Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

How the China–Pakistan Axis Turns Security Cooperation into a Repression Mechanism

The result is a dangerous convergence. Economic dependence turns into political alignment. Security becomes a pretext for silencing. Infrastructure cooperation ends up reinforcing control mechanisms. And for Uyghurs, Balochs, Pashtuns, journalists, activists, and exiled critics, the famous “all-weather friendship” between China and Pakistan is no longer just a diplomatic slogan. It is a resilient system of mutual repression.

Δημοσιεύτηκε στις

The relationship between China and Pakistan is often presented as a stable strategic alliance built on economic cooperation, defense, and a shared understanding of security. In reality, however, this relationship has taken on much darker dimensions in recent years. Pakistan’s growing dependence on China, combined with Beijing’s technological, economic, and military influence, has created an environment where Chinese security priorities intersect with Islamabad’s domestic mechanisms of repression.

International reports have documented hundreds of incidents of transnational repression between 2014 and 2022, with China emerging as the most active state actor in this field. These numbers, however, do not fully capture the extent of the phenomenon, as they exclude digital threats, the intimidation of relatives, pressure exerted on families, or failed attempts at coercion.

At the same time, Pakistan has integrated itself ever deeper into China’s sphere of influence through the China–Pakistan Economic Corridor, known as CPEC—a multi-billion-dollar program. Concurrently, the bulk of Pakistani arms imports now originates from China. This dual dependence, both economic and military, has transformed bilateral cooperation into something far broader than a simple alliance.

The Case of the Uyghurs and Balochistan

The repression of Uyghurs who are located in or have passed through Pakistani territory serves as a characteristic example. As early as the 1990s, Pakistan cooperated with China in arresting and deporting Uyghur Muslims whom Beijing accused of separatist activities. Over time, incidents that initially appeared to be isolated cases evolved into a permanent mechanism of security cooperation.

Individuals returned to China often disappear into a detention system that has been linked to torture, long-term imprisonment, and family separation. Meanwhile, there are reports of pressure being exerted on Uyghurs living in Pakistan—even through threats against their relatives in China—in order to force them to return or cease all public activity.

This same logic of securitization extends to Balochistan. The region has acquired particular importance due to Chinese investments and CPEC projects. However, local reactions regarding land expropriation, the exploitation of natural resources, and the exclusion of local communities are increasingly treated as security threats rather than political or social issues.

Baloch activists, civil organizations, and movements demanding transparency, rights, and accountability face arrests, disappearances, and violent crackdowns. The situation is similar for the Pashtun Tahafuz Movement, which has faced persecution, arrests, and charges of sedition or undermining the state. In other words, domestic voices of protest are framed as threats to stability, especially when they touch upon issues related to Chinese interests.

Digital Repression and Mass Surveillance

Digital repression constitutes yet another critical arena. Pakistan’s electronic crimes legislation, initially presented as a tool to combat online harassment and hate speech, has evolved into a mechanism for controlling public discourse. Recent amendments significantly expanded its scope, criminalizing vague concepts such as “false content” or material deemed contrary to the “ideology of Pakistan.”

Journalists, commentators, and critics of the state have faced prosecution, while YouTube channels and other platforms have been blocked. The technological dimension is equally significant. Chinese surveillance systems, such as Huawei’s Safe City programs, have been installed in major Pakistani cities, creating a mass surveillance infrastructure. The similarity of these mechanisms to technologies used in Xinjiang raises justifiable concerns.

Targeting the Diaspora

Repression is no longer confined within borders. Pakistan is beginning to utilize legal and administrative tools against critics living abroad. Convictions in absentia, exit control lists, pressure on relatives, and sedition charges serve as messages to the diaspora: even outside of Pakistan, criticism can have consequences.

This strongly echoes the methods China has used against dissidents abroad. Beijing frequently targets the families of activists living in China to pressure those residing in the West. Pakistan appears to be adopting similar practices, gradually incorporating elements of the Chinese model of transnational repression.

A Dangerous Convergence

Therefore, China–Pakistan cooperation should not be viewed merely as an ordinary strategic alliance. Pakistan already possessed its own mechanisms of repression, censorship, and coercion. China, however, offers additional capabilities: surveillance technologies, diplomatic cover, economic leverage, and an ideological vocabulary that labels repression as “counter-terrorism,” “sovereignty,” and “non-interference.”

The Conclusion: The result is a dangerous convergence. Economic dependence turns into political alignment. Security becomes a pretext for silencing. Infrastructure cooperation ends up reinforcing control mechanisms. And for Uyghurs, Balochs, Pashtuns, journalists, activists, and exiled critics, the famous “all-weather friendship” between China and Pakistan is no longer just a diplomatic slogan. It is a resilient system of mutual repression.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Το «American Dream» ως αλλοίωση της εθνικής υπόστασης ενός Έθνους

Δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Το λεγόμενο «American Dream» δεν συνιστά απλώς ένα κοινωνικο-οικονομικό πρότυπο ανόδου, αλλά έναν ολοκληρωμένο πολιτισμικό και ανθρωπολογικό μηχανισμό αναδιαμόρφωσης των παραδοσιακών εθνικών ταυτοτήτων.
Στο πλαίσιο του πρώην ανατολικού ρωμαϊκού κράτους των ορθοδόξων εθνών, η επίδρασή του υπήρξε ιδιαιτέρως έντονη, διότι εισήγαγε μια νέα κοσμοθεωρία μία νέα θρησκεία, βασισμένη στον ατομο-κεντρισμό, την οικονομική επιτυχία ως υπέρτατη αξία και την αποδυνάμωση των ιστορικών, πνευματικών και κοινοτικών δεσμών που συγκροτούσαν διαχρονικά την εθνική συνοχή.
Η καθ ημάς Ανατολή με την ορθόδοξη παράδοση άρχισε να γίνεται η ψεύτικη πολιτική βιτρίνα των πολιτικών, απομακρύνοντας από έννοιες που ιστορικά θεμελιώθηκε επί της έννοιας του προσώπου, της κοινότητας, της συλλογικής μνήμης και της πνευματικής συνέχειας του έθνους. Αντιθέτως, το αμερικανικό πρότυπο οικοδομήθηκε επί της λογικής του «self-made individual», δηλαδή του ανθρώπου που αυτο-προσδιορίζεται με προτεσταντίζοντα τρόπο αποκλειστικά μέσω της οικονομικής και κοινωνικής του επιτυχίας, με αυτόν τον ιδιόμορφο προτεσταντίζοντα τρόπο, που κάποιοι νεοέλληνες μας τον εμφανίζουν ως επιστημονικό υψηλό φρούτο, φρούδας ελπίδας.
Η μετάβαση από την καθ’ ημάς Ανατολή και παραδοσιακή ορθόδοξη κοινοτική δομή προς έναν δυτικό ατομο-κεντρικό φιλελευθερισμό, προκάλεσε τη σταδιακή αποσύνθεση της πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας πολλών ορθοδόξων κοινωνιών και φερόμενων ηγετών, που έγιναν οικτροί ηγετίσκοι.
Ιδιαιτέρως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η πολιτισμική διείσδυση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν περιορίστηκε σε οικονομικούς ή γεωπολιτικούς όρους, αλλά εξελίχθηκε σε μορφή «ήπιας ισχύος» (soft power), η οποία επηρέασε την παιδεία, τη γλώσσα, τη μαζική κουλτούρα, την πολιτική σκέψη και ακόμη και την αντίληψη περί ιστορίας και εθνικής αποστολής. Το «American Dream» παρουσιάστηκε ως οικουμενικό πρότυπο ευτυχίας και προόδου, υποκαθιστώντας σταδιακά τα εθνικά ιδεώδη, την ιστορική μνήμη και την πνευματική αποστολή των ορθοδόξων λαών.
Στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας και της θεωρίας του κράτους και του δικαίου, το φαινόμενο αυτό μπορεί να αναλυθεί ως διαδικασία πολιτισμικής απο-εθνοποίησης. Το έθνος παύει να νοείται ως ιστορική και πνευματική κοινότητα και μετατρέπεται σε απλή οικονομική μονάδα εντός της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Η παράδοση της καθ ημάς Ανατολής αντιμετωπίζεται ως αναχρονισμός. Η θρησκευτική ταυτότητα ως μία ιδιωτική υπόθεση ενός προτεσταντικού τύπου και προτεσταντίζουσας πολιτικής φιλοσοφίας και η ιστορική συνέχεια ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό του δήθεν μετανθρωπισμού της απώλειας και ερημίας των πόλεων.
Κατ’ αυτόν τον προτεσταντίζοντα τρόπο, η εθνική υπόσταση αποδυναμώνεται όχι μέσω στρατιωτικής βίας, αλλά μέσω πολιτισμικής μεταβολής των αξιών και των προτύπων ζωής.
Η περίπτωση πολλών ορθοδόξων βαλκανικών κοινωνιών είναι χαρακτηριστική. Η μαζική μετανάστευση, η ιδεολογική εξάρτηση από δυτικά πρότυπα και η σταδιακή εγκατάλειψη της ιστορικής αυτογνωσίας οδήγησαν σε εθνική κρίση ταυτότητας.
Η κοινωνική επιτυχία άρχισε να μετράται με αμερικανικά καταναλωτικά κριτήρια και όχι με βάση την προσφορά προς το έθνος, την κοινότητα ή την πνευματική καλλιέργεια, πάντων μέτρο όχι άνθρωπος άλλο χρήμα.. Η μεταβολή αυτή δεν επηρέασε μόνο τις οικονομικές δομές, αλλά και την ίδια την πολιτική και δομική ανθρωπολογική συγκρότηση των κοινωνιών.
Παράλληλα, η πολιτισμική ηγεμονία της αμερικανικής μαζικής κουλτούρας επέφερε σταδιακή αποϊεροποίηση της δημόσιας ζωής.
Η καθ’ ημάς Ανατολή με την Ορθοδοξία, που αποτελούσε θεμελιώδη άξονα της ιστορικής ύπαρξης των ορθοδόξων εθνών, περιορίστηκε συχνά σε συμβολικό ή εθιμοτυπικό επίπεδο. Η εθνική μνήμη αντικαταστάθηκε από έναν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό εικόνας, κατανάλωσης και πολιτισμικού συγκρητισμού.
Ωστόσο, η κριτική προς το «American Dream» δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως άρνηση της τεχνολογικής προόδου ή της κοινωνικής κινητικότητας.
Το ουσιώδες ζήτημα αφορά το κατά πόσον ένα ορθόδοξο έθνος μπορεί να υιοθετεί στοιχεία εκσυγχρονισμού και μετανθρωπισμού χωρίς να απολέσει την ιστορική και πνευματική του ταυτότητα. Η πρόκληση για τα ορθόδοξα έθνη του 21ου αιώνα είναι η διατήρηση της πολιτισμικής τους αυτο-συνειδησίας απέναντι σε μια παγκόσμια ομογενοποίηση αξιών και προτύπων του μετανθρωπισμού.
Εν κατακλείδι, το «American Dream» δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού. Τα τελευταία κυρίως πενήντα χρόνια οι πολιτικοί της Ελλάδας προσκύνησαν ξένα πρότυπα. Στην περίπτωση των ορθοδόξων εθνών, η ανεξέλεγκτη υιοθέτησή τους οδηγεί σε σταδιακή αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης, της πνευματικής παραδόσεως και της εθνικής συνοχής. Οικτρή κατάντια για την νέα Γενιά, του Ναι, σε Όλα. Η υπεράσπιση της εθνικής υπόστασης προϋποθέτει, όχι απομονωτισμό, αλλά τη συνειδητή πολιτισμική αυτογνωσία και την κοινωνική και πολιτική επαναθεμελίωση της σχέσης μας μεταξύ έθνους, ιστορίας και ορθόδοξης πνευματικότητας. Αλλιώς η πόλη Εάλω, εκ των ένδω.
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Οι Αλβανοί διακινητές και το νομικό κενό που εκμεταλλεύτηκε ο δράστης του Μπέλφαστ!

Εκμεταλλεύονται την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Επιμέλεια: Μπάμπης Πετράκης

Πώς έφτασε ο Σουδανός στην Ιρλανδία; Σύμφωνα με την αστυνομία, ο άνδρας πέταξε πιθανότατα από το Παρίσι στο Δουβλίνο και στη συνέχεια συνέχισε με λεωφορείο προς τη Βόρεια Ιρλανδία.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «The Telegraph», ακριβώς αυτή η διαδρομή διαφημίζεται ενεργά στα social media από Αλβανούς διακινητές ανθρώπων.

Μετά την επίθεση με μαχαίρι στο Μπέλφαστ, γίνονται όλο και περισσότερα γνωστά για τον τρόπο εισόδου του 30χρονου υπόπτου, ο οποίος κατάγεται από το Σουδάν. Σύμφωνα με την αστυνομία, ο Χάντι Αλοντίντ (Hadi Alodid) κατάφερε τον Φεβρουάριο του 2023 να εισέλθει στη Βόρεια Ιρλανδία μέσω της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, αφού είχε ταξιδέψει προηγουμένως με πτήση γραμμής από το Παρίσι στο Δουβλίνο. Μόνο στη Βόρεια Ιρλανδία υπέβαλε αίτηση ασύλου και έλαβε τον Σεπτέμβριο του 2023 άδεια παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το 2028.

Όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα «The Telegraph», αλβανικές συμμορίες διακινητών προσφέρουν αυτό το νομικό κενό για είσοδο στα social media, εκμεταλλευόμενοι την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας. Ο Αλοντίντ φέρεται μετά την άφιξή του στο Δουβλίνο να πήρε λεωφορείο για το Μπέλφαστ. Αυτή η διαδρομή, σύμφωνα με την Telegraph, διαφημίζεται σε διαδικτυακά βίντεο και αγγελίες ως εναλλακτική λύση στις παράνομες διασχίσεις της Μάγχης – με «εγγυημένη» επιτυχία και «μέγιστη ασφάλεια», όπως αναφέρεται.

Η πληρωμή των 7.000 λιρών (8.100 ευρώ) γίνεται μόνο μετά την άφιξη. Η επικοινωνία με τους διακινητές γίνεται μέσω συνδέσμων ή WhatsApp.

Επιπλέον, όπως αναφέρει και η εφημερίδα «Daily Mail», ο Αλοντίντ επωφελήθηκε από το βρετανικό πρόγραμμα «Fast-Track», μια επιταχυνόμενη διαδικασία ασύλου που εισήχθη ακόμα επί πρωθυπουργίας Ρίσι Σουνάκ. Το πρόγραμμα προβλέπει την ταχεία εξέταση αιτήσεων από άτομα προερχόμενα από χώρες που η βρετανική κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως «ασφαλείς».

Ο ύποπτος φέρεται τη Δευτέρα να επιτέθηκε επανειλημμένα με μαχαίρι σε έναν άνδρα και να προσπάθησε να του κόψει τον λαιμό. Το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά. Από τότε το Μπέλφαστ συγκλονίζεται από ταραχές. Ταραξίες, εν μέρει καλυμμένοι, περιφέρονταν στους δρόμους μετά το περιστατικό και έβαλαν φωτιά σε αρκετά οχήματα, μεταξύ των οποίων και ένα λεωφορείο.

Επίσης, πυρπολήθηκαν σπίτια και χρειάστηκε να διασωθούν κάτοικοι. Λίγο νωρίτερα, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για να διαδηλώσουν κατά των μεταναστών και της μετανάστευσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ειρήνη του TRIPP και η αποδόμηση της αρμενικής κυριαρχίας

Πέρα από τα εκλογικά αποτελέσματα, είναι ώρα να ληφθούν μέτρα τώρα ώστε να αποτραπούν μεγαλύτερες συμφορές.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η απειλή του Αζερμπαϊτζάν στα σύνορα καταγγέλλεται ως τεράστια, ενώ ο Πασινιάν κοιτάζει αλλού

Από Diario Armenia
9 Ιουνίου 2026

Ο Νικόλ Πασινιάν κέρδισε τις εκλογές και θέλει να μείνει στην ιστορία για τον ρόλο του στην ανοικοδόμηση της Δημοκρατίας πάνω σε νέα θεμέλια. Όμως ο πρωθυπουργός αντιμετωπίζει αρκετές προκλήσεις, έχοντας μια εμφανώς αφελή κατανόηση της περιφερειακής γεωπολιτικής.

Για τρεις δεκαετίες, τα ανατολικά σύνορα μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν —υπενθυμίζεται ότι οι δύο χώρες μοιράζονται επίσης χερσαία σύνορα νοτιοανατολικά της Αρμενίας, στα σύνορα με το Ναχιτσεβάν— παρέμεναν στρατιωτικοποιημένα και υπό ανοιχτή αμοιβαία απειλή. Παρ’ όλα αυτά, σε όλη εκείνη την περίοδο, το αίσθημα ασφάλειας δεν είχε μειωθεί, τουλάχιστον στην Αρμενία. Ήταν οι εποχές όπου η Δημοκρατία του Αρτσάχ λειτουργούσε ως πραγματικό κράτος-ασπίδα.

Ο δεύτερος πόλεμος του Αρτσάχ το 2020 και οι βομβαρδισμοί του αμάχου πληθυσμού εκείνης της αυτοανακηρυγμένης δημοκρατίας από το Αζερμπαϊτζάν, που οδήγησαν στην εθνοκάθαρση και την εξορία 120.000 αυτοχθόνων Αρμενίων προς την Αρμενία τον Σεπτέμβριο του 2023, άλλαξαν πλήρως το περιφερειακό σκηνικό.

Και σε μεγάλο βαθμό αυτό συνδέεται με τις πολιτικές της κυβέρνησης του Νικόλ Πασινιάν και τις επικίνδυνες γεωπολιτικές του κινήσεις, οι οποίες, μέσα στο όνειρό του να γίνει ο αρχιτέκτονας μιας νέας Αρμενίας, «πραγματικής και όχι ιστορικής», όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, κατέληξαν να οδηγήσουν τη μεγαλομανία του αυταρχικού προέδρου του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίγιεφ, σε αδιανόητα άκρα.

Σήμερα, η Αρμενία δεν είναι ασφαλέστερη από πριν, παρά τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων στην άμυνα και τον εκσυγχρονισμό του στρατιωτικού της οπλοστασίου τα τελευταία τρία χρόνια. Η άνευ προηγουμένου στρατιωτική παρέλαση στην Πλατεία Δημοκρατίας στις 28 Μαΐου αποτέλεσε ακόμη ένα παράδειγμα της αυταπάτης του Πασινιάν. Με μια αμφισβητήσιμη κατανόηση της αρμενικής ιστορίας των τελευταίων 150 ετών, πιστεύει ότι μπορεί να μετατρέψει τις γενοκτονικές κυβερνήσεις της Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν σε αξιόπιστους εταίρους.

Κυριαρχία σε κίνδυνο

Μακριά από τα νέον φώτα του κέντρου του Γερεβάν και τα σύγχρονα καφέ της Βόρειας Λεωφόρου και της Πλατείας Όπερας, στα ανατολικά σύνορα της Αρμενίας —και ιδιαίτερα στις πόλεις των επαρχιών Σιουνίκ, Βαγιότς Τζορ και Κεγαργκιουνίκ— η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή και η απειλή του Αζερμπαϊτζάν παραμένει διαρκώς παρούσα.

Μόλις 24 ώρες πριν από την έναρξη των κρίσιμων κοινοβουλευτικών εκλογών της Κυριακής 7 Ιουνίου, το Ινστιτούτο Lemkin για την Πρόληψη της Γενοκτονίας και την Ανθρώπινη Ασφάλεια δημοσίευσε έκθεση σχετικά με τις απειλές που αντιμετωπίζουν οι αρμενικές παραμεθόριες κοινότητες στο πλαίσιο της επικείμενης εκλογικής διαδικασίας.

«Το Ινστιτούτο Lemkin για την Πρόληψη της Γενοκτονίας και την Ανθρώπινη Ασφάλεια ανησυχεί σοβαρά για την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Αρμενίας, η οποία απειλείται για ακόμη μία φορά από το Αζερμπαϊτζάν και τους συμμάχους του, αυτή τη φορά ενόψει των αρμενικών κοινοβουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουνίου 2026», ξεκινά το έγγραφο, καθορίζοντας από την αρχή το επίκεντρο της ανάλυσεώς του.

Συγκεκριμένα, υπενθυμίζει ότι πριν από λιγότερο από έναν μήνα, στις 10 Μαΐου, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίγιεφ, «απείλησε άμεσα τους Αρμένιους ψηφοφόρους, προειδοποιώντας ότι “ο αρμενικός λαός θα υποφέρει” εάν οποιοσδήποτε υποψήφιος εκτός από τον εν ενεργεία πρωθυπουργό Νικόλ Πασινιάν ερχόταν στην εξουσία».

Έτσι, ο ίδιος ο Αλίγιεφ άφησε να εννοηθεί ότι, αν επικρατούσε οποιαδήποτε από τις επιλογές της αντιπολίτευσης, το Αζερμπαϊτζάν θα εισέβαλλε στην Αρμενία — μια απειλή που διατυπώνει σταθερά από το 2020, προσθέτει το Ινστιτούτο Lemkin. Σε συντονισμό με τον Αλίγιεφ, ο πρωθυπουργός Πασινιάν χρησιμοποίησε επανειλημμένα αυτή την εκλογική απειλή ως κεντρικό θέμα της εκστρατείας του, σε ένα σενάριο που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ή εγώ ή πόλεμος».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ινστιτούτο Lemkin προειδοποιεί για απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας και αποκαλεί τα πράγματα με το όνομά τους. «Αυτό το (διεθνές) ενδιαφέρον έχει ξεπεράσει κατά πολύ την ελάχιστη προσοχή που δόθηκε στη γενοκτονία των Αρμενίων του Αρτσάχ από το Αζερμπαϊτζάν το 2023, η οποία έλαβε χώρα μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς σιωπής και συνενοχής», προειδοποιεί.

Business as usual

Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής και εμπορικής προσέγγισης των εξελίξεων στον Νότιο Καύκασο, όπου κεντρικό ρόλο παίζει η υπογραφή της Διακήρυξης της Ουάσιγκτον στις 8 Αυγούστου 2025, με τη διαμεσολάβηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, με επίκεντρο το σχέδιο Trump Road to International Peace and Prosperity (TRIPP).

«Υπό το λάβαρο της ειρήνης, η διακήρυξη και οι επακόλουθες συμφωνίες επαναπροσδιορίζουν τη μακροχρόνια επεκτατική εδαφική διεκδίκηση του Αζερμπαϊτζάν επί της νότιας επαρχίας Σιουνίκ της Αρμενίας ως ένα ωφέλιμο αναπτυξιακό σχέδιο και παραχωρούν σε αμερικανική εταιρεία ποσοστό 74% στη διαχείριση της προτεινόμενης διαδρομής μεταφορών, η οποία συνδέει το κυρίως Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακά του στο Ναχιτσεβάν και περαιτέρω με την Τουρκία μέσω κυρίαρχου αρμενικού εδάφους», σημειώνουν οι αναλυτές του Ινστιτούτου Lemkin.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, υπογράφηκε πρόσφατα με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς πρόταση για μελλοντική στρατηγική συνεργασία σχετικά με την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών και σπάνιων γαιών από την Αρμενία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και για την ανάπτυξη των ενεργειακών συμφερόντων του Αζερμπαϊτζάν.

Γενοκτονία στο Αρτσάχ

Όλα αυτά συμβαίνουν μόλις τρία χρόνια μετά την εκκένωση του Αρτσάχ από τον γηγενή αρμενικό πληθυσμό του και «εν μέσω καταγεγραμμένων περιπτώσεων ευρωπαϊκών εταιρειών που επενδύουν στο Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ), το οποίο τελεί υπό κατοχή του Αζερμπαϊτζάν — το de facto αρμενικό κράτος που το Αζερμπαϊτζάν άδειασε από τον γηγενή αρμενικό πληθυσμό του το 2023 μέσω μιας διαδικασίας που πολλές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου του Ινστιτούτου Lemkin, χαρακτήρισαν ως γενοκτονία».

Αφού αμφισβητεί τις «κατασταλτικές πολιτικές» της κυβέρνησης Πασινιάν απέναντι στους αντιπάλους της και την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία, καθώς και την αποδοχή της αφήγησης της Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν — φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να υποβαθμίζει τις απαιτήσεις αλλαγής του Εθνικού Συντάγματος και να απειλεί με επανεγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων Αζέρων στο λεγόμενο «Δυτικό Αζερμπαϊτζάν», το οποίο συμπίπτει με αρμενικό έδαφος — το Ινστιτούτο Lemkin προειδοποιεί για κλιμακούμενες απειλές στα σύνορα.

«Το Ινστιτούτο Lemkin έχει ενημερωθεί για αρκετές ανησυχητικές καταγγελίες που προέρχονται από μαρτυρίες κοινοτήτων της πρώτης γραμμής στην Αρμενία και προσφύγων από το Αρτσάχ. Οι μαρτυρίες τους αποκαλύπτουν μια ριζικά διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που παρουσιάζει η αρμενική κυβέρνηση εις βάρος τους», σημειώνουν οι αναλυτές.

Οι σοβαρές κατηγορίες περιλαμβάνουν:

Κρατική λογοκρισία και διαρθρωτική πίεση στις παραμεθόριες κοινότητες εν μέσω συνεχιζόμενης αζερικής επιθετικότητας.

Σύμφωνα με τους ερωτηθέντες, οι κοινοτάρχες των χωριών δέχονται πιέσεις από την αρμενική κυβέρνηση ώστε να αποκρύπτουν αναφορές για πυρά του Αζερμπαϊτζάν κατά κατοικιών αμάχων από παράνομα αζερικά αποσπάσματα εγκατεστημένα εντός κυρίαρχου αρμενικού εδάφους.

Επιπλέον, απαγορεύεται η κατασκευή ιδιωτικών καταφυγίων και οχυρωματικών έργων, ενώ το κράτος δεν προχωρά το ίδιο σε τέτοιες εργασίες με δικά του έξοδα και «τα λίγα αρμενικά στρατιωτικά φυλάκια που βρίσκονται απέναντι από τους Αζέρους είναι εκτεθειμένα και πολύ ευάλωτα σε επιθέσεις drones».

«Κανένα χωριό σε αυτές τις εξαιρετικά ευαίσθητες περιοχές δεν διαθέτει πολιτικά καταφύγια. Οι κάτοικοι λένε ότι τα παράνομα αζερικά φυλάκια που περιβάλλουν το χωριό τους μπορούν να παρακολουθούν κάθε τους κίνηση, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κατασκευή καταφυγίων αυτή τη στιγμή ίσως είναι αδύνατη», υποστηρίζει το Ινστιτούτο Lemkin.

Διακρίσεις κατά των προσφύγων του Αρτσάχ

Οι πρόσφυγες από το Αρτσάχ στις περιοχές αυτές αναφέρουν συστηματικές διακρίσεις και ρητορική μίσους με κρατική υποστήριξη.

Επιπλέον, οι πρόσφυγες αναφέρουν σημαντικά εμπόδια στην απόκτηση αρμενικής υπηκοότητας, κάτι που τους εμποδίζει να συμμετέχουν στις εκλογές.

Οι ερωτηθέντες δηλώνουν ότι διαθέτουν εξαιρετικά περιορισμένη κοινωνική στήριξη και υποστηρίζουν ότι οι άγαμοι δεν λαμβάνουν καμία βοήθεια από την αρμενική κυβέρνηση.

Αζερική κατοχή και πιεστική επιβολή

Τα διαθέσιμα δημογραφικά στοιχεία δείχνουν ότι από το 2020 έως το 2025 το Σιουνίκ υπέστη σημαντική πληθυσμιακή μείωση, περίπου 15% του συνολικού πληθυσμού, δηλαδή περίπου 20.000 άτομα. Αυτή η μείωση αποδίδεται στη συστηματική εχθρότητα, τη βία και τη συνεχιζόμενη εδαφική διείσδυση του Αζερμπαϊτζάν, «με ορισμένα χωριά να είναι πλέον πλήρως περικυκλωμένα από παράνομα αζερικά φυλάκια και να υπόκεινται σε συνεχή παρακολούθηση από αζερικά drones».

«Ο αζερικός έλεγχος των επικοινωνιών έχει επανειλημμένα αφήσει παραμεθόριες κοινότητες χωρίς σύνδεση δικτύου, ορισμένες φορές για εβδομάδες, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους κατά τη διάρκεια εκτάκτων αναγκών, όταν είναι απαραίτητη η επικοινωνία εντολών εκκένωσης ή άλλων κρίσιμων πληροφοριών», αναφέρει η έκθεση.

Στην πόλη Μετς Ισχανασάρ, εντός της Αρμενίας αλλά υπό κατοχή του Αζερμπαϊτζάν, αναφέρεται ότι οι Αρμένιοι στρατιωτικοί δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να περνούν μέσα από αζερικά φυλάκια για να φτάσουν στις στρατιωτικές τους θέσεις και φέρονται να ελέγχονται από τις κατοχικές δυνάμεις σχετικά με τα όπλα που μεταφέρουν.

Επιπλέον, τους τελευταίους μήνες τουρκικά και αζερικά στρατιωτικά αεροσκάφη έχουν θεαθεί να πετούν απευθείας πάνω από αρμενικά χωριά, παρότι στο παρελθόν απέφευγαν να παραβιάζουν τον αρμενικό εναέριο χώρο.

Το Ινστιτούτο Lemkin καταλήγει με ένα μήνυμα ασυνήθιστης βαρύτητας: «Η ιστορία έχει επανειλημμένα δείξει ότι ο κατευνασμός των επιθετικών ενστίκτων ενός γενοκτονικού επεκτατικού κράτους όπως το Αζερμπαϊτζάν δεν εγγυάται την προστασία ενός έθνους που βρίσκεται στο στόχαστρό του. Αντιθέτως, η πολιτική του κατευνασμού συνήθως συμβάλλει μόνο στη ριζοσπαστικοποίηση και την καταστροφή».

Πέρα από τα εκλογικά αποτελέσματα, είναι ώρα να ληφθούν μέτρα τώρα ώστε να αποτραπούν μεγαλύτερες συμφορές. Δεδομένης της αφέλειας ή της εφησυχασμένης στάσης των πολιτών του Γερεβάν και άλλων πόλεων που ψήφισαν τον Πασινιάν, αξίζει να θυμηθούμε τη φράση ενός χωρικού από το Σιουνίκ που παρατίθεται στην έκθεση του Ινστιτούτου Lemkin:

«Στο Γερεβάν μάς αποκαλούν τρελούς επειδή μένουμε εδώ, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι αν φύγουμε εμείς από αυτό το μέρος, οι επόμενοι θα είναι αυτοί».

Κάρλος Μπογιατζιάν
Δημοσιογράφος
coboyadjian@yahoo.com.ar

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ15 λεπτά πριν

ΗΠΑ–Halkbank: Η Ουάσιγκτον αφήνει τον Ερντογάν χωρίς το «βαρίδι» που τον πίεζε

Η υπόθεση Halkbank ήταν ένα από τα λίγα πραγματικά χαρτιά πίεσης των ΗΠΑ απέναντι στον Ερντογάν. Με την αρχειοθέτησή της,...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ30 λεπτά πριν

Στην Ουάσιγκτον η «μάχη» για την Κύπρο: Σήμερα ολοκληρώνεται το 41ο Συνέδριο της ΠΣΕΚΑ με επαφές στο Κογκρέσο και την αμερικανική κυβέρνηση

Οι διοργανωτές θεωρούν ότι η φετινή συγκυρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η Κύπρος έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο γεωστρατηγικό εταίρο της...

Αναλύσεις45 λεπτά πριν

Το «American Dream» ως αλλοίωση της εθνικής υπόστασης ενός Έθνους

Δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού.

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι Αλβανοί διακινητές και το νομικό κενό που εκμεταλλεύτηκε ο δράστης του Μπέλφαστ!

Εκμεταλλεύονται την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας

a blue and yellow flag flying in the sky a blue and yellow flag flying in the sky
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ1 ώρα πριν

Νέο «όχι» της Σουηδίας στην Τουρκία: Φρένο σε τρεις εκδόσεις που ζητούσε η Άγκυρα – Είχαν κατηγορηθεί για τρομοκρατία

Η Τουρκία είχε ζητήσει την έκδοση των τριών αλλοδαπών πολιτών, προκειμένου να εκτίσουν ποινές φυλάκισης που τους έχουν επιβληθεί από...

Δημοφιλή