακό, ενδεικνύουν, σε συνάρτηση με την παράλληλη εργαλειοποίηση τρομοκρατικών ομάδων της περιοχής, την πρόθεσή της να είναι ένας ισχυρός ρυθμιστικός παράγοντας στα γαιοστρατηγικά τεκταινόμενα της Μέσης Ανατολής -και μάλιστα ιδιαίτερα απορρυθμιστικός για τα Δυτικά συμφέροντα. Το Ισραήλ καλείται να περιορίσει την τουρκική επιρροή και η Ελλάδα καλείται να το συνδράμει. Το εθνικά ξοφλημένο ελληνόφωνο πολιτικό κατεστημένο αρνείται κατηγορηματικά να αναλάβει αυτόν τον ρόλο και αυτό αποτελεί πρόβλημα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εμπιστευθούν το ρόλο του τοποτηρητή της περιοχής στην Τουρκία, παρά τους εναγκαλισμούς των δύο εξίσου αυταρχικών προέδρων τους, και αυτό φάνηκε από την τελική υποχώρηση του Τραμπ από την υποστήριξη της τουρκικής παρουσίας στην ειρηνευτική δύναμη στη Γάζα, μετά από την έντονη πίεση του Αμερικανο-Εβραϊκού λόμπι και την πιθανή εμπλοκή του στους «Φακέλους Επστάϊν».
Παρά το θαυμασμό που τρέφει ο αμερικάνος πρόεδρος στον «ισχυρό άνδρα» της Τουρκίας, η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να βασιστεί σε έναν επαμφοτερίζοντα εκβιαστή που μοχλεύεται ισχυρά από το Ευρασιατικό μπλοκ. Όμως αν οι ελληνόφωνοι πολιτικοί μας δεν αντοποκριθούν στο ύψος των περιστάσεων και επιδιώξουν μόνο «ήρεμα νερά», ακόμα και με το αντίδωρο του ξεπουλήματος της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, οι αμερικάνοι μπορεί να πιέσουν προς τη επιβολή της ελληνικής ισχύος στην περιοχή. Το Ισραήλ είναι έτοιμο για μια μακροπρόθεσμη στρατηγική κατίσχυση επί της Τουρκίας, το State Department διχάζεται και ο Τραμπ αντιμετωπίζει την κατάσταση στη μέση Ανατολή σαν ένα πρόχειρο «μπάλωμα» σε ένα ρεσιτάλ «επιχειρηματικής» κοντοφθαλμίας. Οι ΗΠΑ βρίσκονται στο δίλλημα να υποστηρίξουν ένα απόλυτα αφερέγγυο «κράτος ταραξία» που επηρεάζεται εντόνως από την Κίνα και τη Ρωσία, ή να ξεκινήσουν να μαστιγώνουν ένα «κουτσό άλογο», τις ελληνόφωνες κυβερνήσεις, οι οποίες σαν συστημικοί απόγονοι των κοτζαμπάσηδων, υποκύπτουν εθελόδουλα σε όποιον τους εκφοβίζει ότι δεν θα τελειώσουν την τετραετία τους σε «ήρεμα νερά». Αυτοί, όπως έδειξε η κρίση του 2020, θα δώσουν την άδεια στο στράτευμα να υπερασπίσει την εθνική κυριαρχία μόνο αν η ίδια η εξουσία τους τεθεί υπό κίνδυνο ανατροπής. Δεδομένης της δουλοπρέπειας των ελληνόφωνων ταγών μας, μάλλον θα υποκύψουν στις αμερικανικές πιέσεις και όσο και αν προσπαθούν να εξευμενίσουν τον τούρκο επικυρίαρχό τους, τελικά θα εξαναγκαστούν, όπως και το 1821, να υπερασπισθούν, έστω και άκοντες, την πατρίδα μας.
Η Τουρκία παρουσιάζεται σαν μια Μεγάλη Δύναμη, αλλά το ιστορικό της παρελθόν έχει δείξει επί αιώνες ότι αυτό δεν είναι παρά ένα επιφανειακό φληνάφημα για να αποκρύψει την αδυναμία της από τους εχθρούς που τρέμει μήπως καταλάβουν την ευαλωτότητα της και την συνθλίψουν στα εξ ων συνετέθη. Όμως είναι πλέον φανερό τοις πάσι, ότι αυτή δεν μπορεί να βάλει «κρέας» στο παιχνίδι και το τούρκικο ντολμαδάκι αποκαλύπτεται για άλλη μια φορά…γιαλαντζί.
Αν το καθεστώς των μουλάδων πέσει υπό τους αμερικανο-ισραηλινούς βομβαρδιασμούς και ειδικές επιχειρήσεις, η Κίνα θα χάσει τον σημαντικότερο πληρεξούσιό της στην περιοχή και θα στραφεί στον επόμενο υποψήφιο: την Τουρκία. Αρχικά η Τουρκία μπορεί να αναλάβει έναν αυξημένο απλά ρόλο στην περιοχή, όσον αφορά στο Ευρασιατικό μπλοκ και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, αλλά σύντομα η Κίνα θα απαιτήσει αποτελέσματα και η Τουρκία δεν θα μπορέσει να της αντισταθεί. Μπορεί να αυτοπαρουσιάζεται σαν μια Μεγάλη και Ισχυρή Τουρκία, αλλά δεν είναι ούτε κατά διάνοιαν αρκετά δυνατή ώστε να διατηρήσει την ουδετερότητά της με το να αντιταχθεί στην όλο και αυξανόμενη πίεση από τους δύο άσπονδους αντιπάλους στη μεγάλη σύγκρουση της εποχής μας. Όσο ο κλοιός στενεύει, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται η πίεση της επιλογής στρατοπέδου και η προβολή της σαν «παίκτη» στην περιοχή θα οδηγήσει στην τελική σύνθλιψή της από τον απορριφθέντα μνηστήρα της πολύφερνης αλλά και ανυπεράσπιστης νύφης, αν τα στρατιωτικά δεδομένα το επιτρέψουν. Μπορεί πράγματι οι περιστάσεις να μην παράσχουν την ευκαιρία της σύνθλιψης της Τουρκίας από την πλευρά που αυτή δεν επέλεξε, αλλά αν αυτή δεν επιλέξει κανένα, τότε και οι δύο αντίπαλοι θα στραφούν εναντίον της, καθώς σε διαμάχες τέτοιου μεγέθους και τόσο σημαντικών διακυβευμάτων, όποιος δεν ταχθεί με κάποια πλευρά θεωρείται εχθρός και από τις δύο.
Αν στο Β’ΠΠ η ικανότατη διπλωματία της Τουρκίας και η απόμακρη θέση της από τα μέτωπα του πολέμου, τις επέτρεψαν να παραμείνει επιτήδεια ουδέτερη, η σαφώς ηγετική θέση που έχει αναλάβει στην επίμαχη περιοχή, την τοποθετούν σε μια τροχιά που θα την καταστήσει «επικίνδυνα» ουδέτερη.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Αναλύσεις
Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ
Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές με τον Τούρκο ομόλογό του Χακάν Φιντάν, τον επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν και τον Αμερικανό απεσταλμένο Τομ Μπάρακ. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ενοποίηση των στρατιωτικών και διοικητικών δομών της Συρίας, η αντιμετώπιση ένοπλων οργανώσεων και η ισραηλινή στρατιωτική παρουσία στον νότο.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Συρία προσπαθεί να σταθεροποιήσει το εσωτερικό της πολιτικό και στρατιωτικό περιβάλλον, η Τουρκία εντείνει τις επαφές της με τη νέα συριακή ηγεσία.
Στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι συναντήθηκε στην Άγκυρα με τον υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και τον διοικητή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Τουρκίας, Ιμπραήμ Καλίν.
Η παρουσία του επικεφαλής της ΜΙΤ στις συνομιλίες επιβεβαιώνει τη σημασία που αποδίδει η Άγκυρα στη διάσταση της ασφάλειας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποίησαν τουρκικές πηγές ασφαλείας, οι συζητήσεις αφορούσαν τη συνεργασία των δύο χωρών, τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Συρίας και την αντιμετώπιση οργανώσεων που θεωρούνται απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα.
Στο επίκεντρο οι κουρδικές δυνάμεις
Ένα από τα βασικά θέματα ήταν η διαδικασία ενσωμάτωσης των στρατιωτικών και πολιτικών δομών της βορειοανατολικής Συρίας στην κεντρική κρατική διοίκηση.
Το ζήτημα συνδέεται με το μέλλον των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), στις οποίες οι κουρδικές δυνάμεις έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.
Η Τουρκία αντιμετωπίζει επί χρόνια τις κουρδικές ένοπλες οργανώσεις στη βόρεια Συρία ως σοβαρό πρόβλημα ασφαλείας, λόγω των δεσμών που τους αποδίδει με το PKK.
Για τη Δαμασκό, το ζητούμενο είναι η αποκατάσταση ενιαίας κρατικής διοίκησης και στρατιωτικής διοίκησης σε ολόκληρη τη χώρα.
Η σύγκλιση των δύο πλευρών ως προς την ανάγκη ενοποίησης των δομών δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι έχουν διευθετηθεί όλες οι διαφωνίες για τον τρόπο ενσωμάτωσης των τοπικών δυνάμεων, την πολιτική εκπροσώπηση και τον έλεγχο των περιοχών της βορειοανατολικής Συρίας.
Η ΜΙΤ στον πυρήνα των συνομιλιών
Η συνάντηση Καλίν–Σαϊμπάνι επικεντρώθηκε επίσης στη συνεργασία κατά του Ισλαμικού Κράτους και στην ανταλλαγή πληροφοριών για απειλές ασφαλείας.
Για την Άγκυρα, η δυνατότητα επιρροής στον τρόπο με τον οποίο θα ανασυγκροτηθούν οι συριακοί μηχανισμοί ασφαλείας έχει άμεση στρατηγική αξία.
Η αναδιοργάνωση της Συρίας επηρεάζει τον έλεγχο των συνόρων, την παρουσία ένοπλων ομάδων και τις ισορροπίες ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και τις τοπικές δυνάμεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν να λειτουργήσουν ως δίαυλος στενότερου συντονισμού με τη συριακή ηγεσία, εφόσον οι δύο πλευρές προχωρήσουν σε συγκεκριμένες συμφωνίες.
Το Ισραήλ και η νότια Συρία
Παράλληλα με τις επαφές στην Άγκυρα, η Δαμασκός κλιμακώνει τις δημόσιες αντιδράσεις της απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες στη νότια Συρία.
Σύμφωνα με ανάλυση του Seth Frantzman στο Long War Journal, η συριακή πλευρά κατήγγειλε μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου την κατασκευή νέας οχυρωμένης γραμμής ασφαλείας από το Ισραήλ σε περιοχή ανατολικά των κατεχόμενων από το Ισραήλ Υψιπέδων του Γκολάν.
Στις 6 Οκτωβρίου, ο εκπρόσωπος της Συρίας στον ΟΗΕ Ιμπραήμ Ολάμπι επέκρινε τις ισραηλινές δραστηριότητες, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη νότια Συρία μέσα από το πρίσμα της προστασίας των βόρειων συνόρων του και της αποτροπής εγκατάστασης εχθρικών ένοπλων δυνάμεων.
Η διαφορετική αντίληψη της Δαμασκού και του Ισραήλ για την ασφάλεια δημιουργεί μία ακόμη εστία έντασης σε μια χώρα που εξακολουθεί να προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί.
Ο Αμερικανός απεσταλμένος στο διπλωματικό παρασκήνιο
Πριν από τις συναντήσεις στην Άγκυρα, ο Σαϊμπάνι είχε συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη με τον Αμερικανό απεσταλμένο για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπάρακ.
Οι επαφές αφορούσαν τις περιφερειακές εξελίξεις, την ασφάλεια και τη σταθεροποίηση της Συρίας.
Η παράλληλη επικοινωνία της συριακής ηγεσίας με τις ΗΠΑ και την Τουρκία δείχνει ότι η Δαμασκός επιδιώκει να εξασφαλίσει διεθνή υποστήριξη για την πολιτική και στρατιωτική της ανασυγκρότηση.
Για την Ουάσιγκτον, το ζήτημα περιλαμβάνει την αποτροπή αναβίωσης του Ισλαμικού Κράτους, την περιφερειακή ασφάλεια και τις ισορροπίες ανάμεσα στους τοπικούς συμμάχους και τις γειτονικές χώρες.
Οι ανταγωνιστικές επιδιώξεις Τουρκίας και Ισραήλ
Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τη διαφορετική στρατηγική οπτική Άγκυρας και Ιερουσαλήμ για το μέλλον της Συρίας.
Η Τουρκία ενδιαφέρεται για τη δημιουργία ενός συριακού κρατικού μηχανισμού με τον οποίο θα μπορεί να συνεργάζεται στενά στον τομέα της ασφάλειας και για τον περιορισμό οργανώσεων που θεωρεί εχθρικές.
Το Ισραήλ δίνει προτεραιότητα στην αποτροπή στρατιωτικών απειλών κατά μήκος των βόρειων συνόρων του και στη διατήρηση δυνατότητας άμεσης αντίδρασης.
Δεν προκύπτει από τις συγκεκριμένες συναντήσεις ότι οι δύο χώρες βρίσκονται μπροστά σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Ωστόσο, οι διαφορετικές επιδιώξεις τους αποτελούν σημαντικό παράγοντα για τη μελλοντική ασφάλεια της Συρίας.
Η διπλωματική κινητικότητα της 8ης Οκτωβρίου υπογραμμίζει ότι το συριακό ζήτημα παραμένει ανοικτό και ότι ο συσχετισμός ισχύος διαμορφώνεται ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα: στην εσωτερική πολιτική και στρατιωτική ανασυγκρότηση, στις περιφερειακές παρεμβάσεις και στη διπλωματία των μεγάλων δυνάμεων.
GEOPOLITICO
Κίνδυνος βαριάς εθνικής ήττας
Η τουρκική απαίτηση για συνεννόηση με την Άγκυρα, η γαλλοτουρκική αμυντική συνεργασία και οι δηλώσεις Μητσοτάκη και Ρούμπιο στο επίκεντρο της εκπομπής της Παρασκευής 9 Οκτωβρίου 2026.
Το διακύβευμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου ξεπερνά την υλοποίηση ενός ενεργειακού έργου και αγγίζει την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
Αυτή ήταν η κεντρική προειδοποίηση του Σάββα Καλεντερίδη στην εκπομπή της Παρασκευής 9 Οκτωβρίου 2026, στην οποία άσκησε έντονη κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς και εξέτασε τι σημαίνουν στην πράξη η γαλλική συμμετοχή και η αμερικανική στήριξη στο καλώδιο.
Ο αναλυτής υποστήριξε ότι, εάν η Τουρκία κατορθώσει να επιβάλει τις αξιώσεις της στην περιοχή ανατολικά της Κρήτης και πέρα από τα χωρικά ύδατα των νησιών, οι συνέπειες θα επεκταθούν στο Αιγαίο. Κατά την εκτίμησή του, η αποδοχή της τουρκικής λογικής για την Κρήτη μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός για την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων και άλλων ελληνικών νησιών ανατολικά του 25ου μεσημβρινού.
Η απαίτηση της Άγκυρας πίσω από τη λέξη «συντονισμός»
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε σε άρθρο του Οζάι Σεντίρ στη Milliyet, το οποίο ο Καλεντερίδης παρουσίασε και σχολίασε εκτενώς και μπορείτε να το διαβάσετε στο Geopolitico.
Σύμφωνα με το κείμενο που ανέγνωσε, η τουρκική πλευρά εμφανίζεται να μην αντιτίθεται γενικά στην πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων, θέτει όμως ως προϋπόθεση τη διπλωματική επικοινωνία του κράτους της σημαίας του πλοίου με την Άγκυρα για εργασίες σε περιοχές που η ίδια χαρακτηρίζει ως «τουρκική θαλάσσια δικαιοδοσία».
Για τον Καλεντερίδη, αυτή ακριβώς η διατύπωση αποκαλύπτει το πρόβλημα: η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε αποδεκτό πλαίσιο συνεννόησης. Έτσι, μια διαδικασία που παρουσιάζεται ως τεχνικός «συντονισμός» μπορεί, κατά την ανάλυσή του, να αποκτήσει πολιτικό βάρος αναγνώρισης τουρκικής δικαιοδοσίας.
Ο ίδιος απέρριψε την ανάγκη τουρκικής άδειας για το συγκεκριμένο έργο και επέμεινε ότι η Αθήνα οφείλει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της στην περιοχή που συνδέει με την ελληνοαιγυπτιακή οριοθέτηση.
Το προηγούμενο που επικαλείται ο τουρκικός Τύπος
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο καλώδιο οπτικών ινών Blue Raman. Στο άρθρο που παρουσιάστηκε, ο Σεντίρ επικαλείται προηγούμενη ιταλοτουρκική συνεννόηση, το 2023, ως παράδειγμα της διαδικασίας που επιθυμεί η Άγκυρα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για τη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου προηγουμένου, αναγνωρίζοντας πάντως ότι δεν είχε εξετάσει την ακριβή διαδρομή του καλωδίου και δεν ήταν βέβαιος για τη σύνδεσή της με την περιοχή του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Το ερώτημα που έθεσε αφορά την ελληνική αντίδραση: πώς αντιμετωπίζονται συνεννοήσεις τρίτων χωρών με την Τουρκία, όταν η Άγκυρα τις επικαλείται για να ενισχύσει διεκδικήσεις που η Ελλάδα απορρίπτει;
«Να βγάλουμε μαζί το φίδι από την τρύπα»
Ο αναλυτής ζήτησε να τεθεί το θέμα στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προτείνοντας έκτακτη σύνοδο κορυφής. Το επιχείρημά του ήταν ότι ένα έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, το οποίο χρηματοδοτείται από την ΕΕ, χρειάζεται αντίστοιχη πολιτική στήριξη όταν παρεμποδίζεται.
«Ελάτε εδώ να βγάλουμε μαζί το φίδι από την τρύπα», ήταν η χαρακτηριστική διατύπωση με την οποία περιέγραψε τη στάση που θεωρεί ότι πρέπει να υιοθετήσει η Αθήνα απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους.
Παράλληλα, επέκρινε την προσδοκία ότι η γαλλική συμμετοχή αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι τουρκικές πιέσεις. Κατά την άποψή του, η ευθύνη υπεράσπισης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων παραμένει στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως της εθνικότητας του επενδυτή ή της σημαίας του πλοίου που εκτελεί τις εργασίες.
Η Γαλλία έχει και δικά της συμφέροντα
Στο ίδιο πλαίσιο, παρουσίασε αναφορές του τουρκικού υπουργείου Άμυνας για οδικό χάρτη αμυντικής συνεργασίας Τουρκίας–Γαλλίας. Oι προβλέψεις του περιλαμβάνουν διαβουλεύσεις για θέματα ασφάλειας, ανταλλαγή πληροφοριών, συνεργασία στην αεράμυνα, κοινή εκπαίδευση και επαφές στην αμυντική βιομηχανία.
Ο Καλεντερίδης χρησιμοποίησε αυτές τις αναφορές για να υπογραμμίσει ότι το Παρίσι διατηρεί δικές του σχέσεις και συμφέροντα με την Άγκυρα. Συνεπώς, εκτίμησε, οι ελληνικές αγορές γαλλικών οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους ότι κάθε γαλλική απόφαση θα ευθυγραμμίζεται με τις ελληνικές επιδιώξεις.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι θα υποδεχθεί θετικά την ολοκλήρωση του έργου, εφόσον γίνει χωρίς να κατοχυρώσει η Τουρκία οποιοδήποτε κυριαρχικό δικαίωμα στις επίμαχες περιοχές. Το κριτήριο που έθεσε είναι το αποτέλεσμα και οι όροι με τους οποίους θα προχωρήσει το καλώδιο.
Καμπανάκι για Ελλάδα! Γαλλία και Τουρκία μπαίνουν σε νέα αμυντική εποχή
Το «πιστεύω» Μητσοτάκη και οι επιφυλάξεις Καλεντερίδη
Σχολιάζοντας τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στον Άρη Πορτοσάλτε, ο Καλεντερίδης στάθηκε στη δήλωση:
«Πιστεύω ότι υπάρχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το καλώδιο μπορεί να προχωρήσει χωρίς καμία έκπτωση στα κυριαρχικά μας δικαιώματα».
Ο αναλυτής έκρινε ότι η διατύπωση «πιστεύω» δεν συνιστά τη σαφή διαβεβαίωση που απαιτεί η σοβαρότητα του ζητήματος. Ζήτησε συγκεκριμένες εγγυήσεις για το πλαίσιο υλοποίησης, αντί μιας γενικής έκφρασης αισιοδοξίας.
Στην εκπομπή μεταφέρθηκαν επίσης οι πρωθυπουργικές αναφορές στον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του έργου, στην ευρωπαϊκή επιδότηση άνω των 600 εκατομμυρίων ευρώ και στη συμμετοχή του γαλλικού επενδυτικού κεφαλαίου Meridiam.
Για τον Καλεντερίδη, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ποιος υπερασπίζεται στην πράξη τα ελληνικά δικαιώματα και με ποιους όρους θα συνεχιστούν οι εργασίες.
Ρούμπιο: Στήριξη στο έργο και «λεπτές ισορροπίες»
Εκτενής ήταν και ο σχολιασμός των δηλώσεων του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, τόσο στη συνέντευξη Τύπου όσο και στη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά.
Ο Καλεντερίδης αναγνώρισε τις αναφορές του Ρούμπιο στην ενεργειακή ασφάλεια, στη διαφοροποίηση των οδών εφοδιασμού και στη σημασία της Ελλάδας ως εταίρου. Εστίασε, όμως, στις επισημάνσεις για «λεπτές ισορροπίες», εμπλοκή άλλων χωρών και ανάγκη αθόρυβης διπλωματικής διαχείρισης.
Ο Αμερικανός υπουργός, όπως παρουσιάστηκε στην εκπομπή, δεν κατονόμασε τις χώρες αυτές. Ο Καλεντερίδης ερμήνευσε την αναφορά ως μήνυμα που αφορά την Τουρκία και προειδοποίησε ότι η αμερικανική επιδίωξη αποφυγής μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης δεν εγγυάται αυτομάτως την προάσπιση των ελληνικών θέσεων.
«Όταν τηρείς ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον επιτιθέμενο και τον αμυνόμενο, στην ουσία στηρίζεις τον επιτιθέμενο», υπογράμμισε.
Επικαλούμενος την κρίση των Ιμίων ως ιστορικό παραλληλισμό, εξέφρασε τον φόβο ότι η αποτροπή της κλιμάκωσης μπορεί να επιδιωχθεί μέσω συμβιβασμών εις βάρος της ελληνικής πλευράς. Πρόκειται για την προειδοποίηση του αναλυτή σχετικά με το ενδεχόμενο μιας τέτοιας διαχείρισης.
Πώς ερμήνευσε η Τουρκία τα μηνύματα του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών από την Αθήνα;
Ιράν: Στρατιωτικά σχέδια και πολιτικός δισταγμός
Στο δεύτερο μέρος της εκπομπής, ο Καλεντερίδης παρουσίασε διεθνή δημοσιεύματα για σχεδιασμούς νέων αμερικανικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν και για τη δήλωση Τραμπ ότι δεν θα προηγηθεί επίθεση των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Μεταφέροντας πληροφορίες που απέδωσε στους New York Times, αναφέρθηκε σε σχέδιο σύντομης αλλά σφοδρής επιχείρησης, με στόχους πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενεργειακές εγκαταστάσεις και δομές διοίκησης.
Τόνισε τις δυσκολίες που, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα που παρουσίασε, δημιουργούν η βελτίωση των ιρανικών τακτικών και η πίεση στα αμερικανικά αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων. Παράλληλα, συνέδεσε τις δηλώσεις περί επίθεσης ή αναβολής της με τις διακυμάνσεις της τιμής του πετρελαίου.
Η εκτίμησή του ήταν ότι η στρατιωτική προετοιμασία δεν προδικάζει την απόφαση για πόλεμο, όσο συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες.
Ουκρανία: Οι διαπραγματεύσεις και οι ενεργειακές επιδιώξεις
Στο κλείσιμο, παρουσίασε πληροφορίες που απέδωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο για σχεδιαζόμενες συνομιλίες στο Μαϊάμι μεταξύ Αμερικανών απεσταλμένων, Ουκρανών διαπραγματευτών και Ευρωπαίων αξιωματούχων.
Αναφέρθηκε επίσης σε ουκρανικά πλήγματα στη ρωσική ενδοχώρα και στις αμερικανικές ενεργειακές επιδιώξεις στην Ευρώπη. Κατά την ερμηνεία του, οι προσπάθειες τερματισμού του πολέμου συνδέονται και με επιχειρηματικά συμφέροντα που διαμορφώνουν τις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Επιστρέφοντας στο ελληνικό ζήτημα, υπογράμμισε ότι το καλώδιο αποτελεί δοκιμασία για την αξιοπιστία της χώρας. Προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη απώλεια δικαιωμάτων ανατολικά της Κρήτης θα συνιστούσε βαριά εθνική ήττα: η Ελλάδα, όπως είπε, έχει υπογράψει μια επώδυνη συμφωνία με την Αίγυπτο και οφείλει να μπορεί να την υποστηρίξει στην πράξη.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
