Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η αλληλεγγύη υπό όρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η πολιτική οικονομία της ασύμμετρης διαχείρισης κρίσεων στην Κύπρο και την Ουκρανία

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Τήλλυρος, PhD.

Οι αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) σε μεγάλες κρίσεις συχνά αποκαλύπτουν εντάσεις ανάμεσα στις αρχές τις οποίες διακηρύσσει δημόσια και στις πρακτικές πραγματικότητες της λήψης πολιτικών αποφάσεων. Η σύγκριση μεταξύ του σκληρού χειρισμού της κυπριακής χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2013 από την Ένωση και της μαζικής στήριξης πολυδισεκατομμυρίων ευρώ που παρέχει στην Ουκρανία από το 2022, καταδεικνύει πώς η χρηματοδοτική αλληλεγγύη, η θεσμική πειθαρχία και η έκτακτη ή στρατηγική βοήθεια σπάνια εφαρμόζονται με βάση ενιαία πρότυπα. Αντίθετα, οι πολιτικές αυτές διαμορφώνονται συχνά από εσωτερικές πολιτικές διαπραγματεύσεις, μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές προτεραιότητες και την επιρροή των κυρίαρχων κρατών μελών στις δομές λήψης αποφάσεων της ΕΕ. Η παράλληλη εξέταση αυτών των δύο περιπτώσεων αποκαλύπτει πώς το φαινομενικά βασισμένο σε κανόνες σύστημα της ΕΕ μπορεί να παράγει εμφανώς άνισα αποτελέσματα πολιτικής, αποδεικνύοντας ότι τα στρατηγικά συμφέροντα και οι ιεραρχίες ισχύος συχνά υπερισχύουν των τυπικών κανόνων. Σε τελική ανάλυση, η προσέγγιση της ΕΕ στη διαχείριση κρίσεων λειτουργεί ως μια επιλεκτική και πολιτικά διαμορφούμενη διαδικασία, παρά ως ένας ουδέτερος θεσμικός μηχανισμός. Αυτό εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια, τη δικαιοσύνη και την ισορροπία μεταξύ κανόνων και στρατηγικών συμφερόντων στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εξέλιξη της διακυβέρνησης κρίσεων της ΕΕ έχει αποκαλύψει μια έντονη αντίφαση ως προς τον τρόπο με τον οποίο η Ένωση εφαρμόζει στην πράξη τη χρηματοοικονομική αλληλεγγύη και τη νομική ακεραιότητα. Ενώ η Ένωση παρουσιάζει τις παρεμβάσεις της ως καθοδηγούμενες από αντικειμενικούς οικονομικούς κανόνες ή καθολικές κανονιστικές αξίες, μια συγκριτική ανάλυση της αντιμετώπισης της Κύπρου (2013) σε σχέση με την Ουκρανία (2022–2027) υποδηλώνει μια πραγματικότητα που διέπεται από ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας και την επιλεκτική εφαρμογή θεσμικών μέσων πίεσης.

Οι διαβουλεύσεις της ΕΕ τον Δεκέμβριο του 2025 σχετικά με τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας απεικονίζουν στην πράξη αυτόν τον στρατηγικό υπολογισμό που καθοδηγείται από συμφέροντα. Τα εκτεθειμένα κράτη μέλη —κυρίως το Βέλγιο, η Ιταλία, η Μάλτα και η Βουλγαρία—αξιοποιώντας νομικά, χρηματοοικονομικά και θεσμικά στοιχεία κινητοποίησαν ανησυχίες και την ευαισθησία σχετικά με τη νομική ευθύνη που διέπει προηγούμενες περιπτώσεις για να καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα της πολιτικής. Αρνούμενα να υποστηρίξουν την άμεση κατάσχεση των δεσμευμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων, τα κράτη αυτά κατεύθυναν τη συλλογική λύση προς ένα δανειακό μέσο βασισμένο στην αγορά. Αυτό αποδεικνύει ότι ακόμη και εντός ιεραρχικά δομημένων συστημάτων διακυβέρνησης, τα μικρότερα κράτη διατηρούν σημαντική δράση όταν μεταφράζουν με αξιοπιστία τους εσωτερικούς περιορισμούς ή τα εθνικά συμφέροντα σε διαπραγματευτική επιρροή, κυρίως ασκώντας στρατηγικά τα δικαιώματα βέτο τους για να αναπροσαρμόσουν τους όρους της συλλογικής δράσης.

Αυτή η στρατηγική υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος —η διατήρηση της νομικής ακεραιότητας νομικών αρχών προκειμένου να προστατευθούν οι εγχώριοι χρηματοπιστωτικοί τομείς— έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μεταχείριση της Κύπρου κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2013. Ενώ η ομάδα του 2025 χρησιμοποίησε με επιτυχία τη δυνατότητα άσκησης βέτο για να εξασφαλίσει μια νομικά θωρακισμένη εναλλακτική λύση για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, η προηγούμενη αποτυχία της κυπριακής ηγεσίας να ασκήσει αντίστοιχη επίσημη διαπραγματευτική επιρροή είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή εξαιρετικά τιμωρητικών όρων. Αυτοί συνεπάγονταν την καταναγκαστική αναδιανομή του ιδιωτικού πλούτου μέσω ενός παράνομου bail–in, σοβαρές κοινωνικές δυσκολίες και οικονομική συρρίκνωση, καθώς και τη διαρθρωτική διάλυση του εγχώριου τραπεζικού τομέα και του επιχειρηματικού μοντέλου του που ήταν προσανατολισμένο προς τις υπεράκτιες δραστηριότητες1.

Η σύγκριση, επομένως, αποκαλύπτει μια βαθύτερη θεσμική ασυμμετρία στο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, τα κράτη μέλη που ήταν εκτεθειμένα σε νομικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους αξιοποίησαν αυτά τα θεσμικά σημεία για άσκηση βέτο, προτάσσοντας νομικές επιφυλάξεις και ενδοιασμούς περί δημιουργίας προηγουμένου, προκειμένου να περιορίσουν το εύρος των αποδεκτών πολιτικών αποτελεσμάτων. Μεταμόρφωσαν αποτελεσματικά την ευπάθεια σε στρατηγικό πλεονέκτημα, επιτρέποντάς τους να διαμορφώσουν τον σχεδιασμό πολιτικής με τρόπους που προστάτευαν τα εγχώρια συστημικά συμφέροντα. Στην περίπτωση της Κύπρου, αντίθετα, η απουσία συγκρίσιμης κινητοποίησης για διαπραγμάτευση επέτρεψε στις εξωτερικές ατζέντες, επιταγές και υπαγορεύσεις να κυριαρχήσουν στο αποτέλεσμα. Το επεισόδιο αυτό αποκαλύπτει, επομένως, πώς η θεσμική δράση εντός της Ένωσης ασκείται άνισα, μετατρέποντας αυτό που διαφορετικά θα μπορούσε να αποτελεί μια διαπραγματευτική πολιτική διαδικασία σε μια ασύμμετρη ιεραρχία λήψης αποφάσεων. Υπό αυτή την έννοια, η έννοια της «αλληλεγγύης» λειτουργεί λιγότερο ως ομοιόμορφη θεσμική αρχή και περισσότερο ως ένα εξαρτώμενο και επιλεκτικό μέσο που χρησιμοποιείται σύμφωνα με τα κυρίαρχα συμφέροντα εξουσίας και τις επικρατούσες γεωστρατηγικές προτεραιότητες.

Οι μηχανισμοί της ασύμμετρης παρέμβασης: το μέγεθος της χρηματοδοτικής στήριξης

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2025), της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (EEAS, 2025) και του Ινστιτούτου Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, στα τέλη του 2025, η σωρευτική στήριξη της ΕΕ προς την Ουκρανία εκτιμάται σε περίπου 193–197 δισεκατομμύρια ευρώ. Η βοήθεια αποτελεί ένα μείγμα επιχορηγήσεων και δανείων: εκτιμάται ότι το 60% έως 65% είναι επιχορηγήσεις ή βοήθεια σε είδος, ενώ το 35% έως 40% αποτελείται από επιστρεπτέα αλλά εξαιρετικά ευνοϊκά δάνεια με διάρκεια που φτάνει τα 35 έτη. Κρίσιμα, η συμφωνία στα τέλη του 2025 για ένα επιπλέον πακέτο δανείων μηδενικού

επιτοκίου ύψους 90 δις ευρώ για την περίοδο 2026-2027 υπογραμμίζει περαιτέρω μια δέσμευση για τη δημοσιονομική επιβίωση της Ουκρανίας που δεν επεκτάθηκε ποτέ στη Λευκωσία.

Η ανισότητα μεταξύ αυτών των δύο περιπτώσεων αναδεικνύει μια διχασμένη «πολιτική στάση» εντός της Ευρωζώνης. Τα €7,3 δις που εκταμίευσε η Κύπρος (από ένα πακέτο €10 δις) αποτελούν μόλις το 3,7% των πόρων που κινητοποιήθηκαν για την Ουκρανία. Ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι δημογραφικές και οικονομικές διαστάσεις, ο όγκος των πόρων που κινητοποιήθηκαν για ένα κράτος που δεν είναι μέλος της ΕΕ επισκιάζει την υποτυπώδη διευκόλυνση δανεισμού που η ΕΕ πρόσφερε σε ένα επίσημο μέλος της Ευρωζώνης. Πέρα από το ποσοτικό χάσμα, το ποιοτικό κόστος της «βοήθειας» διαφέρει θεμελιωδώς.

Συγκεκριμένα, το «κόστος» του συγκριτικά πενιχρού τοκοφόρου δανείου προς την Κύπρο ήταν ο υπολογισμένος στραγγαλισμός και η καταστροφή του τραπεζικού της τομέα, ο οποίος αποτελούσε έναν από τους κύριους οικονομικούς κινητήρες της χώρας. Το «bail–in» του 2013 περιελάμβανε τη δρακόντεια κατάσχεση ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων —που ανήκαν σε καταθέτες, πιστωτές και μετόχους τραπεζών (ΚΠΜ)— καθώς και το αναγκαστικό κλείσιμο συστημικών τραπεζικών ιδρυμάτων (Laiki Bank το 2013 και, σε μεταγενέστερο στάδιο, της Κυπριακής Συνεργατικής Τράπεζας το 2018). Αυτά τα μέτρα επιδεινώθηκαν από την εκμετάλλευση της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους του 2011 (PSI) και την επιβεβλημένη εκποίηση των κυπριακών τραπεζικών δικτύων στην Ελλάδα, αναγκάζοντας ουσιαστικά τους Κύπριους πολίτες να επωμιστούν ένα βαρύτατο φορτίο της τάξης των €10 δις που ήταν σε μεγάλο βαθμό εξωτερικής προέλευσης. Οι αναπόφευκτες συνέπειες αυτής της μονομερούς και άκαμπτης πολιτικής ατζέντας χαρακτηρίστηκαν από μια σκόπιμα μεθοδευμένη συρρίκνωση του εγχώριου τραπεζικού τομέα και τον περιθωριακό διασυρμό της φήμης της Κύπρου εντός των Ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών.

Αντίθετα, το οικονομικό βάρος της επέμβασης στην Ουκρανία έχει εξωτερικευθεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό πληθυσμό από το 2022. Τα παράπλευρα κόστη —οι πληθωριστικές εξάρσεις στην ενέργεια και τα τρόφιμα, καθώς και η εκτροπή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων από ευρωπαϊκές προτεραιότητες όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η γεωργική ασφάλεια για τους αγρότες της ΕΕ που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, και η στέγαση και οι κοινωνικές υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης κρίσης του κόστους διαβίωσης στην ήπειρο, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων βελτιώσεων στην υγειονομική περίθαλψη μετά την πανδημία— αντιμετωπίζονται από τις Βρυξέλλες ως «αποδεκτό τίμημα» για γεωπολιτικούς στόχους.

Γεωστρατηγική επιλεκτικότητα και κανονιστική ασυνέπεια στη διαχείριση κρίσεων της ΕΕ

Η σύγκριση μεταξύ της αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην κυπριακή χρηματοπιστωτική κρίση και της εκτεταμένης στήριξής της προς την Ουκρανία αποκαλύπτει μια βαθύτερη διαρθρωτική ασυμμετρία στον μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης. Αυτή η απόκλιση δεν είναι απλώς οικονομικής φύσης, αλλά έχει κανονιστικό, θεσμικό και γεωστρατηγικό χαρακτήρα. Σε κανονιστικό ή αξιολογικό επίπεδο, η Ένωση έχει επανειλημμένα επικαλεστεί τις αρχές της εδαφικής ακεραιότητας και της απαραβίαστης κυριαρχίας ως κεντρικές δικαιολογίες για την κινητοποίηση έκτακτων πόρων προς στήριξη της Ουκρανίας μετά την εισβολή της Ρωσίας τον Φεβρουάριο του 2022. Η υπεράσπιση των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων έχει χαρακτηριστεί ως βασικό στοιχείο της ευρωπαϊκής τάξης ασφαλείας, «νομιμοποιώντας» την κατανομή σημαντικής οικονομικής βοήθειας και μακροπρόθεσμων θεσμικών δεσμεύσεων.

Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των αρχών εμφανίζεται να ενεργοποιείται επιλεκτικά. Παρότι η ΕΕ υποστηρίζει τυπικά τις προσπάθειες για την επανένωση της Κύπρου υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, δεν έχει κινητοποιήσει αντίστοιχο πολιτικό ή χρηματοοικονομικό κεφάλαιο για την ανατροπή του status quo της παράνομης κατοχής σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Ο συνεπαγόμενος δυϊσμός αποκαλύπτει μια βαθύτατη κανονιστική ασυνέπεια και αξιολογική ανακολουθία.

Ενώ η Ένωση επικαλείται την «ιερότητα των συνόρων» για να δικαιολογήσει τεράστιες δαπάνες για την Ουκρανία, διατηρεί μια πολιτική υπολογισμένης στρατηγικής αδράνειας όσον αφορά την πέραν των πενήντα ετών τουρκική κατοχή της Βόρειας Κύπρου — ενός εδάφους που de jure αποτελεί μέρος κράτους μέλους της ΕΕ. Αυτή η ανισότητα υποδηλώνει ότι η δέσμευση της Ένωσης στο διεθνές δίκαιο και στην προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν λειτουργεί ως ομοιόμορφος κανόνας, αλλά μάλλον ως εργαλείο πολιτικής — το οποίο ενεργοποιείται κυρίως όταν ευθυγραμμίζεται με τις γεωστρατηγικές επιταγές των κυρίαρχων συμφερόντων της Ένωσης.

Συγκεκριμένα, η πολύ μεγαλύτερη και προσανατολισμένη στην ασφάλεια χρηματοοικονομική κινητοποίηση που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη στήριξη της Ουκρανίας αντανακλά έναν σαφώς διαφορετικό θεσμικό υπολογισμό. Σε αυτή την περίπτωση, η γεωπολιτική επείγουσα ανάγκη, η συνοχή της συμμαχίας και οι συστημικές εκτιμήσεις ασφάλειας επισκίασαν την προηγούμενη δογματική ή νεοφιλελεύθερη έμφαση στη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική πειθαρχία. Βασικά, η ουκρανική σύγκρουση εμπλέκει άμεσα την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, τη στρατηγική στάση του ΝΑΤΟ και την ηπειρωτική ισορροπία δυνάμεων έναντι της Ρωσίας. Η ανεπίλυτη εδαφική κατοχή της Κύπρου, αν και νομικά σημαντική, δεν ασκεί ανάλογη ή συγκρίσιμη συστημική επιρροή στις ευρύτερες εκτιμήσεις της Ένωσης για την ισορροπία ασφάλειας. Ως εκ τούτου, η θεσμική κινητοποίηση συσχετίζεται λιγότερο με την επίσημη ιδιότητα μέλους και περισσότερο με την αντιλαμβανόμενη συστημική βαρύτητα της σύγκρουσης, καθώς και με το μέγεθος των διακυβευόμενων γεωπολιτικών συμφερόντων. Στην περίπτωση της Κύπρου, τα βαθιά ριζωμένα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα των κυρίαρχων δυνάμεων της ΕΕ με την Τουρκία υποβιβάζουν ουσιαστικά την προσήλωση στις νομικές και ηθικές αρχές σε δευτερεύον ζήτημα, διασφαλίζοντας ότι ο γεωστρατηγικός πραγματισμός υπερτερεί σταθερά της διακηρυγμένης δέσμευσης της Ένωσης στο διεθνές δίκαιο.

Μια δεύτερη πτυχή ή διάσταση της ασυμμετρίας έγκειται στη στάση των θεσμικών οργάνων και στο διαπραγματευτικό βάρος ή τη διαπραγματευτική ισχύ στο πλαίσιο των μηχανισμών χάραξης πολιτικής της Ένωσης. Όπως αποδεικνύεται από την προηγούμενη ανάλυση, οι διαβουλεύσεις σχετικά με το πλαίσιο χρηματοδότησης της Ουκρανίας υπογραμμίζουν ότι η αλληλεγγύη της ΕΕ είναι διακριτική και τυχαία, εξαρτώμενη από τις περιστάσεις, και όχι εγγενώς ιεραρχική ή διαδικαστικά αυτόματη. Η βοήθεια ή η αλληλεγγύη αποτελεί αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και όχι νομική επιταγή, αντανακλαστικό ή συστημική προεπιλογή. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις, τα κράτη μέλη που αντιμετώπιζαν σημαντικές νομικές και ενδεχόμενες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις στην περίπτωση χρήσης των δεσμευμένων κρατικών αποθεματικών της Ρωσίας κατάφεραν να επηρεάσουν τον σχεδιασμό του μηχανισμού βοήθειας, απομακρύνοντας την Ένωση από την άμεση κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και κατευθύνοντάς την προς μια δανειακή διευκόλυνση σύμφωνη με τις συνθήκες της αγοράς. Αυτές οι διαπραγματεύσεις καταδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι τα θεσμικά αποτελέσματα εντός της ΕΕ συχνά διαμορφώνονται λιγότερο από ένα ενιαίο ευρωπαϊκό συμφέρον παρά από την ικανότητα συγκεκριμένων κρατών μελών να μετατρέπουν τον κίνδυνο στην κυριαρχία τους σε δομημένη διαπραγματευτική δύναμη, ή από την ικανότητα ηγεμονικών μπλοκ να επιβάλλουν τις προτεραιότητές τους στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Τα στοιχεία ενισχύουν το επιχείρημα ότι η Κύπρος αντιμετωπίστηκε όχι ως εταίρος που έπρεπε να σωθεί, αλλά ως εργαστήριο για τη δοκιμή (test) του «ηθικού κινδύνου». Η κυπριακή κρίση παρουσιάστηκε κυρίως μέσα από ένα αφήγημα χρηματοοικονομικής ορθότητας, εργαλειοποιώντας την ως όπλο εκφοβισμού απειθάρχητων κρατών μελών, ενώ η πραγματική ατζέντα αφορούσε την εξάλειψη του υπερεθνικού ρόλου και της διασυνοριακής ή υπεράκτιας εμβέλειας του τραπεζικού συστήματος της Δημοκρατίας, καθώς και την στοχευμένη εκδίωξη της ρωσικής χρηματοοικονομικής παρουσίας — μια γεωπολιτική κίνηση που υπογραμμίζει την ασύμμετρη εφαρμογή από την Ένωση των δικών της νομικών αρχών. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αυτό, η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετωπίστηκε όχι ως εταίρος που απαιτούσε συστημική σταθεροποίηση —όπως συνέβη με τις διασώσεις της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας— αλλά ως μια ιδιόμορφη δοκιμαστική περίπτωση για την επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας, με παράλληλη απομάκρυνση του ρωσικού και του υπεράκτιου κεφαλαίου από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Η άνευ προηγουμένου διάσωση με ίδια μέσα (bail–in) του 2013 —που επιβλήθηκε υπό την εξουσία της Ευρωομάδας και της Τρόικας—αντανακλούσε αυτό το πειθαρχικό, τιμωρητικό πρότυπο και μια ασύμμετρη θεσμική πολιτική αντίδραση.

Συνολικά, αυτές οι διαμορφώσεις πολιτικής αποκαλύπτουν ένα ευρύτερο μοτίβο επιλεκτικής ή εξαρτώμενης από τις περιστάσεις συστημικής ενεργοποίησης εντός της Ένωσης. Οι κανονιστικές δεσμεύσεις, τα χρηματοοικονομικά μέσα και η πολιτική αλληλεγγύη δεν εφαρμόζονται αποκλειστικά με βάση νομικές αρχές ή το καθεστώς μέλους· αντίθετα, συχνά αντανακλούν μια διαστρωματωμένη ευθυγράμμιση των συμφερόντων των κυρίαρχων συνασπισμών —κυρίως του γαλλογερμανικού άξονα και των «Frugal Four» (Αυστρία, Δανία, Ολλανδία και Σουηδία)— καθώς και τη διαπραγματευτική ισχύ και τις γεωστρατηγικές προτεραιότητες που ενσωματώνονται στην εξελισσόμενη αρχιτεκτονική διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης. Για να συστηματοποιηθεί η έκταση αυτής της ασυμμετρίας, ο παρακάτω πίνακας αντιπαραθέτει το περιοριστικό, πειθαρχικό πλαίσιο που επιβλήθηκε στη Λευκωσία με το γενναιόδωρο, προσανατολισμένο στην ασφάλεια πλαίσιο που στηρίζει τη βοήθεια προς το Κίεβο, παρέχοντας μια συγκριτική αξιολόγηση της απόκλισης της πολιτικής της ΕΕ σε βασικούς χρηματοοικονομικούς, θεσμικούς και πολιτικούς παράγοντες.

Πίνακας: Συγκριτική αξιολόγηση των αποκλίσεων στην πολιτική της ΕΕ: Κύπρος και Ουκρανία

Category / Metric

Cyprus

Ukraine

Assistance Key Condition

Bank resolution; DLS bail-in; MoU conditionality

“No strings” military and budget aid

Total Disbursed / Pledged

€7,3 bn (actual disbursement)

~€197 bn (2022-2025) + €90 bn (2026-2027)

Primary Mechanism

ESM / IMF program; Bail-in of private assets

Hybrid grants and concessional loans

National Impact

Erosion of banking sector autonomy

Sovereignty and defense support from “Russian threat”

Structural Impact

Offshore model collapse; Banking sector downsizing

Fiscal viability in war conditions; War protraction

Economic Cost

GDP contraction; Banking sector destruction

Inflation across EU; EU fiscal redistribution

Social Cost

Austerity; Unemployment; Private wealth loss

Human toll; Infrastructure destruction; Migration

Opportunity Cost

Lost savings, pensions, home equity; Reputation damage

EU funds diversion from priorities; Foregone Investment

Burden Distribution

Internalized, concentrated within affected member state

Diffused across EU budget, citizens and taxpayers

Institutional Strategy

Eurozone moral-hazard discipline; A “template” for errant member states

Security architecture; Non-member exceptionalism

Underlying Objective

Strategic subordination of the core banking system

Strategic and military industry expansion (SAFE)

Legal Status

EU and Eurozone member state

Non-member candidate state

Geopolitical Stance

“Bilateral” frozen dispute; “Turkey-as-ally” constraint

Territorial integrity defense; Strategic brinkmanship

Occupation Response

EU persistent inertia; UN-led negotiations

Decoupling from Russia with aggressive sanctions

Source: European Commission, EEAS, Kiel Institute for the World Economy, and Author’s analysis

Προφανώς, η σύγκριση μεταξύ του τρόπου με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση χειρίστηκε την κυπριακή χρηματοπιστωτική κρίση και της αντίδρασής της στην Ουκρανία αποκαλύπτει μια εντυπωσιακά ασύμμετρη πολιτική στάση που θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνέπεια των στρατηγικών αρχών της ΕΕ. Στην περίπτωση της Κύπρου, η χρηματοδοτική συνδρομή επικεντρώθηκε σε δραστικά μέτρα εσωτερικής προσαρμογής, συμπεριλαμβανομένης της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος, της διάσωσης με ίδια μέσα (bail–in) με κούρεμα των καταθετών, των δανειστών και των μετόχων, καθώς και της επιβολής αυστηρότατων όρων με Μνημόνιο στο πλαίσιο ενός κοινού προγράμματος με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το συνολικό ποσό που εκταμιεύθηκε ανήλθε σε περίπου €7,3 δις και συνοδεύτηκε από την άνευ προηγουμένου εσωτερικοποίηση του οικονομικού κόστους εντός του πληγέντος κράτους μέλους. Οι εθνικές επιπτώσεις περιλάμβαναν σοβαρή διάβρωση της αυτονομίας του τραπεζικού τομέα, την κατάρρευση του υπεράκτιου χρηματοοικονομικού μοντέλου και σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ, ενώ το κοινωνικό βάρος εκδηλώθηκε με λιτότητα, ανεργία και σημαντικές απώλειες ιδιωτικού πλούτου. Ο δηλωμένος θεσμικός στόχος που καθοδηγούσε τη χρηματοοικονομική παρέμβαση αντανακλούσε κυρίως την πειθαρχία του ηθικού κινδύνου της Ευρωζώνης και δημιούργησε ουσιαστικά ένα «πρότυπο» πολιτικής στο οποίο το κόστος της σταθεροποίησης συγκεντρώθηκε στο εσωτερικό. Αντίθετα, η αντίδραση της Ένωσης στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας από το 2022 περιελάμβανε ένα εκτεταμένο πλαίσιο χρηματοοικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, συνολικού ύψους περίπου 197 δις ευρώ για την περίοδο 2022– 2025, με επιπλέον 90 δις ευρώ που έχουν δεσμευτεί για την περίοδο 2026–2027. Όπως προαναφέρθηκε, η χρηματοδοτική συνδρομή έχει λάβει τη μορφή ενός υβριδικού μοντέλου επιχορηγήσεων και δανείων με ευνοϊκούς όρους, σχεδιασμένου να διασφαλίσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα υπό συνθήκες πολέμου και να παρέχει υποστήριξη στην κυριαρχία και την άμυνα έναντι της “ρωσικής απειλής”. Eν τω μεταξύ, το οικονομικό και δημοσιονομικό βάρος έχει διαχυθεί και κοινωνικοποιηθεί στον ευρύτερο προϋπολογισμό της ΕΕ και στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Μια έντονη ασυμμετρία χαρακτηρίζει την παρεμβατική προσέγγιση της Ένωσης: ενώ η Κύπρος —μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης— υποβλήθηκε σε ένα τιμωρητικό, στενά καθορισμένο πρότυπο κρίσης-πειθαρχίας που αποσυναρμολόγησε το βασικό τραπεζικό της σύστημα, η Ουκρανία —υποψήφια χώρα μη μέλος— έχει ενσωματωθεί σε μια ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας. Το τελευταίο αυτό πλαίσιο δίνει προτεραιότητα στη στρατηγική και στρατιωτικοβιομηχανική επέκταση, όπως αποδεικνύεται από πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα «Security Action for Europe» (SAFE). Αυτή η γεωπολιτική διπλή στάθμιση (double standards) αποδεικνύεται περαιτέρω από τις αποκλίνουσες αντιδράσεις της Ένωσης στην εδαφική επιθετικότητα: η μακροχρόνια κατοχή της Κύπρου έχει υποβιβαστεί σε μια «διμερή» παγωμένη διαμάχη, περιορισμένη από τις εμπορικές και στρατηγικές σχέσεις της Ένωσης με την Τουρκία, με αποτέλεσμα τη συνεχή αδράνεια της ΕΕ και την εξάρτηση από την αναποτελεσματική διαμεσολάβηση υπό την ηγεσία του ΟΗΕ. Αντίθετα, στην Ουκρανία, η Ένωση έχει επιδιώξει ενεργά μια ολοκληρωμένη στρατηγική και πολυδιάστατη υποστήριξη, η οποία επιβάλλεται μέσω της αποσύνδεσης από τη Ρωσία με επιθετικές και καταναγκαστικές κυρώσεις. Συνοπτικά, η αντιπαράθεση αυτή υποδηλώνει ότι η διαχείριση κρίσεων από την ΕΕ δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά εξαρτάται από τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές προτεραιότητες, δημιουργώντας ένα πολιτικό τοπίο που —είτε σκόπιμα είτε όχι— δίνει την εντύπωση διαφοροποιημένων προτύπων στην αντίδραση της Ένωσης στις προκλήσεις κυριαρχίας και στις οικονομικές κρίσεις.

Συμπέρασμα: Το τίμημα της «υπό όρους αλληλεγγύης»

Η έντονη απόκλιση στην αντιμετώπιση της Κύπρου και της Ουκρανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μια απερίφραστη καταδίκη του μοντέλου της «υπό αιρεσιμότητα αλληλεγγύης» που διέπει επί του παρόντος τη διαχείριση κρίσεων από την ΕΕ. Ενώ η Ένωση έχει επιδείξει μια άνευ προηγουμένου ικανότητα γεωστρατηγικής κινητοποίησης, συμπεριλαμβανομένου του δημοσιονομικού επεκτατισμού και της «χωρίς όρους» στήριξης υπό το πρόσχημα της άμυνας της Ουκρανίας, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιάφορη απέναντι στη συνεχιζόμενη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας ενός μικρού κράτους μέλους από την Τουρκία, παρά την αναγνωρισμένη γεωπολιτική σημασία της. Αυτή η ασυμμετρία υποδηλώνει ότι, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, η προστασία της κυριαρχικής ακεραιότητας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν αποτελεί σταθερή νομική εγγύηση, αλλά μια μεταβλητή πολιτικού υπολογισμού.

Τελικά, η σύγκριση Κύπρου-Ουκρανίας καταλήγει σε μια κρίσιμη διάγνωση: προειδοποιεί ότι, όσο η Ένωση δίνει προτεραιότητα στην εξωτερική γεωστρατηγική, στην ηγεμονία που καθοδηγείται από συνασπισμούς ή υπολογισμένους σχεδιασμούς που καθοδηγούνται από μπλοκ έναντι της εσωτερικής θεσμικής ισότητας, κινδυνεύει να εδραιώσει μια διπλή ιεραρχία μεταξύ των κρατών μελών. Σε ένα τέτοιο σύστημα, θεμελιώδεις αξίες όπως η «εδαφική ακεραιότητα», η «χρηματοπιστωτική σταθερότητα» και η «δημοσιονομική ορθοδοξία» δεν αποτελούν πλέον καθολικές αρχές, αλλά μάλλον εργαλεία που χρησιμοποιούνται ή επικαλούνται και εφαρμόζονται με ασυνέπεια, μέσα από ένα επιλεκτικό πρίσμα που βασίζεται στην εξουσία. Η νομολογιακή συνέπεια της Ένωσης και η συστημική δικαιοσύνη υποτάσσονται στις διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις, στην ηγεμονική ευθυγράμμιση και στη γεωπολιτική σκοπιμότητα. Σε αυτό το υπόδειγμα, τα μικρότερα κράτη καλούνται να αναλάβουν το εσωτερικό κόστος των συστημικών αποτυχιών, ενώ οι συλλογικοί πόροι ανακατευθύνονται για να καλύψουν τις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της παγκόσμιας πολιτικής εξουσίας και τις ασταθείς επιταγές της ηγεμονικής ισορροπίας.

Η αντίθετη αντιμετώπιση Κύπρου και Ουκρανίας, επομένως, αποκρυσταλλώνει ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας και γεωπολιτικής: η αλληλεγγύη δεν είναι ούτε ομοιόμορφη ούτε ουδέτερη — διαμορφώνεται από την εξουσία, ενεργοποιείται από στρατηγική αναγκαιότητα και κατανέμεται σύμφωνα με μια ιεραρχία συμφερόντων. Αυτή η ασυμμετρία φαίνεται να επικυρώνει ουσιαστικά τη διαχρονική αρχή της ρεαλπολιτίκ του Θουκυδίδη ότι «οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν, και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει» —μια πικρή ειρωνεία για μια Ένωση που ιδρύθηκε πάνω στις υποσχέσεις μιας κοινότητας αξιών, δίκαιης μεταχείρισης και γνήσιας αλληλεγγύης.

***

*Ο Δρ. Παναγιώτης Τήλλυρος, είναι Οικονομολόγος και αναλυτής διεθνών σχέσεων με ειδίκευση στη γεωπολιτική, τη γεωοικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια.

1 Δείτε τη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα: Tilliros, P., Cyprus Bail-in: An Assessment of the Causes, Impact and Implications, Αποθετήριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Διαθέσιμη στη διεύθυνση:

https://repository.unic.ac.cy/archive/item/6286?lang=en

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.

Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.

Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.

Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία

Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.

Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.

Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού

Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.

Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.

Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.

Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.

Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.

Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα

Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»

Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.

Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.

Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής

Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.

Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά

Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.

Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.

Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.

IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει

Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.

Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.

Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.

«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή

Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.

Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.

Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.

Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.

Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.

Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.

Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.

Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.

Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.

Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.

Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.

Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας

Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.

Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.

Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.

Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.

Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.

Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα

Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.

Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.

Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.

Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.

Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι

Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.

Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.

Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.

Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.

Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.

Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.

Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις

Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.

Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.

Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.

Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης

Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.

Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.

Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.

Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.

Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.

Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.

Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.

Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.

Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή