Αναλύσεις
Νέος άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ–Ινδίας
Στη νέα εκπομπή «Direct News», ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναλύει τις μεγάλες γεωπολιτικές εξελίξεις που φέρνουν Ελλάδα και Κύπρο στο επίκεντρο ενός νέου άξονα ασφαλείας με Ισραήλ, Ινδία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Τις ταχύτατες εξελίξεις από την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο έως τη Συρία, το Ιράν, την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες ανέλυσε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News», θέτοντας στο επίκεντρο τη διαμόρφωση ενός νέου άξονα ασφαλείας με τη συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Ινδίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Κεντρική θέση της εκπομπής ήταν ότι οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή περνούν σε νέα φάση, με την Ελλάδα και την Κύπρο να αποκτούν, κατά την εκτίμηση του παρουσιαστή, αναβαθμισμένο ρόλο στον σχεδιασμό του Ισραήλ και στις νέες ενεργειακές, αμυντικές και εμπορικές διασυνδέσεις.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας επικαλέστηκε δηλώσεις του γενικού διευθυντή του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, σύμφωνα με τις οποίες προωθείται μια ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας που θα συνδέει την Ινδία, τα Εμιράτα, το Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα.
Όπως παρουσιάστηκε στην εκπομπή, ο συγκεκριμένος σχεδιασμός δεν αφορά μόνο αμυντικές συνεργασίες και κοινές ασκήσεις. Συνδέεται και με την ανταλλαγή τεχνογνωσίας, την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας, τις ενεργειακές διαδρομές και τον διάδρομο IMEC, που φιλοδοξεί να ενώσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου.
Στην ανάλυση της εκπομπής, η Ελλάδα και η Κύπρος εμφανίζονται ως κρίσιμοι κόμβοι μιας νέας γεωπολιτικής αλυσίδας, η οποία διαμορφώνεται σε μια περίοδο έντασης με το Ιράν, αβεβαιότητας γύρω από τον αμερικανικό ρόλο και αυξανόμενης αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία.
Το μήνυμα Νετανιάχου προς Ερντογάν
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις δηλώσεις που, σύμφωνα με την εκπομπή, έκανε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προς την τουρκική ηγεσία.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φέρεται να συνέδεσε την τουρκική ρητορική με την προσπάθεια της Άγκυρας να καλύψει το κενό ισχύος που δημιουργείται από την αποδυνάμωση του Ιράν, τονίζοντας ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να δεχθεί απειλές κατά της ασφάλειας και της ύπαρξής του.
Η εκπομπή παρουσίασε τις συγκεκριμένες δηλώσεις ως μήνυμα ότι η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ δεν περιορίζεται πλέον σε λεκτικές συγκρούσεις ή σε διπλωματικές τριβές, αλλά αποκτά πιο μόνιμα χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε και η αναφορά σε τουρκική ανάλυση που, κατά τον παρουσιαστή, περιγράφει τη ρήξη των δύο χωρών ως δομική και δύσκολα αναστρέψιμη, με τη Συρία να αναδεικνύεται στο πιο επικίνδυνο πεδίο ανταγωνισμού.
Συρία, Χαμάς και το επόμενο μέτωπο
Η «Direct News» στάθηκε ιδιαίτερα στην τουρκική παρουσία στη Συρία, επικαλούμενη ισραηλινές εκτιμήσεις για ενίσχυση της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής επιρροής της Άγκυρας.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της στη μεταπολεμική Συρία, μέσω στρατιωτικής συνεργασίας, εξαγωγών αμυντικού υλικού και διασυνδέσεων με τις νέες συριακές δομές ασφαλείας.
Η εκπομπή αναφέρθηκε επίσης σε ισραηλινές ανησυχίες για τον σχεδιασμό νέων υποδομών και διαδρόμων, όπως η αναβίωση του σιδηροδρόμου Χετζάζ, τον οποίο παρουσίασε ως ανταγωνιστική κίνηση απέναντι στον IMEC.
Παράλληλα, υποστηρίχθηκε ότι το Ισραήλ παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Άγκυρας στη Συρία, αλλά και τις φερόμενες διασυνδέσεις της με στελέχη της Χαμάς.
F-35, κινητήρες και πίεση από το Κογκρέσο
Ένα ακόμη κομμάτι της εκπομπής αφορούσε την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία και ειδικότερα την προοπτική επανένταξής της στο πρόγραμμα των F-35 ή την πιθανή προμήθεια κινητήρων F110.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε σε πρωτοβουλία της βουλευτού Ντίνα Τάιτους στο αμερικανικό Κογκρέσο, η οποία –σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν– στοχεύει στην αποτροπή οποιασδήποτε χαλάρωσης των περιορισμών προς την Άγκυρα.
Η εκπομπή συνέδεσε το ζήτημα με τις κυρώσεις CAATSA, το ρωσικό σύστημα S-400, τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και με τη στάση της Άγκυρας απέναντι στη Χαμάς.
Παρουσιάστηκε επίσης ειδική ακρόαση στο Κογκρέσο για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην κατεχόμενη Κύπρο και τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή, με την εκπομπή να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις παρεμβάσεις Αμερικανών βουλευτών και αναλυτών.
Γαλλία, Κύπρος και το ζήτημα των SAMP/T
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε τη γαλλοκυπριακή αμυντική συνεργασία και την αντίδραση της Άγκυρας στη συμφωνία Παρισιού–Λευκωσίας.
Όπως αναφέρθηκε, η γαλλική πλευρά απορρίπτει τους τουρκικούς ισχυρισμούς ότι η συμφωνία στρέφεται εναντίον τρίτης χώρας, επιμένοντας ότι η συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία θα προχωρήσει.
Την ίδια ώρα, η εκπομπή εξέφρασε προβληματισμό για δημοσίευμα που αφορά ενδεχόμενη γαλλοτουρκική συμφωνία γύρω από το σύστημα SAMP/T και πιθανή συμπαραγωγή. Ο παρουσιαστής υποστήριξε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε νέα δεδομένα στις σχέσεις Αθήνας και Παρισιού.
ΝΑΤΟ, ΕΕ και η ελληνική απάντηση
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας άσκησε κριτική στις δηλώσεις του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε για τη σημασία της Τουρκίας στη Συμμαχία και για την τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Κατά την εκπομπή, τέτοιες τοποθετήσεις δείχνουν μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης του τουρκικού ρόλου στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, την ώρα που η Αθήνα και η Λευκωσία καλούνται να αξιοποιήσουν τα δικά τους διπλωματικά και αμυντικά πλεονεκτήματα.
Αντίστοιχη κριτική ασκήθηκε και στη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Άγκυρα, με αφορμή την επίσκεψη της Κάγια Κάλας στην Τουρκία και την απουσία, σύμφωνα με την εκπομπή, σαφών αναφορών στην κατοχή της Κύπρου και στις τουρκικές απειλές.
Στον αντίποδα, ο παρουσιαστής ανέδειξε την ελληνική αμυντική αναβάθμιση, κάνοντας αναφορά στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», στα έργα οχύρωσης, στις υπόγειες υποδομές σε νησιά και Έβρο, αλλά και σε συστήματα όπως τα Spike NLOS.
Το κεντρικό συμπέρασμα της εκπομπής ήταν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις παθητικά. Αντιθέτως, οφείλει να ενισχύσει τις συμμαχίες της, να επενδύσει στην άμυνα και να αξιοποιήσει τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Ινδικό Ωκεανό.
Αναλύσεις
Η ανεξάρτητη Αρμενία και η ιστορική συνέχεια ενός εθνικού αγώνα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας
Η ανεξάρτητη Αρμενία και η ιστορική συνέχεια ενός εθνικού αγώνα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας
Άρθρο του Αρντασές Γιαγουπιάν
Η επικείμενη συζήτηση στην Knesset για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από το Ισραήλ που πιθανότατα θα γίνει την επόμενη εβδομάδα, αποτελεί αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στο πεδίο της διεθνούς ιστορικής δικαιοσύνης. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της διαδικασίας, το γεγονός και μόνο ότι το ισραηλινό κοινοβούλιο καλείται να εξετάσει εκ νέου ένα ζήτημα που αφορά ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ού αιώνα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, τόσο για τον αρμενικό λαό όσο και για τη διεθνή κοινότητα.
Η συγκυρία αυτή θα ανέμενε κανείς να αποτελέσει ευκαιρία για την Αρμενία να υπενθυμίσει ότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν αποτελεί μια συμβολική πράξη απέναντι στο παρελθόν, αλλά μια διαρκή δέσμευση απέναντι στην ιστορική αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την πρόληψη μελλοντικών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
Αντί όμως να αναδείξει τη σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης, ο πρωθυπουργός της Αρμενίας, Νικόλ Πασινιάν, επέλεξε να επαναφέρει δημόσια έναν προβληματισμό που έχει εκφράσει και στο παρελθόν: κατά πόσο η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας θα πρέπει να αποτελεί βασική προτεραιότητα της αρμενικής εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, διερωτήθηκε γιατί το ζήτημα της αναγνώρισης αναδείχθηκε ως κεντρικός εθνικός στόχος μετά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και ποιοι παράγοντες διαμόρφωσαν αυτή τη στρατηγική.
Εκ πρώτης όψεως, τα ερωτήματα αυτά μπορεί να φαίνονται εύλογα. Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να επαναξιολογεί τις προτεραιότητες της εξωτερικής του πολιτικής και να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές συνθήκες.
Όμως εδώ ανακύπτει ένα θεμελιώδες πρόβλημα.
Τα ερωτήματα του Πασινιάν δεν αφορούν απλώς μια διπλωματική επιλογή. Αφορούν την ίδια την ιστορική διαδρομή του αρμενικού λαού μετά τη Γενοκτονία. Και όταν αυτή η ιστορική διαδρομή αποκόπτεται από το πολιτικό και ιστορικό της πλαίσιο, δημιουργούνται λανθασμένα συμπεράσματα.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι γιατί η αναγνώριση της Γενοκτονίας αναδείχθηκε σε διεθνή προτεραιότητα μετά το 1950 ή μετά το 1991.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ διαφορετικό:
Ποιος θα μπορούσε να δώσει αυτόν τον αγώνα όσο η Αρμενία δεν ήταν ελεύθερο και κυρίαρχο κράτος;
Για να δοθεί απάντηση, πρέπει να επιστρέψουμε περισσότερο από έναν αιώνα πίσω.
Η Γενοκτονία και η απώλεια της κρατικής συνέχειας
Το 1915, η Οθωμανική Αυτοκρατορία οργάνωσε και υλοποίησε τη συστηματική εξόντωση του αρμενικού πληθυσμού της ιστορικής Δυτικής Αρμενίας και άλλων περιοχών της αυτοκρατορίας. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δολοφονήθηκαν, ενώ περισσότεροι από ένα εκατομμύριο εκτοπίστηκαν, πέθαναν από τις κακουχίες ή εξαναγκάστηκαν σε μόνιμη προσφυγιά.
Η Γενοκτονία δεν κατέστρεψε μόνο ανθρώπινες ζωές.
Διέλυσε την ιστορική παρουσία των Αρμενίων στις πατρογονικές τους εστίες και δημιούργησε μια τεράστια Διασπορά, η οποία έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επόμενες δεκαετίες.
Παρά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, το 1918 ιδρύθηκε η Πρώτη Δημοκρατία της Αρμενίας. Για πρώτη φορά ύστερα από αιώνες, οι Αρμένιοι διέθεταν ξανά ανεξάρτητο κράτος.
Η ύπαρξή του, όμως, υπήρξε τραγικά σύντομη.
Αντιμέτωπη με πολέμους, προσφυγικά κύματα, οικονομική κατάρρευση και τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η νεοσύστατη δημοκρατία δεν κατάφερε να επιβιώσει. Τον Δεκέμβριο του 1920 η Αρμενία σοβιετοποιήθηκε και εντάχθηκε στη νέα σοβιετική πολιτική πραγματικότητα.
Η εξέλιξη αυτή άλλαξε ριζικά όχι μόνο το πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά και τη δυνατότητα των Αρμενίων να διαμορφώνουν εθνική στρατηγική για τα μεγάλα ιστορικά τους ζητήματα.
Η Αρμενία έπαψε να ασκεί δική της εξωτερική πολιτική
Από το 1920 μέχρι την ανεξαρτησία του 1991, η Αρμενία δεν υπήρξε κυρίαρχο κράτος.
Η εξωτερική της πολιτική δεν χαρασσόταν στο Γερεβάν αλλά στη Μόσχα.
Οι σχέσεις με την Τουρκία, η στάση απέναντι στη Δύση, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν η ιστορία, αποτελούσαν ζητήματα που καθορίζονταν από τη σοβιετική ηγεσία.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο που συχνά παραλείπεται στη σημερινή συζήτηση.
Όταν σήμερα τίθεται το ερώτημα «γιατί η Αρμενία δεν είχε αναπτύξει νωρίτερα μια τόσο έντονη πολιτική για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας;», η απάντηση είναι απλή:
Επειδή δεν διέθετε την πολιτική ελευθερία να το πράξει.
Δεν υπήρχε ανεξάρτητη κυβέρνηση που να μπορούσε να απευθυνθεί στα Ηνωμένα Έθνη.
Δεν υπήρχε αρμενικό Υπουργείο Εξωτερικών που να μπορούσε να ασκήσει διεθνή πίεση.
Δεν υπήρχε ανεξάρτητη διπλωματική υπηρεσία.
Δεν υπήρχε δυνατότητα χάραξης εθνικής στρατηγικής.
Όλες αυτές οι αρμοδιότητες ανήκαν αποκλειστικά στη Σοβιετική Ένωση.
Επομένως, η απουσία μιας οργανωμένης κρατικής εκστρατείας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν ήταν πολιτική επιλογή της Αρμενίας.
Ήταν συνέπεια της απουσίας κρατικής κυριαρχίας.
Αυτό αποτελεί το ιστορικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής συζήτησης για τον αγώνα της αναγνώρισης.
Χωρίς αυτή τη βασική παραδοχή, είναι εύκολο να δημιουργηθεί η λανθασμένη εντύπωση ότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας ήταν μια πολιτική ατζέντα που επινοήθηκε αργότερα από τη Διασπορά ή υιοθετήθηκε εκ των υστέρων από την ανεξάρτητη Αρμενία.
Η ιστορία, όμως, αφηγείται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα.
Όταν το κράτος δεν μπορούσε να μιλήσει, μίλησε το έθνος
Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη.Από το 1920 και για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια, η Αρμενία δεν διέθετε ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Ως μία από τις Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ, οι αποφάσεις για όλα τα μεγάλα διεθνή ζητήματα λαμβάνονταν στη Μόσχα. Η σχέση με την Τουρκία, η πολιτική απέναντι στη Δύση, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο προβαλλόταν η ιστορία κάθε σοβιετικού λαού, καθορίζονταν από τις γενικότερες στρατηγικές επιδιώξεις του σοβιετικού κράτους.
Η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μνήμη της εξαφανίστηκε από τη Σοβιετική Αρμενία. Αντίθετα, επιβίωνε μέσα στις οικογένειες, στις προσωπικές αφηγήσεις των επιζώντων και στη συλλογική συνείδηση του λαού. Όμως υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη διατήρηση της μνήμης και στη δυνατότητα να μετατραπεί αυτή η μνήμη σε οργανωμένη κρατική διπλωματική δράση.
Αυτή η δυνατότητα απλούστατα δεν υπήρχε.
Η σοβιετική ηγεσία αντιμετώπιζε το ζήτημα της Γενοκτονίας μέσα από το πρίσμα των δικών της γεωπολιτικών συμφερόντων. Σε περιόδους έντασης με την Τουρκία, το θέμα μπορούσε να αναδειχθεί περισσότερο. Όταν όμως η Μόσχα επιδίωκε καλύτερες σχέσεις με την Άγκυρα, η δημόσια αναφορά περιοριζόταν σημαντικά. Η ιστορική μνήμη δεν αποτελούσε υπόθεση της αρμενικής κοινωνίας, αλλά μέρος της συνολικής σοβιετικής πολιτικής.
Είναι λοιπόν άδικο να κρίνεται η Σοβιετική Αρμενία σαν να ήταν ένα ανεξάρτητο κράτος που απλώς επέλεξε να μη διεκδικήσει τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη.
Δύο διαφορετικές εμπειρίες, ένα και το αυτό έθνος
Για να κατανοήσει κανείς τη σχέση ανάμεσα στην Αρμενία και τη Διασπορά, πρέπει πρώτα να καταλάβει ότι μετά το 1915 ο αρμενικός λαός έζησε δύο εντελώς διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες.
Ο Αρμένιος που γεννήθηκε στο Γερεβάν τη δεκαετία του 1950 μεγάλωσε μέσα σε ένα σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η εθνική του ταυτότητα διατηρήθηκε, η αρμενική γλώσσα διδασκόταν, η λογοτεχνία και ο πολιτισμός καλλιεργούνταν, όμως όλα αυτά εξελίσσονταν μέσα στα πολιτικά όρια που έθετε η Σοβιετική Ένωση.
Την ίδια περίοδο, ένας Αρμένιος που γεννήθηκε στη Μασσαλία, στη Βηρυτό, στην Αθήνα, στο Λος Άντζελες ή στο Μπουένος Άιρες μεγάλωνε σε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Στο οικογενειακό τραπέζι άκουγε τις αφηγήσεις των παππούδων του που είχαν επιζήσει από τις πορείες θανάτου. Στις αρμενικές κοινότητες η Γενοκτονία δεν ήταν μόνο ιστορία· ήταν προσωπική μνήμη. Οι εκκλησίες, τα σχολεία, οι πολιτιστικοί σύλλογοι και οι οργανώσεις της Διασποράς λειτουργούσαν όχι μόνο ως χώροι διατήρησης της ταυτότητας, αλλά και ως θεματοφύλακες μιας ιστορικής αλήθειας που δεν έπρεπε να λησμονηθεί.
Δεν επρόκειτο για δύο διαφορετικούς λαούς.
Ούτε για δύο διαφορετικές αντιλήψεις περί αρμενισμού.
Ήταν ο ίδιος λαός που βρέθηκε να ζει κάτω από δύο εντελώς διαφορετικά πολιτικά συστήματα.
Η Σοβιετική Αρμενία είχε ως πρωταρχική αποστολή να διατηρήσει την κρατική υπόσταση, τον πληθυσμό, την παιδεία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό μέσα στις συνθήκες της σοβιετικής πραγματικότητας.
Η Διασπορά, από την άλλη πλευρά, ανέλαβε αυθόρμητα έναν διαφορετικό ιστορικό ρόλο: να διαφυλάξει τη μνήμη, να συγκεντρώσει τα τεκμήρια, να στηρίξει την ιστορική έρευνα και να κρατήσει ζωντανή τη διεθνή διεκδίκηση της αναγνώρισης.
Οι δύο αυτές αποστολές δεν συγκρούονταν.
Αλληλοσυμπληρώνονταν.
Η Διασπορά δεν δημιούργησε μια «ατζέντα». Κάλυψε ένα ιστορικό κενό.
Συχνά ακούγεται ο ισχυρισμός ότι η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας αποτέλεσε κυρίως «ατζέντα της Διασποράς».
Η διατύπωση αυτή είναι ιστορικά παραπλανητική.
Η Διασπορά δεν αφύπνισε ένα αδιάφορο κράτος ούτε επέβαλε μια πολιτική που η Αρμενία δεν επιθυμούσε.
Αντίθετα, ανέλαβε έναν εθνικό ρόλο που κανένας άλλος δεν μπορούσε να ασκήσει.
Όσο η Αρμενία βρισκόταν ενταγμένη στη Σοβιετική Ένωση, δεν υπήρχε ανεξάρτητη κυβέρνηση για να διεκδικήσει διεθνείς αναγνωρίσεις.
Δεν υπήρχε ελεύθερη διπλωματία.
Δεν υπήρχε κρατικός μηχανισμός που να μπορούσε να απευθυνθεί στα κοινοβούλια του κόσμου, στα διεθνή δικαστήρια ή στους διεθνείς οργανισμούς.
Το κενό αυτό καλύφθηκε από τη Διασπορά.
Οι αρμενικές κοινότητες οργάνωσαν επιτροπές, ίδρυσαν ερευνητικά κέντρα, κατέγραψαν τις μαρτυρίες των επιζώντων, υποστήριξαν την επιστημονική έρευνα και άρχισαν να ασκούν συστηματική πίεση προς κυβερνήσεις και κοινοβούλια για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Δεν το έκαναν επειδή διέθεταν κρατική εξουσία.
Το έκαναν επειδή το κράτος δεν είχε τη δυνατότητα να το πράξει.
Αυτή είναι μια θεμελιώδης διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.
Η Διασπορά δεν υποκατέστησε το αρμενικό κράτος από φιλοδοξία.
Το υποκατέστησε από ιστορική αναγκαιότητα.
Το 1965 η σιωπή αρχίζει να σπάει
Στις 24 Απριλίου 1965, πενήντα χρόνια μετά τη Γενοκτονία, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στους δρόμους του Γερεβάν ζητώντας δημόσια να τιμηθούν τα θύματα και να αναγνωριστεί η ιστορική αλήθεια.
Η διαδήλωση εκείνη αποτέλεσε σημείο καμπής.
Δεν οργανώθηκε από τη Διασπορά.
Δεν ήταν προϊόν κρατικής πρωτοβουλίας.
Ήταν η αυθεντική έκφραση μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες διατηρούσε τη μνήμη μέσα στη σιωπή και ζητούσε πλέον να της δοθεί δημόσιος χώρος.
Η σοβιετική ηγεσία δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει αυτό το μήνυμα.
Λίγα χρόνια αργότερα εγκρίθηκε η ανέγερση του μνημείου του Τζιτζερναγκαπέρτ (Μνημείο της Γενοκτονίας των Αρμενίων στο Γερεβάν), το οποίο από τότε αποτελεί τον σημαντικότερο τόπο συλλογικής μνήμης του αρμενικού λαού.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύει κάτι εξαιρετικά σημαντικό.
Η μνήμη της Γενοκτονίας δεν διατηρήθηκε αποκλειστικά από τη Διασπορά.
Διατηρήθηκε και μέσα στην ίδια την Αρμενία.
Απλώς εκφραζόταν με διαφορετικούς τρόπους, επειδή διαφορετικές ήταν και οι πολιτικές συνθήκες.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι λανθασμένο να παρουσιάζονται η Αρμενία και η Διασπορά ως δύο αντίπαλοι πόλοι.
Στην πραγματικότητα, ακολουθούσαν δύο παράλληλες διαδρομές που υπηρετούσαν τον ίδιο εθνικό σκοπό.
Η μία διαφύλασσε το κράτος.
Η άλλη διαφύλασσε τη διεθνή διεκδίκηση.
Και οι δύο, καθεμία με τα μέσα που διέθετε, διαφύλασσαν την ιστορική συνέχεια του αρμενικού έθνους.
Από τη μνήμη στη διεθνή αναγνώριση: όταν η Διασπορά έδωσε διεθνή φωνή σε έναν εθνικό αγώνα
Η διαδήλωση της 24ης Απριλίου 1965 στο Γερεβάν δεν αποτέλεσε μόνο σημείο καμπής για τη Σοβιετική Αρμενία. Αποτέλεσε και την απαρχή μιας νέας περιόδου για ολόκληρο τον αρμενικό κόσμο. Για πρώτη φορά μετά τη Γενοκτονία, η συλλογική μνήμη δεν περιοριζόταν πλέον στις οικογενειακές αφηγήσεις, στις εκκλησίες και στις κοινότητες της Διασποράς. Άρχισε σταδιακά να αποκτά δημόσια και διεθνή διάσταση.
Η ανέγερση του μνημείου του Τζιτζερναγκαπέρτ το 1967 υπήρξε ένα ισχυρό σύμβολο αυτής της αλλαγής. Δεν σήμαινε ότι η Σοβιετική Ένωση υιοθέτησε επίσημα μια πολιτική διεθνούς διεκδίκησης της αναγνώρισης της Γενοκτονίας. Σήμαινε όμως ότι η ιστορική μνήμη είχε πλέον αποκτήσει έναν δημόσιο χώρο έκφρασης μέσα στην ίδια την Αρμενία. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι αρμενικές κοινότητες της Διασποράς άρχιζαν να μετατρέπουν τη μνήμη σε οργανωμένη διεθνή δράση.
Η εξέλιξη αυτή δεν υπήρξε αποτέλεσμα μιας κεντρικής πολιτικής απόφασης ούτε έργο ενός μόνο οργανισμού. Υπήρξε το αποτέλεσμα της σταδιακής αφύπνισης ενός λαού που είχε συνειδητοποιήσει ότι οι τελευταίοι επιζώντες της Γενοκτονίας έφευγαν από τη ζωή και ότι, αν δεν καταγραφόταν η αλήθεια εκείνη τη στιγμή, οι επόμενες γενιές θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τη λήθη αλλά και την οργανωμένη άρνηση.
Η δεκαετία του 1970 σηματοδότησε τη μετάβαση από τη διατήρηση της μνήμης στη συστηματική διεθνοποίηση του ζητήματος. Οι αρμενικές οργανώσεις της Διασποράς αντιλήφθηκαν ότι η ιστορική δικαιοσύνη δεν θα ερχόταν αυτόματα με το πέρασμα του χρόνου. Έπρεπε να οικοδομηθεί μέσα από την επιστημονική έρευνα, τη νομική τεκμηρίωση, τη διπλωματική δράση και τη συνεχή ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης.
Σε αυτή την προσπάθεια συμμετείχαν σχεδόν όλες οι μεγάλες εκφράσεις του οργανωμένου αρμενικού κόσμου. Η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία (ARMENIAN REVOLUTIONARY FEDERATION), μέσα από το διεθνές της δίκτυο, ανέδειξε το ζήτημα σε πολιτικό επίπεδο και συνέβαλε στη δημιουργία επιτροπών που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη διεθνή αναγνώριση. Η Αρμενική Εκκλησία, τόσο το Καθολικοσάτο του Ετσμιατζίν όσο και το Καθολικοσάτο του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, διατήρησαν τη μνήμη της Γενοκτονίας στο επίκεντρο της πνευματικής ζωής των κοινοτήτων, υπενθυμίζοντας ότι η διεκδίκηση της ιστορικής αλήθειας δεν ήταν μόνο πολιτικό αλλά και ηθικό καθήκον. Παράλληλα, Αρμενικές Εθνικές Επιτροπές, πολιτιστικοί σύλλογοι, επιστημονικά ιδρύματα και οργανώσεις νέων ανέλαβαν δράσεις σε δεκάδες χώρες, δημιουργώντας ένα παγκόσμιο δίκτυο ενημέρωσης και πολιτικής παρέμβασης.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο αυτής της περιόδου είναι ότι ο αγώνας δεν βασίστηκε αποκλειστικά στη συναισθηματική φόρτιση των απογόνων των θυμάτων. Αντιθέτως, στηρίχθηκε ολοένα και περισσότερο στην ιστορική έρευνα. Νέα αρχεία ήρθαν στο φως. Δημοσιεύθηκαν διπλωματικά έγγραφα, μαρτυρίες ξένων διπλωματών, ιεραποστόλων και αυτοπτών μαρτύρων, καθώς και μελέτες που τεκμηρίωναν ότι οι μαζικές εκτοπίσεις και οι σφαγές του 1915 δεν αποτελούσαν απλώς τραγικές συνέπειες του πολέμου αλλά οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης ενός ολόκληρου λαού.
Η επιστημονική αυτή τεκμηρίωση είχε καθοριστική σημασία. Η συζήτηση άρχισε να μεταφέρεται από το πεδίο της συλλογικής μνήμης στο πεδίο του διεθνούς δικαίου και της ιστορικής επιστήμης. Η αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν παρουσιαζόταν πλέον ως αίτημα μιας κοινότητας που ζητούσε ηθική δικαίωση, αλλά ως υποχρέωση της διεθνούς κοινότητας απέναντι σε ένα ιστορικά αποδεδειγμένο έγκλημα.
Η εξέλιξη αυτή άρχισε σταδιακά να αποδίδει καρπούς.
Το 1965 η Ουρουγουάη έγινε το πρώτο κράτος που αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, ανοίγοντας έναν δρόμο που μέχρι τότε έμοιαζε αδιανόητος. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια νέες αποφάσεις κοινοβουλίων και κυβερνήσεων, ενώ σε πολλές χώρες άρχισαν να πραγματοποιούνται επίσημες εκδηλώσεις μνήμης. Κάθε αναγνώριση είχε τη δική της πολιτική σημασία. Δεν αποτελούσε μόνο μια πράξη δικαίωσης για τους Αρμενίους, αλλά δημιουργούσε και ένα προηγούμενο πάνω στο οποίο μπορούσαν να στηριχθούν οι επόμενες διεκδικήσεις.
Παράλληλα, η έννοια της γενοκτονίας αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στο διεθνές δίκαιο. Μετά την υιοθέτηση της Σύμβασης του ΟΗΕ για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας ( έκθεση Whitaker στις 2/07/1985), όπου η έκθεση κατέταξε τη Γενοκτονία των Αρμενίων ανάμεσα στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις γενοκτονιών του 20ού αιώνα, η συζήτηση δεν περιοριζόταν πλέον στην ιστορική ερμηνεία των γεγονότων του 1915. Αφορούσε πλέον και τη διεθνή υποχρέωση αναγνώρισης, πρόληψης και καταδίκης τέτοιων εγκλημάτων.
Δύο χρόνια αργότερα στις 18/06/1987, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα με το οποίο αναγνώριζε τη Γενοκτονία των Αρμενίων και καλούσε την Τουρκία να αντιμετωπίσει την ιστορική πραγματικότητα. Η σημασία του ψηφίσματος δεν περιοριζόταν στο περιεχόμενό του. Αποτελούσε την πρώτη σαφή τοποθέτηση ενός μεγάλου υπερεθνικού ευρωπαϊκού θεσμού, αποδεικνύοντας ότι το ζήτημα είχε πλέον περάσει οριστικά από το επίπεδο των κοινοτήτων της Διασποράς στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής.
Όλες αυτές οι εξελίξεις συνέβησαν πριν ακόμη η Αρμενία αποκτήσει την ανεξαρτησία της.
Όταν η Δημοκρατία της Αρμενίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991, δεν ξεκινούσε έναν καινούργιο αγώνα. Παραλάμβανε έναν αγώνα που είχε ήδη οικοδομηθεί επί δεκαετίες από εκατομμύρια Αρμενίους της Διασποράς, από επιστήμονες, από εκκλησιαστικούς θεσμούς, από οργανώσεις, από κοινοτικές επιτροπές και από ανθρώπους που εργάστηκαν αθόρυβα.
Η Διασπορά δεν δημιούργησε μια νέα εθνική στρατηγική. Διατήρησε τη συνέχεια της αρμενικής εθνικής διεκδίκησης κατά την περίοδο που το αρμενικό κράτος δεν διέθετε την ελευθερία να την εκφράσει.
Όταν η ανεξάρτητη Αρμενία εμφανίστηκε ξανά στον διεθνή χάρτη, δεν είχε απέναντί της ένα κενό.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ιστορικό συμπέρασμα της περιόδου 1965–1991.
Η ανεξάρτητη Αρμενία, οι δηλώσεις του Πασινιάν και η ιστορική συνέχεια ενός εθνικού αγώνα
Όταν η Δημοκρατία της Αρμενίας ανέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991, βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστιες προκλήσεις. Έπρεπε να οικοδομήσει από την αρχή τους θεσμούς ενός σύγχρονου κράτους, να οργανώσει τις ένοπλες δυνάμεις της, να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και να διαχειριστεί τον πόλεμο για το Αρτσάχ.
Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας θα περνούσε σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο, συνέβη το αντίθετο.
Όχι επειδή η νέα Δημοκρατία της Αρμενίας αποφάσισε να δημιουργήσει μια νέα πολιτική ατζέντα.
Αλλά επειδή παρέλαβε μια ιστορική ευθύνη.
Αυτό ακριβώς έπραξαν όλες οι κυβερνήσεις της χώρας από το 1991 και μετά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους διαφορές.
Άλλοτε με μεγαλύτερη ένταση, άλλοτε με μεγαλύτερη προσοχή, όλες αντιμετώπισαν τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας ως αναπόσπαστο μέρος της εξωτερικής πολιτικής της Δημοκρατίας της Αρμενίας. Όχι επειδή θεωρούσαν ότι η αναγνώριση θα έλυνε από μόνη της τα προβλήματα της χώρας, αλλά επειδή αναγνώριζαν ότι αποτελούσε στοιχείο της ιστορικής συνέχειας του αρμενικού κράτους και του αρμενικού έθνους.
Από τη δεκαετία του 1990 και ιδιαίτερα μετά το 2000, ο αριθμός των κρατών, των κοινοβουλίων και των διεθνών οργανισμών που αναγνώρισαν επίσημα τη Γενοκτονία αυξήθηκε σημαντικά. Κάθε νέα αναγνώριση αποτελούσε αποτέλεσμα της συνεργασίας της Δημοκρατίας της Αρμενίας με τις κοινότητες της Διασποράς και όχι προϊόν ανταγωνισμού μεταξύ τους.
Η σχέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Συχνά παρουσιάζεται η εντύπωση ότι υπήρξαν δύο διαφορετικές στρατηγικές: μία της Αρμενίας και μία της Διασποράς.
Η ιστορική πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο.
Υπήρξε μία κοινή εθνική στρατηγική, η οποία προσαρμοζόταν στις δυνατότητες κάθε εποχής.
Όταν δεν υπήρχε ανεξάρτητο κράτος, τον κύριο ρόλο ανέλαβε η Διασπορά.
Όταν το κράτος επανεμφανίστηκε, οι δύο πλευρές λειτούργησαν συμπληρωματικά.
Η συνεργασία αυτή υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους το ζήτημα της Γενοκτονίας απέκτησε παγκόσμια απήχηση.
Τα ερωτήματα του Πασινιάν και οι απαντήσεις της ιστορίας
Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού Νικόλ Πασινιάν.
Τα ερωτήματα που έθεσε δεν είναι αθέμιτα. Σε μια δημοκρατία κάθε κυβέρνηση έχει δικαίωμα να επανεξετάζει τις προτεραιότητες της εξωτερικής της πολιτικής.
Εκείνο όμως που προκαλεί προβληματισμό είναι όταν η επανεξέταση αυτή αποσυνδέεται από την ιστορική διαδρομή που διαμόρφωσε τις ίδιες αυτές προτεραιότητες.
Το πρώτο ερώτημα που έθεσε αφορά τον λόγο για τον οποίο η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας αναδείχθηκε σε κεντρικό στόχο κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Η απάντηση προκύπτει μέσα από την ίδια την ιστορία.
Δεν συνέβη επειδή τότε γεννήθηκε μια νέα πολιτική ιδέα.
Συνέβη επειδή τότε άρχισαν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να αποκτήσει διεθνή υπόσταση ένας αγώνας που μέχρι τότε ήταν αδύνατο να αναλάβει η Σοβιετική Αρμενία.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη χρησιμότητα της αναγνώρισης για τη σημερινή Αρμενία.
Η ιστορία δείχνει ότι η αναγνώριση δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός.
Δεν παρουσιάστηκε ποτέ ως υποκατάστατο της ασφάλειας, της οικονομικής ανάπτυξης ή της διπλωματίας.
Αποτέλεσε όμως το ηθικό και ιστορικό θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η διεθνής αξιοπιστία της αρμενικής υπόθεσης.
Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να επιλέγει τις διπλωματικές του προτεραιότητες.
Κανένα όμως κράτος δεν μπορεί να επαναπροσδιορίζει την ιστορική αφετηρία ενός εθνικού αγώνα αγνοώντας τις συνθήκες που τον γέννησαν.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο ζήτημα αφορά την αντίληψη ότι η διεθνής αναγνώριση υπήρξε κυρίως μια «ατζέντα της Διασποράς».
Η ιστορική διαδρομή που παρουσιάστηκε στα προηγούμενα κεφάλαια οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Η Διασπορά δεν δημιούργησε μια νέα πολιτική.
Ανέλαβε προσωρινά έναν εθνικό ρόλο που η ίδια η Αρμενία δεν μπορούσε να ασκήσει όσο παρέμενε μέρος της Σοβιετικής Ένωσης.
Αυτό δεν ήταν επιλογή.
Ήταν ιστορική αναγκαιότητα.
Γι’ αυτό και μετά το 1991 δεν υπήρξε σύγκρουση ανάμεσα στη Διασπορά και το ανεξάρτητο αρμενικό κράτος ως προς τον στόχο της αναγνώρισης.
Οι κυβερνήσεις έχουν το δικαίωμα να αναθεωρούν τις μεθόδους με τις οποίες υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα.
Η ιστορική μνήμη όμως δεν ακολουθεί τον ίδιο κύκλο.
Δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τις εκάστοτε γεωπολιτικές ανάγκες.
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν είναι ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που μπορεί να ενεργοποιείται ή να απενεργοποιείται ανάλογα με τις διπλωματικές συνθήκες.
Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής ταυτότητας του αρμενικού λαού και της διεθνούς προσπάθειας να αναγνωρίζονται τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας όχι από εκδίκηση, αλλά από σεβασμό στην αλήθεια και με στόχο την πρόληψη της επανάληψής τους.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν αφορά αποκλειστικά τους Αρμενίους.
Αφορά κάθε κοινωνία που θεωρεί ότι η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά στις πολιτικές σκοπιμότητες.
Αναλύσεις
Γιατί η “Γαλάζια Πατρίδα” είναι απειλή για το διεθνές νομικό καθεστώς
Η Ελλάδα οφείλει επομένως να εγκαταλείψει την αντίληψη ότι πρόκειται για μια ακόμη ελληνοτουρκική διαφορά που μπορεί να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά μέσω διμερών διαβουλεύσεων. Αντιθέτως, πρέπει να αναδείξει ότι η υπόθεση αφορά τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς θαλάσσιας τάξης, σε μια εποχή όπου η γεωγραφία της ισχύος μεταβάλλεται ραγδαία. Η υπεράσπιση του Αιγαίου δεν αποτελεί μόνο υπεράσπιση της ελληνικής κυριαρχίας.
Στον δημόσιο διάλογο εν Ελλάδι η “Γαλάζια Πατρίδα” συνήθως αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη τουρκική διεκδίκηση στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών, ή έστω ως μια εκδήλωση της τουρκικής επιθετικότητας έναντι της Ελλάδας και μόνο. Αυτή όμως είναι μια εξαιρετικά περιορισμένη ανάγνωση ενός φαινομένου που έχει πολύ μεγαλύτερες και βαθύτερες γεωπολιτικές και διεθνοπολιτικές προεκτάσεις.
Στην πραγματικότητα, η “Γαλάζια Πατρίδα” δεν αμφισβητεί απλώς ορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αλλά θεμελιώδεις αρχές της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης και επιχειρεί να εισαγάγει ένα νέο πρότυπο οργάνωσης της θαλάσσιας κυριαρχίας, οι συνέπειες του οποίου εκτείνονται πολύ πέρα από το Αιγαίο και διαχέονται σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα και σε μεγάλο ιστορικό βάθος.
Συγκεκριμένα, η Τουρκία αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος του Αιγαίου ως φυσική προέκταση της μικρασιατικής χερσαίας μάζας. Με αυτόν τον τρόπο, εκατοντάδες ελληνικά νησιά παύουν να λειτουργούν ως αυτόνομα υποκείμενα παραγωγής θαλάσσιων δικαιωμάτων και μετατρέπονται σε απομονωμένους θύλακες μέσα σε έναν ενιαίο τουρκικό θαλάσσιο χώρο. Πρόκειται ουσιαστικά για μια “έρπουσα” άτυπη επέκταση της τουρκικής επικράτειας πάνω στη θάλασσα, η οποία οδηγεί στην υποβάθμιση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας χωρίς να προηγηθεί στρατιωτική κατάκτηση.
Η ιδιαιτερότητα αυτής της στρατηγικής είναι ότι δεν αμφισβητεί απλώς την έκταση ορισμένων θαλάσσιων ζωνών, αλλά την ίδια τη νομική λειτουργία των ίδιων των ελληνικών νησιών ως θεμελίων της ελληνικής κυριαρχίας. Εάν τα νησιά δεν παράγουν θαλάσσιες ζώνες, επειδή θεωρούνται προέκταση της απέναντι ηπειρωτικής ακτής, τότε ουσιαστικά ακυρώνεται η νομική και ευρύτερη γεωπολιτική τους υπόσταση. Πρόκειται επομένως για μια έμμεση, αλλά ουσιαστική αμφισβήτηση της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας, η οποία συγκρούεται όχι μόνο με το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά και με θεμελιώδεις αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ περί εδαφικής ακεραιότητας, πολιτικής ανεξαρτησίας και κυριαρχικής ισότητας των κρατών.
Το διεθνές προηγούμενο της Τουρκίας
Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Η σημασία της τουρκικής στρατηγικής έγκειται κυρίως στο ότι επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο διεθνές προηγούμενο. Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί ένα στατικό σύστημα κανόνων που εφαρμόζεται μηχανικά ανεξαρτήτως των εξελίξεων. Αντιθέτως, διαμορφώνεται διαχρονικά μέσα από τις αξιώσεις, τις πρακτικές και τις αντιδράσεις των κρατών. Η ιστορία του Δικαίου της Θάλασσας είναι χαρακτηριστική. Η Διακήρυξη Τρούμαν για την υφαλοκρηπίδα, η Διακήρυξη του Σαντιάγο, η Διακήρυξη Τζουάντα, ακόμη και οι συγκρούσεις που έμειναν γνωστές ως “Πόλεμοι του Μπακαλιάρου”, προηγήθηκαν της τελικής διεθνούς κωδικοποίησης. Πρώτα δημιουργήθηκαν κρατικές πρακτικές και στη συνέχεια διαμορφώθηκε ο κανόνας.
Αναλύσεις
FDD: Η νέα διοίκηση της Γάζας δεν είναι ακόμη αξιόπιστος εταίρος – Ο κίνδυνος επιστροφής της Χαμάς από την «πίσω πόρτα»
Ανάλυση των 13 προσώπων που στελεχώνουν την Εθνική Επιτροπή Διοίκησης της Γάζας, γνωστή ως NCAG, η οποία προβλέπεται να αναλάβει την καθημερινή λειτουργία της περιοχής στο πλαίσιο του σχεδίου ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ.
Την προσοχή των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ απέναντι στη νέα τεχνοκρατική διοίκηση που προορίζεται να αναλάβει τη μεταβατική διαχείριση της Γάζας ζητά το Foundation for Defense of Democracies, προειδοποιώντας ότι η απομάκρυνση της Χαμάς από την επίσημη διακυβέρνηση δεν εγγυάται από μόνη της ότι η οργάνωση θα χάσει την επιρροή της στον θύλακα.
Στην εκτενή ανάλυσή του, το FDD παρουσιάζει τα 13 πρόσωπα που στελεχώνουν την Εθνική Επιτροπή Διοίκησης της Γάζας, γνωστή ως NCAG, η οποία προβλέπεται να αναλάβει την καθημερινή λειτουργία της περιοχής στο πλαίσιο του σχεδίου ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Επιτροπή καλείται να διαχειριστεί ζητήματα ασφάλειας, ηλεκτροδότησης, ύδρευσης, υγείας, εκπαίδευσης, στέγασης, οικονομίας και δημοτικών υπηρεσιών, σε μια Γάζα που έχει καταστραφεί από τον πόλεμο και παραμένει βαθιά επηρεασμένη από δύο δεκαετίες κυριαρχίας της Χαμάς.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα που θέτει η ανάλυση είναι σαφές: μπορεί μια επιτροπή τεχνοκρατών να κυβερνήσει αποτελεσματικά, όταν η Χαμάς εξακολουθεί να διατηρεί χιλιάδες ενόπλους και πολιτικά δίκτυα μέσα στη Γάζα;
Μια μεταβατική διοίκηση με ρίζες στη Φατάχ
Σύμφωνα με το FDD, τα μέλη της NCAG προέρχονται κυρίως από τον χώρο της Παλαιστινιακής Αρχής, της Φατάχ, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της οικονομίας, της υγείας και της κοινωνίας των πολιτών.
Επικεφαλής της επιτροπής είναι ο Αλί Σαάθ, πολιτικός μηχανικός από τη Χαν Γιούνις, με μακρά θητεία σε τεχνοκρατικές θέσεις της Παλαιστινιακής Αρχής, όπως στα υπουργεία Σχεδιασμού, Μεταφορών και Επικοινωνιών, αλλά και στις αρχές λιμένων, βιομηχανίας και στέγασης.
Το FDD σημειώνει ότι ο Σαάθ θεωρείται περισσότερο τεχνοκράτης παρά πολιτικός παράγοντας και έχει συνδεθεί με τις συζητήσεις για την ανοικοδόμηση της Γάζας, ακόμη και με προτάσεις για τεχνητά νησιά από τα μπάζα της καταστροφής.
Η Επιτροπή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, στελέχη για τη γεωργία, την οικονομία, την εκπαίδευση, την υγεία, τη στέγαση, την τοπική αυτοδιοίκηση, τη δικαιοσύνη, τις τηλεπικοινωνίες και τις φυλετικές υποθέσεις.
Στο χαρτί, πρόκειται για ένα σχήμα με επαγγελματικές γνώσεις και εμπειρία. Όμως η τεχνοκρατική επάρκεια, όπως τονίζει το FDD, δεν είναι το μόνο κριτήριο.
Ο φόβος για διείσδυση της Χαμάς
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά το ενδεχόμενο η νέα δομή να λειτουργήσει ως προσωρινό προσωπείο, ενώ η Χαμάς διατηρεί την πραγματική επιρροή της στο έδαφος.
Ο πρόεδρος της NCAG έχει ανακοινώσει σχέδιο για ανάπτυξη δύναμης 5.000 Παλαιστινίων αστυνομικών. Όμως, σύμφωνα με την ανάλυση, στα κριτήρια στρατολόγησης δεν υπάρχει ρητή απαγόρευση συμμετοχής μελών ή προσώπων που συνδέονται με τη Χαμάς ή άλλες ένοπλες οργανώσεις.
Το FDD θεωρεί ότι αυτή η παράλειψη αποτελεί σοβαρό κενό ασφαλείας. Η ανησυχία είναι πως η νέα αστυνομική δύναμη, αντί να αποτελέσει μηχανισμό αποκατάστασης της τάξης, μπορεί να εξελιχθεί σε πεδίο διείσδυσης της Χαμάς.
Η ανάλυση επισημαίνει επίσης ότι το σχέδιο προβλέπει την ανάπτυξη Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης, με χώρες όπως η Ινδονησία, το Μαρόκο, το Καζακστάν, το Κόσοβο και η Αλβανία να εμφανίζονται πρόθυμες να συνεισφέρουν στρατεύματα.
Όμως το κρίσιμο ζήτημα παραμένει: θα είναι η διεθνής δύναμη πραγματικά διατεθειμένη να συγκρουστεί με τη Χαμάς, εάν η οργάνωση επιχειρήσει να ανασυγκροτηθεί;
Πρόσωπα με αμφιλεγόμενες διασυνδέσεις
Το FDD στέκεται ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα πρόσωπα της νέας διοίκησης.
Ο Αμπντέλ Καρίμ Ασούρ, υπεύθυνος για τη γεωργία, έχει υποστηρίξει ότι η συνέχιση της εξουσίας της Χαμάς εξυπηρετεί τα ισραηλινά συμφέροντα, αλλά ταυτόχρονα έχει χαρακτηρίσει μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για αφοπλισμό ή αποχώρηση της οργάνωσης από τη Γάζα.
Ο Αέντ Γιαγκί, που αναλαμβάνει τον τομέα της υγείας, έχει υπηρετήσει ως σύμβουλος σε όργανα του υπουργείου Υγείας της Γάζας, το οποίο λειτουργούσε υπό τον έλεγχο της Χαμάς. Παράλληλα, συνδέεται με το Παλαιστινιακό Εθνικό Κίνημα Πρωτοβουλίας, το οποίο υποστηρίζει την «αντίσταση με όλα τα μέσα».
Η Χανά Ταράζι, υπεύθυνη για κοινωνικές και γυναικείες υποθέσεις, είχε υπηρετήσει σε ηγετική θέση στο Al Mezan Center for Human Rights, οργανισμό που έχει βρεθεί στο στόχαστρο αμερικανικών κυρώσεων. Η ίδια δεν έχει κυρωθεί προσωπικά, ωστόσο το FDD θεωρεί ότι η προηγούμενη σχέση της με τον συγκεκριμένο οργανισμό απαιτεί αυξημένο έλεγχο.
Ο Μπασίρ αλ-Ράις, υπεύθυνος για τα οικονομικά, προέρχεται από δίκτυα που έχουν στηρίξει εκστρατείες μποϊκοτάζ και νομικών ενεργειών κατά του Ισραήλ, ενώ ο Χούσνι αλ-Μούγκνι, υπεύθυνος για φυλετικές υποθέσεις, έχει εκφράσει στο παρελθόν στήριξη στην ένοπλη «αντίσταση» και στην απελευθέρωση ολόκληρης της ιστορικής Παλαιστίνης.
Για το FDD, αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι η NCAG είναι ισοδύναμη με τη Χαμάς. Δημιουργούν, όμως, σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να παρουσιαστεί ως μια πραγματικά μετριοπαθής και αξιόπιστη εναλλακτική λύση.
«Η λιγότερο κακή επιλογή»
Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι διττό.
Από τη μία πλευρά, η NCAG διαθέτει πρόσωπα με τεχνοκρατική εμπειρία, διοικητικές γνώσεις και επαγγελματική εξειδίκευση στους τομείς που θα χρειαστεί η Γάζα για να σταθεί ξανά όρθια. Η απομάκρυνση της διοίκησης από τα χέρια της Χαμάς θα αποτελούσε, σύμφωνα με το FDD, θετική εξέλιξη.
Από την άλλη, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων αξιόπιστος εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Δεν είναι μια αυτονόητα μετριοπαθής διοίκηση, ούτε απαλλαγμένη από πρόσωπα που έχουν διατυπώσει θέσεις εχθρικές προς το Ισραήλ ή έχουν συνδεθεί με αμφιλεγόμενους φορείς.
Το FDD καλεί την Ουάσιγκτον να στηρίξει τη νέα δομή μόνο υπό αυστηρούς όρους: σαφές σχέδιο διακυβέρνησης, τακτική λογοδοσία, διαφανείς μηχανισμοί προσλήψεων, πλήρης έλεγχος των στελεχών ασφαλείας και ρητή απαγόρευση συμμετοχής μελών της Χαμάς ή άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων στην αστυνομία και στη διοίκηση.
Η βασική προειδοποίηση είναι ξεκάθαρη: χωρίς συνεχή εποπτεία, η νέα διοίκηση της Γάζας μπορεί να εξελιχθεί σε μια προσωρινή γραφειοκρατική βιτρίνα, πίσω από την οποία η Χαμάς θα ανασυντάξει δυνάμεις και θα επανέλθει στην εξουσία από την πίσω πόρτα.
Διαβάστε την ανάλυση στο παρακάτω έγγραφο:
-
Πολιτική3 μήνες πριν«Μπλόκο» από τις ελληνικές αρχές στην Ισίν Καρατζά στο «Ελευθέριος Βενιζέλος»! Απέλαση με φόντο την Κομοτηνή και το επεισόδιο του 2024
-
Άμυνα2 μήνες πρινΣυναγερμός στη Λευκάδα για Μυστηριώδες «Σκάφος-Φάντασμα» σε Σπηλιά – Εντόπισαν θαλάσσιο drone ουκρανικής κατασκευής
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΑϋφαντής: Έρχεται πολεμική σύγκρουση
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΠροειδοποίηση του Ισραηλινού αναλυτή Σάι Γκαλ για το νομοσχέδιο της “Γαλάζιας Πατρίδας! «Η θαλάσσια φαντασίωση της Άγκυρας θα έχει τίμημα»
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΓιώργος Ασλάν στη Βουλή της Τουρκίας: «Τι απέγιναν οι Χριστιανοί αυτής της γης;»
-
Άμυνα3 εβδομάδες πρινΣάλος με εικόνες από τον «Θαλασσόλυκο 2026»: Τούρκοι δείχνουν Έλληνα αξιωματικό δίπλα σε αξιωματικό του ψευδοκράτους – Χαραλαμπίδης στο Geopolitico: “Φέρουν ευθύνες Δένδιας και Α’ΓΕΕΘΑ”
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΓενοκτονία των Γιαζίντι: Ένα αιώνιο έγκλημα του ISIS κατά της ανθρώπινης συνείδησης
-
Άμυνα2 μήνες πρινΔικαίωση μετά από 5,5 χρόνια γραφειοκρατικού «γολγοθά»: Ο Έλληνας κατασκευαστής Γιάννης Αραπκούλες πήρε την άδεια παραγωγής ραβδωτών όπλων