Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η αλληλεγγύη υπό όρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η πολιτική οικονομία της ασύμμετρης διαχείρισης κρίσεων στην Κύπρο και την Ουκρανία

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Δρ. Παναγιώτης Τήλλυρος, PhD.

Οι αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) σε μεγάλες κρίσεις συχνά αποκαλύπτουν εντάσεις ανάμεσα στις αρχές τις οποίες διακηρύσσει δημόσια και στις πρακτικές πραγματικότητες της λήψης πολιτικών αποφάσεων. Η σύγκριση μεταξύ του σκληρού χειρισμού της κυπριακής χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2013 από την Ένωση και της μαζικής στήριξης πολυδισεκατομμυρίων ευρώ που παρέχει στην Ουκρανία από το 2022, καταδεικνύει πώς η χρηματοδοτική αλληλεγγύη, η θεσμική πειθαρχία και η έκτακτη ή στρατηγική βοήθεια σπάνια εφαρμόζονται με βάση ενιαία πρότυπα. Αντίθετα, οι πολιτικές αυτές διαμορφώνονται συχνά από εσωτερικές πολιτικές διαπραγματεύσεις, μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές προτεραιότητες και την επιρροή των κυρίαρχων κρατών μελών στις δομές λήψης αποφάσεων της ΕΕ. Η παράλληλη εξέταση αυτών των δύο περιπτώσεων αποκαλύπτει πώς το φαινομενικά βασισμένο σε κανόνες σύστημα της ΕΕ μπορεί να παράγει εμφανώς άνισα αποτελέσματα πολιτικής, αποδεικνύοντας ότι τα στρατηγικά συμφέροντα και οι ιεραρχίες ισχύος συχνά υπερισχύουν των τυπικών κανόνων. Σε τελική ανάλυση, η προσέγγιση της ΕΕ στη διαχείριση κρίσεων λειτουργεί ως μια επιλεκτική και πολιτικά διαμορφούμενη διαδικασία, παρά ως ένας ουδέτερος θεσμικός μηχανισμός. Αυτό εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια, τη δικαιοσύνη και την ισορροπία μεταξύ κανόνων και στρατηγικών συμφερόντων στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εξέλιξη της διακυβέρνησης κρίσεων της ΕΕ έχει αποκαλύψει μια έντονη αντίφαση ως προς τον τρόπο με τον οποίο η Ένωση εφαρμόζει στην πράξη τη χρηματοοικονομική αλληλεγγύη και τη νομική ακεραιότητα. Ενώ η Ένωση παρουσιάζει τις παρεμβάσεις της ως καθοδηγούμενες από αντικειμενικούς οικονομικούς κανόνες ή καθολικές κανονιστικές αξίες, μια συγκριτική ανάλυση της αντιμετώπισης της Κύπρου (2013) σε σχέση με την Ουκρανία (2022–2027) υποδηλώνει μια πραγματικότητα που διέπεται από ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας και την επιλεκτική εφαρμογή θεσμικών μέσων πίεσης.

Οι διαβουλεύσεις της ΕΕ τον Δεκέμβριο του 2025 σχετικά με τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας απεικονίζουν στην πράξη αυτόν τον στρατηγικό υπολογισμό που καθοδηγείται από συμφέροντα. Τα εκτεθειμένα κράτη μέλη —κυρίως το Βέλγιο, η Ιταλία, η Μάλτα και η Βουλγαρία—αξιοποιώντας νομικά, χρηματοοικονομικά και θεσμικά στοιχεία κινητοποίησαν ανησυχίες και την ευαισθησία σχετικά με τη νομική ευθύνη που διέπει προηγούμενες περιπτώσεις για να καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα της πολιτικής. Αρνούμενα να υποστηρίξουν την άμεση κατάσχεση των δεσμευμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων, τα κράτη αυτά κατεύθυναν τη συλλογική λύση προς ένα δανειακό μέσο βασισμένο στην αγορά. Αυτό αποδεικνύει ότι ακόμη και εντός ιεραρχικά δομημένων συστημάτων διακυβέρνησης, τα μικρότερα κράτη διατηρούν σημαντική δράση όταν μεταφράζουν με αξιοπιστία τους εσωτερικούς περιορισμούς ή τα εθνικά συμφέροντα σε διαπραγματευτική επιρροή, κυρίως ασκώντας στρατηγικά τα δικαιώματα βέτο τους για να αναπροσαρμόσουν τους όρους της συλλογικής δράσης.

Αυτή η στρατηγική υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος —η διατήρηση της νομικής ακεραιότητας νομικών αρχών προκειμένου να προστατευθούν οι εγχώριοι χρηματοπιστωτικοί τομείς— έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μεταχείριση της Κύπρου κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2013. Ενώ η ομάδα του 2025 χρησιμοποίησε με επιτυχία τη δυνατότητα άσκησης βέτο για να εξασφαλίσει μια νομικά θωρακισμένη εναλλακτική λύση για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, η προηγούμενη αποτυχία της κυπριακής ηγεσίας να ασκήσει αντίστοιχη επίσημη διαπραγματευτική επιρροή είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή εξαιρετικά τιμωρητικών όρων. Αυτοί συνεπάγονταν την καταναγκαστική αναδιανομή του ιδιωτικού πλούτου μέσω ενός παράνομου bailin, σοβαρές κοινωνικές δυσκολίες και οικονομική συρρίκνωση, καθώς και τη διαρθρωτική διάλυση του εγχώριου τραπεζικού τομέα και του επιχειρηματικού μοντέλου του που ήταν προσανατολισμένο προς τις υπεράκτιες δραστηριότητες1.

Η σύγκριση, επομένως, αποκαλύπτει μια βαθύτερη θεσμική ασυμμετρία στο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, τα κράτη μέλη που ήταν εκτεθειμένα σε νομικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους αξιοποίησαν αυτά τα θεσμικά σημεία για άσκηση βέτο, προτάσσοντας νομικές επιφυλάξεις και ενδοιασμούς περί δημιουργίας προηγουμένου, προκειμένου να περιορίσουν το εύρος των αποδεκτών πολιτικών αποτελεσμάτων. Μεταμόρφωσαν αποτελεσματικά την ευπάθεια σε στρατηγικό πλεονέκτημα, επιτρέποντάς τους να διαμορφώσουν τον σχεδιασμό πολιτικής με τρόπους που προστάτευαν τα εγχώρια συστημικά συμφέροντα. Στην περίπτωση της Κύπρου, αντίθετα, η απουσία συγκρίσιμης κινητοποίησης για διαπραγμάτευση επέτρεψε στις εξωτερικές ατζέντες, επιταγές και υπαγορεύσεις να κυριαρχήσουν στο αποτέλεσμα. Το επεισόδιο αυτό αποκαλύπτει, επομένως, πώς η θεσμική δράση εντός της Ένωσης ασκείται άνισα, μετατρέποντας αυτό που διαφορετικά θα μπορούσε να αποτελεί μια διαπραγματευτική πολιτική διαδικασία σε μια ασύμμετρη ιεραρχία λήψης αποφάσεων. Υπό αυτή την έννοια, η έννοια της «αλληλεγγύης» λειτουργεί λιγότερο ως ομοιόμορφη θεσμική αρχή και περισσότερο ως ένα εξαρτώμενο και επιλεκτικό μέσο που χρησιμοποιείται σύμφωνα με τα κυρίαρχα συμφέροντα εξουσίας και τις επικρατούσες γεωστρατηγικές προτεραιότητες.

Οι μηχανισμοί της ασύμμετρης παρέμβασης: το μέγεθος της χρηματοδοτικής στήριξης

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2025), της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (EEAS, 2025) και του Ινστιτούτου Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, στα τέλη του 2025, η σωρευτική στήριξη της ΕΕ προς την Ουκρανία εκτιμάται σε περίπου 193–197 δισεκατομμύρια ευρώ. Η βοήθεια αποτελεί ένα μείγμα επιχορηγήσεων και δανείων: εκτιμάται ότι το 60% έως 65% είναι επιχορηγήσεις ή βοήθεια σε είδος, ενώ το 35% έως 40% αποτελείται από επιστρεπτέα αλλά εξαιρετικά ευνοϊκά δάνεια με διάρκεια που φτάνει τα 35 έτη. Κρίσιμα, η συμφωνία στα τέλη του 2025 για ένα επιπλέον πακέτο δανείων μηδενικού

επιτοκίου ύψους 90 δις ευρώ για την περίοδο 2026-2027 υπογραμμίζει περαιτέρω μια δέσμευση για τη δημοσιονομική επιβίωση της Ουκρανίας που δεν επεκτάθηκε ποτέ στη Λευκωσία.

Η ανισότητα μεταξύ αυτών των δύο περιπτώσεων αναδεικνύει μια διχασμένη «πολιτική στάση» εντός της Ευρωζώνης. Τα €7,3 δις που εκταμίευσε η Κύπρος (από ένα πακέτο €10 δις) αποτελούν μόλις το 3,7% των πόρων που κινητοποιήθηκαν για την Ουκρανία. Ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι δημογραφικές και οικονομικές διαστάσεις, ο όγκος των πόρων που κινητοποιήθηκαν για ένα κράτος που δεν είναι μέλος της ΕΕ επισκιάζει την υποτυπώδη διευκόλυνση δανεισμού που η ΕΕ πρόσφερε σε ένα επίσημο μέλος της Ευρωζώνης. Πέρα από το ποσοτικό χάσμα, το ποιοτικό κόστος της «βοήθειας» διαφέρει θεμελιωδώς.

Συγκεκριμένα, το «κόστος» του συγκριτικά πενιχρού τοκοφόρου δανείου προς την Κύπρο ήταν ο υπολογισμένος στραγγαλισμός και η καταστροφή του τραπεζικού της τομέα, ο οποίος αποτελούσε έναν από τους κύριους οικονομικούς κινητήρες της χώρας. Το «bailin» του 2013 περιελάμβανε τη δρακόντεια κατάσχεση ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων —που ανήκαν σε καταθέτες, πιστωτές και μετόχους τραπεζών (ΚΠΜ)— καθώς και το αναγκαστικό κλείσιμο συστημικών τραπεζικών ιδρυμάτων (Laiki Bank το 2013 και, σε μεταγενέστερο στάδιο, της Κυπριακής Συνεργατικής Τράπεζας το 2018). Αυτά τα μέτρα επιδεινώθηκαν από την εκμετάλλευση της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους του 2011 (PSI) και την επιβεβλημένη εκποίηση των κυπριακών τραπεζικών δικτύων στην Ελλάδα, αναγκάζοντας ουσιαστικά τους Κύπριους πολίτες να επωμιστούν ένα βαρύτατο φορτίο της τάξης των €10 δις που ήταν σε μεγάλο βαθμό εξωτερικής προέλευσης. Οι αναπόφευκτες συνέπειες αυτής της μονομερούς και άκαμπτης πολιτικής ατζέντας χαρακτηρίστηκαν από μια σκόπιμα μεθοδευμένη συρρίκνωση του εγχώριου τραπεζικού τομέα και τον περιθωριακό διασυρμό της φήμης της Κύπρου εντός των Ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών.

Αντίθετα, το οικονομικό βάρος της επέμβασης στην Ουκρανία έχει εξωτερικευθεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό πληθυσμό από το 2022. Τα παράπλευρα κόστη —οι πληθωριστικές εξάρσεις στην ενέργεια και τα τρόφιμα, καθώς και η εκτροπή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων από ευρωπαϊκές προτεραιότητες όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η γεωργική ασφάλεια για τους αγρότες της ΕΕ που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, και η στέγαση και οι κοινωνικές υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης κρίσης του κόστους διαβίωσης στην ήπειρο, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων βελτιώσεων στην υγειονομική περίθαλψη μετά την πανδημία— αντιμετωπίζονται από τις Βρυξέλλες ως «αποδεκτό τίμημα» για γεωπολιτικούς στόχους.

Γεωστρατηγική επιλεκτικότητα και κανονιστική ασυνέπεια στη διαχείριση κρίσεων της ΕΕ

Η σύγκριση μεταξύ της αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην κυπριακή χρηματοπιστωτική κρίση και της εκτεταμένης στήριξής της προς την Ουκρανία αποκαλύπτει μια βαθύτερη διαρθρωτική ασυμμετρία στον μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης. Αυτή η απόκλιση δεν είναι απλώς οικονομικής φύσης, αλλά έχει κανονιστικό, θεσμικό και γεωστρατηγικό χαρακτήρα. Σε κανονιστικό ή αξιολογικό επίπεδο, η Ένωση έχει επανειλημμένα επικαλεστεί τις αρχές της εδαφικής ακεραιότητας και της απαραβίαστης κυριαρχίας ως κεντρικές δικαιολογίες για την κινητοποίηση έκτακτων πόρων προς στήριξη της Ουκρανίας μετά την εισβολή της Ρωσίας τον Φεβρουάριο του 2022. Η υπεράσπιση των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων έχει χαρακτηριστεί ως βασικό στοιχείο της ευρωπαϊκής τάξης ασφαλείας, «νομιμοποιώντας» την κατανομή σημαντικής οικονομικής βοήθειας και μακροπρόθεσμων θεσμικών δεσμεύσεων.

Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των αρχών εμφανίζεται να ενεργοποιείται επιλεκτικά. Παρότι η ΕΕ υποστηρίζει τυπικά τις προσπάθειες για την επανένωση της Κύπρου υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, δεν έχει κινητοποιήσει αντίστοιχο πολιτικό ή χρηματοοικονομικό κεφάλαιο για την ανατροπή του status quo της παράνομης κατοχής σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Ο συνεπαγόμενος δυϊσμός αποκαλύπτει μια βαθύτατη κανονιστική ασυνέπεια και αξιολογική ανακολουθία.

Ενώ η Ένωση επικαλείται την «ιερότητα των συνόρων» για να δικαιολογήσει τεράστιες δαπάνες για την Ουκρανία, διατηρεί μια πολιτική υπολογισμένης στρατηγικής αδράνειας όσον αφορά την πέραν των πενήντα ετών τουρκική κατοχή της Βόρειας Κύπρου — ενός εδάφους που de jure αποτελεί μέρος κράτους μέλους της ΕΕ. Αυτή η ανισότητα υποδηλώνει ότι η δέσμευση της Ένωσης στο διεθνές δίκαιο και στην προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν λειτουργεί ως ομοιόμορφος κανόνας, αλλά μάλλον ως εργαλείο πολιτικής — το οποίο ενεργοποιείται κυρίως όταν ευθυγραμμίζεται με τις γεωστρατηγικές επιταγές των κυρίαρχων συμφερόντων της Ένωσης.

Συγκεκριμένα, η πολύ μεγαλύτερη και προσανατολισμένη στην ασφάλεια χρηματοοικονομική κινητοποίηση που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη στήριξη της Ουκρανίας αντανακλά έναν σαφώς διαφορετικό θεσμικό υπολογισμό. Σε αυτή την περίπτωση, η γεωπολιτική επείγουσα ανάγκη, η συνοχή της συμμαχίας και οι συστημικές εκτιμήσεις ασφάλειας επισκίασαν την προηγούμενη δογματική ή νεοφιλελεύθερη έμφαση στη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική πειθαρχία. Βασικά, η ουκρανική σύγκρουση εμπλέκει άμεσα την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, τη στρατηγική στάση του ΝΑΤΟ και την ηπειρωτική ισορροπία δυνάμεων έναντι της Ρωσίας. Η ανεπίλυτη εδαφική κατοχή της Κύπρου, αν και νομικά σημαντική, δεν ασκεί ανάλογη ή συγκρίσιμη συστημική επιρροή στις ευρύτερες εκτιμήσεις της Ένωσης για την ισορροπία ασφάλειας. Ως εκ τούτου, η θεσμική κινητοποίηση συσχετίζεται λιγότερο με την επίσημη ιδιότητα μέλους και περισσότερο με την αντιλαμβανόμενη συστημική βαρύτητα της σύγκρουσης, καθώς και με το μέγεθος των διακυβευόμενων γεωπολιτικών συμφερόντων. Στην περίπτωση της Κύπρου, τα βαθιά ριζωμένα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα των κυρίαρχων δυνάμεων της ΕΕ με την Τουρκία υποβιβάζουν ουσιαστικά την προσήλωση στις νομικές και ηθικές αρχές σε δευτερεύον ζήτημα, διασφαλίζοντας ότι ο γεωστρατηγικός πραγματισμός υπερτερεί σταθερά της διακηρυγμένης δέσμευσης της Ένωσης στο διεθνές δίκαιο.

Μια δεύτερη πτυχή ή διάσταση της ασυμμετρίας έγκειται στη στάση των θεσμικών οργάνων και στο διαπραγματευτικό βάρος ή τη διαπραγματευτική ισχύ στο πλαίσιο των μηχανισμών χάραξης πολιτικής της Ένωσης. Όπως αποδεικνύεται από την προηγούμενη ανάλυση, οι διαβουλεύσεις σχετικά με το πλαίσιο χρηματοδότησης της Ουκρανίας υπογραμμίζουν ότι η αλληλεγγύη της ΕΕ είναι διακριτική και τυχαία, εξαρτώμενη από τις περιστάσεις, και όχι εγγενώς ιεραρχική ή διαδικαστικά αυτόματη. Η βοήθεια ή η αλληλεγγύη αποτελεί αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και όχι νομική επιταγή, αντανακλαστικό ή συστημική προεπιλογή. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις, τα κράτη μέλη που αντιμετώπιζαν σημαντικές νομικές και ενδεχόμενες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις στην περίπτωση χρήσης των δεσμευμένων κρατικών αποθεματικών της Ρωσίας κατάφεραν να επηρεάσουν τον σχεδιασμό του μηχανισμού βοήθειας, απομακρύνοντας την Ένωση από την άμεση κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και κατευθύνοντάς την προς μια δανειακή διευκόλυνση σύμφωνη με τις συνθήκες της αγοράς. Αυτές οι διαπραγματεύσεις καταδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι τα θεσμικά αποτελέσματα εντός της ΕΕ συχνά διαμορφώνονται λιγότερο από ένα ενιαίο ευρωπαϊκό συμφέρον παρά από την ικανότητα συγκεκριμένων κρατών μελών να μετατρέπουν τον κίνδυνο στην κυριαρχία τους σε δομημένη διαπραγματευτική δύναμη, ή από την ικανότητα ηγεμονικών μπλοκ να επιβάλλουν τις προτεραιότητές τους στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Τα στοιχεία ενισχύουν το επιχείρημα ότι η Κύπρος αντιμετωπίστηκε όχι ως εταίρος που έπρεπε να σωθεί, αλλά ως εργαστήριο για τη δοκιμή (test) του «ηθικού κινδύνου». Η κυπριακή κρίση παρουσιάστηκε κυρίως μέσα από ένα αφήγημα χρηματοοικονομικής ορθότητας, εργαλειοποιώντας την ως όπλο εκφοβισμού απειθάρχητων κρατών μελών, ενώ η πραγματική ατζέντα αφορούσε την εξάλειψη του υπερεθνικού ρόλου και της διασυνοριακής ή υπεράκτιας εμβέλειας του τραπεζικού συστήματος της Δημοκρατίας, καθώς και την στοχευμένη εκδίωξη της ρωσικής χρηματοοικονομικής παρουσίας — μια γεωπολιτική κίνηση που υπογραμμίζει την ασύμμετρη εφαρμογή από την Ένωση των δικών της νομικών αρχών. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αυτό, η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετωπίστηκε όχι ως εταίρος που απαιτούσε συστημική σταθεροποίηση —όπως συνέβη με τις διασώσεις της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας— αλλά ως μια ιδιόμορφη δοκιμαστική περίπτωση για την επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας, με παράλληλη απομάκρυνση του ρωσικού και του υπεράκτιου κεφαλαίου από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Η άνευ προηγουμένου διάσωση με ίδια μέσα (bailin) του 2013 —που επιβλήθηκε υπό την εξουσία της Ευρωομάδας και της Τρόικας—αντανακλούσε αυτό το πειθαρχικό, τιμωρητικό πρότυπο και μια ασύμμετρη θεσμική πολιτική αντίδραση.

Συνολικά, αυτές οι διαμορφώσεις πολιτικής αποκαλύπτουν ένα ευρύτερο μοτίβο επιλεκτικής ή εξαρτώμενης από τις περιστάσεις συστημικής ενεργοποίησης εντός της Ένωσης. Οι κανονιστικές δεσμεύσεις, τα χρηματοοικονομικά μέσα και η πολιτική αλληλεγγύη δεν εφαρμόζονται αποκλειστικά με βάση νομικές αρχές ή το καθεστώς μέλους· αντίθετα, συχνά αντανακλούν μια διαστρωματωμένη ευθυγράμμιση των συμφερόντων των κυρίαρχων συνασπισμών —κυρίως του γαλλογερμανικού άξονα και των «Frugal Four» (Αυστρία, Δανία, Ολλανδία και Σουηδία)— καθώς και τη διαπραγματευτική ισχύ και τις γεωστρατηγικές προτεραιότητες που ενσωματώνονται στην εξελισσόμενη αρχιτεκτονική διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης. Για να συστηματοποιηθεί η έκταση αυτής της ασυμμετρίας, ο παρακάτω πίνακας αντιπαραθέτει το περιοριστικό, πειθαρχικό πλαίσιο που επιβλήθηκε στη Λευκωσία με το γενναιόδωρο, προσανατολισμένο στην ασφάλεια πλαίσιο που στηρίζει τη βοήθεια προς το Κίεβο, παρέχοντας μια συγκριτική αξιολόγηση της απόκλισης της πολιτικής της ΕΕ σε βασικούς χρηματοοικονομικούς, θεσμικούς και πολιτικούς παράγοντες.

Πίνακας: Συγκριτική αξιολόγηση των αποκλίσεων στην πολιτική της ΕΕ: Κύπρος και Ουκρανία

Category / Metric

Cyprus

Ukraine

Assistance Key Condition

Bank resolution; DLS bail-in; MoU conditionality

“No strings” military and budget aid

Total Disbursed / Pledged

€7,3 bn (actual disbursement)

~€197 bn (2022-2025) + €90 bn (2026-2027)

Primary Mechanism

ESM / IMF program; Bail-in of private assets

Hybrid grants and concessional loans

National Impact

Erosion of banking sector autonomy

Sovereignty and defense support from “Russian threat”

Structural Impact

Offshore model collapse; Banking sector downsizing

Fiscal viability in war conditions; War protraction

Economic Cost

GDP contraction; Banking sector destruction

Inflation across EU; EU fiscal redistribution

Social Cost

Austerity; Unemployment; Private wealth loss

Human toll; Infrastructure destruction; Migration

Opportunity Cost

Lost savings, pensions, home equity; Reputation damage

EU funds diversion from priorities; Foregone Investment

Burden Distribution

Internalized, concentrated within affected member state

Diffused across EU budget, citizens and taxpayers

Institutional Strategy

Eurozone moral-hazard discipline; A “template” for errant member states

Security architecture; Non-member exceptionalism

Underlying Objective

Strategic subordination of the core banking system

Strategic and military industry expansion (SAFE)

Legal Status

EU and Eurozone member state

Non-member candidate state

Geopolitical Stance

“Bilateral” frozen dispute; “Turkey-as-ally” constraint

Territorial integrity defense; Strategic brinkmanship

Occupation Response

EU persistent inertia; UN-led negotiations

Decoupling from Russia with aggressive sanctions

Source: European Commission, EEAS, Kiel Institute for the World Economy, and Author’s analysis

Προφανώς, η σύγκριση μεταξύ του τρόπου με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση χειρίστηκε την κυπριακή χρηματοπιστωτική κρίση και της αντίδρασής της στην Ουκρανία αποκαλύπτει μια εντυπωσιακά ασύμμετρη πολιτική στάση που θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνέπεια των στρατηγικών αρχών της ΕΕ. Στην περίπτωση της Κύπρου, η χρηματοδοτική συνδρομή επικεντρώθηκε σε δραστικά μέτρα εσωτερικής προσαρμογής, συμπεριλαμβανομένης της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος, της διάσωσης με ίδια μέσα (bailin) με κούρεμα των καταθετών, των δανειστών και των μετόχων, καθώς και της επιβολής αυστηρότατων όρων με Μνημόνιο στο πλαίσιο ενός κοινού προγράμματος με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το συνολικό ποσό που εκταμιεύθηκε ανήλθε σε περίπου €7,3 δις και συνοδεύτηκε από την άνευ προηγουμένου εσωτερικοποίηση του οικονομικού κόστους εντός του πληγέντος κράτους μέλους. Οι εθνικές επιπτώσεις περιλάμβαναν σοβαρή διάβρωση της αυτονομίας του τραπεζικού τομέα, την κατάρρευση του υπεράκτιου χρηματοοικονομικού μοντέλου και σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ, ενώ το κοινωνικό βάρος εκδηλώθηκε με λιτότητα, ανεργία και σημαντικές απώλειες ιδιωτικού πλούτου. Ο δηλωμένος θεσμικός στόχος που καθοδηγούσε τη χρηματοοικονομική παρέμβαση αντανακλούσε κυρίως την πειθαρχία του ηθικού κινδύνου της Ευρωζώνης και δημιούργησε ουσιαστικά ένα «πρότυπο» πολιτικής στο οποίο το κόστος της σταθεροποίησης συγκεντρώθηκε στο εσωτερικό. Αντίθετα, η αντίδραση της Ένωσης στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας από το 2022 περιελάμβανε ένα εκτεταμένο πλαίσιο χρηματοοικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, συνολικού ύψους περίπου 197 δις ευρώ για την περίοδο 2022– 2025, με επιπλέον 90 δις ευρώ που έχουν δεσμευτεί για την περίοδο 2026–2027. Όπως προαναφέρθηκε, η χρηματοδοτική συνδρομή έχει λάβει τη μορφή ενός υβριδικού μοντέλου επιχορηγήσεων και δανείων με ευνοϊκούς όρους, σχεδιασμένου να διασφαλίσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα υπό συνθήκες πολέμου και να παρέχει υποστήριξη στην κυριαρχία και την άμυνα έναντι της “ρωσικής απειλής”. Eν τω μεταξύ, το οικονομικό και δημοσιονομικό βάρος έχει διαχυθεί και κοινωνικοποιηθεί στον ευρύτερο προϋπολογισμό της ΕΕ και στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Μια έντονη ασυμμετρία χαρακτηρίζει την παρεμβατική προσέγγιση της Ένωσης: ενώ η Κύπρος —μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης— υποβλήθηκε σε ένα τιμωρητικό, στενά καθορισμένο πρότυπο κρίσης-πειθαρχίας που αποσυναρμολόγησε το βασικό τραπεζικό της σύστημα, η Ουκρανία —υποψήφια χώρα μη μέλος— έχει ενσωματωθεί σε μια ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας. Το τελευταίο αυτό πλαίσιο δίνει προτεραιότητα στη στρατηγική και στρατιωτικοβιομηχανική επέκταση, όπως αποδεικνύεται από πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα «Security Action for Europe» (SAFE). Αυτή η γεωπολιτική διπλή στάθμιση (double standards) αποδεικνύεται περαιτέρω από τις αποκλίνουσες αντιδράσεις της Ένωσης στην εδαφική επιθετικότητα: η μακροχρόνια κατοχή της Κύπρου έχει υποβιβαστεί σε μια «διμερή» παγωμένη διαμάχη, περιορισμένη από τις εμπορικές και στρατηγικές σχέσεις της Ένωσης με την Τουρκία, με αποτέλεσμα τη συνεχή αδράνεια της ΕΕ και την εξάρτηση από την αναποτελεσματική διαμεσολάβηση υπό την ηγεσία του ΟΗΕ. Αντίθετα, στην Ουκρανία, η Ένωση έχει επιδιώξει ενεργά μια ολοκληρωμένη στρατηγική και πολυδιάστατη υποστήριξη, η οποία επιβάλλεται μέσω της αποσύνδεσης από τη Ρωσία με επιθετικές και καταναγκαστικές κυρώσεις. Συνοπτικά, η αντιπαράθεση αυτή υποδηλώνει ότι η διαχείριση κρίσεων από την ΕΕ δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά εξαρτάται από τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές προτεραιότητες, δημιουργώντας ένα πολιτικό τοπίο που —είτε σκόπιμα είτε όχι— δίνει την εντύπωση διαφοροποιημένων προτύπων στην αντίδραση της Ένωσης στις προκλήσεις κυριαρχίας και στις οικονομικές κρίσεις.

Συμπέρασμα: Το τίμημα της «υπό όρους αλληλεγγύης»

Η έντονη απόκλιση στην αντιμετώπιση της Κύπρου και της Ουκρανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μια απερίφραστη καταδίκη του μοντέλου της «υπό αιρεσιμότητα αλληλεγγύης» που διέπει επί του παρόντος τη διαχείριση κρίσεων από την ΕΕ. Ενώ η Ένωση έχει επιδείξει μια άνευ προηγουμένου ικανότητα γεωστρατηγικής κινητοποίησης, συμπεριλαμβανομένου του δημοσιονομικού επεκτατισμού και της «χωρίς όρους» στήριξης υπό το πρόσχημα της άμυνας της Ουκρανίας, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιάφορη απέναντι στη συνεχιζόμενη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας ενός μικρού κράτους μέλους από την Τουρκία, παρά την αναγνωρισμένη γεωπολιτική σημασία της. Αυτή η ασυμμετρία υποδηλώνει ότι, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, η προστασία της κυριαρχικής ακεραιότητας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν αποτελεί σταθερή νομική εγγύηση, αλλά μια μεταβλητή πολιτικού υπολογισμού.

Τελικά, η σύγκριση Κύπρου-Ουκρανίας καταλήγει σε μια κρίσιμη διάγνωση: προειδοποιεί ότι, όσο η Ένωση δίνει προτεραιότητα στην εξωτερική γεωστρατηγική, στην ηγεμονία που καθοδηγείται από συνασπισμούς ή υπολογισμένους σχεδιασμούς που καθοδηγούνται από μπλοκ έναντι της εσωτερικής θεσμικής ισότητας, κινδυνεύει να εδραιώσει μια διπλή ιεραρχία μεταξύ των κρατών μελών. Σε ένα τέτοιο σύστημα, θεμελιώδεις αξίες όπως η «εδαφική ακεραιότητα», η «χρηματοπιστωτική σταθερότητα» και η «δημοσιονομική ορθοδοξία» δεν αποτελούν πλέον καθολικές αρχές, αλλά μάλλον εργαλεία που χρησιμοποιούνται ή επικαλούνται και εφαρμόζονται με ασυνέπεια, μέσα από ένα επιλεκτικό πρίσμα που βασίζεται στην εξουσία. Η νομολογιακή συνέπεια της Ένωσης και η συστημική δικαιοσύνη υποτάσσονται στις διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις, στην ηγεμονική ευθυγράμμιση και στη γεωπολιτική σκοπιμότητα. Σε αυτό το υπόδειγμα, τα μικρότερα κράτη καλούνται να αναλάβουν το εσωτερικό κόστος των συστημικών αποτυχιών, ενώ οι συλλογικοί πόροι ανακατευθύνονται για να καλύψουν τις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της παγκόσμιας πολιτικής εξουσίας και τις ασταθείς επιταγές της ηγεμονικής ισορροπίας.

Η αντίθετη αντιμετώπιση Κύπρου και Ουκρανίας, επομένως, αποκρυσταλλώνει ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας και γεωπολιτικής: η αλληλεγγύη δεν είναι ούτε ομοιόμορφη ούτε ουδέτερη — διαμορφώνεται από την εξουσία, ενεργοποιείται από στρατηγική αναγκαιότητα και κατανέμεται σύμφωνα με μια ιεραρχία συμφερόντων. Αυτή η ασυμμετρία φαίνεται να επικυρώνει ουσιαστικά τη διαχρονική αρχή της ρεαλπολιτίκ του Θουκυδίδη ότι «οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν, και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει» —μια πικρή ειρωνεία για μια Ένωση που ιδρύθηκε πάνω στις υποσχέσεις μιας κοινότητας αξιών, δίκαιης μεταχείρισης και γνήσιας αλληλεγγύης.

***

*Ο Δρ. Παναγιώτης Τήλλυρος, είναι Οικονομολόγος και αναλυτής διεθνών σχέσεων με ειδίκευση στη γεωπολιτική, τη γεωοικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια.

1 Δείτε τη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα: Tilliros, P., Cyprus Bail-in: An Assessment of the Causes, Impact and Implications, Αποθετήριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Διαθέσιμη στη διεύθυνση:

https://repository.unic.ac.cy/archive/item/6286?lang=en

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Άμυνα

Χρυσή ευκαιρία για Ινδία και Γαλλία για το μαχητικό 6ης γενιάς

Μετά το γαλλογερμανικό ναυάγιο, η Ινδία μπαίνει στο παιχνίδι του μαχητικού 6ης γενιάς

Δημοσιεύτηκε

στις

Η κατάρρευση του ευρωπαϊκού προγράμματος FCAS ανοίγει ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας για την Ινδία, η οποία θα μπορούσε να πάρει τη θέση της Γερμανίας δίπλα στη Γαλλία στην ανάπτυξη μαχητικού 6ης γενιάς.

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Το πρόγραμμα Future Combat Air System, που ξεκίνησε το 2017 ως φιλόδοξο σχέδιο ύψους περίπου 100 δισ. ευρώ, είχε στόχο τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου «περιβάλλοντος συστημάτων», του νέου μαχητικού NGF, μη επανδρωμένων συνοδευτικών αεροσκαφών και combat cloud για διασύνδεση πλατφορμών. Ωστόσο, οι χρόνιες διαφωνίες ανάμεσα στη Dassault, που εκπροσωπεί τη Γαλλία, και την Airbus, που εκπροσωπεί Γερμανία και Ισπανία, έφεραν το πρόγραμμα σε αδιέξοδο.

Η τελευταία προσπάθεια διάσωσης έγινε στη συνάντηση του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν στο περιθώριο της Συνόδου ΕΕ–Δυτικών Βαλκανίων στο Μαυροβούνιο. Από εκεί έγινε οριστικά αντιληπτό, ότι το βιομηχανικό αδιέξοδο δεν μπορούσε να σπάσει. Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό Τύπο, το Παρίσι και το Βερολίνο βάζουν τέλος στην κοινή ανάπτυξη του μαχητικού, αν και η συνεργασία σε επιμέρους ψηφιακά συστήματα και combat cloud ενδέχεται να συνεχιστεί.

Η ουσία της σύγκρουσης ήταν απλή αλλά καθοριστική. Η Dassault ζητούσε ηγετικό ρόλο στην ανάπτυξη του μαχητικού, επικαλούμενη την εμπειρία της στα Rafale. Η Airbus απαιτούσε ισότιμη κατανομή έργου, θεωρώντας ότι η γαλλική πλευρά άφηνε πολύ μικρό χώρο στη γερμανική βιομηχανία.

Πέρα από τη βιομηχανική μοιρασιά, υπήρχε και δογματική διαφορά! Η Γαλλία ήθελε αεροσκάφος ικανό για πυρηνική αποτροπή και επιχειρήσεις από αεροπλανοφόρο, ενώ η Γερμανία προτιμούσε βαρύτερο αεροσκάφος, με έμφαση στην εμβέλεια, το φορτίο, την αεροπορική υπεροχή και το stealth.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει στο κάδρο η Ινδία. Ο πρώην πτέραρχος της ινδικής Αεροπορίας Ανίλ Τσόπρα δήλωσε στο EurAsian Times ότι το Νέο Δελχί πρέπει να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία και να ενώσει δυνάμεις με τη Γαλλία. Όπως υποστήριξε, η Ινδία διαθέτει ταλέντο, βιομηχανική βάση και μια Πολεμική Αεροπορία που θα μπορούσε να δώσει μεγάλες παραγγελίες για ένα τέτοιο μαχητικό.

Η πρόταση δεν είναι αβάσιμη. Ινδία και Γαλλία έχουν βαθιά αμυντική σχέση από τη δεκαετία του 1950, όταν η Ινδία απέκτησε τα γαλλικά Ouragan, γνωστά στην Ινδία ως Toofani. Ακολούθησαν τα Mystère IVA, τα Mirage 2000, τα Rafale και, πιο πρόσφατα, η συμφωνία του 2025 για Rafale-M του ινδικού Ναυτικού. Το υπό συζήτηση ινδικό πρόγραμμα για 114 Rafale θα μπορούσε να κάνει την Ινδία τον μεγαλύτερο χρήστη Rafale εκτός Γαλλίας, εφόσον ολοκληρωθεί.

Για τη Γαλλία, μια ινδική συμμετοχή θα έφερνε χρηματοδότηση, μεγάλο αριθμό μελλοντικών παραγγελιών και δυνατότητα συμπαραγωγής. Για την Ινδία, θα άνοιγε πρόσβαση σε τεχνολογίες 6ης γενιάς: Stealth νέας εποχής, προηγμένη πρόωση, διασυνδεδεμένο πεδίο μάχης, τεχνητή νοημοσύνη, συνεργασία επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Το ενδιαφέρον είναι ότι Παρίσι και Νέο Δελχί φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη στρατηγική συμβατότητα από ό,τι είχαν Παρίσι και Βερολίνο. Και οι δύο πλευρές ενδιαφέρονται για αεροναυτική ισχύ, επιχειρήσεις από αεροπλανοφόρα και πυρηνική αποτροπή. Η Ινδία, με δύο αεροπλανοφόρα σε υπηρεσία και τρίτο σε σχεδιασμό, έχει ανάγκες που μοιάζουν περισσότερο με τις γαλλικές παρά με τις γερμανικές.

Παράλληλα, η Ινδία ήδη χτίζει υποδομές γύρω από το γαλλικό οικοσύστημα. Η Safran προχωρά σε εγκατάσταση MRO για τον κινητήρα M88 του Rafale στο Χαϊντεραμπάντ, ενώ υπάρχουν συζητήσεις για συνεργασία στον κινητήρα του ινδικού AMCA, του εγχώριου μαχητικού 5ης γενιάς. Υπενθυμίζεται, ότι η Safran είναι η εταιρεία, η οποία πριν λίγο καιρό υπέγραψε συμφωνία με την τουρκική Baykar. Η συνεργασία με τη Γαλλία στο FCAS θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως τεχνολογικός επιταχυντής για το ίδιο το AMCA.

Υπάρχει, όμως, και σοβαρός κίνδυνος. Η Ινδία δεν θέλει να γίνει απλώς ταμείο χρηματοδότησης ενός γαλλικού μαχητικού. Το κρίσιμο ζήτημα θα είναι το ποσοστό συμμετοχής, η μεταφορά τεχνογνωσίας, τα δικαιώματα συμπαραγωγής και ο πραγματικός ρόλος της ινδικής βιομηχανίας. Αν η Dassault επιδιώξει απόλυτο έλεγχο, το Νέο Δελχί θα βρεθεί μπροστά στο ίδιο πρόβλημα που διέλυσε τη συνεργασία με το Βερολίνο.

Η κατάρρευση του FCAS, λοιπόν, δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό ναυάγιο. Είναι και στρατηγικό άνοιγμα. Η Γερμανία ήδη κοιτά προς Saab ή άλλα σχήματα, ενώ η Γαλλία πρέπει να αποφασίσει αν θα προχωρήσει μόνη ή με νέο εταίρο. Για την Ινδία, η συγκυρία είναι σπάνια! Μπορεί να μπει στο τραπέζι της 6ης γενιάς όχι ως απλός πελάτης, αλλά ως συμπαραγωγός.

Το ερώτημα είναι αν Παρίσι και Νέο Δελχί μπορούν να συμφωνήσουν σε αυτό που δεν κατάφεραν Παρίσι και Βερολίνο, δηλαδή να διαμοργώσουν μια πραγματική στρατηγική σύμπραξη και όχι μια απλή βιομηχανική μοιρασιά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Το «American Dream» ως αλλοίωση της εθνικής υπόστασης ενός Έθνους

Δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Το λεγόμενο «American Dream» δεν συνιστά απλώς ένα κοινωνικο-οικονομικό πρότυπο ανόδου, αλλά έναν ολοκληρωμένο πολιτισμικό και ανθρωπολογικό μηχανισμό αναδιαμόρφωσης των παραδοσιακών εθνικών ταυτοτήτων.
Στο πλαίσιο του πρώην ανατολικού ρωμαϊκού κράτους των ορθοδόξων εθνών, η επίδρασή του υπήρξε ιδιαιτέρως έντονη, διότι εισήγαγε μια νέα κοσμοθεωρία μία νέα θρησκεία, βασισμένη στον ατομο-κεντρισμό, την οικονομική επιτυχία ως υπέρτατη αξία και την αποδυνάμωση των ιστορικών, πνευματικών και κοινοτικών δεσμών που συγκροτούσαν διαχρονικά την εθνική συνοχή.
Η καθ ημάς Ανατολή με την ορθόδοξη παράδοση άρχισε να γίνεται η ψεύτικη πολιτική βιτρίνα των πολιτικών, απομακρύνοντας από έννοιες που ιστορικά θεμελιώθηκε επί της έννοιας του προσώπου, της κοινότητας, της συλλογικής μνήμης και της πνευματικής συνέχειας του έθνους. Αντιθέτως, το αμερικανικό πρότυπο οικοδομήθηκε επί της λογικής του «self-made individual», δηλαδή του ανθρώπου που αυτο-προσδιορίζεται με προτεσταντίζοντα τρόπο αποκλειστικά μέσω της οικονομικής και κοινωνικής του επιτυχίας, με αυτόν τον ιδιόμορφο προτεσταντίζοντα τρόπο, που κάποιοι νεοέλληνες μας τον εμφανίζουν ως επιστημονικό υψηλό φρούτο, φρούδας ελπίδας.
Η μετάβαση από την καθ’ ημάς Ανατολή και παραδοσιακή ορθόδοξη κοινοτική δομή προς έναν δυτικό ατομο-κεντρικό φιλελευθερισμό, προκάλεσε τη σταδιακή αποσύνθεση της πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας πολλών ορθοδόξων κοινωνιών και φερόμενων ηγετών, που έγιναν οικτροί ηγετίσκοι.
Ιδιαιτέρως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η πολιτισμική διείσδυση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν περιορίστηκε σε οικονομικούς ή γεωπολιτικούς όρους, αλλά εξελίχθηκε σε μορφή «ήπιας ισχύος» (soft power), η οποία επηρέασε την παιδεία, τη γλώσσα, τη μαζική κουλτούρα, την πολιτική σκέψη και ακόμη και την αντίληψη περί ιστορίας και εθνικής αποστολής. Το «American Dream» παρουσιάστηκε ως οικουμενικό πρότυπο ευτυχίας και προόδου, υποκαθιστώντας σταδιακά τα εθνικά ιδεώδη, την ιστορική μνήμη και την πνευματική αποστολή των ορθοδόξων λαών.
Στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας και της θεωρίας του κράτους και του δικαίου, το φαινόμενο αυτό μπορεί να αναλυθεί ως διαδικασία πολιτισμικής απο-εθνοποίησης. Το έθνος παύει να νοείται ως ιστορική και πνευματική κοινότητα και μετατρέπεται σε απλή οικονομική μονάδα εντός της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Η παράδοση της καθ ημάς Ανατολής αντιμετωπίζεται ως αναχρονισμός. Η θρησκευτική ταυτότητα ως μία ιδιωτική υπόθεση ενός προτεσταντικού τύπου και προτεσταντίζουσας πολιτικής φιλοσοφίας και η ιστορική συνέχεια ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό του δήθεν μετανθρωπισμού της απώλειας και ερημίας των πόλεων.
Κατ’ αυτόν τον προτεσταντίζοντα τρόπο, η εθνική υπόσταση αποδυναμώνεται όχι μέσω στρατιωτικής βίας, αλλά μέσω πολιτισμικής μεταβολής των αξιών και των προτύπων ζωής.
Η περίπτωση πολλών ορθοδόξων βαλκανικών κοινωνιών είναι χαρακτηριστική. Η μαζική μετανάστευση, η ιδεολογική εξάρτηση από δυτικά πρότυπα και η σταδιακή εγκατάλειψη της ιστορικής αυτογνωσίας οδήγησαν σε εθνική κρίση ταυτότητας.
Η κοινωνική επιτυχία άρχισε να μετράται με αμερικανικά καταναλωτικά κριτήρια και όχι με βάση την προσφορά προς το έθνος, την κοινότητα ή την πνευματική καλλιέργεια, πάντων μέτρο όχι άνθρωπος άλλο χρήμα.. Η μεταβολή αυτή δεν επηρέασε μόνο τις οικονομικές δομές, αλλά και την ίδια την πολιτική και δομική ανθρωπολογική συγκρότηση των κοινωνιών.
Παράλληλα, η πολιτισμική ηγεμονία της αμερικανικής μαζικής κουλτούρας επέφερε σταδιακή αποϊεροποίηση της δημόσιας ζωής.
Η καθ’ ημάς Ανατολή με την Ορθοδοξία, που αποτελούσε θεμελιώδη άξονα της ιστορικής ύπαρξης των ορθοδόξων εθνών, περιορίστηκε συχνά σε συμβολικό ή εθιμοτυπικό επίπεδο. Η εθνική μνήμη αντικαταστάθηκε από έναν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό εικόνας, κατανάλωσης και πολιτισμικού συγκρητισμού.
Ωστόσο, η κριτική προς το «American Dream» δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως άρνηση της τεχνολογικής προόδου ή της κοινωνικής κινητικότητας.
Το ουσιώδες ζήτημα αφορά το κατά πόσον ένα ορθόδοξο έθνος μπορεί να υιοθετεί στοιχεία εκσυγχρονισμού και μετανθρωπισμού χωρίς να απολέσει την ιστορική και πνευματική του ταυτότητα. Η πρόκληση για τα ορθόδοξα έθνη του 21ου αιώνα είναι η διατήρηση της πολιτισμικής τους αυτο-συνειδησίας απέναντι σε μια παγκόσμια ομογενοποίηση αξιών και προτύπων του μετανθρωπισμού.
Εν κατακλείδι, το «American Dream» δύναται να θεωρηθεί όχι απλώς οικονομικό ή κοινωνικό πρότυπο, αλλά ιδεολογικός φορέας προτεσταντικού πολιτισμικού μετασχηματισμού. Τα τελευταία κυρίως πενήντα χρόνια οι πολιτικοί της Ελλάδας προσκύνησαν ξένα πρότυπα. Στην περίπτωση των ορθοδόξων εθνών, η ανεξέλεγκτη υιοθέτησή τους οδηγεί σε σταδιακή αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης, της πνευματικής παραδόσεως και της εθνικής συνοχής. Οικτρή κατάντια για την νέα Γενιά, του Ναι, σε Όλα. Η υπεράσπιση της εθνικής υπόστασης προϋποθέτει, όχι απομονωτισμό, αλλά τη συνειδητή πολιτισμική αυτογνωσία και την κοινωνική και πολιτική επαναθεμελίωση της σχέσης μας μεταξύ έθνους, ιστορίας και ορθόδοξης πνευματικότητας. Αλλιώς η πόλη Εάλω, εκ των ένδω.
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Οι Αλβανοί διακινητές και το νομικό κενό που εκμεταλλεύτηκε ο δράστης του Μπέλφαστ!

Εκμεταλλεύονται την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Επιμέλεια: Μπάμπης Πετράκης

Πώς έφτασε ο Σουδανός στην Ιρλανδία; Σύμφωνα με την αστυνομία, ο άνδρας πέταξε πιθανότατα από το Παρίσι στο Δουβλίνο και στη συνέχεια συνέχισε με λεωφορείο προς τη Βόρεια Ιρλανδία.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «The Telegraph», ακριβώς αυτή η διαδρομή διαφημίζεται ενεργά στα social media από Αλβανούς διακινητές ανθρώπων.

Μετά την επίθεση με μαχαίρι στο Μπέλφαστ, γίνονται όλο και περισσότερα γνωστά για τον τρόπο εισόδου του 30χρονου υπόπτου, ο οποίος κατάγεται από το Σουδάν. Σύμφωνα με την αστυνομία, ο Χάντι Αλοντίντ (Hadi Alodid) κατάφερε τον Φεβρουάριο του 2023 να εισέλθει στη Βόρεια Ιρλανδία μέσω της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, αφού είχε ταξιδέψει προηγουμένως με πτήση γραμμής από το Παρίσι στο Δουβλίνο. Μόνο στη Βόρεια Ιρλανδία υπέβαλε αίτηση ασύλου και έλαβε τον Σεπτέμβριο του 2023 άδεια παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το 2028.

Όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα «The Telegraph», αλβανικές συμμορίες διακινητών προσφέρουν αυτό το νομικό κενό για είσοδο στα social media, εκμεταλλευόμενοι την απουσία ελέγχων διαβατηρίων στα σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας. Ο Αλοντίντ φέρεται μετά την άφιξή του στο Δουβλίνο να πήρε λεωφορείο για το Μπέλφαστ. Αυτή η διαδρομή, σύμφωνα με την Telegraph, διαφημίζεται σε διαδικτυακά βίντεο και αγγελίες ως εναλλακτική λύση στις παράνομες διασχίσεις της Μάγχης – με «εγγυημένη» επιτυχία και «μέγιστη ασφάλεια», όπως αναφέρεται.

Η πληρωμή των 7.000 λιρών (8.100 ευρώ) γίνεται μόνο μετά την άφιξη. Η επικοινωνία με τους διακινητές γίνεται μέσω συνδέσμων ή WhatsApp.

Επιπλέον, όπως αναφέρει και η εφημερίδα «Daily Mail», ο Αλοντίντ επωφελήθηκε από το βρετανικό πρόγραμμα «Fast-Track», μια επιταχυνόμενη διαδικασία ασύλου που εισήχθη ακόμα επί πρωθυπουργίας Ρίσι Σουνάκ. Το πρόγραμμα προβλέπει την ταχεία εξέταση αιτήσεων από άτομα προερχόμενα από χώρες που η βρετανική κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως «ασφαλείς».

Ο ύποπτος φέρεται τη Δευτέρα να επιτέθηκε επανειλημμένα με μαχαίρι σε έναν άνδρα και να προσπάθησε να του κόψει τον λαιμό. Το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά. Από τότε το Μπέλφαστ συγκλονίζεται από ταραχές. Ταραξίες, εν μέρει καλυμμένοι, περιφέρονταν στους δρόμους μετά το περιστατικό και έβαλαν φωτιά σε αρκετά οχήματα, μεταξύ των οποίων και ένα λεωφορείο.

Επίσης, πυρπολήθηκαν σπίτια και χρειάστηκε να διασωθούν κάτοικοι. Λίγο νωρίτερα, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για να διαδηλώσουν κατά των μεταναστών και της μετανάστευσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα8 λεπτά πριν

Πάλμας: Θέλουμε πιο ενεργή εμπλοκή της ΕΕ στο Κυπριακό – Η Τουρκία να κάνει επιτέλους την αυτοκριτική της

Το μήνυμα προς τις Βρυξέλλες είναι ότι η Κύπρος χρειάζεται περισσότερη ευρωπαϊκή στήριξη στο Κυπριακό. Το μήνυμα προς την Άγκυρα...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ1 ώρα πριν

Είμαι ο χάρτης της Σεβίλλης! Είμαι ζωντανός

Επιτέλους κάντε κάτι. Γράφει ο Χρήστος Κηπουρός.

Άμυνα2 ώρες πριν

Χρυσή ευκαιρία για Ινδία και Γαλλία για το μαχητικό 6ης γενιάς

Μετά το γαλλογερμανικό ναυάγιο, η Ινδία μπαίνει στο παιχνίδι του μαχητικού 6ης γενιάς

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

ΗΠΑ–Halkbank: Η Ουάσιγκτον αφήνει τον Ερντογάν χωρίς το «βαρίδι» που τον πίεζε

Η υπόθεση Halkbank ήταν ένα από τα λίγα πραγματικά χαρτιά πίεσης των ΗΠΑ απέναντι στον Ερντογάν. Με την αρχειοθέτησή της,...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Στην Ουάσιγκτον η «μάχη» για την Κύπρο: Σήμερα ολοκληρώνεται το 41ο Συνέδριο της ΠΣΕΚΑ με επαφές στο Κογκρέσο και την αμερικανική κυβέρνηση

Οι διοργανωτές θεωρούν ότι η φετινή συγκυρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η Κύπρος έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο γεωστρατηγικό εταίρο της...

Δημοφιλή