Αναλύσεις
Η πολιτική της Τουρκίας στο Μπαγκλαντές και η σκιά της Jamaat-e-Islami
Το ερώτημα, συνεπώς, είναι αν οι δύο χώρες μπορούν να οικοδομήσουν βαθύτερη συνεργασία χωρίς να αγνοούν την ιστορία. Διότι πραγματική φιλία μεταξύ κρατών δεν σημαίνει λήθη. Σημαίνει αναγνώριση των γεγονότων, ειλικρίνεια και σεβασμό στη μνήμη ενός λαού.
Η σχέση της Τουρκίας με το Μπαγκλαντές κουβαλά ένα βαρύ ιστορικό φορτίο, το οποίο επανέρχεται στο προσκήνιο κάθε φορά που η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη υπεράσπισης της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και της μουσουλμανικής αλληλεγγύης.
Σύμφωνα με ανάλυση της Daily Sun, η τουρκική πολιτική απέναντι στο Μπαγκλαντές υπήρξε διαχρονικά πιο σύνθετη και αντιφατική από την εικόνα που προβάλλει η Άγκυρα. Από τη στάση της στον Πόλεμο Ανεξαρτησίας του 1971 έως τις μεταγενέστερες παρεμβάσεις υπέρ στελεχών της Jamaat-e-Islami, η Τουρκία βρέθηκε πολλές φορές απέναντι σε βασικές ευαισθησίες της μπαγκλαντεσιανής κοινωνίας.
Το 1971, όταν οι Βεγγαλέζοι διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους από το Πακιστάν, η Τουρκία δεν στάθηκε στο πλευρό τους. Αντίθετα, υιοθέτησε τη θέση του Ισλαμαμπάντ ότι η σύγκρουση αποτελούσε εσωτερική υπόθεση του Πακιστάν και έδωσε έμφαση στην εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Η Άγκυρα δεν αναγνώρισε το Μπαγκλαντές ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε αμέσως μετά τη νίκη του Δεκεμβρίου 1971. Η αναγνώριση ήρθε μόλις στις 22 Φεβρουαρίου 1974, αφού πρώτα το ίδιο το Πακιστάν αποδέχθηκε την ανεξαρτησία του Μπαγκλαντές και λίγο πριν την ένταξη της χώρας στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνεργασίας.
Η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν τυχαία. Αντανακλούσε τις στρατηγικές προτεραιότητες της Τουρκίας, που διατηρούσε στενούς δεσμούς με το Πακιστάν στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και των σχέσεων στον μουσουλμανικό κόσμο. Για την Άγκυρα, η διατήρηση της σχέσης με το Ισλαμαμπάντ φάνηκε να υπερισχύει της στήριξης στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Βεγγαλέζων.
Ανάλογη ήταν και η στάση της Τουρκίας στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνεργασίας. Δεν εμφανίστηκε ως υπέρμαχος της ανεξαρτησίας του Μπαγκλαντές, αλλά ευθυγραμμίστηκε με τη νέα πραγματικότητα όταν το Πακιστάν άλλαξε στάση. Για πολλούς πολίτες του Μπαγκλαντές, αυτή η ιστορική ακολουθία έχει σημασία, καθώς οι χώρες που στήριξαν ενεργά τον αγώνα του 1971 έχουν διαφορετική θέση στη συλλογική μνήμη από εκείνες που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία εκ των υστέρων.
Κεντρικό σημείο της ανάλυσης αποτελεί και η Jamaat-e-Islami. Κατά τον πόλεμο του 1971, η οργάνωση αντιτάχθηκε στην ανεξαρτησία του Μπαγκλαντές και συντάχθηκε με το Πακιστάν. Στελέχη και μέλη της κατηγορήθηκαν αργότερα για συνεργασία με τον πακιστανικό στρατό και ορισμένα καταδικάστηκαν από τα δικαστήρια του Μπαγκλαντές για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του πολέμου.
Το άρθρο διευκρινίζει ότι δεν υπάρχει πειστική ιστορική απόδειξη πως η Τουρκία στήριξε ειδικά τη Jamaat-e-Islami το 1971. Ωστόσο, επειδή η Άγκυρα στήριζε τη θέση του Πακιστάν, αντικειμενικά βρέθηκε στην ίδια πλευρά της σύγκρουσης με τη Jamaat.
Η σχέση αυτή απέκτησε νέο βάθος την περίοδο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Από τη δεκαετία του 2010, η Τουρκία επέκρινε επανειλημμένα το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων του Μπαγκλαντές και αντέδρασε στις εκτελέσεις στελεχών της Jamaat που είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου. Η τουρκική πλευρά χαρακτήριζε τις δίκες πολιτικά υποκινούμενες και ζητούσε επιείκεια, ενώ η Ντάκα υποστήριζε ότι επρόκειτο για καθυστερημένη δικαιοσύνη απέναντι στις θηριωδίες του 1971.
Η ανάλυση συνδέει τη στάση αυτή με τη γενικότερη ιδεολογική συγγένεια της κυβέρνησης Ερντογάν με κινήματα πολιτικού Ισλάμ. Η Jamaat-e-Islami και η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι διαφορετικές οργανώσεις, με διαφορετική ιστορική αφετηρία. Η πρώτη αντλεί ιδέες από τον Αμπούλ Αλά Μαουντούντι, ενώ η δεύτερη ιδρύθηκε στην Αίγυπτο από τον Χασάν αλ-Μπάνα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κοινά στοιχεία: σύνδεση Ισλάμ και πολιτικής, έμφαση σε διακυβέρνηση με ισλαμικές αρχές, κοινωνική οργάνωση βάσης και διακρατικές σχέσεις μεταξύ ισλαμιστικών πολιτικών φορέων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Άγκυρας απέναντι στη Jamaat δημιούργησε την εντύπωση, σε μέρος της κοινής γνώμης του Μπαγκλαντές, ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει με πολιτική συμπάθεια το συγκεκριμένο κίνημα.
Η συζήτηση επεκτείνεται και στο πολιτικό τοπίο του 2026. Ορισμένοι παρατηρητές υποστηρίζουν ότι η τουρκική διπλωματική δραστηριότητα και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Άγκυρας έγιναν αντιληπτές ως ευνοϊκές προς ισλαμιστικές πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα τη Jamaat. Ωστόσο, η ανάλυση τονίζει ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν δημόσια διαθέσιμα στοιχεία που να αποδεικνύουν άμεση τουρκική κυβερνητική χρηματοδότηση ή επιχειρησιακή στήριξη προς τη Jamaat στις εκλογές του 2026.
Το βέβαιο, σύμφωνα με το άρθρο, είναι ότι η μακρόχρονη κριτική της Τουρκίας στις ενέργειες κατά στελεχών της Jamaat έχει ενισχύσει την αντίληψη ότι η Άγκυρα διατηρεί πολιτική εγγύτητα προς το κίνημα.
Παρά τις ιστορικές εντάσεις, Τουρκία και Μπαγκλαντές έχουν διευρύνει τη συνεργασία τους σε εμπόριο, επενδύσεις, άμυνα, εκπαίδευση και ανθρωπιστικά ζητήματα. Όμως η μνήμη του 1971 παραμένει ισχυρή. Για το Μπαγκλαντές, η ανεξαρτησία δεν είναι απλώς ένα γεγονός εξωτερικής πολιτικής. Είναι ο πυρήνας της εθνικής του ταυτότητας.
Το ερώτημα, συνεπώς, είναι αν οι δύο χώρες μπορούν να οικοδομήσουν βαθύτερη συνεργασία χωρίς να αγνοούν την ιστορία. Διότι πραγματική φιλία μεταξύ κρατών δεν σημαίνει λήθη. Σημαίνει αναγνώριση των γεγονότων, ειλικρίνεια και σεβασμό στη μνήμη ενός λαού.
Αναλύσεις
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και οι προοπτικές των οικονομιών της ΕΕ
Η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος δεν θα κριθεί μόνο από τους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης ή από τους δείκτες παραγωγικότητας. Θα κριθεί και από το κατά πόσον οι Ευρωπαίοι πολίτες θα έχουν ουσιαστική βελτίωση στο βιοτικό τους επίπεδο.
Γράφει ο Ανδρέας Θεοφάνους
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας υποδηλεί την αυξανόμενη ανησυχία για τους χαμηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας, για τις αδυναμίες που παρατηρούνται στον τομέα της καινοτομίας σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες, καθώς και για τις επιπτώσεις ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου διεθνούς περιβάλλοντος. Οι ανησυχίες αυτές είναι εύλογες. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος η συζήτηση να περιοριστεί μόνο σε μια τεχνοοικονομική προσέγγιση και να παραγνωριστούν βαθύτερες διαρθρωτικές και πολιτικές διαστάσεις του ζητήματος.
Η σημασία της ανταγωνιστικότητας
Η ανταγωνιστικότητα συχνά παρουσιάζεται ως ζήτημα παραγωγικότητας, επενδύσεων και τεχνολογικής προόδου. Οι παράγοντες αυτοί είναι σημαντικοί όμως ταυτόχρονα υπάρχουν και άλλα ζητήματα. Οι προκλήσεις αυτές συνδέονται επίσης με την κοινωνική συνοχή, την αποτελεσματικότητα των θεσμών, την ενεργειακή ασφάλεια, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη δυνατότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών να διατηρούν την οικονομική και πολιτική τους σταθερότητα σε μια περίοδο μετασχηματισμών.
Ανάγκη διαφοροποίησης του υφιστάμενου οικονομικού υποδείγματος
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς η ΕΕ θα καταστεί πιο ανταγωνιστική αλλά και ποιο οικονομικό υπόδειγμα επιθυμεί να προωθήσει με τρόπο που αυτό θα συνδυάζει την ανάπτυξη με τη με την κοινωνική συνοχή. Το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα των τελευταίων δεκαετιών συνδέεται με εξελίξεις που προβληματίζουν σοβαρά. Σε αρκετά κράτη μέλη παρατηρούνται αυξανόμενες πιέσεις στη μεσαία τάξη καθώς και διεύρυνση κοινωνικών και των οικονομικών ανισοτήτων. Οι εξελίξεις αυτές πρέπει να αποτελούν μέρος της συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα.
Μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ανταγωνιστική όταν η οικονομική πρόοδος συνοδεύεται από κοινωνική ανασφάλεια, περιορισμένες προοπτικές για τις νεότερες γενιές ή αυξανόμενη αβεβαιότητα για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Η βιώσιμη ανταγωνιστικότητα προϋποθέτει οικονομική αποτελεσματικότητα καθώς και κοινωνική νομιμοποίηση.
Το διεθνές περιβάλλον, η παραγωγικότητα και οι επενδύσεις
Οι προκλήσεις καθίστανται ακόμη πιο σύνθετες λόγω του διεθνούς περιβάλλοντος. Η ΕΕ δραστηριοποιείται σήμερα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικό και τεχνολογικό ανταγωνισμό, περιφερειακές συγκρούσεις και αυξανόμενη αβεβαιότητα. Οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλότερες σε σχέση με πολλές ανταγωνιστικές οικονομίες, οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν γίνει πιο απαιτητικές και οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από στρατηγικούς και γεωπολιτικούς υπολογισμούς.
Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν αδυναμίες που στο παρελθόν δεν ήταν πάντοτε ορατές. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιδόσεις των εξαγωγών της ΕΕ απέκρυπταν βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα που αφορούσαν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ανθεκτικότητα των οικονομιών της.
Η παραγωγικότητα και οι οικονομικές επιδόσεις επηρεάζονται επίσης από την ποιότητα των θεσμών, την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, τη δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την πρόσβαση σε προσιτή ενέργεια και τη συνολική ικανότητα μιας οικονομίας να κατανέμει και να αξιοποιεί αποτελεσματικά τους διαθέσιμους πόρους.
Η ΕΕ διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας, κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, καθώς και σημαντικές επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη γνώσης ή ταλέντου. Είναι η αδυναμία μετατροπής αυτής της γνώσης σε καινοτομία, επιχειρηματικότητα και οικονομική δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας.
Γραφειοκρατία και το θεσμικό πλαίσιο
Η γραφειοκρατία και ο κατακερματισμός των νομικών πλαισίων εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρά εμπόδια. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν συχνά σε ένα πολύπλοκο γραφειοκρατικό περιβάλλον που επιβραδύνει τη λήψη αποφάσεων, αυξάνει το κόστος λειτουργίας και δυσχεραίνει την ανάπτυξή τους. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) αντιμετωπίζουν πρόσθετες δυσκολίες όταν επιχειρούν να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η μείωση της γραφειοκρατίας και η απλούστευση των διαδικασιών δεν αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα. Αντίθετα, συνιστούν βασικές προϋποθέσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι τιμές της ενέργειας και η πράσινη μετάβαση
Το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τη βιομηχανική παραγωγή, τις επενδυτικές αποφάσεις και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Η πράσινη μετάβαση αποτελεί αναγκαία απάντηση στην πρόκληση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, η εφαρμογή της πρέπει να γίνεται με τρόπο που να λαμβάνει υπ’ όψιν τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Εάν η πράσινη μετάβαση οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του κόστους ζωής, σε αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης ή σε δυσανάλογες επιβαρύνσεις για ορισμένα κράτη μέλη, τότε θα δημιουργηθούν σοβαρές οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες. Το ζητούμενο είναι να διασφαλίσουμε ότι η πράσινη μετάβαση θα είναι οικονομικά βιώσιμη, κοινωνικά αποδεκτή και πολιτικά διαχειρίσιμη.
Η διαφορετικότητα των κρατών μελών
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπ’ όψιν τη μεγάλη διαρθρωτική ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει την ΕΕ. Τα κράτη μέλη διαφέρουν σημαντικά ως προς τη δομή των οικονομιών τους, τις θεσμικές τους δυνατότητες, τις ενεργειακές τους ανάγκες, τη δημοσιονομική τους ευχέρεια και τη γεωγραφική τους θέση. Ως εκ τούτου, μια προσέγγιση που επιχειρεί να εφαρμόσει τις ίδιες πολιτικές σε όλες τις περιπτώσεις δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις διαφορετικές πραγματικότητες που υπάρχουν εντός της Ένωσης.
Οι πολιτικές εξυγιάνσεις και τα διδάγματα της κρίσης
Η εμπειρία του 2013 και ιδιαίτερα το κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο κατέδειξαν ότι οι πολιτικές προσαρμογής δεν επηρεάζουν όλα τα κράτη μέλη με τον ίδιο τρόπο. Παράλληλα, οι πρόσφατες αναφορές και προβληματισμοί κορυφαίων Ευρωπαίων αξιωματούχων, όπως ο Jean–Claude Juncker και ο Jeroen Dijsselbloem, σχετικά με τη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, έχουν συμβάλει σε μια ευρύτερη αναγνώριση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι πολιτικές προσαρμογής υπήρξαν υπερβολικά αυστηρές.
Οι εμπειρίες αυτές προσφέρουν σημαντικά διδάγματα για το μέλλον. Ενώ δημοσιονομική και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν απαραίτητες, οι πολιτικές διαχείρισης κρίσεων οφείλουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν την αναλογικότητα, την κοινωνική συνοχή και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Ο ρόλος του κράτους
Ιδιαίτερα σημαντικός παραμένει και ο ρόλος του κράτους. Αναμφίβολα, οι αγορές επιτελούν απαραίτητες λειτουργίες. Ωστόσο, δεν μπορούν από μόνες τους να διασφαλίσουν μια ισορροπημένη αναπτυξιακή πορεία. Το κράτος οφείλει να επιτελεί τον στρατηγικό, κοινωνικό και ρυθμιστικό του ρόλο. Οφείλει να συμβάλλει στην ανάπτυξη, στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, στη σταθερότητα και στη δικαιοσύνη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων. Η αύξηση των δαπανών δεν αποτελεί από μόνη της λύση. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ποιότητα των δαπανών και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής των πολιτικών. Το ίδιο επίπεδο δαπανών μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τον τρόπο κατανομής και αξιοποίησής τους.
Αγορά εργασίας και κοινωνική συνοχή
Ανάλογη προσοχή απαιτείται και στο πεδίο της αγοράς εργασίας. Η ευελιξία μπορεί να διευκολύνει την προσαρμογή των οικονομιών και να ενισχύσει τη δυναμική τους. Ωστόσο, η υπερβολική εξάρτηση από τη συγκράτηση των μισθών και από επισφαλείς μορφές απασχόλησης ενέχει σοβαρούς κινδύνους.
Η διαρκής πίεση στους μισθούς μπορεί να αποδυναμώσει την εσωτερική ζήτηση, να ενισχύσει την κοινωνική ανασφάλεια και να επιδεινώσει δημογραφικές προκλήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μείωση των γεννήσεων και με τη γήρανση του πληθυσμού, οι παράγοντες αυτοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Πρέπει να στηρίζεται στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία, στις ίσες ευκαιρίες και σε ένα σταθερό κοινωνικό περιβάλλον.
Συμπεράσματα
Η οικονομική ευημερία συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι συγκρούσεις και η αστάθεια επηρεάζουν τις τιμές της ενέργειας, τις εμπορικές ροές, τις επενδύσεις και τις προσδοκίες των οικονομικών φορέων. Για τον λόγο αυτό, η ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της EE δεν αποτελεί μόνο πολιτική επιλογή. Αποτελεί και οικονομική αναγκαιότητα.
Απαιτείται μια πιο ανταγωνιστική οικονομία καθώς και ένα ισορροπημένο υπόδειγμα το οποίο να συνδυάζει την αποτελεσματικότητα με τη δικαιοσύνη, την καινοτομία με την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη με τη σταθερότητα.
Η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος δεν θα κριθεί μόνο από τους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης ή από τους δείκτες παραγωγικότητας. Θα κριθεί και από το κατά πόσον οι Ευρωπαίοι πολίτες θα έχουν ουσιαστική βελτίωση στο βιοτικό τους επίπεδο. Εξίσου σημαντικό είναι όπως οι αναγκαίοι οικονομικοί μετασχηματισμοί είναι δίκαιοι, κοινωνικά ισορροπημένοι και βιώσιμοι για όλα τα κράτη μέλη. Τέλος δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το κάθε κράτος μέλος, περιλαμβανομένης και της Κύπρου, έχει τη δική του οικονομική διάρθρωση και τις δικές του ιδιαιτερότητες.
Αναλύσεις
Συρίγος: Η Ελλάδα πρέπει να αποτουρκοποιήσει τη στρατηγική της
Ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και βουλευτής της ΝΔ, Άγγελος Συρίγος, μιλά στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής για τις εξελίξεις στην Αλβανία, την ελληνική εθνική μειονότητα, τη Χειμάρρα, τη Νάρτα, την τουρκική παρουσία στα Βαλκάνια, τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και τη νέα στρατηγική που χρειάζεται η Ελλάδα.
Την κατάσταση στην Αλβανία, τα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας, την τουρκική διείσδυση στα Βαλκάνια, τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και τη νέα στρατηγική που χρειάζεται η Ελλάδα ανέλυσε ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Άγγελος Συρίγος, στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής».
Ο κ. Συρίγος ξεκίνησε από τις εξελίξεις στην Αλβανία, περιγράφοντας τις σημερινές αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις ως τις πιο έντονες κοινωνικές αντιδράσεις μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Τις συνέκρινε με την κρίση του 1996-1997, όταν η κατάρρευση των πυραμιδικών οικονομικών σχημάτων είχε οδηγήσει σε γενικευμένη κοινωνική έκρηξη και λεηλασίες στρατιωτικών αποθηκών. Αυτή τη φορά, όπως σημείωσε, δεν υπάρχει αντίστοιχος κίνδυνος ένοπλης αποσταθεροποίησης, αλλά υπάρχει μια βαθιά κοινωνική αμφισβήτηση του καθεστώτος Ράμα.
Κατά την εκτίμησή του, οι διαδηλώσεις που ξεκίνησαν με αφορμή τη λιμνοθάλασσα της Νάρτας και τα φλαμίνγκο δεν μπορούν να ερμηνευθούν μόνο ως οικολογική αντίδραση. Ο κ. Συρίγος υποστήριξε ότι η Αλβανία έχει εγκλωβιστεί σε έναν μακρύ κύκλο διαφθοράς, με τον Έντι Ράμα να έχει οικοδομήσει ένα σκληρό σύστημα ελέγχου της εξουσίας, της οικονομίας και της δικαιοσύνης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο παράλληλο σύστημα δικαιοσύνης κατά της διαφθοράς, το οποίο δημιουργήθηκε με αμερικανική και ευρωπαϊκή στήριξη. Όπως είπε, ενώ αρχικά ο Ράμα φάνηκε να μπορεί να επηρεάσει το νέο αυτό μηχανισμό, τον τελευταίο χρόνο το σύστημα αυτονομήθηκε και άρχισε να στρέφεται κατά στελεχών του περιβάλλοντός του, υπουργών, δημάρχων και βουλευτών, χωρίς όμως να αγγίζει ακόμη τον ίδιο.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ελληνική εθνική μειονότητα. Ο κ. Συρίγος τόνισε ότι η περιουσιακή εκκρεμότητα στην Αλβανία αποτελεί βασικό ζήτημα για τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου. Εξήγησε ότι μετά την κρατικοποίηση της γης επί κομμουνιστικού καθεστώτος και τον νόμο του 1991, οι πολίτες πήραν γη κυρίως για καλλιέργεια και όχι πλήρη ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Ο νόμος του 2020 προέβλεψε διαδικασία επιστροφής περιουσιών, όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, εφαρμόστηκε άνισα.
Όπως ανέφερε, ενώ στο σύνολο της Αλβανίας έχει επιστραφεί περίπου το 60% των περιουσιών, στις περιοχές της ελληνικής μειονότητας τα ποσοστά είναι πολύ χαμηλότερα. Στην περιοχή του Αργυροκάστρου και της Δρόπολης έκανε λόγο για περίπου 30%, στους Αγίους Σαράντα, στον Βούρκο και στη Λιβαδειά για περίπου 20%, ενώ στη Χειμάρρα και στη Νάρτα, όπου υπάρχουν ισχυρά οικονομικά και τουριστικά συμφέροντα, το ποσοστό πέφτει κάτω από 10%.
Ο κ. Συρίγος μίλησε για «διακριτική μεταχείριση» σε βάρος της ελληνικής μειονότητας, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις περιουσίες επιστρέφονται τυπικά για να μεταπωληθούν αμέσως σε τρίτους. Στη Χειμάρρα, όπως είπε, το αλβανικό κράτος χρησιμοποιεί το σχήμα των «στρατηγικών επενδυτών» για να αποδίδει εκτάσεις που κατέχουν Έλληνες νομείς σε πρόσωπα κοντά στην εξουσία.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της ενταξιακής πορείας της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως μοχλού πίεσης για την Αθήνα. Όπως είπε, η Ελλάδα έχει θέσει το ζήτημα της προστασίας των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας ως όρο στην ευρωπαϊκή πορεία των Τιράνων, ενώ κάθε ενταξιακό κεφάλαιο θα πρέπει τελικά να κλείνει με ελληνική συναίνεση.
Ο κ. Συρίγος αναφέρθηκε και στο πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Αλβανία, το οποίο χαρακτήρισε ιδιαίτερα αυστηρό έναντι της κυβέρνησης Ράμα. Μάλιστα, συνεχάρη τον Φρέντη Μπελέρη και τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη για τον ρόλο τους, σημειώνοντας ότι το ψήφισμα περιγράφει ευθέως ζητήματα παρέμβασης στη δικαιοσύνη, αυταρχικής λειτουργίας του κράτους και προβλήματα που αφορούν την ελληνική μειονότητα.
Σε σχέση με την τουρκική παρουσία στην Αλβανία, ο κ. Συρίγος σημείωσε ότι η τουρκική επιρροή εντοπίζεται κυρίως στον άξονα Δυρραχίου-Τιράνων, που αποτελεί την οικονομική μηχανή της χώρας, αλλά και σε συγκεκριμένες επενδύσεις, όπως υδροηλεκτρικά έργα. Περιέγραψε επίσης την ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική επιρροή της Τουρκίας σε τμήμα της αλβανικής κοινωνίας, κάνοντας ιστορική αναφορά στην περίοδο Ντεμιρέλ.
Η συζήτηση πέρασε στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και στα ελληνοτουρκικά. Ο κ. Συρίγος εκτίμησε ότι το κυρίαρχο θέμα της Συνόδου θα είναι οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης και όχι τα ζητήματα κάθε κράτους-μέλους. Για την Ελλάδα, όπως είπε, έχει σημασία να τεθούν και να καταγραφούν τα θέματα της τουρκικής επιθετικότητας, των παραβιάσεων και των κινήσεων της Άγκυρας, αλλά δεν πρέπει να αναμένονται ουσιαστικές αποφάσεις, καθώς το ΝΑΤΟ λειτουργεί με ομοφωνία και η Τουρκία μπορεί να μπλοκάρει οποιαδήποτε καταδίκη της.
Αναφερόμενος στο τουρκικό πρόγραμμα KAAN και στους αμερικανικούς κινητήρες F110, ο κ. Συρίγος εξήγησε ότι πρόκειται για κινητήρες τεχνολογίας δεκαετίας του 1980, που δεν μπορούν να καταστήσουν το αεροσκάφος πραγματικό μαχητικό πέμπτης γενιάς. Κατά την άποψή του, οι ΗΠΑ επιδιώκουν με την πώληση να κρατήσουν την Τουρκία εντός του αμερικανικού οπλικού συστήματος, διατηρώντας την εξάρτησή της από την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.
Το πιο στρατηγικό σημείο της παρέμβασής του ήταν η ανάγκη, όπως είπε, να «αποτουρκοποιήσει» η Ελλάδα τη στρατηγική της. Εξήγησε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ετεροπροσδιορίζεται μόνο από την Τουρκία. Αντιθέτως, πρέπει να αναδειχθεί η Ελλάδα ως ενεργός πάροχος ασφάλειας σε Βαλκάνια, Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή.
Ως παράδειγμα έφερε την πρόσφατη κρίση στον Κόλπο, κατά την οποία, όπως ανέφερε, η Ελλάδα πέρασε από την παθητική εικόνα της «ασφαλούς χώρας» σε ενεργό ρόλο. Αναφέρθηκε στην αμυντική ομπρέλα προς την Κύπρο, στην αεράμυνα προς τη Βουλγαρία, στην κάλυψη της Σαουδικής Αραβίας και στην αποστολή πυρομαχικών σε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κατάρ.
Κατά τον κ. Συρίγο, αυτές οι κινήσεις δείχνουν ότι η Ελλάδα μπορεί να καθίσει στο τραπέζι των εξελίξεων ως δύναμη ασφάλειας και όχι ως παθητικός παρατηρητής. Επικαλέστηκε μάλιστα τη φράση που αποδίδεται σε αγγλοσαξονικούς κύκλους: «Αν δεν κάθεσαι γύρω από το τραπέζι, είσαι το μενού στη μέση του τραπεζιού».
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής, σε Συρία, Λίβανο, Παλαιστίνη και Ισραήλ, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως Ρωμιοί Ορθόδοξοι και αναζητούν εξωτερικό συνομιλητή. Ο κ. Συρίγος τόνισε ότι η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο στην προστασία και εκπροσώπησή τους.
Ανάλογη αναφορά έκανε και στους Έλληνες της περιοχής της Μαριούπολης, στην Ουκρανία, μιλώντας για έναν πληθυσμό 60.000 έως 80.000 ανθρώπων και 47-48 χωριά γύρω από τη Μαριούπολη. Όπως είπε, η Ελλάδα έχει λόγο στην επόμενη μέρα της περιοχής, καθώς πρόκειται για τη μόνη εθνική μειονότητα που κατοικεί εκεί.
Ο Άγγελος Συρίγος κατέληξε ότι η Τουρκία του Ερντογάν έχει ξεφύγει από τα στενά όρια της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης και έχει αναπτύξει παγκόσμια διπλωματική παρουσία. Υπενθύμισε ότι η Τουρκία είναι πλέον η τέταρτη χώρα στον κόσμο σε αριθμό διπλωματικών αντιπροσωπειών και πρεσβειών, κάτι που, όπως είπε, η Ελλάδα οφείλει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη.
Το βασικό συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν ότι η Αθήνα δεν πρέπει να περιορίζεται σε αμυντική διαχείριση των τουρκικών προκλήσεων. Πρέπει να αποκτήσει ευρύτερη στρατηγική παρουσία, να αξιοποιήσει τα ερείσματά της σε Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Κύπρο και ουκρανικό ελληνισμό και να μετατραπεί από «παθητικό σημείο σταθερότητας» σε ενεργό παράγοντα ασφάλειας.
Αναλύσεις
Μουντζουρούλιας: Ιστορικό «Χαστούκι» του Ισραήλ στην Άγκυρα και Αμερικανικό «Μπλόκο» στα F-35
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται μια ραγδαία κλιμάκωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες να στέλνουν συντονισμένα, σκληρά μηνύματα προς τη νεοθωμανική φιλοδοξία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η εκπομπή “Direct News” με τον Ανδρέα Μουντζουρούλια φέρνει στο φως όλο το παρασκήνιο των διπλωματικών και στρατιωτικών ανατροπών που στριμώχνουν την Άγκυρα σε όλα τα μέτωπα.
Ιστορική Δικαίωση: Το Ισραήλ Αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Αρμενίων
Σε μια κίνηση υψίστης γεωπολιτικής και ιστορικής σημασίας, το υπουργικό συμβούλιο του Ισραήλ ενέκρινε επίσημα την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, υιοθετώντας την πρόταση ψηφίσματος που κατέθεσε ο υπουργός Εξωτερικών, κύριος Σαρ. Το ζήτημα οδηγείται πλέον στην ολομέλεια της Κνεσέτ, όπου αναμένεται να ψηφιστεί με ευρεία πλειοψηφία.
Ο Ισραηλινός ΥΠΕΞ ξεκαθάρισε στο μήνυμά του ότι η αναγνώριση της γενοκτονίας που διαπράχθηκε στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελεί ηθικό και ιστορικό καθήκον, καταδικάζοντας απερίφραστα την οργανωμένη εκστρατεία άρνησης και παραποίησης της αλήθειας που προωθεί η Τουρκία. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί παράλληλα τον προάγγελο για τη διεθνοποίηση και την πίεση προς την αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, ένα μέτωπο στο οποίο η ελληνική πλευρά, Think Tanks και δημοσιογράφοι οφείλουν να παρέμβουν δυναμικά.
Οργή στο Κογκρέσο: Νομικό «Τείχος» για τα F-35 και τους Κινητήρες του KAAN
Την ίδια ώρα, οι ελπίδες του Ερντογάν να εκμεταλλευτεί τις κατά καιρούς θετικές δηλώσεις του Donald Trump για τον τουρκικό στρατό πέφτουν πάνω σε ένα απροσπέλαστο νομικό τείχος από μπετόν στις ΗΠΑ. Με μια θεσμική επιστολή-παρέμβαση από το Κογκρέσο, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές ξεκαθαρίζουν ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35 ούτε να λάβει τους αμερικανικούς κινητήρες για το εγχώριο μαχητικό “KAAN” (μια συμφωνία ύψους 700 εκατομμυρίων), όσο διατηρεί στο έδαφός της το ρωσικό σύστημα S-400.
Βάσει του νόμου CAATSA και του νόμου περί ελέγχου των εξαγωγών όπλων (Arms Export Control Act), η αμερικανική ομογένεια (μαζί με το αρμενικό και το εβραϊκό λόμπι) έχει ορθώσει ανάστημα. Ακόμα και στενοί σύμμαχοι του Trump, όπως ο Mike Lawler, προειδοποιούν δημόσια ότι η Τουρκία αποτελεί αναξιόπιστο στρατηγικό εταίρο που απειλεί την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και αποσταθεροποιεί το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Διπλωματικό «Χαστούκι» από την Ιταλία στο Τουρκοιβυκό Μνημόνιο
Σαν να μην έφταναν αυτά για την Άγκυρα, μια απροσδόκητη εξέλιξη τινάζει στον αέρα τους σχεδιασμούς της στη Μεσόγειο. Η Ιταλία, σε συνεργασία με την Τυνησία, αμφισβητούν πλέον επίσημα και μονομερώς τις λιβικές και τουρκικές διεκδικήσεις θαλασσίων ζωνών. Η κίνηση αυτή απομονώνει πλήρως τη λιβική επιχειρηματολογία και αποτελεί ένα τεράστιο διπλωματικό δώρο για την Ελλάδα, ενισχύοντας την εθνική μας στρατηγική που βασίζεται απαρέγκλιτα στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
-
Πολιτική3 μήνες πριν«Μπλόκο» από τις ελληνικές αρχές στην Ισίν Καρατζά στο «Ελευθέριος Βενιζέλος»! Απέλαση με φόντο την Κομοτηνή και το επεισόδιο του 2024
-
Άμυνα2 μήνες πρινΣυναγερμός στη Λευκάδα για Μυστηριώδες «Σκάφος-Φάντασμα» σε Σπηλιά – Εντόπισαν θαλάσσιο drone ουκρανικής κατασκευής
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΑϋφαντής: Έρχεται πολεμική σύγκρουση
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΠροειδοποίηση του Ισραηλινού αναλυτή Σάι Γκαλ για το νομοσχέδιο της “Γαλάζιας Πατρίδας! «Η θαλάσσια φαντασίωση της Άγκυρας θα έχει τίμημα»
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΓιώργος Ασλάν στη Βουλή της Τουρκίας: «Τι απέγιναν οι Χριστιανοί αυτής της γης;»
-
Άμυνα3 εβδομάδες πρινΣάλος με εικόνες από τον «Θαλασσόλυκο 2026»: Τούρκοι δείχνουν Έλληνα αξιωματικό δίπλα σε αξιωματικό του ψευδοκράτους – Χαραλαμπίδης στο Geopolitico: “Φέρουν ευθύνες Δένδιας και Α’ΓΕΕΘΑ”
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΓενοκτονία των Γιαζίντι: Ένα αιώνιο έγκλημα του ISIS κατά της ανθρώπινης συνείδησης
-
Άμυνα2 μήνες πρινΔικαίωση μετά από 5,5 χρόνια γραφειοκρατικού «γολγοθά»: Ο Έλληνας κατασκευαστής Γιάννης Αραπκούλες πήρε την άδεια παραγωγής ραβδωτών όπλων