Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Μπαλτζώης: Κακή εξέλιξη για την Ελλάδα

Σαφή προειδοποίηση για τις εξελίξεις στο ΝΑΤΟ και τον ρόλο που αναλαμβάνει η Τουρκία απηύθυνε ο αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης, πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ, μιλώντας στη Ναυτεμπορική TV

Δημοσιεύτηκε στις

Σαφή προειδοποίηση για τις εξελίξεις στο ΝΑΤΟ και τον ρόλο που αναλαμβάνει η Τουρκία απηύθυνε ο αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης, πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ, μιλώντας στη Ναυτεμπορική TV.

Ο κ. Μπαλτζώης αναφέρθηκε στη νέα αρχιτεκτονική της Συμμαχίας, κάνοντας λόγο για ένα «ΝΑΤΟ 3.0», στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν μικρότερη επιχειρησιακή και οικονομική εμπλοκή, μεταφέροντας μεγαλύτερο βάρος στους Ευρωπαίους συμμάχους. Όπως εξήγησε, αυτό σημαίνει περισσότερες αμυντικές δαπάνες, μεγαλύτερη πίεση για συνδρομή προς την Ουκρανία και έλεγχο της εθνικής αμυντικής παραγωγής των κρατών-μελών.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα μπορεί να πιάνει αριθμητικά τους στόχους των αμυντικών δαπανών, όμως το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ποσοστό επί του ΑΕΠ. Το πραγματικό ζητούμενο είναι πού κατευθύνονται τα χρήματα και αν η χώρα διαθέτει παραγωγική βάση ικανή να στηρίξει τις ανάγκες της.

Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ σημείωσε ότι η νέα λογική του ΝΑΤΟ δεν αρκείται στην αγορά εξοπλισμών, αλλά απαιτεί και εθνική αμυντική παραγωγή. Εκεί, όπως τόνισε, η Τουρκία ξεκινά από πολύ καλύτερη αφετηρία, καθώς έχει αναπτύξει ισχυρή αμυντική βιομηχανία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου οι κρατικές αμυντικές βιομηχανίες δεν βρίσκονται στο επίπεδο που θα έπρεπε.

Ο κ. Μπαλτζώης αναγνώρισε ότι υπάρχουν ελληνικές ιδιωτικές εταιρείες που έχουν αναπτυχθεί σημαντικά στον αμυντικό τομέα, όπως η Metlen, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η Theon, ωστόσο επέμεινε ότι χρειάζεται σοβαρή κρατική παρέμβαση και οργανωμένο σχέδιο. Αναφέρθηκε μάλιστα στην ΠΥΡΚΑΛ και στα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει ακόμη δυνατότητες στην παραγωγή πυρομαχικών, ειδικά στα βλήματα των 155 χιλιοστών.

Το πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασής του αφορούσε την Τουρκία. Ο αντιστράτηγος ε.α. υποστήριξε ότι η Άγκυρα επιδιώκει να μπει σε ευρωπαϊκά και νατοϊκά αμυντικά σχήματα, όπως το SAFE, αξιοποιώντας την ισχυρή αμυντική της βιομηχανία και τη γεωπολιτική συγκυρία. Κατηγόρησε ευρωπαϊκούς κύκλους ότι αγνοούν ή υποβαθμίζουν την κατοχή στην Κύπρο, τις απειλές κατά της Ελλάδας και την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων σε πολλές περιοχές.

Για την προοπτική παραχώρησης δύο νατοϊκών στρατηγείων στην Τουρκία, ο κ. Μπαλτζώης ήταν κατηγορηματικός. Χαρακτήρισε την εξέλιξη «καθόλου καλή για την Ελλάδα» και υπογράμμισε ότι η σοβαρότητά της θα εξαρτηθεί από τις αρμοδιότητες και την περιοχή δράσης που θα δοθούν στα συγκεκριμένα στρατηγεία. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο στρατηγείο στα Άδανα, καθώς, όπως είπε, είναι λογικό να συνδεθεί με την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Ο ίδιος σημείωσε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει αντιδράσει πιο έντονα, καθώς η ανάληψη τέτοιων ρόλων από την Τουρκία ενισχύει τη θέση της μέσα στη Συμμαχία. Επισήμανε, μάλιστα, ότι τα αντίστοιχα νατοϊκά σχήματα θα μπορούσαν να είχαν δοθεί και στην Ελλάδα, υπενθυμίζοντας την ύπαρξη του NDC-GR στη Θεσσαλονίκη.

Ο κ. Μπαλτζώης σχολίασε επίσης το ζήτημα των κινητήρων F110 προς την Τουρκία, τονίζοντας ότι πρόκειται ξεκάθαρα για αμυντικό υλικό. Όπως είπε, ένας κινητήρας που προορίζεται για πολεμικό αεροσκάφος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κάτι ουδέτερο ή άσχετο με την άμυνα. Για τα F-35, εκτίμησε ότι η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα παραμένει εξαιρετικά δύσκολη έως σχεδόν αδύνατη.

Στο ουκρανικό μέτωπο, ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ εκτίμησε ότι έρχονται σημαντικές εξελίξεις, υποστηρίζοντας ότι οι ρωσικές δυνάμεις έχουν επιταχύνει την προέλασή τους και ότι η περιοχή του Ντονέτσκ μπορεί να βρεθεί ολόκληρη υπό ρωσικό έλεγχο έως το τέλος του έτους ή και νωρίτερα. Αναφέρθηκε επίσης σε πληροφορίες για πιθανή ανάπτυξη 30.000 Βορειοκορεατών στον βόρειο τομέα, κοντά στο Κίεβο, ενώ μίλησε και για πιέσεις σκληρών κύκλων στη Μόσχα για κλιμάκωση.

Κλείνοντας, ο Ιωάννης Μπαλτζώης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει παθητικά τις εξελίξεις. Η ενίσχυση της Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ, η πίεση για αμυντικές δαπάνες, η ανάγκη εγχώριας παραγωγής και η αστάθεια σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η Αθήνα χρειάζεται καθαρή στρατηγική, φωνή και προετοιμασία.

https://youtu.be/QKcs6Q69Gb

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Πώς ο Τραμπ και η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ δίνουν νομιμοποίηση στον αυταρχικό πρόεδρο της Τουρκίας

Για τον Ερντογάν, αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιεί τη σύνοδο κορυφής ως σκηνή για να ανυψώσει τη θέση του σε μια περίοδο σκληρής εγχώριας καταστολής της πολιτικής διαφωνίας. Σκοπεύει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον «απαραίτητο σύμμαχο» για τους Ευρωπαίους και έναν πολύτιμο φίλο για τον Αμερικανό πρόεδρο.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει τη σύνοδο κορυφής της Άγκυρας για να ενισχύσει το προφίλ του ως παγκόσμιου διαμεσολαβητή και να σηματοδοτήσει την ολοένα και πιο απόλυτη εξουσία του στο εσωτερικό της χώρας.

Οι δύο κύριοι πρωταγωνιστές της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7-8 Ιουλίου στην Άγκυρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχουν επιτύχει να επιβάλουν τις προσωπικές τους προτιμήσεις έναντι του εθνικού συμφέροντος κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Δεν πρόκειται για ηγέτες που ικανοποιούνται με τη διαμόρφωση πολιτικής μέσω διαβουλεύσεων ή θεσμικών διαδικασιών.

Για τον Ερντογάν, αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιεί τη σύνοδο κορυφής ως σκηνή για να ανυψώσει τη θέση του σε μια περίοδο σκληρής εγχώριας καταστολής της πολιτικής διαφωνίας. Σκοπεύει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον «απαραίτητο σύμμαχο» για τους Ευρωπαίους και έναν πολύτιμο φίλο για τον Αμερικανό πρόεδρο. Σχεδόν από την αρχή της διακυβέρνησής του το 2003, οραματιζόταν έναν παγκόσμιο ρόλο για τον εαυτό του, και σε μια εποχή που μαστίζεται από συγκρούσεις και αβεβαιότητα, πιστεύει ξεκάθαρα ότι η στιγμή του έφτασε. Ο πραγματικός του στόχος είναι να νομιμοποιήσει την κοσμοθεωρία του και την αντιδημοκρατική του διακυβέρνηση, και να κάνει την παράταση της ήδη μακροχρόνιας θητείας του να φαίνεται φυσική.

Έχει διαχειριστεί τη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας με επιδεξιότητα, διατηρώντας σχέσεις και με τις δύο πλευρές με τρόπο που ικανοποιεί τους Ευρωπαίους. Η Τουρκία συνέχισε να εξοπλίζει την Ουκρανία και, νωρίς στον πόλεμο, μεσολάβησε για έναν διάδρομο στη Μαύρη Θάλασσα που επέτρεψε στην Ουκρανία να εξάγει τα εγκλωβισμένα σιτηρά της, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτό έναν δρόμο διαπραγματεύσεων. Ταυτόχρονα, επέτρεψε στην Τουρκία να συνεχίσει το εμπόριο με τη Ρωσία και υποδέχτηκε Ρώσους τουρίστες.

Η πιο σημαντική συνεισφορά του ήταν η ικανότητα της Τουρκίας να ελέγχει την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα βάσει της Συνθήκης του Μοντρέ και να εκπέμπει ένα αίσθημα καθησυχασμού. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον Τραμπ, ο οποίος έχει σπείρει την αβεβαιότητα με απρεπείς ξεσπάσματα σχετικά με την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ —απειλές που φαίνεται να υποκινούνται από προσωπικές προσβολές, όπως η αποτυχία των Ευρωπαίων να δείξουν πίστη.

Οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν έτσι ένα ιδιαίτερα ακανθώδες δίλημμα. Από τη μία πλευρά, φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν από έναν απρόβλεπτο πρόεδρο για να αντιμετωπίσουν έναν ρεβανσιστή Ρώσο Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Από την άλλη πλευρά, τρέμουν στην ιδέα ότι θα πρέπει να βασιστούν ακόμη περισσότερο στην Τουρκία, η οποία διαθέτει, άλλωστε, τον μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Αυτή η επιλογή απαιτεί την αποδοχή ενός Ερντογάν που έχει επιτύχει σχεδόν ολοκληρωτική θεσμική άλωση στο εσωτερικό της χώρας, εξουδετερώνοντας την κοινωνία των πολιτών και το κράτος δικαίου.

Το δικαστικό σύστημα λειτουργεί κατ’ εντολή του, διώκοντας πραγματικούς και φανταστικούς αντιπάλους για να παραμερίσει όσους τον αμφισβητούν. Ο Εκρέμ Ιμάμογλου, ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης και ο πιο ισχυρός αντίπαλός του, έχει φυλακιστεί με πολιτικά υποκινούμενες κατηγορίες, όπως και πολλοί άλλοι πολιτικοί, προσωπικότητες της κοινωνίας των πολιτών και δημοσιογράφοι. Τώρα διαλύει το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, το οποίο είχε προηγηθεί άνετα στις δημοσκοπήσεις, πέρα από την πρακτική των διορισμών επιτρόπων (kayyum), κατά την οποία το υπουργείο Εσωτερικών απομακρύνει συστηματικά Κούρδους δημάρχους χωρίς αιτιολογία αμέσως μετά τη νίκη τους στις τοπικές εκλογές.

Οι Ευρωπαίοι νιώθουν βαθιά άβολα με αυτή τη συμπεριφορά και συχνά την καταδικάζουν, αλλά σε διπλωματικό επίπεδο έχουν υιοθετήσει μια πραγματιστική και συναλλακτική προσέγγιση που επικεντρώνεται στους δεσμούς ασφαλείας με την Άκυρα. Ο Ερντογάν γνωρίζει καλά τη δύναμη που κατέχει, η οποία ενισχύεται από την προεδρία Τραμπ.

Ο Τραμπ αφαίρεσε το πιο σημαντικό εμπόδιο στην οικοδόμηση ενός μονοπρόσωπου αυταρχικού συστήματος από τον Ερντογάν: την κριτική και τις πιθανές τιμωρητικές κινήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν κρατούσε μια απόσταση κριτικής, ο Τραμπ τον έχει επαινέσει σε κάθε ευκαιρία, παίρνοντας αντανακλαστικά το μέρος του —συμπεριλαμβανομένης της στάσης του έναντι μακροχρόνιων συμμάχων, όπως οι δυνάμεις των Σύρων Κούρδων— και ενισχύοντας τη σημασία του, δηλώνοντας ότι δεν θα είχε παρευρεθεί στη σύνοδο κορυφής χωρίς την προσωπική πρόσκληση του Ερντογάν.

Ο Τραμπ προχώρησε ακόμη περισσότερο φέτος, παρακάμπτοντας τις αντιρρήσεις του Κογκρέσου όπου ήταν δυνατόν. Τις παραμονές της συνόδου κορυφής, κοινοποίησε στο Κογκρέσο την πρόθεσή του να πουλήσει στην Τουρκία περίπου ογδόντα κινητήρες αεροσκαφών F-110 —μια συμφωνία που είχε καθυστερήσει επί μακρόν στο Καπιτώλιο— για την κατασκευή του δικού της μαχητικού πέμπτης γενιάς KAAN, το οποίο διαθέτει πολύ προηγμένες τεχνολογίες stealth.

Έχει επίσης αφήσει να εννοηθεί ότι θα ήθελε να δει την Τουρκία να επανεντάσσεται στο πρόγραμμα των F-35. Η χώρα αποβλήθηκε από το πρόγραμμα αφού ο Ερντογάν, επικαλούμενος ανυπόστατες πεποιθήσεις ότι οι δυτικές δυνάμεις είχαν ρόλο στο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, αγόρασε το ρωσικό πυραυλικό σύστημα S-400, χάνοντας 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια σε προκαταβολές. Ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν προειδοποιήσει τον Ερντογάν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι οι S-400 θα έθεταν σε κίνδυνο ευαίσθητες τεχνολογίες των F-35, και βάσει του Νόμου περί Εθνικής Άμυνας, απαγορεύεται στις Ηνωμένες Πολιτείες να πουλάνε εξαρτήματα F-35 όσο οι S-400 παραμένουν σε τουρκικό έδαφος.

Ωστόσο, χωρίς καμία αλλαγή στο καθεστώς τους, ο αντιπρόεδρος JD Vance άφησε να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση εξετάζει εάν η Τουρκία «έχει συμμορφωθεί με τους νόμους των ΗΠΑ» για να λάβει τα F-35. Η αναζήτηση μιας νομικής οδού παράκαμψης του καταστατικού, η έντονη αντίθεση του Κογκρέσου και η αμετάβλητη απειλή για τις ευαίσθητες τεχνολογίες βρίσκονται σε εξέλιξη —έτσι ώστε ο Τραμπ, σύμφωνα με τα λόγια του, να μπορεί να «κάνει κάτι που θα τους κάνει πολύ χαρούμενους».

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ εναντιώνεται στην ίδια του την κυβέρνηση για να στηρίξει τον Ερντογάν. Απέσυρε δύο φορές τα αμερικανικά στρατεύματα από τα σύνορα Συρίας-Τουρκίας, όπου επιχειρούσαν στο πλευρό των Σύρων Κούρδων που βοήθησαν στην ήττα του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους, στηρίζοντας ουσιαστικά τις τουρκικές επεμβάσεις στη Συρία που εκτόπισαν περισσότερους από 180.000 Κούρδους. Αφού η τζιχαντιστική οργάνωση Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ ανέτρεψε τον Μπασάρ αλ Άσαντ της Συρίας, ο Τραμπ έσπευσε να αγκαλιάσει τον νέο ηγέτη, Άχμεντ αλ-Σάραα, ως έναν «σπουδαίο, νέο, ελκυστικό τύπο» και μέσα σε μια νύχτα ήρε τις κυρώσεις κατά της Συρίας που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του —προσφέροντας στον προστάτη του Σάραα στην Άγκυρα ακόμη μια περιφερειακή νίκη.

Η σύνοδος κορυφής θα χαρίσει δύο μεγάλα βραβεία στον Ερντογάν. Το πρώτο είναι η παρουσία του Τραμπ, η οποία επικυρώνει τον παγκόσμιο ρόλο του Ερντογάν για το εξωτερικό κοινό και την αυταρχική του διακυβέρνηση για τον δικό του πληθυσμό. Πέρα από την καθημερινή καταστολή, εκατοντάδες άνθρωποι συνελήφθησαν ενόψει της συνόδου κορυφής, ωστόσο η κυβέρνηση των ΗΠΑ, σε αντίθεση με οποιονδήποτε προκάτοχό της, παρέμεινε εντελώς σιωπηλή. Η κυβέρνηση του Ερντογάν ανάγκασε μάλιστα το ΝΑΤΟ να αρνηθεί τη διαπίστευση σε δημοσιογράφους της αντιπολίτευσης, καθιστώντας τον σεβαστό αυτό θεσμό συνεργό σε μια κατάφωρα αντιδημοκρατική συμπεριφορά.

乘 Το δεύτερο βραβείο είναι η νομιμοποίηση. Έχοντας εξαναγκάσει τον δημοκρατικό κόσμο να τον αποδεχτεί, θα συνεχίσει τον παγκόσμιο ρόλο του και θα αναδιαμορφώσει το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας με τον ίδιο στο τιμόνι.

Council on Foreign Relations

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Μεντβέντεφ: Το Ιράν διαθέτει το «πυρηνικό όπλο» του Ορμούζ

«Το Ιράν, αντί για πυρηνικά όπλα, ανακάλυψε ένα άλλο όπλο που δεν είναι ασθενέστερο από το πυρηνικό – το Στενό του Ορμούζ», τόνισε ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας και νυν επικεφαλής του Συμβουλίου Ασφαλείας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

«Το Ιράν, αντί για πυρηνικά όπλα, ανακάλυψε ένα άλλο όπλο που δεν είναι ασθενέστερο από το πυρηνικό – το Στενό του Ορμούζ», τόνισε ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας και νυν επικεφαλής του Συμβουλίου Ασφαλείας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ.

«Σε αυτό περιστρέφονται οι συζητήσεις – την επίτευξη συμφωνιών για το πώς θα λειτουργεί αυτό το στενό στο μέλλον» σημειώνει.

«Οι ιρανικές αρχές διαθέτουν επίσης ένα ‘’θερμοπυρηνικό όπλο’’ (βόμβα υδρογόνου) – το Στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Εάν αποκλειστεί, όλες οι μεταφορές πετρελαίου και άλλες μεταφορές θα αποκλειστούν» προειδοποιεί ο Ρώσος αξιωματούχος.

Σημειώνεται ότι το Στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ (στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας) ελέγχει την πρόσβαση προς τη Διώρυγα του Σουέζ, δηλαδή το βασικό θαλάσσιο μονοπάτι που συνδέει την Ασία με την Ευρώπη.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

1776-2026: Η Αμερική που κέρδισε τον κόσμο και έχασε τον εαυτό της

Σήμερα, 4 Ιουλίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες γιορτάζουν τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Θα υπάρξουν παρελάσεις, πυροτεχνήματα, λόγοι για την ελευθερία, αναφορές στους Πατέρες του Έθνους, σημαίες, ύμνοι, στρατιωτικές τελετές και όλη η τελετουργία μιας αυτοκρατορίας που ακόμη θέλει να βλέπει τον εαυτό της ως υπόσχεση προς την ανθρωπότητα. Οι επίσημοι εορτασμοί του λεγόμενου America250 αφορούν την 250ή επέτειο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, στις 4 Ιουλίου 2026.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σήμερα, 4 Ιουλίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες γιορτάζουν τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Θα υπάρξουν παρελάσεις, πυροτεχνήματα, λόγοι για την ελευθερία, αναφορές στους Πατέρες του Έθνους, σημαίες, ύμνοι, στρατιωτικές τελετές και όλη η τελετουργία μιας αυτοκρατορίας που ακόμη θέλει να βλέπει τον εαυτό της ως υπόσχεση προς την ανθρωπότητα. Οι επίσημοι εορτασμοί του λεγόμενου America250 αφορούν την 250ή επέτειο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, στις 4 Ιουλίου 2026.

Όμως η επέτειος αυτή έρχεται σε μια στιγμή παράξενη. Η Αμερική γιορτάζει τα 250 χρόνια της ως δύναμη βαθιά διχασμένη. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η επέτειος έχει γίνει μέρος του πολιτισμικού πολέμου. Σύμφωνα με το Reuters, φορτηγά-κινητά μουσεία που συνδέονται με τον Ντόναλντ Τραμπ και τους εορτασμούς των 250 χρόνων προωθούν μια θρησκευτικά φορτισμένη εκδοχή της αμερικανικής ιστορίας, προκαλώντας αντιδράσεις για χριστιανικό εθνικισμό, απλοποίηση της ιστορίας και αποσιώπηση θεμάτων όπως η δουλεία.

Στρατός

Η Αμερική δεν διαφωνεί πια μόνο για το μέλλον της. Διαφωνεί και για το παρελθόν της. Δεν ξέρει αν πρέπει να γιορτάσει τον εαυτό της ως έθνος ελευθερίας ή να τον δικάσει ως έθνος κατάκτησης. Δεν ξέρει αν είναι ακόμη μία ενιαία πολιτική κοινότητα ή ένα σύνολο αντιμαχόμενων φυλών, τάξεων, ταυτοτήτων και συμφερόντων. Δεν ξέρει αν ο Τραμπ είναι ατύχημα, σύμπτωμα ή φυσική συνέπεια. Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα της επετείου: τι ακριβώς γιορτάζει μια χώρα όταν δεν συμφωνεί πια για το ποια είναι;

Η σημερινή αμερικανική παρακμή δεν είναι απλή κατάρρευση. Δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έπαψαν να είναι ισχυρές. Παραμένουν στρατιωτική υπερδύναμη, τεχνολογικό κέντρο, οικονομικός γίγαντας, πολιτισμική μηχανή παγκόσμιας επιρροής. Αλλά η ισχύς δεν είναι μόνο αριθμοί. Είναι συνοχή. Είναι πίστη. Είναι θεσμική αντοχή. Είναι κοινή αφήγηση. Είναι η δυνατότητα μιας κοινωνίας να λέει «εμείς» χωρίς το μισό έθνος να θεωρεί το άλλο μισό εχθρό.

Η Αμερικής κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο και πίστεψε ότι κέρδισε την Ιστορία. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, βρέθηκε μόνη στην κορυφή. Δεν υπήρχε αντίπαλος ίσης ισχύος. Το αμερικανικό μοντέλο φάνηκε να θριαμβεύει: φιλελεύθερη δημοκρατία, ελεύθερη αγορά, τεχνολογία, παγκοσμιοποίηση, χρηματοπιστωτική ισχύς, στρατιωτική υπεροχή. Όμως, εκεί άρχισε το πρόβλημα: η νίκη του 1991 έκρυψε μια εσωτερική αποσύνθεση που είχε ήδη αρχίσει.

Ο George Packer, στο The Unwinding, περιγράφει την Αμερική όχι ως χώρα που απλώς έχασε χρήματα ή βιομηχανίες, αλλά ως κοινωνία που ξηλώθηκε. Το παλιό κοινωνικό συμβόλαιο —η ιδέα ότι αν δουλέψεις, αν είσαι καλός πολίτης, αν ακολουθήσεις τους κανόνες, θα έχεις ασφάλεια, αξιοπρέπεια και ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά σου— άρχισε να καταρρέει. Οι βιομηχανικές πόλεις μαράθηκαν. Τα συνδικάτα αποδυναμώθηκαν. Οι τοπικές κοινότητες έχασαν συνοχή. Το οργανωμένο χρήμα μπήκε βαθύτερα στην πολιτική. Η συλλογική ζωή αντικαταστάθηκε από την ατομική επιβίωση.

Πολιτική

Η Αμερική δεν φτώχυνε απλώς. Έχασε τον κοινωνικό της ιστό. Η παλιά μεσαία τάξη, που υπήρξε η βάση της αμερικανικής σταθερότητας, άρχισε να χάνει δουλειές, κύρος και αυτοπεποίθηση. Οι εργάτες έχασαν τις βιομηχανίες τους. Οι μικρές πόλεις έχασαν τον οικονομικό τους λόγο ύπαρξης. Οι πολιτικοί έχασαν επαφή με την κοινωνία. Οι ελίτ μετατράπηκαν σε παγκοσμιοποιημένη τάξη που μιλούσε τη γλώσσα της αγοράς, της τεχνολογίας, των πανεπιστημίων και της χρηματοοικονομικής οικονομίας, ενώ μεγάλα τμήματα της χώρας αισθάνονταν εγκαταλελειμμένα. Εκεί γεννήθηκε το κενό μέσα στο οποίο θα εμφανιζόταν ο Τραμπ.

Μετά ήρθε η 11η Σεπτεμβρίου. Ο Spencer Ackerman, στο Reign of Terror, υποστηρίζει ότι η εποχή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» δεν σταθεροποίησε την Αμερική· την αποσταθεροποίησε. Η 11η Σεπτεμβρίου επέτρεψε στο αμερικανικό κράτος να στρατιωτικοποιήσει την πολιτική, να επεκτείνει την παρακολούθηση, να νομιμοποιήσει βασανιστήρια, μυστικές φυλακές, πολέμους χωρίς τέλος και μια μόνιμη κουλτούρα φόβου. Η εξωτερική πολιτική γύρισε πίσω στο εσωτερικό ως δηλητήριο.

Πολιτική

Το Ιράκ και το Αφγανιστάν έγιναν σύμβολα μιας υπερδύναμης που μπορούσε να καταστρέψει, αλλά όχι να οικοδομήσει. Οι ΗΠΑ είχαν τη στρατιωτική ισχύ να ανατρέψουν καθεστώτα, αλλά δεν είχαν την πολιτική σοφία να δημιουργήσουν σταθερή τάξη. Οι πόλεμοι κόστισαν τρισεκατομμύρια, τραυμάτισαν την αμερικανική κοινωνία, ενίσχυσαν τη δυσπιστία προς το κράτος και αποκάλυψαν ότι οι ηγεσίες μπορούσαν να ψεύδονται, να αποτυγχάνουν και να μην πληρώνουν ποτέ το κόστος.

Ο Τραμπ δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήρθε όταν η παγκοσμιοποίηση είχε αφήσει πίσω της ηττημένους, όταν οι πόλεμοι είχαν καταστρέψει την εμπιστοσύνη στους ειδικούς, όταν τα μέσα ενημέρωσης και τα κόμματα θεωρούνταν διεφθαρμένα, όταν μεγάλα τμήματα της λευκής εργατικής και μικρομεσαίας Αμερικής αισθάνονταν ότι έχασαν χώρα, δουλειά, φωνή και αξιοπρέπεια. Ο Τραμπ είπε σε αυτή την Αμερική: «σας πρόδωσαν». Και η φράση λειτούργησε, επειδή εκατομμύρια άνθρωποι είχαν ήδη ζήσει την προδοσία.

Αυτή είναι η Αμερική του σήμερα: μια χώρα με τεράστια ισχύ, αλλά χωρίς κοινό κέντρο. Ο Packer, στο Last Best Hope, τη χωρίζει σε τέσσερις ανταγωνιστικές αφηγήσεις: την Free America της αγοράς, της ατομικής ελευθερίας και της απορρύθμισης· τη Smart America των μορφωμένων ελίτ, των πανεπιστημίων, της Silicon Valley και της αξιοκρατικής αυταρέσκειας· τη Real America της τραμπικής, αγροτικής ή μικροαστικής οργής· και τη Just America της προοδευτικής ταυτότητας, της φυλής, του φύλου, της ιστορικής ενοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Καμία από αυτές τις Αμερικές δεν μπορεί σήμερα να ενώσει τη χώρα. Η Free America διαλύει την κοινωνική συνοχή στο όνομα της αγοράς. Η Smart America περιφρονεί όσους δεν μπήκαν στην τάξη των επιτυχημένων. Η Real America μετατρέπει την οργή σε μνησικακία και συνωμοσία. Η Just America βλέπει την κοινωνία κυρίως ως πεδίο καταπίεσης και ενοχής. Έτσι η Αμερική μένει χωρίς κοινό εθνικό αφήγημα.

Από εδώ πρέπει να πάμε προς τα πίσω. Διότι η σημερινή παρακμή δεν είναι τυχαία. Είναι η επιστροφή όλων των αντιφάσεων πάνω στις οποίες χτίστηκε η χώρα.

Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου

Ο Howard Zinn, στην Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών, γράφει την αμερικανική ιστορία από την ανάποδη πλευρά. Όχι από την πλευρά των προέδρων, των στρατηγών, των τραπεζιτών, των ιδρυτών-πατέρων και των μεγάλων κρατικών αφηγήσεων, αλλά από την πλευρά εκείνων που συνήθως μένουν στην υποσημείωση: Ινδιάνοι, σκλάβοι, εργάτες, γυναίκες, φτωχοί αγρότες, μετανάστες, αντιρρησίες, απεργοί, στρατιώτες που στάλθηκαν να πολεμήσουν.

Στον Ζιν, η Αμερική δεν γεννιέται αθώα. Δεν αρχίζει ως καθαρό ιδεώδες ελευθερίας. Αρχίζει με κατάκτηση. Η άφιξη των Ευρωπαίων δεν παρουσιάζεται ως ηρωική ανακάλυψη, αλλά ως αρχή μιας μεγάλης βίας εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών. Ο Κολόμβος, οι Ισπανοί κατακτητές και αργότερα οι Άγγλοι άποικοι εμφανίζονται όχι ως απλοί πρωτοπόροι, αλλά ως φορείς απληστίας, δουλείας, αρπαγής γης και μαζικής εξόντωσης. Η Αμερική γεννιέται πάνω στην καταστροφή των ινδιάνικων κοινωνιών.

Ύστερα έρχεται η δουλεία. Οι ΗΠΑ δεν χτίστηκαν μόνο με ελευθερία. Χτίστηκαν και με καταναγκαστική εργασία. Η μαύρη δουλεία δεν ήταν παρεκτροπή του αμερικανικού συστήματος· ήταν οργανικό κομμάτι του. Το βαμβάκι, οι φυτείες, οι τράπεζες, το εμπόριο και η βιομηχανική ανάπτυξη συνδέθηκαν με τον πλούτο που παρήγαγε η σκλαβιά. Ο Ζιν μάς αναγκάζει να δούμε την Αμερική όχι μόνο ως χώρα Διακήρυξης Ανεξαρτησίας και Συντάγματος, αλλά και ως χώρα αλυσίδων, μαστιγίων, σκλαβοπάζαρων και φυλετικής βίας.

Πολιτική(Δεξιά)

Ακόμη και η Αμερικανική Επανάσταση, στον Ζιν, δεν είναι αθώα. Δεν την αρνείται. Αλλά την απομυθοποιεί. Οι αποικιακές ελίτ ήθελαν ανεξαρτησία από τη Βρετανία, αλλά όχι πραγματική κοινωνική ισότητα. Ήθελαν να απαλλαγούν από την αυτοκρατορική εξουσία του Λονδίνου, όχι να δώσουν εξουσία στους φτωχούς, στους σκλάβους, στις γυναίκες ή στους ιθαγενείς. Η φράση «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι» υπήρξε ιστορικά μεγάλη, αλλά στην πράξη αφορούσε κυρίως λευκούς άνδρες με ιδιοκτησία.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αμερικανική αντίφαση: η χώρα γεννήθηκε με τη γλώσσα της ελευθερίας και την πραγματικότητα της ιεραρχίας. Μίλησε για φυσικά δικαιώματα, ενώ κρατούσε σκλάβους. Μίλησε για λαϊκή κυριαρχία, ενώ εξόντωνε ιθαγενείς. Μίλησε για ευκαιρία, ενώ δημιούργησε τεράστιες ταξικές ανισότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αμερική είναι μόνο έγκλημα. Σημαίνει ότι η αμερικανική ελευθερία υπήρξε πάντοτε πεδίο σύγκρουσης. Δεν χαρίστηκε. Κερδήθηκε από κάτω: από σκλάβους, εργάτες, γυναίκες, μαύρους, φοιτητές, αντιπολεμικούς, φτωχούς, μετανάστες.

Αυτή είναι η Αμερική του Ζιν: όχι ένας καθαρός ναός ελευθερίας, αλλά ένα πεδίο μάχης. Και γι’ αυτό το βιβλίο του μοιάζει με κατηγορητήριο. Όχι για να πει ότι η Αμερική δεν έχει ελευθερία, αλλά για να δείξει πόσο αίμα χρειάστηκε για να γίνει πραγματική κάθε φορά ένα κομμάτι αυτής της ελευθερίας. Η ιστορία του Ζιν είναι ιστορία των «από κάτω», εκείνων που πλήρωσαν το κόστος της αμερικανικής ισχύος.

Αλλά αν ο Ζιν μάς δείχνει την Αμερική από κάτω, ο Paul Kennedy μάς δείχνει την Αμερική μέσα στη μεγάλη ιστορία των αυτοκρατοριών. Στο The Rise and Fall of the Great Powers, η βασική ιδέα είναι ότι η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική βάση και στις στρατιωτικές-γεωπολιτικές υποχρεώσεις τους. Όταν μια δύναμη αναλαμβάνει περισσότερα από όσα μπορεί να χρηματοδοτήσει μακροπρόθεσμα, μπαίνει σε τροχιά σχετικής παρακμής. Αυτό είναι το σχήμα της αυτοκρατορικής υπερέκτασης.

Ο Kennedy δεν βλέπει την ισχύ ως απλό στρατό. Τη βλέπει ως οικονομία που μπορεί να στηρίξει στρατό. Η μεγάλη δύναμη ανεβαίνει όταν η παραγωγική βάση, η τεχνολογία, τα δημόσια οικονομικά και η στρατηγική της βρίσκονται σε ισορροπία. Πέφτει όταν μπερδεύει τη δόξα με την αντοχή, την επέκταση με τη δύναμη και τις στρατιωτικές δεσμεύσεις με την πραγματική ισχύ.

Η Αμερική του 19ου αιώνα ανεβαίνει ακριβώς επειδή έχει τεράστια ηπειρωτική βάση, πρώτες ύλες, πληθυσμό, τεχνολογία, αγορά ηπειρωτικής κλίμακας και προστασία από μεγάλους εξωτερικούς κινδύνους. Δεν είναι εγκλωβισμένη όπως οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σε συνεχείς πολέμους στην ίδια της τη γειτονιά. Αναπτύσσεται πίσω από ωκεανούς. Και όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αυτοκαταστρέφονται στους δύο παγκοσμίους πολέμους, η Αμερική βγαίνει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως η μία από τις δύο πραγματικά παγκόσμιες δυνάμεις.

Μετά το 1945 η Αμερική έχει τη μεγαλύτερη οικονομική, τεχνολογική και παραγωγική βάση. Η Σοβιετική Ένωση έχει στρατιωτική ισχύ και γεωπολιτικό βάθος, αλλά πιο δύσκαμπτη οικονομία. Ο Ψυχρός Πόλεμος γίνεται αγώνας αντοχής. Ποιος μπορεί να αντέξει το κόστος του ανταγωνισμού χωρίς να καταστρέψει την εσωτερική του βάση; Η Σοβιετική Ένωση δεν άντεξε. Η Αμερική νίκησε.

Αλλά εδώ αρχίζει η ειρωνεία. Μετά τη νίκη της, η Αμερική άρχισε να κινδυνεύει από το ίδιο φαινόμενο που ο Kennedy είχε περιγράψει: τη σχετική παρακμή μιας δύναμης που αναλαμβάνει περισσότερες στρατηγικές υποχρεώσεις από όσες μπορεί να σηκώσει μακροπρόθεσμα. Όχι επειδή γίνεται αδύναμη από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά επειδή άλλοι ανεβαίνουν, ενώ η ίδια ξοδεύει τεράστια ενέργεια σε στρατιωτικές δεσμεύσεις, βάσεις, επεμβάσεις και πολέμους.

  Στο The United States of Warο Vine υποστηρίζει ότι οι αμερικανικοί πόλεμοι δεν είναι μεμονωμένα λάθη. Είναι σύστημα. Ο πόλεμος δεν είναι παρέκκλιση στην αμερικανική ιστορία· είναι δομή, μηχανισμός και σχεδόν μόνιμη κατάσταση. Οι ΗΠΑ πολεμούν τόσο συχνά όχι μόνο λόγω εξωτερικών εχθρών, αλλά επειδή έχουν δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύστημα ισχύος, συμφερόντων, βάσεων, ιδεολογίας και πολιτικής κουλτούρας που αναπαράγει τον πόλεμο.

Το κεντρικό εργαλείο αυτού του συστήματος είναι το παγκόσμιο δίκτυο αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων. Οι βάσεις δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των πολέμων. Είναι ένας από τους λόγους που οι πόλεμοι γίνονται. Κάνουν την επέμβαση ευκολότερη, γρηγορότερη, τεχνικά εφικτή και πολιτικά διαχειρίσιμη. Όταν μια υπερδύναμη έχει στρατιωτική υποδομή παντού, ο πόλεμος γίνεται πάντα διαθέσιμη επιλογή.

Στρατός

Ο Vine περιγράφει έναν φαύλο κύκλο: δημιουργείται βάση για λόγους ασφάλειας· η βάση αλλάζει τις τοπικές ισορροπίες· προκαλεί αντιδράσεις· οι αντιδράσεις παρουσιάζονται ως απειλές· και η απάντηση είναι περισσότερη στρατιωτική παρουσία. Έτσι οι βάσεις που υποτίθεται ότι σταθεροποιούν μια περιοχή συχνά την κάνουν μόνιμη ζώνη έντασης.

Αυτός είναι ο αμερικανικός μετα-αποικιακός μηχανισμός. Οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να διοικούν άμεσα εδάφη όπως οι παλιές ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Αρκεί να διατηρούν βάσεις, συμφωνίες, εξαρτήσεις και στρατιωτικούς κόμβους. Έτσι δημιουργείται μια άτυπη, δικτυωμένη αυτοκρατορία: χωρίς τυπική αποικιοκρατία, αλλά με πραγματική στρατιωτική επιρροή και δυνατότητα επέμβασης.

Πολιτική(Δεξιά)

Το εσωτερικό κόστος είναι τεράστιο. Τρισεκατομμύρια δολάρια πήγαν σε πολέμους που δεν κερδήθηκαν, σε επεμβάσεις που δεν σταθεροποίησαν περιοχές, σε συστήματα που δεν έφεραν πραγματική ασφάλεια. Αυτά τα χρήματα δεν πήγαν στη δημόσια υγεία, στις υποδομές, στην παιδεία, στην κοινωνική πρόνοια. Η Αμερική επέλεξε επί δεκαετίες κράτος πολέμου αντί για κράτος πρόνοιας.

Και όμως, η Αμερική δεν βλέπει τον εαυτό της ως αυτοκρατορία. Ο Henry Kissinger στο Diplomacy εξηγεί ότι η Αμερική δυσκολεύεται διαχρονικά να σκεφτεί με όρους ψυχρού συμφέροντος. Δεν βλέπει τον εαυτό της ως κανονικό κράτος ανάμεσα σε άλλα κράτη, αλλά ως φορέα οικουμενικών αξιών. Από τον Ουάσιγκτον μέχρι τον Γούντροου Ουίλσον, η Αμερική ταλαντεύεται ανάμεσα στον απομονωτισμό και στη σταυροφορία: ή θέλει να μείνει μακριά από τον κόσμο για να προστατεύσει την καθαρότητά της ή θέλει να μεταμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τις αρχές της.

Ο Kissinger, ως ρεαλιστής, ξέρει ότι η διεθνής τάξη δεν υπάρχει από μόνη της. Χτίζεται από κράτη, ηγέτες, πολέμους, συμβιβασμούς, ισορροπίες και συχνά από τραγωδίες. Στον πυρήνα του βιβλίου του βρίσκεται η αντίθεση ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό. Ο ρεαλισμός βλέπει κράτη, ισχύ, συμφέρον, ασφάλεια, επιβίωση. Ο ιδεαλισμός βλέπει αρχές, νόμους, συλλογική ασφάλεια, δημοκρατία και ηθικούς κανόνες. Ο Kissinger δεν απορρίπτει την ηθική. Αλλά προειδοποιεί ότι η ηθική χωρίς στρατηγική μπορεί να γίνει καταστροφική.

Γι’ αυτό δίνει σημασία στον Ρισελιέ, στον Μέτερνιχ, στο Συνέδριο της Βιέννης, στην ισορροπία δυνάμεων. Για τον Kissinger, οι μεγάλοι διπλωμάτες δεν είναι όσοι φωνάζουν τα πιο ηθικά συνθήματα, αλλά όσοι καταλαβαίνουν τον κόσμο όπως είναι. Η ειρήνη δεν διασφαλίζεται μόνο με καλές προθέσεις. Χρειάζεται ισχύ, μέτρο, νομιμοποίηση, ιστορική μνήμη και συμβιβασμός.

Η Αμερική, όμως, συχνά έκανε το αντίθετο. Έντυσε την ισχύ της με ηθική γλώσσα. Είδε τις επεμβάσεις της ως αποστολές εκδημοκρατισμού. Είδε τους πολέμους της ως άμυνα της ελευθερίας. Είδε την παγκόσμια παρουσία της ως φυσικό δικαίωμα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι αξίες δεν έχουν σημασία. Το πρόβλημα είναι ότι όταν μια δύναμη πιστεύει πως οι αξίες της την απαλλάσσουν από τα όρια της πραγματικότητας, τότε η ηθική γίνεται ιδεολογικό κάλυμμα της υπερέκτασης.

Στο Who Are We?, ο Samuel Huntington δεν ρωτά πρώτα τι κάνει η Αμερική στον κόσμο. Ρωτά τι είναι η Αμερική ως έθνος. Το βασικό του ερώτημα είναι αν ένα κράτος μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως έθνος όταν χάνει την κοινή πολιτισμική του βάση.

Γκουαντάναμο

Για τον Χάντινγκτον, οι ΗΠΑ δεν είναι απλώς ένα κράτος θεσμών, νόμων και οικονομικών συμφερόντων. Υπήρξαν έθνος με συγκεκριμένο πολιτισμικό πυρήνα: αγγλική γλώσσα, βρετανικό θεσμικό υπόβαθρο, προτεσταντική ηθική, ατομική ευθύνη, εργασία, κοινοτική αυτοοργάνωση, νόμος, αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση και θρησκευτική σοβαρότητα. Από εκεί προέκυψε το American Creed: ελευθερία, ισότητα ευκαιριών, ατομικισμός, αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, κράτος δικαίου και ιδιωτική ιδιοκτησία.

Πολιτική(Δεξιά)

Το κρίσιμο σημείο του Χάντινγκτον είναι ότι αυτό το αμερικανικό πιστεύω δεν γεννήθηκε στο κενό. Γεννήθηκε μέσα σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό. Η Αμερική, λέει, δεν είναι απλώς «έθνος μεταναστών». Οι πρώτοι Αγγλοπροτεστάντες δεν ήταν μετανάστες που εντάχθηκαν σε μια υπάρχουσα κοινωνία· ήταν ιδρυτές που δημιούργησαν μια κοινωνία. Οι μεταγενέστεροι μετανάστες ενσωματώθηκαν σε αυτόν τον κορμό. Άρα η Αμερική δεν ήταν ουδέτερο δοχείο. Ήταν πολιτισμικό σύστημα που ζητούσε αφομοίωση.

Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, κατά τον Χάντινγκτον, οι ΗΠΑ έχασαν τον εξωτερικό εχθρό που κρατούσε ενωμένη την εθνική τους ταυτότητα. Όσο υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, η Αμερική ήξερε ποια είναι επειδή ήξερε απέναντι σε ποιον στέκεται. Μετά το 1991, το ερώτημα «ποιοι είμαστε;» έγινε ξανά πιεστικό. Η 11η Σεπτεμβρίου ξαναξύπνησε προσωρινά τον πατριωτισμό, αλλά δεν έλυσε το βαθύτερο πρόβλημα.

Ο Χάντινγκτον βλέπει τρεις απειλές: την αποεθνικοποίηση των ελίτ, την πολυπολιτισμικότητα ως ιδεολογία και τη μαζική ισπανόφωνη, κυρίως μεξικανική, μετανάστευση. Η πιο ενδιαφέρουσα για τη σημερινή κρίση είναι η πρώτη: οι ελίτ σκέφτονται όλο και λιγότερο ως Αμερικανοί και όλο και περισσότερο ως παγκόσμιοι διαχειριστές. Έτσι δημιουργείται χάσμα ανάμεσα στον πατριωτικό λαό και στις κοσμοπολίτικες ελίτ.

Σήμερα, μετά τον Τραμπ, αυτό μοιάζει προφητικό. Η Αμερική δεν διχάστηκε μόνο λόγω οικονομίας. Διχάστηκε επειδή ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας πίστεψε ότι οι ελίτ δεν ανήκουν πια στο ίδιο εθνικό «εμείς». Ότι κυβερνούν μια χώρα την οποία πολιτισμικά περιφρονούν. Ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για αγορές, πανεπιστήμια, διεθνείς θεσμούς και παγκόσμια γλώσσα δικαιωμάτων παρά για τον εργάτη του Οχάιο, τον αγρότη της Αϊόβα, τον μικροαστό της Πενσυλβάνιας, τον βετεράνο των ατελείωτων πολέμων.

Πολιτική(Δεξιά)

Ο Χάντινγκτον δεν προτείνει φυλετική Αμερική. Προτείνει πολιτισμική αφομοίωση. Το ζήτημα, για εκείνον, δεν είναι το αίμα, αλλά η κοινή γλώσσα, η κοινή ιστορική μνήμη, το American Creed, η πατριωτική παιδεία και η αίσθηση ότι όλοι ανήκουν στο ίδιο «εμείς». Αν αυτό χαθεί, οι ΗΠΑ δεν θα πάψουν αναγκαστικά να υπάρχουν ως κράτος. Θα πάψουν όμως να είναι το ίδιο έθνος.

Αυτό είναι το κέντρο του σημερινού αμερικανικού προβλήματος. Ο Ζιν λέει: η συνοχή χτίστηκε πάνω σε βία και αποκλεισμούς. Ο Χάντινγκτον λέει: χωρίς συνοχή δεν υπάρχει έθνος. Ο Kennedy λέει: χωρίς ισορροπία ανάμεσα σε οικονομία και στρατηγικές υποχρεώσεις, η μεγάλη δύναμη παρακμάζει. Ο Vine λέει: η Αμερική έχει μετατρέψει τον πόλεμο σε σύστημα. Ο Kissinger λέει: η Αμερική δυσκολεύεται να συνδυάσει ηθική και ρεαλισμό. Ο Packer και ο Ackerman λένε: μετά το 1991, η Αμερική κέρδισε τον κόσμο αλλά έχασε τον εαυτό της.

Και έτσι φτάνουμε στην επέτειο των 250 χρόνων.

Η Αμερική του 1776 γεννήθηκε ως υπόσχεση. Η Αμερική του 2026 στέκεται μπροστά στην κρίση αυτής της υπόσχεσης. Δεν είναι η πρώτη αυτοκρατορία που φτάνει σε αυτό το σημείο. Όλες οι μεγάλες δυνάμεις κάποτε μπερδεύουν την αποστολή με την υπερέκταση, την ισχύ με την αλαζονεία, την ηγεμονία με το πεπρωμένο. Η διαφορά είναι ότι η Αμερική δεν υπήρξε απλώς αυτοκρατορία. Υπήρξε ιδέα. Και οι ιδέες πέφτουν πιο δύσκολα, αλλά όταν ραγίσουν, ο θόρυβος είναι μεγαλύτερος.

Στις 4 Ιουλίου θα ακουστούν λόγια για ελευθερία. Και σωστά. Η Αμερική έδωσε στον κόσμο μεγάλες ιδέες, μεγάλους θεσμούς, μεγάλες μάχες για δικαιώματα, τεράστια επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, ανεπανάληπτη πολιτισμική ενέργεια. Αλλά η επέτειος δεν μπορεί να είναι μόνο ύμνος. Πρέπει να είναι και λογαριασμός.

Διότι η Αμερική δεν παρακμάζει επειδή έχασε έναν πόλεμο. Παρακμάζει επειδή χάνει την ικανότητα να λέει την αλήθεια στον εαυτό της. Να παραδεχθεί ότι η ελευθερία της χτίστηκε μαζί με δουλεία. Ότι η δημοκρατία της συνυπήρξε με αποκλεισμό. Ότι η ισχύς της έγινε συχνά αυτοκρατορική βία. Ότι η παγκόσμια αποστολή της έγινε υπερέκταση. Ότι οι ελίτ της αποσπάστηκαν από τον λαό. Ότι οι πόλεμοί της γύρισαν πίσω ως εσωτερική δηλητηρίαση. Ότι η αγορά της διέλυσε κοινότητες. Ότι η ταυτότητά της έγινε πεδίο μάχης.

Η Αμερική είναι ακόμη ισχυρή. Αλλά η δύναμη χωρίς συνοχή είναι φθορά. Η στρατιωτική υπεροχή χωρίς κοινωνική εμπιστοσύνη είναι κέλυφος. Η οικονομία χωρίς κοινό σκοπό είναι αγορά, όχι πατρίδα. Και η ελευθερία χωρίς αλήθεια γίνεται τελετουργία.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα των 250 χρόνων να μην είναι αν η Αμερική υπήρξε μεγάλη. Υπήρξε. Ούτε αν υπήρξε βίαιη. Υπήρξε. Ούτε αν υπήρξε ελεύθερη. Υπήρξε και αυτό, αλλά ποτέ για όλους από την αρχή.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Μπορεί μια χώρα που χτίστηκε πάνω στην υπόσχεση της ελευθερίας, αλλά μεγάλωσε ως αυτοκρατορία, να ξαναβρεί ένα κοινό “εμείς” χωρίς να πει ψέματα για τον εαυτό της;

Αν μπορεί, τότε τα 250 χρόνια δεν θα είναι απλώς επέτειος. Θα είναι αρχή ανανέωσης.

Αν δεν μπορεί, τότε η 4η Ιουλίου 2026 θα είναι κάτι πιο πικρό: η γιορτή μιας χώρας που ακόμη φωτίζει τον κόσμο, αλλά δεν ξέρει αν φωτίζει αυγή ή ηλιοβασίλεμα.

anixneuseis.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις41 δευτερόλεπτα πριν

Μπαλτζώης: Κακή εξέλιξη για την Ελλάδα

Σαφή προειδοποίηση για τις εξελίξεις στο ΝΑΤΟ και τον ρόλο που αναλαμβάνει η Τουρκία απηύθυνε ο αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης,...

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Πώς ο Τραμπ και η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ δίνουν νομιμοποίηση στον αυταρχικό πρόεδρο της Τουρκίας

Για τον Ερντογάν, αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιεί τη σύνοδο κορυφής ως σκηνή για να ανυψώσει τη θέση του σε μια...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μεντβέντεφ: Το Ιράν διαθέτει το «πυρηνικό όπλο» του Ορμούζ

«Το Ιράν, αντί για πυρηνικά όπλα, ανακάλυψε ένα άλλο όπλο που δεν είναι ασθενέστερο από το πυρηνικό - το Στενό...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ11 ώρες πριν

Ελληνοτουρκικά και ΝΑΤΟ: Η αμηχανία της συμμαχίας και τα δύο μέτρα και δύο σταθμά

Για να κατανοήσουμε καλύτερα πώς το ΝΑΤΟ βλέπει την Τουρκία ιδίως αρκεί να διαβάσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το προσφάτως...

Γενικά θέματα12 ώρες πριν

Ηράκλειο Κρήτης: Εντυπωσιακό γκράφιτι 200 τ.μ. με θέμα τη Δικαιοσύνη στο 23ο Δημοτικό Σχολείο

Μέσα από τη δύναμη της τέχνης, η παρέμβαση επιχειρεί να μεταφέρει μήνυμα ευαισθητοποίησης, προβληματισμού και ελπίδας σε μικρούς και μεγάλους,...

Δημοφιλή