Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας απέναντι στο Ιράν (Μέρος Α΄)

Πώς η Άγκυρα επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τον γεωπολιτικό χάρτη. Ανάλυση του Αρντασές Γιαγουπιάν.

Δημοσιεύτηκε στις

Η Άγκυρα εκτιμά ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αποδυνάμωση του Ιράν θα δημιουργήσει ένα σημαντικό κενό ισχύος, το οποίο μπορεί να καλύψει αξιοποιώντας τη στενή στρατηγική σχέση της με το Αζερμπαϊτζάν.

του Αρντασές Γιαγουπιάν

Η κλιμάκωση της κρίσης γύρω από το Ιράν δεν αποτελεί για την Τουρκία απλώς μία ακόμη περιφερειακή αναταραχή. Για την Άγκυρα, κάθε μεταβολή στις ισορροπίες ισχύος της Μέσης Ανατολής και του Νοτίου Καυκάσου δημιουργεί νέες ευκαιρίες για την προώθηση των μακροπρόθεσμων στρατηγικών της επιδιώξεων. Η αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής θα μπορούσε να επιτρέψει στην Τουρκία να διευρύνει την παρουσία της από τον Νότιο Καύκασο έως την Κεντρική Ασία, ενισχύοντας τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης με ολοένα αυξανόμενη γεωπολιτική αυτονομία.

Η τουρκική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια από μια στρατηγική πολυδιάστατων ισορροπιών. Ενώ παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και θεωρητικά αποτελεί έναν από τους βασικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, παράλληλα διατηρεί στενές σχέσεις συνεργασίας με τη Ρωσία και το Ιράν σε τομείς όπως η ενέργεια, το εμπόριο, η ασφάλεια και η περιφερειακή διαχείριση κρίσεων. Η Άγκυρα αποφεύγει συστηματικά να ταυτιστεί πλήρως με τις δυτικές κυρώσεις ή τις στρατηγικές επιλογές της Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις μεγάλες δυνάμεις.

Η τακτική αυτή δεν αντανακλά ουδετερότητα ούτε πολιτική ίσων αποστάσεων. Αντίθετα, αποτελεί συνειδητή επιλογή μεγιστοποίησης της τουρκικής επιρροής. Η Άγκυρα επιδιώκει να εμφανίζεται ως ο μοναδικός δρών που μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με τη Δύση, τη Ρωσία, το Ιράν και τον αραβικό κόσμο, διεκδικώντας ρόλο διαμεσολαβητή σε κρίσεις όπως ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας, η αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ και οι συγκρούσεις στη Συρία, στη Λιβύη και σε περιοχές της Αφρικής. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε στρατηγικό πλεονέκτημα και κάθε περιφερειακή κρίση σε ευκαιρία αναβάθμισης της διεθνούς της θέσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής αποτελεί η στάση της απέναντι στο Ισραήλ. Παρότι η τουρκική ηγεσία υιοθετεί ιδιαίτερα σκληρή ρητορική, ειδικά μετά τις εξελίξεις στη Γάζα, αποφεύγει να διακόψει πλήρως τους διαύλους επικοινωνίας με τη Δύση και εξακολουθεί να προσαρμόζει τη στάση της ανάλογα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Η διττή αυτή προσέγγιση αποτυπώνει τη φιλοδοξία της Τουρκίας να διατηρεί ανοικτές όλες τις στρατηγικές επιλογές της, ανεξάρτητα από την έκβαση των συγκρούσεων.

Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται ο Νότιος Καύκασος. Η Άγκυρα εκτιμά ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αποδυνάμωση του Ιράν θα δημιουργήσει ένα σημαντικό κενό ισχύος, το οποίο μπορεί να καλύψει αξιοποιώντας τη στενή στρατηγική σχέση της με το Αζερμπαϊτζάν. Τα τελευταία χρόνια οι δύο χώρες έχουν οικοδομήσει μια σχέση που υπερβαίνει τη συνηθισμένη διακρατική συνεργασία. Η στρατιωτική συνεργασία, οι κοινές ασκήσεις, οι ενεργειακές υποδομές και οι διασυνδέσεις στις μεταφορές δημιουργούν ουσιαστικά έναν ενιαίο γεωστρατηγικό χώρο, ο οποίος λειτουργεί ως βασικός πυλώνας της τουρκικής πολιτικής στον Καύκασο.

Κεντρικός άξονας αυτής της στρατηγικής αποτελεί ο λεγόμενος «Διάδρομος του Ζανκεζούρ». Παρότι προβάλλεται διεθνώς ως έργο οικονομικής συνεργασίας και μεταφορών, στην πραγματικότητα συνιστά ένα σχέδιο με βαθιές γεωπολιτικές προεκτάσεις. Η δημιουργία μιας απευθείας χερσαίας σύνδεσης μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν μέσω της αρμενικής επαρχίας του Σιουνίκ θα μεταβάλει σημαντικά τις ισορροπίες στον Νότιο Καύκασο. Εφόσον ο διάδρομος αποκτήσει καθεστώς που περιορίζει την πλήρη άσκηση της αρμενικής κυριαρχίας, η Αρμενία κινδυνεύει να απολέσει τον έλεγχο ενός ζωτικής σημασίας γεωγραφικού χώρου, ενώ το Ιράν θα περιορίσει σημαντικά τη χερσαία του πρόσβαση προς τον Καύκασο.

Για την Αρμενία, επομένως, το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική διάσταση. Η διατήρηση του πλήρους κυριαρχικού ελέγχου στο Σιουνίκ αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας και στρατηγικής επιβίωσης. Η απώλεια του μοναδικού άμεσου χερσαίου διαδρόμου προς το Ιράν θα μεταβάλει ριζικά τη γεωπολιτική θέση της χώρας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον άξονα Άγκυρας–Μπακού. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τη στρατιωτική επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ και τον εκτοπισμό του αρμενικού πληθυσμού, γεγονότα που δημιούργησαν νέα γεωπολιτικά τετελεσμένα στην περιοχή.

Η Τουρκία παρουσιάζει αυτή την πολιτική ως συμβολή στην περιφερειακή σταθερότητα και στην οικονομική διασύνδεση της Ευρασίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη ρητορική διακρίνεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η εδραίωση της τουρκικής επιρροής σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από την Ανατολία μέχρι την Κασπία Θάλασσα και την Κεντρική Ασία, περιορίζοντας παράλληλα τον ρόλο ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως το Ιράν.

Παρά ταύτα, η υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού εξαρτάται από μία κρίσιμη παράμετρο: την ουσιαστική αποδυνάμωση της Τεχεράνης. Μέχρι στιγμής, όμως, τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν αυτό το σενάριο. Παρά τις σοβαρές στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές πιέσεις που δέχθηκε, το ιρανικό καθεστώς διατήρησε τη συνοχή του κρατικού μηχανισμού, συνέχισε την ανάπτυξη του πυρηνικού του προγράμματος και εμβάθυνε τη στρατηγική συνεργασία του με τη Ρωσία και την Κίνα. Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία δεν έχει αποκτήσει τον βαθμό γεωπολιτικής ελευθερίας κινήσεων που αρχικά εκτιμούσε ότι θα προέκυπτε.

Για την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και την Αρμενία, η διατήρηση μιας σχετικής ισορροπίας ισχύος στην περιοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όσο το Ιράν εξακολουθεί να λειτουργεί ως παράγοντας εξισορρόπησης στον Νότιο Καύκασο, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Άγκυρα να προωθήσει μονομερώς τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις και να επιβάλει νέα γεωπολιτικά τετελεσμένα.

Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν, συνεπώς, δεν περιορίζεται στα όρια της Μέσης Ανατολής. Οι συνέπειές της εκτείνονται στον Νότιο Καύκασο, επηρεάζουν την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και διαμορφώνουν νέες προκλήσεις για τη συνοχή του ίδιου του ΝΑΤΟ, που θα τα δούμε στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου.

Είναι Μηχανικός Αερ/φών και εκπαιδευτής στο πρώτο πιστοποιημένο εκπαιδευτικό κέντρο κατά Part-147 ΜΤΟ της EASA στην Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Είναι ενεργό μέλος της Αρμενικής κοινότητας στην Ελλάδα. Ελληνοαρμένιος της διασποράς με καταγωγή των προγόνων από τη μαρτυρική Σμύρνη.

Αναλύσεις

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε σημαντικές χώρες, προκειμένου να κατανοήσω γιατί οι πολίτες υιοθετούν τις αξίες που υιοθετούν και να παρακολουθήσω τις μεταβολές αυτών των αξιών. Σε διαφορετικό βαθμό, οι ερωτηθέντες στις χώρες αυτές —την Αίγυπτο, το Ιράν, το Ιράκ, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία— εξέφρασαν μια αυξανόμενη προτίμηση προς τις φιλελεύθερες αξίες, ακόμη και όταν οι κυβερνώντες τους προσπαθούσαν να καταστείλουν τις λαϊκές απαιτήσεις για δημοκρατική αλλαγή.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η ιδέα ότι η Μέση Ανατολή γίνεται πιο φιλελεύθερη μπορεί να ακούγεται αντίθετη προς τη διαίσθηση. Σχεδόν πριν από 50 χρόνια, μια επανάσταση στο Ιράν κατεδάφισε την κοσμική τάξη της χώρας και εγκαθίδρυσε ένα απολυταρχικό κληρικό καθεστώς, θεμελιωμένο στον σιιτικό φονταμενταλισμό, του οποίου η πολεμική ιαχή ήταν «Θάνατος στην Αμερική». Έκτοτε, η περιοχή έχει αποτελέσει εκκολαπτήριο πολυάριθμων τρομοκρατικών επιθέσεων στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, εξεγερτικών κινημάτων που είναι προσηλωμένα σε μια αυταρχική θεοκρατία, καθώς και καταπιεστικών καθεστώτων που υποτάσσουν τις γυναίκες, συντρίβουν την ελευθερία της έκφρασης και περιθωριοποιούν τις μειονότητες.

Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε να φαίνεται εύκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι κοινωνίες της Μέσης Ανατολής ενδιαφέρονται απλώς λιγότερο για τον φιλελευθερισμό —ότι διέπονται από ένα θεμελιωδώς διαφορετικό, περισσότερο προσανατολισμένο στη θρησκεία «καθεστώς αλήθειας», όπως διακήρυξε ο φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ το 1978, αναφερόμενος στην εξέγερση στο Ιράν. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, ένα σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο οι φονταμενταλιστές διεκδικούν την εξουσία να ορίζουν την πίστη όπως οι ίδιοι κρίνουν κατάλληλο —υποτάσσοντας την ατομική ελευθερία στις θρησκευτικές επιταγές, προωθώντας την ανδρική υπεροχή και επιβάλλοντας περιοριστικούς ενδυματολογικούς κανόνες στις γυναίκες— θα διαφοροποιεί για πάντα την περιοχή από τη Δύση.

Ωστόσο, αυτή η εκτίμηση συγχέει τις συνέπειες της κυριαρχίας με τις αιτίες της. Κάτω από την εδραίωση του αυταρχισμού, εξελίσσεται μια διαφορετική ιστορία. Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε σημαντικές χώρες, προκειμένου να κατανοήσω γιατί οι πολίτες υιοθετούν τις αξίες που υιοθετούν και να παρακολουθήσω τις μεταβολές αυτών των αξιών. Σε διαφορετικό βαθμό, οι ερωτηθέντες στις χώρες αυτές —την Αίγυπτο, το Ιράν, το Ιράκ, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία— εξέφρασαν μια αυξανόμενη προτίμηση προς τις φιλελεύθερες αξίες, ακόμη και όταν οι κυβερνώντες τους προσπαθούσαν να καταστείλουν τις λαϊκές απαιτήσεις για δημοκρατική αλλαγή. (Εστιάσαμε σε αυτές τις χώρες επειδή το μέγεθος και η πολιτική τους σημασία τις καθιστούσαν κατάλληλες περιπτώσεις για τον έλεγχο κοινωνιολογικών θεωριών.)

Η έρευνα έθεσε στους συμμετέχοντες ερωτήματα σχετικά με ένα ευρύ φάσμα αξιών. Ωστόσο, επιδιώξαμε να καταγράψουμε τη στάση τους απέναντι στις φιλελεύθερες αξίες μέσω 15 ερωτήσεων που κάλυπταν τρεις διαστάσεις: τον εκφραστικό ατομικισμό, την ισότητα των φύλων και την κοσμική πολιτική.
Ο εκφραστικός ατομικισμός μετρήθηκε με βάση την προτίμηση στον γάμο από αγάπη αντί της γονικής έγκρισης, την ανεξαρτησία και τη φαντασία —αντί της υπακοής και της θρησκευτικής πίστης— ως επιθυμητά χαρακτηριστικά στα παιδιά, καθώς και το δικαίωμα των γυναικών να ντύνονται όπως επιθυμούν.
Οι απόψεις για την ισότητα των φύλων διερευνήθηκαν μέσω ερωτήσεων σχετικά με την πολυγαμία, την υπακοή της συζύγου και την προτεραιότητα που δίνεται στους άνδρες στην πολιτική, στην αγορά εργασίας και στην εκπαίδευση.

Οι αντιλήψεις για την κοσμική πολιτική αξιολογήθηκαν μέσω ερωτημάτων σχετικά με τον διαχωρισμό της θρησκείας από την πολιτική, τη διακυβέρνηση δυτικού τύπου, την ισλαμική διακυβέρνηση και τον νόμο της σαρία.
Στη συνέχεια, συνδυάσαμε τις απαντήσεις για να δημιουργήσουμε έναν «δείκτη φιλελευθερισμού», με βαθμολογία από το 1 έως το 4 για κάθε πληθυσμό σε κάθε έρευνα. Οι υψηλότερες βαθμολογίες υποδήλωναν μεγαλύτερη υποστήριξη προς τον φιλελευθερισμό.
Οι δείκτες αυτοί κατέδειξαν σημαντική αύξηση του φιλελευθερισμού, αν και το μέγεθος της μεταβολής διέφερε ανάλογα με τον τομέα και τη χώρα. Η υποστήριξη προς την ισλαμική διακυβέρνηση και τη σαρία μειώθηκε γενικά σε ολόκληρη την περιοχή.

Μεταξύ των Ιρανών, αυξάνεται η απαίτηση για διαχωρισμό της θρησκείας από την πολιτική, για ισότητα των φύλων και για ελευθερία στην ένδυση. Αυτές οι μεταβαλλόμενες αξίες έχουν μεταφραστεί σε πολιτική δράση, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022 και τις πανεθνικές διαδηλώσεις του 2025–2026, κατά τη διάρκεια των οποίων, σύμφωνα με αναφορές, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Στην Αίγυπτο, το ποσοστό των ερωτηθέντων που θεωρούσαν ότι η ισλαμική διακυβέρνηση είναι «πολύ καλή» μειώθηκε από 25% το 2011 σε 16% το 2020. Το ποσοστό όσων θεωρούσαν ότι ο νόμος της σαρία είναι «πολύ σημαντικός» υποχώρησε από 28% σε 18%.
Μεταξύ των Ιρακινών ερωτηθέντων, το ποσοστό όσων υποστήριζαν έντονα την ισλαμική διακυβέρνηση και τον νόμο της σαρία μειώθηκε, αντίστοιχα, από 30% και 34% το 2004 σε 15% και 14% το 2011.

foreignaffairs.com

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για τον κίνδυνο επιθέσεων εντός της ΕΕ. Η Κίνα αρχίζει εξαήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για τον κίνδυνο επιθέσεων εντός της ΕΕ. Η Κίνα αρχίζει εξαήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της.

Όλα αυτά μέσα σε μία εβδομάδα. Για τον Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής σχολιαστή διεθνών υποθέσεων των Financial Times, η παράθεσή τους αποτυπώνει μια βαθύτερη αλλαγή: περιοχές που επί δεκαετίες θεωρούσαν την ειρήνη δεδομένη βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την προοπτική ή την πραγματικότητα του πολέμου.

Το ερώτημα που θέτει στην ανάλυσή του είναι ευθύ: Υπνοβατεί ο κόσμος προς έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο;

Η απάντηση ανησυχητική: Οι μηχανισμοί που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν αποδυναμώνονται, ενώ ενισχύονται επικίνδυνα οι πιθανότητες ενός καταστροφικού λάθους υπολογισμού.

Όταν το αδιανόητο γίνεται πραγματικότητα

Ο Ράχμαν επιστρέφει στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο του 2022, λίγες ημέρες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν κατηγορηματικές: ο Βλαντίμιρ Πούτιν επρόκειτο να επιτεθεί. Κι όμως, ορισμένοι Ευρωπαίοι και Ουκρανοί συνομιλητές εξακολουθούσαν να ελπίζουν ότι επρόκειτο για μπλόφα ή για λανθασμένη εκτίμηση.

Αυτή η συνύπαρξη γνώσης και δυσπιστίας είναι κρίσιμη για την επιχειρηματολογία του. Οι προειδοποιήσεις μπορεί να είναι σαφείς, αλλά η πεποίθηση ότι «αυτά δεν συμβαίνουν πια» να παραμένει ισχυρότερη.

Περισσότερα από τέσσερα χρόνια αργότερα, η διεθνής ατμόσφαιρα έχει μεταμορφωθεί. Η αναφορά σε έναν παγκόσμιο πόλεμο έχει περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο των ηγετών, οι οποίοι, ωστόσο, διαφωνούν ριζικά για το πώς μπορεί να αποτραπεί.

Τραμπ και Ζελένσκι φοβούνται διαφορετικό δρόμο προς τον ίδιο πόλεμο

Στη σύγκρουσή τους στο Οβάλ Γραφείο τον Φεβρουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι διακινδυνεύει έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στη λογική του Αμερικανού προέδρου, η δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία μπορεί να παρασύρει τις ΗΠΑ σε άμεση αναμέτρηση με τη Ρωσία.

Ο Ζελένσκι βλέπει τον κίνδυνο από την αντίθετη κατεύθυνση: η αποτυχία αναχαίτισης της ρωσικής επιθετικότητας θα ενθαρρύνει νέες επιθέσεις και θα φέρει πιο κοντά μια γενικευμένη σύρραξη.

Η ανησυχία δεν περιορίζεται στο Κίεβο. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους ότι πρέπει να προετοιμαστούν για πόλεμο στην κλίμακα που γνώρισαν προηγούμενες γενιές.

Στην Ασία, ο Σι Τζινπίνγκ επικαλείται την «παγίδα του Θουκυδίδη»: τον κίνδυνο σύγκρουσης ανάμεσα σε μια κυρίαρχη και μια ανερχόμενη δύναμη. Ταυτόχρονα, όμως, σημειώνει ο Ράχμαν, η στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας και η αυξανόμενη πίεση στην Ταϊβάν τροφοδοτούν την ένταση για την οποία προειδοποιεί.

SHUTTERSTOCK

Τα δύο όρια που δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί

Τι θα συνιστούσε, όμως, παγκόσμιο πόλεμο; Ο αρθρογράφος των FT θέτει δύο βασικές προϋποθέσεις: οι ισχυρότερες χώρες του κόσμου να συγκρουστούν άμεσα και η αναμέτρηση να εκτείνεται σε περισσότερες ηπείρους.

Κατά την εκτίμησή του, αυτά τα όρια δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί. Οι υφιστάμενοι πόλεμοι, ωστόσο, συνδέονται όλο και περισσότερο.

Η συμμετοχή Βορειοκορεατών στρατιωτών στο πλευρό της Ρωσίας έχει ήδη προσδώσει μια νέα διεθνή διάσταση στον πόλεμο της Ουκρανίας. Παράλληλα, ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν διασταυρώνεται με την ουκρανική σύγκρουση: η Τεχεράνη θεωρείται ότι έχει λάβει ρωσική βοήθεια για τον εντοπισμό αμερικανικών στόχων, ενώ η Ουκρανία έχει προσφέρει τεχνογνωσία αντιμετώπισης drones στις χώρες του Κόλπου.

Στην Ευρώπη, οι δολιοφθορές, οι εμπρησμοί και οι άλλες μορφές υβριδικών επιχειρήσεων που αποδίδονται στη Ρωσία αυξάνουν τον κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης.

Το όριο ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο γίνεται έτσι ολοένα πιο δυσδιάκριτο.

Ο «άξονας» των αντιπάλων της Δύσης

Ρωσία, Κίνα, Ιράν και Βόρεια Κορέα δεν αποτελούν έναν απολύτως ενιαίο συνασπισμό. Οι δεσμοί τους, όμως, είναι πραγματικοί και ενισχύονται.

Η Μόσχα και η Πιονγιάνγκ υπέγραψαν το 2024 συνθήκη αμοιβαίας άμυνας. Βλαντίμιρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ έχουν διακηρύξει μια εταιρική σχέση «χωρίς όρια» ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα, ενώ η κινεζική οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη έχει βοηθήσει τη Μόσχα να αντέξει τις δυτικές κυρώσεις.

Κοινό τους στοιχείο, κατά τον Ράχμαν, είναι η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης ασφαλείας υπό αμερικανική ηγεσία.

Η Ρωσία θέλει να περιορίσει το ΝΑΤΟ. Η Κίνα επιδιώκει να ανατρέψει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στον Ειρηνικό. Το Ιράν έχει επιτεθεί σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Η Βόρεια Κορέα απειλεί τη Νότια Κορέα, η οποία στηρίζεται στην αμερικανική προστασία.

Η πιθανότητα συντονισμένων κρίσεων στην Ευρώπη και στην Ασία περιπλέκει ακόμη περισσότερο τους σχεδιασμούς της Δύσης.

Γιατί πολλαπλασιάζονται οι συγκρούσεις

Η ανάλυση των FT συνδέει την αύξηση της πολεμικής βίας με τη μετατόπιση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.

Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Το 2022, το μερίδιό τους είχε υποχωρήσει περίπου στο 43%. Αντίστοιχη ήταν η σχετική υποχώρησή τους στις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες.

Η μεταβολή αυτή έχει διευρύνει τα περιθώρια δράσης δυνάμεων που επιθυμούν να αναθεωρήσουν την υφιστάμενη τάξη. Παράλληλα, η απογοήτευση των Αμερικανών από τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν ενίσχυσε την πολιτική πίεση για περιορισμό των διεθνών στρατιωτικών δεσμεύσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον στο οποίο περισσότεροι ηγέτες εμφανίζονται διατεθειμένοι να δοκιμάσουν τα όρια των αντιπάλων τους. Σύμφωνα με την καταμέτρηση του International Crisis Group που επικαλείται το άρθρο, στον κόσμο βρίσκονται σε εξέλιξη 65 συγκρούσεις, οι περισσότερες από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι «σφαίρες επιρροής»

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η επιστροφή της αντίληψης ότι η ισχύς νομιμοποιεί τις διεκδικήσεις.

Ο Ράχμαν εντάσσει σε αυτό το πλαίσιο τόσο τις εδαφικές φιλοδοξίες της Ρωσίας και της Κίνας όσο και τις δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία και τον Καναδά.

Πίσω από αυτή την προσέγγιση βρίσκεται μια θεωρία: αν οι μεγάλες δυνάμεις αναγνωρίσουν η μία τη σφαίρα επιρροής της άλλης, μπορούν να αποφύγουν τη μεταξύ τους σύγκρουση.

Ο σχολιαστής των FT απορρίπτει αυτή τη λογική ως επισφαλή. Πρώτον, επειδή αγνοεί τη βούληση των μικρότερων χωρών. Η Ουκρανία έχει ήδη αποδείξει ότι μια χώρα μπορεί να αντισταθεί στρατιωτικά στην υποταγή της σε έναν ισχυρότερο γείτονα.

Δεύτερον, επειδή τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων δεν χωρίζονται σε καθαρές γεωγραφικές ζώνες. Η Ταϊβάν έχει κρίσιμη σημασία για την παγκόσμια βιομηχανία προηγμένων ημιαγωγών. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποδεχθεί την επιστροφή κρατών-μελών της στη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Το πιο επικίνδυνο ερώτημα

Στον πυρήνα της ανάλυσης βρίσκεται η αξιοπιστία της αποτροπής.

Επί δεκαετίες, η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, οι συμμαχικές δεσμεύσεις και ο φόβος πυρηνικής αναμέτρησης περιόριζαν τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.

Σήμερα, όμως, ο Ράχμαν θέτει ένα ερώτημα που δεν έχει αυτονόητη απάντηση: θα πολεμούσαν οι ΗΠΑ του Τραμπ για να υπερασπιστούν τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ιαπωνία ή τη Βρετανία;

Η αβεβαιότητα μπορεί να ενθαρρύνει έναν αντίπαλο να αναλάβει ένα ρίσκο που διαφορετικά θα απέφευγε.

Εδώ βρίσκεται και η ιστορική προειδοποίηση. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την πιθανότητα βρετανικής επέμβασης για το Βέλγιο. Το 1939, ο Χίτλερ πίστεψε ότι η Βρετανία και η Γαλλία θα υποχωρούσαν ξανά, παρά την εγγύηση ασφαλείας προς την Πολωνία. Και στις δύο περιπτώσεις, ο υπολογισμός αποδείχθηκε λανθασμένος.

Σήμερα, ο Πούτιν πρέπει να σταθμίσει την αξιοπιστία του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ και ο Σι την πιθανότητα αμερικανικής αντίδρασης σε επίθεση στην Ταϊβάν.

Ο κίνδυνος, καταλήγει ο Ράχμαν, είναι κάποιος να θεωρήσει μια εγγύηση ασφαλείας κενή περιεχομένου — και να ανακαλύψει το λάθος του αφού έχει αρχίσει ο πόλεμος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν, ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθούν αυτές οι επενδύσεις ενδέχεται να αποτελέσει πρότυπο για όσα θα ακολουθήσουν και να καταδείξει κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει αυτό το νέο μοντέλο συμμαχικών σχέσεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

 

Τον Νοέμβριο του περασμένου έτους, η Νότια Κορέα συμφώνησε να μεταφέρει 350 δισεκατομμύρια δολάρια στρατηγικών επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Για μήνες, η δέσμευση αυτή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας εντυπωσιακός αριθμός στους τίτλους των ειδήσεων. Τώρα, όμως, τα κεφάλαια αρχίζουν να μεταφέρονται.

Η Σεούλ έχει ήδη αποστείλει τα πρώτα 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια και έχει κατονομάσει τα έργα που θα χρηματοδοτήσει: μια μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, σχεδιασμένη να τροφοδοτεί κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στο Τέξας, καθώς και οκτώ μεγάλους πυρηνικούς αντιδραστήρες που θα εγκαταστήσουν για πρώτη φορά κορεατικό σχέδιο αντιδραστήρα σε αμερικανικό έδαφος.

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν, ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθούν αυτές οι επενδύσεις ενδέχεται να αποτελέσει πρότυπο για όσα θα ακολουθήσουν και να καταδείξει κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει αυτό το νέο μοντέλο συμμαχικών σχέσεων.

Αυτή η ανάλυση εξετάζει τι χρηματοδοτείται, πώς η Νότια Κορέα επιχειρεί να περιορίσει τους κινδύνους και ποια ζητήματα παραμένουν ακόμη ανοιχτά.

Οι πολυαναμενόμενες λεπτομέρειες σχετικά με το πρώτο κύμα επενδύσεων που συνδέεται με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ της Νότιας Κορέας και των Ηνωμένων Πολιτειών τον περασμένο Νοέμβριο δημοσιοποιήθηκαν επιτέλους.

Η επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Πόρων της Νότιας Κορέας (MOTIR) δείχνει ότι το πρώτο πακέτο επενδύσεων θα κατευθυνθεί:

  • στην κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτροπαραγωγής συνδυασμένου κύκλου με φυσικό αέριο (Project Star),
  • στην κατασκευή οκτώ μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων (Project Power),

ενώ το έργο ανάπτυξης αγωγού και εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Αλάσκα (Project North) θα υποβληθεί σε περαιτέρω αξιολόγηση.

Οι τελευταίες πληροφορίες δείχνουν ότι η πρώτη μεταφορά ύψους 2,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει ήδη πραγματοποιηθεί για το έργο του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής φυσικού αερίου.

Παρότι επικριτές στη Νότια Κορέα αμφισβητούν:

  • την εμπορική βιωσιμότητα των έργων,
  • την οικονομική τους αποδοτικότητα,
  • και την επάρκεια των μηχανισμών εποπτείας,

η επιλογή των έργων και η δομή της χρηματοδότησής τους υποδεικνύουν ότι η Σεούλ κατέβαλε σημαντική προσπάθεια ώστε να διαχειριστεί τους σχετικούς κινδύνους και παράλληλα να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε τον Νοέμβριο του 2025.

Τα Έργα

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό το ευρύτερο πλαίσιο που περιβάλλει την πρόσφατη ανακοίνωση αυτών των έργων ώστε να γίνει αντιληπτή η κριτική που ασκείται προς τη νοτιοκορεατική κυβέρνηση.

Λίγες εβδομάδες πριν από την ανακοίνωση, ο Πρόεδρος Τραμπ προχώρησε σε μια σειρά δημοσίων δηλώσεων σχετικά με:

  • τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις,
  • τη Βόρεια Κορέα,
  • και τα Στενά του Ορμούζ,

οι οποίες έμοιαζαν να συνδέονται με την επενδυτική δέσμευση που είχε αναλάβει η Σεούλ τον προηγούμενο Νοέμβριο.

Μάλιστα, τουλάχιστον μία δημοσιογραφική αναφορά υποστήριζε ότι η αμερικανική πλευρά άρχιζε να χάνει την υπομονή της με τον αργό ρυθμό υλοποίησης των νοτιοκορεατικών επενδύσεων και ότι οι δηλώσεις αυτές στόχευαν στην εξασφάλιση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων.

Παρότι η κριτική προς την κορεατική κυβέρνηση μπορεί να θεωρηθεί εύλογη, η επιλογή των έργων και οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν δείχνουν ότι προηγήθηκε σημαντική επεξεργασία πριν γίνουν οι ανακοινώσεις.

Project Star (Μονάδα Ηλεκτροπαραγωγής Συνδυασμένου Κύκλου με Φυσικό Αέριο)

Τοποθεσία: Encinal, Τέξας
Συνολικό κόστος: 22,3 δισ. δολάρια

Το Project Star προβλέπει την κατασκευή και λειτουργία μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 6.472 MW για την τροφοδοσία κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στην περιοχή Encinal του Τέξας.

Η μονάδα αξίας 22,3 δισ. δολαρίων θα ξεκινήσει να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια το 2029 και θα φτάσει σε πλήρη επιχειρησιακή ικανότητα έως το 2032.

Στο έργο θα συμμετέχουν αρκετές μεγάλες διεθνείς εταιρείες, μεταξύ των οποίων:

  • Related Companies,
  • NextEra Energy,
  • Lewis Energy Group,

καθώς και ακόμη μη κατονομαζόμενες «ανταγωνιστικές κορεατικές εταιρείες», οι οποίες θα συμβάλουν σε όλα τα στάδια του έργου μέσω παροχής εξοπλισμού, μηχανολογικού σχεδιασμού, κατασκευών, τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης.

Project Power (8 Μεγάλοι Πυρηνικοί Αντιδραστήρες)

Το Project Power αφορά επένδυση ύψους 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων για:

  • δύο αντιδραστήρες APR1400 κορεατικού σχεδιασμού,
  • έξι αντιδραστήρες AP1000 σχεδιασμένους από τη Westinghouse.

Η ανακοίνωση αναφέρει ότι η κατασκευή θα πραγματοποιηθεί σε φάσεις.

Πρώτη φάση

Κατασκευή δύο αντιδραστήρων AP1000.

Δεύτερη φάση

  • Δύο αντιδραστήρες APR1400.
  • Δύο επιπλέον AP1000.

Το διάστημα μεταξύ των δύο φάσεων δεν θα υπερβεί τους έξι μήνες.

Τρίτη φάση

Κατασκευή των δύο τελευταίων AP1000.

Η συγκεκριμένη δομή επιτρέπει στη Νότια Κορέα να εγκαταστήσει τον δικό της σχεδιασμό πυρηνικού αντιδραστήρα (APR1400) στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ παράλληλα μοιράζεται τα οφέλη από την ανάπτυξη των αντιδραστήρων AP1000 της Westinghouse.

Οι δύο χώρες ελπίζουν ότι το Project Power θα δώσει νέα ώθηση στο προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα για την πυρηνική ενέργεια, το οποίο στοχεύει στην έναρξη κατασκευής δέκα νέων μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων έως το 2030.

Από το συνολικό ποσό:

  • 100 δισ. δολάρια θα καλύψουν το κόστος κατασκευής,
  • 20 δισ. δολάρια θα παραμείνουν ως αποθεματικό απρόβλεπτων δαπανών.

Επιπλέον, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να επιτρέψουν προκαταβολικές πληρωμές έως 10 δισ. δολαρίων μέχρι το τέλος του έτους για εξοπλισμό μακράς προμήθειας.

Project North (Αγωγός και Τερματικός Σταθμός LNG στην Αλάσκα)

Το Project North είναι το πιο αμφιλεγόμενο από τα τρία έργα, καθώς η κατασκευή ενός αγωγού LNG μήκους 800 μιλίων (περίπου 1.287 χιλιομέτρων) και εγκαταστάσεων υγροποίησης σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον όπως η Αλάσκα καθιστά το έργο ιδιαίτερα απαιτητικό. Αυτό σημαίνει ότι το τελικό κόστος μπορεί να αποδειχθεί σημαντικά υψηλότερο από τις σημερινές εκτιμήσεις.

Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος το έργο να μην ολοκληρωθεί εντός του προβλεπόμενου χρονικού ορίζοντα των 20 ετών για την έναρξη παραδόσεων LNG, γεγονός που θα απαιτούσε αναδιάρθρωση του χρηματοδοτικού σχήματος ώστε η νοτιοκορεατική κυβέρνηση να μπορέσει να ανακτήσει την επένδυσή της.

Η ζήτηση για LNG ενδέχεται επίσης να μεταβληθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι μακροπρόθεσμες συνθήκες της αγοράς παραμένουν αβέβαιες.

Ενδεικτικά, κατά τη δεκαετία του 2010, μεγάλες ενεργειακές εταιρείες που συμμετείχαν αρχικά στο έργο, όπως οι ExxonMobil, BP και ConocoPhillips, αποφάσισαν τελικά να μην συμμετάσχουν, επικαλούμενες οικονομικούς λόγους.

Η ανακοίνωση του Προέδρου Τραμπ σχετικά με τη συμμετοχή της Νότιας Κορέας στο έργο, η οποία αργότερα αμφισβητήθηκε από τον Πρόεδρο Λι Τζε-Μιούνγκ, φαίνεται να υποδηλώνει ότι το αναμενόμενο ύψος της νοτιοκορεατικής επένδυσης ανέρχεται σε 54 δισεκατομμύρια δολάρια.

Μέχρι στιγμής, η επίσημη ανακοίνωση της νοτιοκορεατικής πλευράς αναφέρει απλώς ότι οι δύο χώρες θα εξετάσουν το έργο πριν λάβουν οριστική απόφαση.

Η επιλογή και η κατάσταση των τριών αυτών έργων φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι η νοτιοκορεατική κυβέρνηση έχει προετοιμαστεί επαρκώς ώστε να εκπληρώσει τη συμφωνία που συνήφθη τον περασμένο Νοέμβριο, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι μόνο τα πλέον υποσχόμενα έργα θα προχωρήσουν.

Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του επενδυτικού πακέτου είναι ότι μεγάλο μέρος των επενδύσεων επικεντρώνεται στις ενεργειακές υποδομές. Αυτό είναι μάλλον αναμενόμενο δεδομένης της τεράστιας ανάγκης για παραγωγή ενέργειας ώστε να καλυφθούν οι διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις υπολογιστικής ισχύος της τεχνητής νοημοσύνης.

Απουσιάζουν από το παρόν πακέτο επενδύσεις που σχετίζονται με:

  • τη ναυπηγική βιομηχανία,
  • τους ημιαγωγούς,
  • τα φαρμακευτικά προϊόντα,
  • τα κρίσιμα ορυκτά,
  • την κβαντική πληροφορική,
  • και την τεχνητή νοημοσύνη.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς οι επενδύσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον ιδιωτικό τομέα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ημιαγωγών, ή ότι η Νότια Κορέα δεν διαθέτει ακόμη επαρκές συγκριτικό πλεονέκτημα κλίμακας, όπως στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης και της κβαντικής υπολογιστικής.

Οι επενδύσεις στη ναυπηγική φαίνεται να αποτελούν ξεχωριστό σκέλος του πρόσθετου επενδυτικού πακέτου των 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων, γεγονός που σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες ανακοινώσεις τις επόμενες ημέρες.

Τέλος, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη και οι πολιτικές προεκτάσεις αυτής της ανακοίνωσης από την οπτική των Νοτιοκορεατών φορολογουμένων.

Η διοχέτευση κρατικά χρηματοδοτούμενων επενδύσεων για τη δημιουργία θέσεων εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί πολιτικά όταν τα ίδια κεφάλαια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ανάγκες στο εσωτερικό της χώρας.

Με απλά λόγια, η επιχειρηματολογία υπέρ αυτών των επενδύσεων γίνεται πιο πειστική όσο πιο άμεσα και ορατά είναι τα οφέλη για τους Νοτιοκορεάτες φορολογουμένους.

Αυτό ενδέχεται να αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η παρούσα δέσμη ανακοινώσεων επικεντρώθηκε κυρίως στις ενεργειακές υποδομές, δεδομένου ότι κρατικές εταιρείες όπως:

  • η Korea Electric Power Company (KEPCO),
  • και η Korea Hydro & Nuclear Power (KHNP),

κατέχουν δεσπόζουσα θέση στον συγκεκριμένο τομέα.

Χρηματοδότηση

Όπως προβλεπόταν στο Μνημόνιο Κατανόησης του Νοεμβρίου, οι επενδύσεις διοχετεύονται μέσω δύο οχημάτων ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicles – SPV):

  • του Investment Special Purpose Vehicle (I-SPV),
  • και του Project Special Purpose Vehicle (P-SPV).

Το πρώτο διαχειρίζεται η Korea-U.S. Strategic Investment Corporation σε συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση και είναι υπεύθυνο για τη συγκέντρωση, κατανομή και αναδιανομή των κεφαλαίων προς και από τα επιμέρους P-SPV.

Η ετήσια συνεισφορά της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης έχει οριστεί στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, με ανώτατο συνολικό όριο τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το σημαντικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας είναι ότι τα κεφάλαια που παρέχει η κορεατική κυβέρνηση αποτελούν ανακτήσιμη επένδυση διάρκειας 20 ετών.

Συγκεκριμένα, οι αποδόσεις που προκύπτουν από τα P-SPV μεταφέρονται κάθε χρόνο στο I-SPV και στη συνέχεια κατανέμονται ισόποσα μεταξύ των κυβερνήσεων της Νότιας Κορέας και των ΗΠΑ μέχρι να ανακτηθεί συνολικά το ποσό που αντιστοιχεί στη λεγόμενη «Τεκμαρτή Κατανομή» (Deemed Allocation).

Μετά την ανάκτηση αυτού του ποσού, η νοτιοκορεατική κυβέρνηση δικαιούται εγγυημένη απόδοση 10% επί της επένδυσης.

Σε περίπτωση που η Νότια Κορέα δεν καταφέρει να ανακτήσει το πλήρες ποσό της Τεκμαρτής Κατανομής εντός 20 ετών, οι δύο κυβερνήσεις μπορούν να διαπραγματευθούν τροποποιήσεις στον τρόπο κατανομής των αποδόσεων.

Με λίγα λόγια, το χρηματοδοτικό μοντέλο έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε η Νότια Κορέα να μπορεί να ανακτήσει ολόκληρο το επενδυμένο κεφάλαιο καθώς και τους σχετικούς τόκους.

Οι τόκοι θα υπολογίζονται με βάση την απόδοση των αμερικανικών κρατικών ομολόγων 20ετούς διάρκειας, προσαυξημένη κατά ένα επιπλέον περιθώριο (spread), το οποίο θα συμφωνείται ξεχωριστά για κάθε έργο.

Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης πρόβλεψη που απαιτεί από τις δύο πλευρές να παρέχουν προνομιακή μεταχείριση σε κορεατές προμηθευτές και αναδόχους έναντι αντίστοιχων ξένων προμηθευτών κατά την υλοποίηση των έργων.

Σύμφωνα με αρχικές πληροφορίες, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και η Τράπεζα της Κορέας σχεδίαζαν να συγκεντρώνουν έως και 20 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μέσω:

  • των εσόδων από τόκους,
  • των μερισμάτων που προέρχονται από τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας,
  • και των ομολόγων εκφρασμένων σε δολάρια.

Πρόσφατα δημοσιεύματα φαίνεται να επιβεβαιώνουν τη συγκεκριμένη προσέγγιση.

Εάν αυτό ισχύει, η κυβέρνηση θα μπορέσει να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς να επηρεάσει σημαντικά την αγορά συναλλάγματος.

Μέχρι τον Αύγουστο, τα συναλλαγματικά αποθέματα της Νότιας Κορέας ανέρχονταν σε περισσότερα από 442 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και νεότερα στοιχεία δείχνουν μικρή μείωση κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Οι τοποθετήσεις της χώρας σε ξένα χρεόγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, παρέμειναν σχετικά σταθερές στα περίπου 387 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι ετήσιες αποδόσεις αυτών των τοποθετήσεων θα κατευθύνονται στο στρατηγικό επενδυτικό ταμείο.

Εάν τα έσοδα από τόκους δεν επαρκούν για την κάλυψη του ετήσιου ορίου επένδυσης των 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να εκδώσει επιπλέον ομόλογα για να καλύψει τη διαφορά.

Σχεδόν έναν χρόνο μετά το Κοινό Ενημερωτικό Δελτίο του 2025, η Νότια Κορέα έχει περάσει από τις γενικές δεσμεύσεις σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, ανακοινώνοντας το πρώτο σύνολο έργων που θα χρηματοδοτήσει και πραγματοποιώντας ήδη την πρώτη μεταφορά κεφαλαίων.

Μια αρχική αξιολόγηση της επιλογής των έργων και της χρηματοδοτικής δομής δείχνει ότι η Σεούλ προχώρησε σε ενδελεχή προετοιμασία.

Επέλεξε έργα με έμπειρους εταίρους και σαφή ζήτηση, διασφαλίζοντας παράλληλα μηχανισμούς προστασίας όπως:

  • η επιμερισμένη διαχείριση κινδύνου μεταξύ των έργων,
  • και ένα νομικά δεσμευτικό ετήσιο ανώτατο όριο δαπανών.

Οι κινήσεις αυτές αποδεικνύουν τόσο τη σοβαρότητα των προθέσεων της Νότιας Κορέας όσο και την επιθυμία της να εξασφαλίσει την επιτυχή ολοκλήρωση των έργων.

Αυτό είναι απολύτως λογικό, καθώς η δυνατότητα της χώρας να ανακτήσει τα επενδυμένα κεφάλαιά της και να αποκομίσει ενδεχομένως κέρδος εξαρτάται από την επιτυχία των συγκεκριμένων έργων.

Παρ’ όλα αυτά, πολλά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, μεταξύ των οποίων:

  • ο τρόπος κατανομής των υπόλοιπων κεφαλαίων,
  • η μορφή και η έκταση της συμμετοχής της Νότιας Κορέας στο έργο LNG της Αλάσκας,
  • καθώς και οι επενδύσεις στη ναυπηγική βιομηχανία.

Ωστόσο, η συμφωνία φαίνεται να διαθέτει πραγματική δυναμική σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε μια κρίσιμη φάση, καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές βρίσκονται πλέον πολύ κοντά.

stimson.org

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις17 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή