GEOPOLITICO
Αποκάλυψη: Η Τουρκία στήνει πολεμικό τόξο από την Ίμβρο ως την Κύπρο – Το σχέδιο των 40 ταξιαρχιών
Η Τουρκία αναδιατάσσει μεθοδικά τις αμφίβιες και ειδικές δυνάμεις της, συγκροτώντας ένα ενιαίο στρατιωτικό τόξο από τα Δαρδανέλλια και την Ίμβρο μέχρι τη Φώκαια, τη Σώκια, την Αλεξανδρέττα και την κατεχόμενη Κύπρο. Η συγκρότηση νέου Αμφίβιου Σώματος, η αναβάθμιση μονάδων καταδρομών και το σχέδιο δημιουργίας 40 ταξιαρχιών δεν συνιστούν αποσπασματικές κινήσεις, αλλά τμήματα μιας συνολικής στρατηγικής προβολής ισχύος. Στόχος είναι η δυνατότητα στρατιωτικού ελέγχου των πυλών του Αιγαίου και η άσκηση αυξανόμενης πίεσης σε Ελλάδα και Κύπρο, την ώρα που η αντιπαράθεση της Άγκυρας με το Ισραήλ διευρύνει το μέτωπο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο. Άρθρο του Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννου Χαραλαμπίδη.
Αποκαλύπτουμε την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού: Οι 40 ταξιαρχίες ειδικών δυνάμεων και η αυξανόμενη πίεση στο Αιγαίο και στην Κύπρο ως το Ισραήλ
Γράφει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης, ΣΗΜΕΡΙΝΗ
Η Τουρκία επιδιώκει να εγκλωβίσει και να κλείσει στρατιωτικά τις πύλες του Βορείου Αιγαίου, απλώνοντας τις επίλεκτες δυνάμεις της προς το κεντρικό Αιγαίο, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο ώς τη Συρία. Η συνολική εικόνα τής εν εξελίξει αναδιοργάνωσης προσδίδει στον Τουρκικό Στρατό αριθμητική και ποιοτική αναβάθμιση. Έρχεται δε να επιβεβαιώσει στην πράξη ό,τι το έγγραφο του Υπουργείου Άμυνας της χώρας με ημερομηνία 10 Αυγούστου του 2026 αναφέρει. Ότι, δηλαδή, η Τουρκία λαμβάνει μέτρα ακόμη και για πόλεμο, εάν αυτό χρειαστεί.
Αναδιοργάνωση
Η αναδιοργάνωση ισχύος, που διενεργείται από την Άγκυρα, έχεις ως στόχο τη σύνθεση 40 ταξιαρχιών. Μέσω αυτής τοποθετούνται, πέραν των υφιστάμενων, αμφίβιες και ειδικές δυνάμεις επί των κύριων στρατηγικών αξόνων, πέριξ των οποίων η Τουρκία οικοδομεί τις αναθεωρητικές της αξιώσεις, αυξάνοντας την απειλή μέσω των ήρεμων νερών του Αιγαίου. Οι άξονες αυτοί καταγράφονται ως ακολούθως: 1) Δαρδανέλλια–Ίμβρος–Λήμνος και Αλεξανδρούπολη στον βορρά. 2. Σμύρνη–Φώκαια–Χίος–Σάμος στο κέντρο. 3 Αλεξανδρέττα–Χατάι–Κύπρος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα Δαρδανέλλια και το κλείσιμο της βόρειας πύλης
Σημαντικό βήμα έγινε το 2024 και αφορά στη συγκρότηση του νέου Αμφίβιου Σώματος στη Νάρα του Τσανάκκαλε (Ελλήσποντο), στο οποίο υπήχθησαν υπό ενιαία διοίκηση τρεις Ταξιαρχίες Πεζοναυτών (η 1η στη Φώκαια έναντι Λήμνου-Χίου, η 2η στην Αλεξανδρέττα έναντι Κύπρου και η 3η στη Νάρα/Τσανάκκαλε), καθώς και το 5ο Συντάγμα Καταδρομών που σταθμεύει στην Ίμβρο να αναβαθμίζεται σε Ταξιαρχία. Στο νησί έχει μεταφερθεί ένα τάγμα της 3ης Ταξιαρχίας Πεζοναυτών, η οποία αναμένεται να ολοκληρώσει τη συγκρότησή της το 2026-2027. Μέχρι το 2024, η Τουρκία διέθετε ως βασικό αμφίβιο σχηματισμό μόνο την Ταξιαρχία της Φώκαιας. Με τη νέα δομή δημιουργούνται τρεις επιχειρησιακοί πόλοι, που εκτείνονται από την είσοδο του βόρειου Αιγαίου και των Στενών των Δαρδανελλίων μέχρι τον κόλπο της Αλεξανδρέττας.
Πώς εξελίσσεται η κατάσταση επί του πεδίου; Η 3η Ταξιαρχία Πεζοναυτών στο Τσανάκκαλε και η ενίσχυση της Ίμβρου με ένα τάγμα πεζοναυτών, που είναι συναφής με την παράλληλη αναβάθμιση του 5ου Συντάγματος Καταδρομών σε Ταξιαρχία, δημιουργούν έναν στρατιωτικό βατήρα απέναντι από Λήμνο (25 χιλιόμετρα), Σαμοθράκη (25 χιλιόμετρα) και Αλεξανδρούπολη (70 χιλιόμετρα). Πρόκειται για την περιοχή όπου βρίσκεται η βόρεια είσοδος του Αιγαίου. Όποιος ελέγχει τα Στενά και διαθέτει ισχυρές αμφίβιες και ειδικές δυνάμεις στην Ίμβρο και στην ευρύτερη περιοχή των Στενών, αποκτά αυξημένη δυνατότητα να επιδρά επί των θαλάσσιων και στρατιωτικών οδών που συνδέουν το βόρειο Αιγαίο με τον Μαρμαρά και τις οδούς προς το κεντρικό και νότιο Αιγαίο, πλησίον του οποίου – δηλαδή της Βάσης του Ακσάζ, στις αρχές της Ανατολικής Μεσογείου – εδρεύει μεγάλο τμήμα του τουρκικού στόλου, περιλαμβανομένου και του μικρού αεροπλανοφόρου «Ανατολού».
Η Φώκαια και ο άξονας του ανατολικού Αιγαίου
Το δεύτερο σκέλος της αναδιοργάνωσης αφορά στη Φώκαια, όπου παραμένει η 1η Ταξιαρχία Πεζοναυτών, απέναντι από τον χώρο της Λήμνου και της Χίου, στο κεντρικό τμήμα του ανατολικού Αιγαίου. Η Φώκαια χρησιμοποιείται ως παραδοσιακός πυρήνας της τουρκικής αμφίβιας ισχύος. Μαζί με τη Σμύρνη και τη Σώκια διαμορφώνουν έναν ενιαίο επιχειρησιακό βραχίονα απέναντι από τη Χίο, τη Σάμο και τον κεντρικό χώρο του ανατολικού Αιγαίου. Ως εκ τούτου, η Τουρκία αποκτά τη δυνατότητα να συνδυάζει αμφίβιες ενέργειες, ειδικές επιχειρήσεις, αναγνώριση και ταχεία προβολή ισχύος έναντι κρίσιμων ελληνικών νησιώτικων χώρων. Πρόσθετα, τρέχει ήδη το πρόγραμμα κατασκευής ενός νέου αμφίβιου πλοίου TCG Trakya, παρόμοιου με το TCG Anadolu (LHD), καθώς και 27 νέων αμφίβιων τεθωρακισμένων ZAHA (Zırhlı Amfibi Hücum Aracı).
Τα «Bordo Bereliler» βάζουν χέρι στο κεντρικό Αιγαίο
Το τρίτο στοιχείο που αποκαλύπτει τις προθέσεις της Άγκυρας είναι η ανάπτυξη τμημάτων της Διοίκησης Ειδικών Δυνάμεων, των γνωστών «Bordo Bereliler» (Μπορντό Μπερέδες), στην περιοχή της Σμύρνης. Οι «Bordo Bereliler» αποτελούν την ελίτ των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και αναλαμβάνουν ειδικές επιχειρήσεις εντός και εκτός της χώρας. Η οργανωτική τους δομή και ο υψηλός βαθμός εκπαίδευσης και πολεμικής πείρας τους προσδίδει δυνατότητες εκτέλεσης εξειδικευμένων ειδικών επιχειρήσεων, προκεχωρημένης αναγνώρισης, στοχοποίησης και συνδυασμένων αμφίβιων ή αερομεταφερόμενων/αεροκίνητων ενεργειών και γενικά αποστολών στα μετόπισθεν του εχθρού, που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό ρίσκου. Η δράση τους δεν αφορά μόνο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά προηγείται αυτών με τη συλλογή πληροφοριών διά πολιτικής περιβολής και ο νοών νοείτω τι μπορεί να συμβαίνει στα νησιά του Αιγαίου. Είναι, μάλιστα, γνωστή η αποτελεσματική δράση τους από το Ιράκ, ώς τη Συρία και τη Σομαλία. Υπάγονται απευθείας στο Γενικό Επιτελείο.
Στην ίδια εικόνα εντάσσεται και η σχεδιαζόμενη μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών από το Hozat/Tunceli προς τη Σώκια, απέναντι από τη Σάμο. Εάν η μετακίνηση ολοκληρωθεί, θα δημιουργηθεί ακόμη ένας ισχυρός κόμβος ειδικών δυνάμεων στον κεντρικό και νότιο χώρο του Αιγαίου. Η αλληλουχία είναι πρόδηλη, αφού έχουμε Τσανάκκαλε – Ίμβρο – Φώκαια – Σμύρνη – Σώκια.
Ο βραχίονας Αλεξανδρέττα, Χατάι, Κύπρος
Η αναδιοργάνωση και αναδιάταξη δεν περατώνονται στο Αιγαίο. Συνεχίζονται προς τη Μεσόγειο. Εκεί υπάρχει η 2η Ταξιαρχία Πεζοναυτών στην Αλεξανδρέττα. Στον ίδιο επιχειρησιακό χώρο αναπτύχθηκαν η 8η και η 12η Ταξιαρχία Καταδρομών στο Χατάι και Οσμανίγιε αντίστοιχα. Στο Χατάι υπάρχει ακόμη μια ταξιαρχία της Στρατοχωροφυλακής. Υπό αυτές τις συνθήκες σχηματίζεται ένας άλλος επιχειρησιακός άξονας, που περιλαμβάνει: Χατάι – Αλεξανδρέττα – Κύπρο. Ο άξονας αυτός αποκτά πρόσθετη στρατηγική σημασία, επειδή η Τουρκία διατηρεί ήδη ισχυρή στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα, που αναβαθμίζονται συνεχώς, αυξάνοντας την απειλή. Ταυτοχρόνως, η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας – Ισραήλ και η αντιπαράθεση στη Συρία προσθέτουν νέο στρατηγικό βάθος και ένα στρατιωτικό τόξο από τα Δαρδανέλλια μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, με αμυντικό και επιθετικό χαρακτήρα. Είναι δε πρόδηλη η αναβάθμιση των ναυτικών και αεροπορικών Βάσεων στην περιοχή.
Η γενική στρατηγική εικόνα αποτυπώνεται ως εξής:
Α. Δαρδανέλλια – Ίμβρος: Κλείσιμο και στρατιωτικός έλεγχος των βορείων πυλών του Αιγαίου.
Β. Φώκαια – Σμύρνη – Σώκια: Αμφίβιες, και ειδικές δυνάμεις απέναντι από το κεντρικό και ανατολικό Αιγαίο (Λήμνο – Σάμο) με σαφή πρόθεση να κλείσουν και τις νότιες πύλες, που σχηματίζονται μεταξύ Κρήτης, Καρπάθου και Ρόδου προς την Ανατολική Μεσόγειο.
Γ. Αλεξανδρέττα – Χατάι – Κύπρος: Βραχίονας Ανατολικής Μεσόγειου με τη 2η Ταξιαρχία Πεζοναυτών, την 8η και 12η Ταξιαρχία Καταδρομών συν μια Στρατοχωροφυλακής να συγκροτούν πλέγμα ταχυκίνητων δυνάμεων έναντι της Κύπρου και της εγγύς περιφέρειας Συρίας – Ιράκ – Λιβάνου.
Δ. «Bordo Bereliler»: Ειδικές δυνάμεις στρατηγικού επιπέδου, ικανές να δράσουν βαθιά στα μετόπισθεν για διενέργεια στρατηγικών πληγμάτων.
Ε. Αποστρατιωτικοποίηση: Η Τουρκία αξιώνει αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, όμως το άρθρο 14 της Συνθήκης της Λωζάννης δεν αναφέρεται στην παρουσία τουρκικού στρατού στην Ίμβρο, αλλά σε διοίκηση και στρατολόγηση αστυνομίας από τον τοπικό και δη ελληνικό, τότε, πληθυσμό.
Αλυσίδα αμφίβιων δυνάμεων
Η νέα τουρκική διάταξη ενισχύει ήδη υφιστάμενες δυνάμεις, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια συνεχή αλυσίδα αμφίβιων και ειδικών δυνάμεων από τα Δαρδανέλλια και την Ίμβρο μέχρι τη Φώκαια, τη Σμύρνη, τη Σώκια, την Αλεξανδρέττα και την Κύπρο. Με αυτόν τον τρόπο η αναδιοργάνωση δεν έχει τοπικό χαρακτήρα, αλλά εντάσσεται σε ενιαία στρατηγική αντίληψη, που καλύπτει το βόρειο, το κεντρικό και το νότιο Αιγαίο, καθώς και την Ανατολική Μεσόγειο.
Κραν Μοντανά και νέο ’74…
Οι εξελίξεις αυτές εκ των πραγμάτων επηρεάζουν και το Κυπριακό, διότι πώς θα επιστρέψουμε στο Κραν Μοντανά όταν οι Τούρκοι δηλώνουν με τον πιο επίσημο τρόπο ότι φτιάχνουν σενάρια πολέμου; Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς θα ήταν δυνατό να αποδεχθούν αποχώρηση στρατευμάτων από την Κύπρο; Συνεπώς, ένας από τους σημαντικούς παράγοντες της λύσης, δηλαδή η ασφάλεια, εξακολουθεί να είναι κλειδωμένη! Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο: Η Κύπρος εξακολουθεί να είναι η αχίλλειος πτέρνα του Ελληνισμού, γεγονός που δικαιολογεί την στρατιωτική της ενίσχυση για έχουμε δυνατότητες άμυνας και για να μη φθάσουμε σε νέο ’74. Ή σε μια υποταγή μέσω νέου Κραν Μοντανά.


Οι 4 δορυφορικές φωτογραφίες δείχνουν την εξέλιξη των έργων-υποδομών που έγιναν από το 2020-2025 για την υποδοχή της 3ης Ταξιαρχίας Πεζοναυτών


Ο χάρτης αυτός αποτυπώνει τους χώρους όπου εδρεύουν το 5ο Σύνταγμα Καταδρομών, που αναβαθμίζεται σε ταξιαρχία, και τη μεταφορά ενός τάγματος της 3ης Ταξιαρχίας Πεζοναυτών, η οποία αναμένεται να ολοκληρώσει τη συγκρότησή της ώς το 2027. Σε συνδυασμό με άλλες δυνάμεις αποτελούν την αιχμή του δόρατος των ειδικών δυνάμεων του τουρκικού στρατού στην περιοχή, που μπορεί όχι μόνο να ελέγχει αλλά και να κλείσει τα Στενά των Δαρδανελλίων, με ευρύτερες γεωστρατηγικές επιπτώσεις στο Αιγαίο.
GEOPOLITICO
Η CIA ανοίγει μυστικό δίαυλο με τη Μόσχα: Η τριμερής που προτείνει ο Τραμπ και το τελεσίγραφο προς τον Πούτιν
Ο Ράτκλιφ πήγε στη ρωσική πρωτεύουσα με μια πρόταση συνόδου κορυφής στο ένα χέρι και μια προειδοποίηση στο άλλο – Γιατί η εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών αποκαλύπτει φόβους για νέα κλιμάκωση
Η αιφνιδιαστική και υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Μόσχα δεν ήταν μια «συνήθης διαδικασία», όπως επιχείρησε να την παρουσιάσει ο Ντόναλντ Τραμπ. Ήταν μια αποστολή υψηλού κινδύνου, η οποία συνδύαζε τη μυστική διπλωματία, την ανταλλαγή προειδοποιήσεων και την προσπάθεια επανεκκίνησης των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία.
Του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios, ο Ράτκλιφ πρότεινε τη διεξαγωγή τριμερούς συνόδου κορυφής μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ, του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με στόχο την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων που ανεστάλησαν στα μέσα Φεβρουαρίου, μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Ο επικεφαλής της CIA επισκέφθηκε τη Μόσχα την Τρίτη 25 Αυγούστου και συναντήθηκε με δύο από τα ισχυρότερα πρόσωπα του ρωσικού συστήματος ασφαλείας: τον διευθυντή της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR), Σεργκέι Ναρίσκιν, και τον επικεφαλής της FSB, Αλεξάντερ Μπορτνίκοφ. Δεν συναντήθηκε με τον ίδιο τον Πούτιν, αλλά το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι ο Ρώσος πρόεδρος ενημερώθηκε αμέσως για το περιεχόμενο των επαφών.
Γιατί ενεργοποιήθηκε η CIA
Η επιλογή του Ράτκλιφ δεν είναι τυχαία. Όταν οι επίσημοι διπλωματικοί δίαυλοι δεν παράγουν αποτέλεσμα, οι υπηρεσίες πληροφοριών αναλαμβάνουν να κάνουν τη δύσκολη και συχνά «βρόμικη» προεργασία: να μετρήσουν τις πραγματικές προθέσεις της άλλης πλευράς, να μεταφέρουν μηνύματα που δεν μπορούν να διατυπωθούν δημοσίως και να εξετάσουν εάν υπάρχει έδαφος για πολιτική διαπραγμάτευση.
Η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Τραμπ έστειλε προσωπικά τον Ράτκλιφ στη Μόσχα, κρατώντας στο σκοτάδι ακόμη και ανώτερους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου και στρατιωτικούς που κανονικά θα είχαν ενημερωθεί. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί μιας «σχεδόν συνηθισμένης» συνάντησης.
Το Axios υποστηρίζει ότι ένας από τους στόχους της αποστολής ήταν να διαπιστωθεί εάν οι επικεφαλής των ρωσικών υπηρεσιών μπορούσαν να επηρεάσουν τον Πούτιν και να τον οδηγήσουν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο Ράτκλιφ φέρεται, μάλιστα, να αξιολόγησε τον Μπορτνίκοφ ως «εποικοδομητικό παράγοντα» που θα μπορούσε να συνδράμει στην επανεκκίνηση της διπλωματικής διαδικασίας.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο Μπορτνίκοφ δεν είναι διπλωμάτης, αλλά ένα από τα πλέον σκληρά και έμπιστα στελέχη του καθεστώτος. Εάν η πληροφορία του Axios είναι ακριβής, η Ουάσινγκτον δεν απευθύνεται απλώς στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών. Αναζητεί συνομιλητές στον στενό πυρήνα εξουσίας και ασφαλείας γύρω από τον Πούτιν.
Τρεις αμερικανικές εκδοχές για την ίδια αποστολή
Τα αμερικανικά μέσα παρουσίασαν διαφορετικές, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αντικρουόμενες, εκδοχές για το ταξίδι.
Το Axios έθεσε στο επίκεντρο την πρόταση για την τριμερή σύνοδο. Η Wall Street Journal υποστήριξε ότι ο Ράτκλιφ μετέφερε προειδοποίηση προς τη Μόσχα να μην επιχειρήσει στρατιωτική ενέργεια εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ. Η προειδοποίηση συνδεόταν με νέες αμερικανικές εκτιμήσεις ότι η Ρωσία θα μπορούσε να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Συμμαχίας μέσω μιας περιορισμένης ενέργειας, ιδιαίτερα στην περιοχή της Βαλτικής.
Το Reuters επιβεβαίωσε, επικαλούμενο δύο πηγές, ότι το ενδεχόμενο ρωσικής επιχείρησης εναντίον κράτους του ΝΑΤΟ τέθηκε στις συνομιλίες, χωρίς όμως να αποτελεί απαραίτητα τον μοναδικό σκοπό της επίσκεψης. Συζητήθηκε επίσης η ρωσική υποστήριξη προς το Ιράν, που έχει εξελιχθεί σε σοβαρό σημείο τριβής με την Ουάσινγκτον.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εκδοχή της Washington Post. Σύμφωνα με αυτήν, οι αμερικανικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι το Κρεμλίνο θεωρεί τις ΗΠΑ αποδυναμωμένες και στρατιωτικά καταπονημένες από τον εξάμηνο πόλεμο με το Ιράν. Η Μόσχα ενδέχεται, κατά την αμερικανική αξιολόγηση, να βλέπει ένα παράθυρο ευκαιρίας για κλιμάκωση στην Ουκρανία ή για ενέργειες κατά αμερικανικών συμφερόντων και συμμάχων στην Ευρώπη.
Ο Ράτκλιφ φέρεται να προειδοποίησε τους Ρώσους ότι μια σοβαρή κλιμάκωση θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώκουν: θα έσπρωχνε τον Τραμπ πιο κοντά στον Ζελένσκι και θα ενίσχυε εκ νέου την αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες που αποδόθηκαν στους New York Times, ο επικεφαλής της CIA παρουσίασε στον Μπορτνίκοφ μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη εκτίμηση για τις στρατιωτικές και οικονομικές προοπτικές της Ρωσίας, καλώντας τη Μόσχα να προχωρήσει σε συμφωνία προτού η κατάστασή της επιδεινωθεί.
Οι διαφορετικές διαρροές σχηματίζουν τελικά μια ενιαία εικόνα: ο Ράτκλιφ δεν πήγε στη Μόσχα μόνο για να μιλήσει περί ειρήνης. Μετέφερε ένα σύνθετο αμερικανικό μήνυμα, που περιείχε ταυτόχρονα πρόταση, προειδοποίηση και έμμεση απειλή.
Γιατί ο Τραμπ υποβαθμίζει τη σημασία της αποστολής
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι ο Ράτκλιφ δεν μετέφερε κάποιο ειδικό μήνυμα και ότι ο Πούτιν δεν πρόκειται να επιτεθεί σε έδαφος του ΝΑΤΟ. Η δημόσια υποβάθμιση της αποστολής, όμως, μπορεί να εξυπηρετεί συγκεκριμένη τακτική.
Ο Τραμπ αφήνει στη Μόσχα περιθώριο να ανταποκριθεί χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχώρησε σε αμερικανικό τελεσίγραφο. Παράλληλα, διατηρεί ο ίδιος τη δυνατότητα να αρνηθεί ότι απείλησε τον Πούτιν, σε περίπτωση που οι συνομιλίες οδηγήσουν σε κάποια μορφή συνεννόησης.
Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο του μηνύματος ήταν σκληρό, αλλά η δημόσια συσκευασία του παραμένει ήπια. Αυτή είναι μια κλασική λειτουργία της μυστικής διπλωματίας.
Πώς διαβάζει η Μόσχα την πρωτοβουλία
Στη Ρωσία επικρατούν δύο βασικές σχολές σκέψης.
Η πρώτη θεωρεί ότι η επίσκεψη ανοίγει έναν νέο δίαυλο ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Ο Ρώσος αναλυτής Ντμίτρι Σουσλόφ υποστήριξε στη Vedomosti ότι η αποστολή είχε μεγαλύτερη σημασία από μια απλή αποκατάσταση των συνηθισμένων επαφών των υπηρεσιών. Κατά την εκτίμησή του, μπορεί να συζητήθηκε μια εναλλακτική στις προηγούμενες συνεννοήσεις του Άνκορατζ, μαζί με νέες αμερικανικές προτάσεις για το Ντονμπάς, την Ουκρανία, το Ιράν και τον κίνδυνο άμεσης ρωσοευρωπαϊκής κλιμάκωσης.
Η δεύτερη σχολή αντιμετωπίζει την τριμερή ως πρόωρη και σε μεγάλο βαθμό επικοινωνιακή. Ο Ρώσος αμερικανολόγος Κονσταντίν Μπλόχιν εκτίμησε στη ρωσική News ότι μια συνάντηση Πούτιν, Τραμπ και Ζελένσκι είναι απίθανη μέσα στους επόμενους μήνες. Όπως σημείωσε, θα πρέπει πρώτα να γίνουν διαπραγματεύσεις σε επίπεδο διπλωματών και εμπειρογνωμόνων και να διαπιστωθεί εάν υπάρχει κάποιο απτό αποτέλεσμα. Επισήμανε επίσης ότι, εάν προετοιμαζόταν άμεσα μια σύνοδος κορυφής, ο Ράτκλιφ θα είχε πιθανότατα συναντηθεί με τον ίδιο τον Πούτιν.
Η ρωσική επιφυλακτικότητα έχει λογική. Ο Πούτιν δεν θέλει μια τριμερή συνάντηση στην οποία θα κληθεί να διαπραγματευθεί δημόσια και επί ίσοις όροις με τον Ζελένσκι, χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει συγκεκριμένες παραχωρήσεις. Η Μόσχα προτιμά να συμφωνείται πρώτα το μεγαλύτερο μέρος του πλαισίου και η σύνοδος των ηγετών να επικυρώνει τα αποτελέσματα – όχι να μετατρέπεται σε αφετηρία μιας αβέβαιης διαπραγμάτευσης.
Το δίλημμα του Πούτιν
GEOPOLITICO
Η διαλεκτική ένδεια της ουτοπίας μπροστά στον καθρέφτη της πραγματικότητας
Ο Δημήτρης Παπαδογιάννης αντιπαραθέτει τον πολιτικό ρεαλισμό στην καντιανή «αιώνια ειρήνη» και υποστηρίζει ότι τα κράτη, όταν έρθει η ώρα της κρίσης, επιλέγουν την ισχύ, την ταυτότητα και την επιβίωσή τους.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Η κυνική λειτουργία του διεθνούς συστήματος και η ρεαλιστική ψυχρολουσία, που υπέστησαν οι απολογητές της φιλελεύθερης σχολής ιδίως τα τέσσερα τελευταία έτη, ως φαίνεται δεν αρκούν, για να κοιτάξουν κατάματα το ψυχρό πρόσωπο της πραγματικότητας που δεν ρωτά αλλά πράττει. Η ενεργοποίηση πολεμικών μετώπων που κανένας εθεροβάμων δεν ανέμενε ποτέ, οι διαρκείς πρόσθετες κλιμακώσεις, αλλά και για πρώτη φορά μετά τον ψυχρό πόλεμο, η ανοικτή απομυθοποίηση του ρόλου των διεθνών οργανισμών από επίσημα χείλη σημειωτέον, μας οδηγούν να επανεξετάσουμε το μοτίβο των διακρατικών σχέσεων με πιο καθαρά γυαλιά. Τα πρόσφατα συμβάντα μας φωνάζουν, πως το πεδίο των διεθνών σχέσεων είναι εχθρικό προς κάθε ατομική συναισθηματική προσέγγιση. Κύριο μηχανισμό της λειτουργίας τους, αποτελεί το συμφέρον και μόνο.
Ωστόσο, ο ηθικίστικος λόγος δεν έλλειψε, καλυμμένος μάλιστα με το προσωπείο του θεματοφύλακα της παγκόσμιας ειρήνης. Πιο συγκεκριμένα η καντιανή ηθική, εκπεφρασμένη από τον Γερμανό φιλόσοφο Immanuel Kant, μεταφέρθηκε από το κοινωνικό στο διεθνές εμβαδόν. Η αντίληψη πως οι πράξεις και οι επιλογές έχουν αξία μόνο στην περίπτωση που δύνανται να μετατραπούν σε καθολικό κανόνα, αγνοώντας παντελώς την παράμετρο των εθνικών συμφερόντων έκαστης κρατικής οντότητας, τα οποία δεν είναι δυνατόν να συγκλίνουν πάντοτε. Οι μη ευθυγράμμιση οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες. Επί παραδείγματι, στις πολιτιστικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες, στις οικονομικές ανάγκες και καταστάσεις, καθώς και στα διαφορετικά στρατηγικά συμφέροντα. Οιονεί γίνεται διακριτό πως τα κράτη έχουν γεννηθεί, για να ανταγωνίζονται, διαψεύδοντας οικτρά τον Kant. Ο εν λόγω διανοούμενος στο έργο του «προς την αιώνια ειρήνη» το 1795, είχε κάνει λόγο για τη σύσταση ενός θεσμικού και νομικού πλαισίου, που θα ρύθμιζε τις διακρατικές αλληλεπιδράσεις. Πάρα ταύτα 300 και πλέον χρόνια ύστερα δεν επαληθεύεται πλήρως, καθώς το κανονιστικό πλαίσιο που οραματίστηκε, μπορεί να σχηματίστηκε, αλλά απέτυχε να ανταποκριθεί στις υποσχέσεις του. Η αιτία; Ο αιώνιος νόμος της κρατικής συμπεριφοράς, η αρχή βάσει της οποίας ενεργούν τα κράτη είναι τα υλικά τους συμφέροντα, αλλά και η πολιτιστική τους κουλτούρα, που στην πλειοψηφία τους δεν είναι συμβατά με «καθολικές φιλελεύθερες αλήθειες». Η ισχύς των συμφερόντων, η διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας και τα ταυτοτικά στοιχεία των κρατών είναι εκείνοι οι λόγοι για τους οποίους η διεθνής κρατοκεντρική δομή θα παραμένει συνεχώς άναρχη και ακηδεμόνευτη από υπερεθνικούς πάτρονες.
Συνεχίζοντας, ο Γερμανός στοχαστής ισχυρίζεται πως η κατάλληλη φόρμουλα για την επίτευξη μίας οικουμενικής ειρήνης είναι ο θεσμικός και κοινωνικός εκδημοκρατισμός όλων των κρατών με τον ισχυρισμό πως οι ρεμπουμπλικανικοί δρώντες δε θα συγκρούονται και δε θα αντιμάχονται στρατιωτικά ο ένας τον άλλο. Για να μιλήσουμε με περισσότερη ακρίβεια, προτείνει πως εάν οι πολίτες συμμετέχουν στη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής, συνεπώς και της εξωτερικής, θα μειωθούν οι πιθανότητες η κρατική εξουσία να προσφύγει στον πόλεμο, βλέποντάς τον ως την πιο πρόσφορη λύση. Στο σημείο τούτο θα θέσω τον εξής προβληματισμό: Έχει το σύνολο των πολιτών το γνωστικό βάθος, ώστε να επιληφθεί τόσο σοβαρών ζητημάτων, νευραλγικών έως και υπαρξιακών σε ορισμένες των περιπτώσεων; Η εμπειρία μας έχει καταδείξει, πως οι επιλογές μίας συναισθηματικά φορτισμένης πλειοψηφίας μπορούν ενίοτε να αποβούν μοιραίες για την κοινωνία αλλά και για το έθνος. Το πεδίο της άσκησης της εξωτερικής πολιτικής απαιτεί σύνθετη γνώση, κρίση, στρατηγική οξύνοια και ψύχραιμη προσέγγιση κάτω από πιεστικές συνθήκες. Άρα, δε θα ήταν έκαστος ο κατάλληλος, ώστε να αποφασίσει.
Ο Πλάτων σε μία λιτή αλλά σοφή φράση είχε πει, πως ο μη έχων γνώση ου δύναται να φέρει γνώμη. Διότι οι γνώμες ποικίλουν αναμεταξύ των κοινωνικών μελών αλλά για ζητήματα που άπτονται της διασφάλισης της εθνικής ακεραιότητας, η ποικιλοχρωμία των απόψεων δε στέκεται ιδιαίτερα εξυπηρετική ως προς τον σκοπό. Κατά συνέπεια, όταν η κοινωνία ενός κράτους επιλέξει να μην αγωνιστεί για την υπεράσπιση των συμφερόντων της, θα έχει διπλάσιες συνέπειες από εκείνες που νόμιζε πως θα αντιμετωπίσει εξ αρχής και φυσικά μειονεκτεί φοβερά απέναντι στον αντίπαλο, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί το κενό της αδυναμίας που θα υποδείξει ο διστακτικός παίκτης. Ο Αριστοτέλης ανέφερε ρητά πως η φύση απεχθάνεται το κενό. Η θέση αυτή πρέπει να λειτουργεί προειδοποιητικά για όλους. Επιπρόσθετα, οι μη φιλελεύθερες κοινωνίες πάντοτε θα υπερτερούν των φιλελεύθερων σε θάρρος και αγωνιστική βούληση, καθώς αντιλαμβάνονται τη θυσία ως μία ιερή στάση ζωής. Ως εκ τούτου, μίας τέτοιας διαμόρφωσης κοινωνικό σύνολο θα υπερτερεί ψυχολογικά σε κάθε περίπτωση, διότι τα αιώνια ιδεώδη της υπεράσπισης της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού ως φορέα διαχρονικών αξιών δεν μπορούν να νικηθούν από δικαιικές βούλες, ούτε από τεχνητούς διεθνείς κανόνες. Στον αντίποδα, ένα λιμπεραλιστικό άθροισμα ατόμων που έχει θυσιάσει κάθε υπερβατική αξία στο βωμό της βολής, που στα μάτια του η αυταπάρνηση φαντάζει ως κάτι κενό σημασίας, θα έχει ως φυσικό επακόλουθο τον εγκλωβισμό του σε έναν μικρόκοσμο νωχελικότητας, μέσα στον οποίο θα βαυκαλίζεται για τη ποιότητα της ζωής και της ασφάλειάς του. Από την άλλη, ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τζου στο περίφημο και διαχρονικό βιβλίο του «Η τέχνη του πολέμου» υποστηρίζει ορθώς, πως ο πόλεμος αποτελεί αναγκαίο κακό και πρέπει να αποφεύγεται με κάθε μέσο, όταν όμως καθίσταται αναπόφευκτος είναι προτιμότερο να γνωρίζεις με τι είδους μέσα θα τον κερδίσεις.
Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως η υπόθεση του Kant περί ειρηνικής συνύπαρξης των δημοκρατικών κρατών διαψεύδεται από την ίδια την ιστορία και είμαστε σε θέση να παραθέσουμε ορισμένα παραδείγματα. Εν αρχή, οι ΗΠΑ και το Μεξικό ενεπλάκησαν σε στρατιωτική αντιπαράθεση την περίοδο 1846-1848, δύο κράτη με de jure ρεμπουμπλικανικό πολίτευμα. Επίσης, το Ισραήλ και ο Λίβανος στον πόλεμο του 1982, αμφότερα κράτη λειτουργούσαν θεσμικά βάσει κοινοβουλευτικών συστημάτων. Ένα τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση Βρετανίας και Φινλανδίας κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και το Ηνωμένο Βασίλειο κήρυξε τον πόλεμο στη Φινλανδία στο πλαίσιο του ανατολικού μετώπου. Οι δύο χώρες νομικά ήταν κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.
Εμβαθύνοντας περισσότερο στη σκέψη του Kant, παρατηρούμε να κάνει λόγο για ένα νέο οργανωτικό μοντέλο, αυτό του κοσμοπολιτισμού, βάσει του οποίου τα ανθρώπινα υποκείμενα δεν παραμένουν συνδεδεμένα αποκλειστικά με το κράτος, αλλά μπορούν να αντιμετωπίζονται επίσης ως μέλη μίας ευρύτερης ανθρώπινης κοινότητας. Ένα τέτοιο όραμα είναι μερικώς ουτοπικό και πρακτικά δύσκολο να επιτευχθεί, δεδομένου πως δεν αρκεί η ιδιότητα του πολίτη του κόσμου, για να προσδιορίσει έναν άνθρωπο, καθότι μία οικουμενική κοινωνία στερείται αναμφίλεκτα, ισχυρών συνεκτικών στοιχείων, όπως η κοινή ταυτότητα, η θρησκευτική πίστη, η γλώσσα και η αξιακή κουλτούρα. Το μείζον στοιχείο εδώ είναι πως οι παραπάνω αρχές αποτελούν την αφετηρία των δραστηριοτήτων όλων των εξωδυτικών πολιτισμικών μπλοκ τα οποία σήμερα αντιπαλεύονται τη Δύση. Η τελευταία, συνιστά τη μόνη πολιτική οντότητα που ακόμα δηλώνει προσκολλημένη στα απατηλά αφηγήματα του κοσμοπολιτισμού και του οικουμενισμού, απεργαζόμενη μάλιστα να τα εξαπλώσει σε όλο τον κόσμο, αφού η ίδια μετέτρεψε τις βασικές αρχές της πολιτισμικής της εκδήλωσης σε διαπραγματεύσιμες και υποκειμενικές. Μόλον ταύτα, το τρέχον πολιτικό κατεστημένο του δυτικού ημισφαίριου, στην απεγνωσμνένη προσπάθεια να καλύψει το κενό της αξιακής του αυτοχειρίας, εγκαινίασε στη θέση τους, νέες αρχές με τη διαφορά όμως πως αυτές αποτελούν έκδηλο αποκύημα της υποκειμενικής νόησης ορισμένων φατριών, παντελώς στερούμενες κάθε συνεκτικού και χρονικά αέναου στοιχείου. Σε αυτές εγκολπώνονται μία αόριστη ερμηνεία της ελευθερίας, η οποία υποτίθεται πως περιορίζεται για χάριν της συστημικής συντήρησης των μη φιλελεύθερων κοινωνιών, η καταπίεση των πολιτικών δικαιωμάτων και άλλες αιτιολογίες που ενίοτε σκαρφίζονται, ώστε να αποκτήσουν το έναυσμα, για να επέμβουν στρατιωτικά και πολιτικά με σκοπό την αποσταθεροποίηση ανεξάρτητων και κυριάρχων κρατών. Επ’ αυτού του σημείου, η παραδοξότητα της καντιανής φιλοσοφίας καθίσταται όλο και πιο ευδιάκριτη, καθώς ο θεωρητικός της πυρήνας υποστηρίζει ρητά πως η ελευθερία λογίζεται ως καθολική αξία και επομένως στο ενδεχόμενο που ένα κράτος έχει για δικούς του εσωτερικούς λόγους περιστείλει κάποιες ελευθερίες, τα υπόλοιπα έχουν το <<ηθικό>> καθήκον και πλεονέκτημα να παρέμβουν και να απελευθερώσουν τους πολίτες του. Η ερμηνεία αυτή είναι το κατάλληλο δικαιολογητικό εργαλείο για δυτικές στρατιωτικές επεμβάσεις σε κοινωνίες που δεν αντιλαμβάνονται την ελευθερία ομοιοτρόπως με τον δυτικό άνθρωπο και σε άλλες περιπτώσεις θεωρούν την εισαγωγή δυτικών ηθών, εθίμων και θεσμών ως απειλή για την πολιτισμική τους υπόσταση.
Η αξιακά αιμοραγούσα και ηθικά πτωχευμένη Δύση, λοιπόν, αποπειράται να επιβάλλει στους υπόλοιπους πολιτισμούς τη σχετιστική της αντίληψη περί ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντί να επικεντρωθεί στην ανάκτηση και την προβολή των παραδοσιακών της αρχών και της κλασσικής πολιτισμικής της ακτινοβολίας επί παραδείγματι της χριστιανικής πίστης, των επιτευγμάτων στις τέχνες, τα γράμματα και την αισθητική, καθώς και τις φιλοσοφικές βάσεις, στοχεύει στην αποδόμηση του αξιακού πλαισίου των λοιπών κρατών, οι οποίες κατά την ίδια ζουν ακόμα στο σκοτάδι και την ανελευθερία. Ιδού πως η καντιανίζουσα σκέψη καταλήγει να ενθαρρύνει την πολεμική εναντίων εκείνων που δεν ομονοούν μαζί της. Ζωντανά παραδείγματα αποτελούν το Ιράκ, το οποίο δέχθηκε την στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ το 2003, στο όνομα της πολιτικής απελευθέρωσης του ιρακινού λαού.
Επιπρόσθετα, οι περιπτώσεις της Λιβυής το 2011, του Αφγανιστάν το 2001 και του Κοσόβου το 1999 αποτελούν τρανταχτές αποδείξεις της καντιανής αντίφασης, η οποία με το πρόσχημα της διασποράς της ελευθερίας παραβιάζει την πολιτική αυτονομία και την εθνική ανεξαρτησία συγκεκριμένων κρατών. Σε όλες τις προαναφερθείσες εκδοχές επικρατεί κοινή επιχειρηματολογία: Πολιτική ανελευθερία-καταπίεση-θεσμική μεταρρύθμιση μέσω εξωτερικής επέμβασης. Σημειωτέον πως ο πληθυσμός αυτών των χωρών ουδέποτε και ουδόλως έδωσε την ειλικρινή συγκατάθεσή του για τέτοιας μορφής αναμείξεις στις εθνικές του υποθέσεις, γεγονός άκρως αντιδημοκρατικό…
Εν κατακλείδι, είμαστε στη θέση να παρατηρήσουμε πως στον μεταψυχροπολεμικό ειδικά κόσμο προκλήθηκαν εκτεταμένες αιματοχυσίες, εξαιτίας της ματαιόδοξης επιμονής ενός παρακμάζοντος συστήματος να μετατρέψει τις υποκειμενικές του ιδεοληψίες σε οικουμενικές αλήθειες, συμπεριφερόμενο εντελώς αντιρεαλιστικά. Η διεθνής κατάσταση θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί περισσότερο, όταν ο δυτικός άνθρωπος κατανοήσει εις βάθος πως οι δικές του υποκειμενικές αντιλήψεις δε θα εγκαθιδρυθούν παγκοσμίως, όχι μονάχα επειδή είναι ασύμβατες με την κουλτούρα κάποιων άλλων, αλλά πρωτίστως διότι ουδείς δε θα πολεμήσει υπέρ τους με σθένος και θυσιαστική βούληση, ούτε ως απόστολός τους, αλλά μήτε και αν τις υιοθετήσει εισέτι. Τουναντίον, ιστορικά οι εθνικές, πολιτιστικές ή θρησκευτικές κοινότητες αγωνίζονταν και θυσιάζονταν στο όνομα εκείνων των αξιών και αρχών που υπερέβαιναν το ατομικό τους εγώ, που τους είχαν κληροδοτηθεί από τους προγόνους τους και κατευθύνονταν προς έναν ιερό σκοπό. Οι μη δυτικοί λαοί διατηρούν αυτή την κοσμοαντίληψη και η κατάσταση αυτή έχει ως φυσικό επακόλουθο να συνεχίσουν να αντιδρούν απέναντι στη φιλελεύθερη ουτοπία, για να υπερασπιστούν κάτι που αξίζει περισσότερο.
GEOPOLITICO
Όταν ηττάται μια αυτοκρατορία, γίνεται αντιιμπεριαλιστική;
Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας που παραμένουν αόρατοι στην αφήγηση της 30ής Αυγούστου ως «νίκης απέναντι στις επτά δυνάμεις». Άρθρο του Ταμέρ Τσιλινγκίρ.
Γράφει ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ
Στην Τουρκία, η 30ή Αυγούστου δεν παρουσιάζεται απλώς ως η επέτειος μιας μάχης που κερδήθηκε απέναντι στον ελληνικό στρατό. Παρουσιάζεται ως η κορύφωση ενός μεγάλου πολέμου απελευθέρωσης, που διεξήχθη εναντίον των «επτά δυνάμεων» και του ιμπεριαλισμού.
Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, το τουρκικό έθνος, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ξεσηκώθηκε ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ήθελαν να μοιράσουν την πατρίδα του· μέσα στη στέρηση δημιούργησε έναν νέο στρατό και ένα νέο κράτος και εκδίωξε όλες τις ξένες δυνάμεις από την Ανατολία.
Όμως η αφήγηση αυτή κλονίζεται ήδη από το πρώτο ερώτημα: αν οι νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου —η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία— ήταν ιμπεριαλιστικές, τότε τι ήταν η Γερμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία που βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο; Όταν μια αυτοκρατορία ηττάται, γίνεται αντιιμπεριαλιστική και τα κυρίαρχα στοιχεία της μετατρέπονται ξαφνικά σε αποικιοκρατούμενο έθνος;
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μπήκε στον πόλεμο για να αντισταθεί στον ιμπεριαλισμό
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν ένας πόλεμος ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικά κράτη και αθώους λαούς. Ήταν ένας πόλεμος διαμοιρασμού ανάμεσα σε αυτοκρατορίες που επιδίωκαν εδάφη, αγορές, σφαίρες επιρροής, στρατηγικά περάσματα και κυριαρχία πάνω σε άλλους λαούς.
Η Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Ιταλία είχαν ιμπεριαλιστικούς στόχους. Όμως ούτε η Γερμανία, ούτε η Αυστροουγγαρία, ούτε η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκπροσωπούσαν κάποιο αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο.
Η Γερμανία διέθετε αποικίες και προσπαθούσε να διευρύνει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική της επιρροή στον κόσμο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρότι βρισκόταν σε διαδικασία αποσύνθεσης, εξακολουθούσε να είναι μια αυτοκρατορία που κρατούσε πολλούς λαούς υπό την κυριαρχία της.
Η οθωμανική διοίκηση δεν μπήκε στον πόλεμο για να σώσει τη χώρα από μια ιμπεριαλιστική επίθεση, αλλά με πολιτική επιλογή της κυβέρνησης της Ένωσης και Προόδου, στο πλευρό της Γερμανίας. Οι στόχοι των Νεοτούρκων δεν περιορίζονταν στην υπεράσπιση των υφιστάμενων συνόρων. Υπήρχαν επίσης υπολογισμοί για νέα επέκταση στον Καύκασο, άσκηση επιρροής πάνω στους μουσουλμανικούς και τουρκικούς πληθυσμούς υπό ρωσική κυριαρχία, υπονόμευση της βρετανικής κυριαρχίας στην Αίγυπτο και ανάκτηση ορισμένων χαμένων περιοχών.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν ένας αθώος θεατής έξω από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο διαμοιρασμού. Ήταν ένα από τα εμπόλεμα μέρη και ηττήθηκε.
Η ήττα ενός κράτους δεν το καθιστά αθώο. Όπως η Γερμανία δεν έγινε αντιιμπεριαλιστική επειδή έχασε τον πόλεμο, έτσι και η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μετατράπηκε, επειδή ηττήθηκε, σε αθώο θύμα του ιμπεριαλισμού.
Ο ηττημένος του πολέμου ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως μία από τις ηττημένες πλευρές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπέγραψε την Ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου 1918. Μετά από αυτή την ημερομηνία, βρετανικές, γαλλικές και ιταλικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στα Στενά και σε ορισμένες περιοχές της Ανατολίας.
Αυτή η στρατιωτική παρουσία δεν στρεφόταν εναντίον ενός νέου τουρκικού κράτους που δεν είχε συμμετάσχει στον πόλεμο και δεχόταν αναίτια επίθεση ενώ διατηρούσε την ανεξαρτησία του. Ήταν μέρος του καθεστώτος ανακωχής και των ακόμη ανολοκλήρωτων ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία και τις νικήτριες δυνάμεις της Αντάντ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία δεν είχαν οικονομικούς, στρατιωτικούς και στρατηγικούς στόχους στα οθωμανικά εδάφη. Τα σχέδια διαμοιρασμού του πολέμου, οι ζώνες επιρροής, η επιδίωξη ελέγχου των Στενών, οι υπολογισμοί γύρω από το πετρέλαιο και τους σιδηροδρόμους και οι προσπάθειες διατήρησης των διομολογήσεων καταδεικνύουν σαφώς αυτούς τους στόχους.
Η Συνθήκη των Σεβρών, που επιβλήθηκε στην οθωμανική κυβέρνηση στις 10 Αυγούστου 1920, ήταν επίσης ένα σχέδιο που περιόριζε δραστικά την οθωμανική κυριαρχία. Αργότερα, όμως, όλη αυτή η σύνθετη διαδικασία συμπυκνώθηκε σε έναν και μόνο τίτλο: «η κατοχή της ανεξάρτητης τουρκικής πατρίδας από τους ιμπεριαλιστές».
Ωστόσο το 1918 δεν υπήρχε απέναντί τους ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος με το όνομα Δημοκρατία της Τουρκίας. Ο διεθνής κόσμος είχε ως συνομιλητή την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ως αναγνωρισμένη κυβέρνηση εκείνη της Κωνσταντινούπολης. Και ο Μουσταφά Κεμάλ δεν στάλθηκε στην Ανατολία ως εκπρόσωπος ενός νέου κράτους, αλλά ως επιθεωρητής του οθωμανικού στρατού.
Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση στην Άγκυρα ιδρύθηκε μόλις στις 23 Απριλίου 1920. Αυτό που εμφανίστηκε αρχικά δεν ήταν τόσο η αντίσταση ενός προϋπάρχοντος ανεξάρτητου τουρκικού κράτους σε εξωτερική επίθεση, όσο μια σύγκρουση εξουσίας και νομιμοποίησης μέσα στην ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία για το ποιος θα εκπροσωπούσε την κυριαρχία.
Τα στελέχη του κινήματος της Άγκυρας προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από οθωμανούς αξιωματικούς, γραφειοκράτες και παλαιά δίκτυα της Ένωσης και Προόδου. Η στρατιωτική εμπειρία, τα όπλα, οι μονάδες, οι δυνατότητες επικοινωνίας και η κρατική παράδοση που χρησιμοποιήθηκαν κληρονομήθηκαν επίσης σε σημαντικό βαθμό από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας ένα κράτος που δημιουργήθηκε από το μηδέν, αλλά τα στρατιωτικά και γραφειοκρατικά στελέχη μιας ηττημένης αυτοκρατορίας που αποσπάστηκαν από την Κωνσταντινούπολη και οικοδόμησαν ένα νέο κέντρο εξουσίας στην Ανατολία.
Ο «Εθνικός Αγώνας» ήταν αγώνας ποιου έθνους;
Η περίοδος 1919–1922, την οποία η επίσημη τουρκική ιστοριογραφία ονομάζει «Εθνικό Αγώνα», δεν ήταν η ανάκτηση του κράτους ενός ήδη υπάρχοντος τουρκικού έθνους που ζούσε υπό αποικιακή διοίκηση.
Οι Τούρκοι δεν ήταν ένας αποικιοκρατούμενος λαός αποκλεισμένος από την κυρίαρχη πολιτική και θρησκευτική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και εκείνοι που ηγήθηκαν του κινήματος της Άγκυρας δεν ήταν εθνικοαπελευθερωτές που είχαν αναδειχθεί έξω από τους θεσμούς μιας ξένης αποικιακής διοίκησης, αλλά σε μεγάλο βαθμό αξιωματικοί και κρατικοί υπάλληλοι του ηττημένου οθωμανικού στρατού και κράτους.
Η πολεμική και πολιτική διαδικασία του 1919–1922 ήταν η προσπάθεια των μουσουλμανικών στρατιωτικών και γραφειοκρατικών στελεχών μιας ηττημένης αυτοκρατορίας να οικοδομήσουν πάνω στην οθωμανική κληρονομιά ένα πιο ομοιογενές έθνος-κράτος, που όλο και περισσότερο θεμελιωνόταν στην τουρκική και μουσουλμανική ταυτότητα.
Στη διαδικασία αυτή δεν πολεμήθηκαν μόνο οι ξένες στρατιωτικές δυνάμεις και ο ελληνικός στρατός. Η κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης εξουδετερώθηκε, η οθωμανική δυναστεία καταργήθηκε και η ιστορική παρουσία των Ελλήνων και των Αρμενίων στην Ανατολία εκκαθαρίστηκε σε μεγάλο βαθμό.
Επομένως, η λέξη «εθνικός» είναι από μόνη της ένας ισχυρισμός που πρέπει να εξηγηθεί. Περιλάμβανε αυτό το έθνος τους Έλληνες; Περιλάμβανε τους Αρμενίους; Περιλάμβανε τους Ασσυρίους; Ή μήπως η κοινότητα που ονομαζόταν «έθνος» οριζόταν ήδη από τη φάση της συγκρότησής της ως μουσουλμανική και σταδιακά ως τουρκική;
Όταν χαράσσονταν τα σύνορα του νέου κράτους, δεν καθορίζονταν μόνο τα εδάφη αλλά και το ποιοι θα μπορούσαν να ζουν σε αυτά.
Οι «επτά δυνάμεις» ηττήθηκαν πράγματι στο πεδίο της μάχης;
Η επίσημη αφήγηση μετατρέπει τις διαφορετικές στρατιωτικές και πολιτικές καταστάσεις μετά το Μούδρο σε ένα ενιαίο μεγάλο πολεμικό έπος.
Ωστόσο η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία δεν αποτελούσαν μια ενωμένη δύναμη με τους ίδιους στόχους και την ίδια αποφασιστικότητα στην Ανατολία. Ανάμεσά τους υπήρχαν σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων.
Στη νότια Ανατολία σημειώθηκαν πραγματικές και αιματηρές συγκρούσεις με τις γαλλικές δυνάμεις. Επομένως δεν θα ήταν σωστό να ειπωθεί ότι δεν υπήρξε πόλεμος με τους Γάλλους. Όμως αργότερα η Γαλλία συμφώνησε με την κυβέρνηση της Άγκυρας και αποχώρησε από την περιοχή.
Η Ιταλία εκκένωσε τις περιοχές όπου βρισκόταν, μέσα στις μεταβαλλόμενες διπλωματικές ισορροπίες και τις διαφωνίες μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ. Δεν διεξήχθη εναντίον του ιταλικού στρατού μια μεγάλη μάχη πεδίου αντίστοιχη με εκείνες του Δυτικού Μετώπου.
Οι βρετανικές δυνάμεις βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη και στα Στενά. Το 1922, στην περιοχή των Δαρδανελίων, ο στρατός της Άγκυρας βρέθηκε αντιμέτωπος με τις βρετανικές μονάδες και προέκυψε κίνδυνος πολέμου. Όμως η κρίση έληξε διπλωματικά πριν μετατραπεί σε ένοπλη σύγκρουση.
Οι δυνάμεις της Αντάντ δεν θέλησαν να διακινδυνεύσουν έναν νέο και μεγάλο πόλεμο για να εφαρμόσουν τη Συνθήκη των Σεβρών με τους δικούς τους στρατούς σε ολόκληρη την Ανατολία. Αντί γι’ αυτό, ήλπιζαν ότι η στρατιωτική επιτυχία του ελληνικού στρατού θα καθιστούσε το καθεστώς των Σεβρών, έστω εν μέρει, εφαρμόσιμο.
Με τη Μεγάλη Επίθεση που άρχισε στις 26 Αυγούστου 1922 και τη μάχη του Ντουμλουπινάρ στις 30 Αυγούστου, ο στρατός που ηττήθηκε ήταν ο ελληνικός. Δεν υπήρξε κάποια «μάχη των επτά δυνάμεων» στην οποία οι βρετανικοί, γαλλικοί και ιταλικοί στρατοί ηττήθηκαν μαζί.
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί τη στρατιωτική και διπλωματική επιτυχία του κινήματος της Άγκυρας. Όμως το να αξιοποιείς τις αντιθέσεις μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ, να συνάπτεις συμφωνίες με ορισμένες από αυτές και να νικάς τον ελληνικό στρατό δεν είναι το ίδιο με το να συντρίβεις ολόκληρο τον ιμπεριαλιστικό κόσμο στο πεδίο της μάχης.
Η 30ή Αυγούστου δεν ταυτίζεται με το νόημα που της αποδόθηκε αργότερα.
Από την ηττημένη αυτοκρατορία στην αφήγηση του καταπιεσμένου έθνους
Η επίσημη ιστορία χαράσσει ένα απότομο ηθικό σύνορο ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από το 1918 και στο κίνημα με κέντρο την Άγκυρα.
Σε αυτή την αφήγηση περνούν σε δεύτερο πλάνο οι λόγοι για τους οποίους η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η συμμαχία της με τη Γερμανία και οι επεκτατικοί στόχοι της Ένωσης και Προόδου. Η ιστορία σχεδόν ξαναρχίζει από την Ανακωχή του Μούδρου.
Έτσι, τα στρατιωτικά και πολιτικά στελέχη της αυτοκρατορίας που έχασε τον πόλεμο αποσυνδέονται από την ευθύνη για τον δικό τους πόλεμο και μετατρέπονται αποκλειστικά σε εκπροσώπους ενός καταπιεσμένου έθνους που δέχθηκε επίθεση από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετασχηματίζεται σε αφήγηση καταπίεσης και η ανασυγκρότηση της εξουσίας από τα ίδια αυτοκρατορικά στελέχη σε αντιιμπεριαλιστικό έπος απελευθέρωσης.
Κατά τη μεταμόρφωση αυτή, όσα συνέβησαν στους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βγαίνουν επίσης έξω από την αφήγηση.
Οι εκτοπίσεις, οι σφαγές και οι πολιτικές εκκαθάρισης που εφάρμοσε η κυβέρνηση της Ένωσης και Προόδου κατά τα χρόνια του πολέμου εναντίον Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων γίνονται αόρατες. Λησμονείται ότι η βία εναντίον των Ελλήνων του Πόντου δεν άρχισε το 1919, αλλά συνεχιζόταν ήδη από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με εκτοπισμούς, τάγματα εργασίας, εκκενώσεις χωριών και μαζικούς θανάτους.
Έτσι αποκρύπτεται η συνέχεια των ίδιων πολιτικών, στρατιωτικών και γραφειοκρατικών στελεχών. Η διαδρομή από την ήττα της αυτοκρατορίας στη συγκρότηση του έθνους-κράτους παρουσιάζεται σαν δύο απολύτως ξεχωριστές ιστορίες.
Ο ελληνικός στρατός και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας δεν ήταν το ίδιο πράγμα
Μία από τις βαρύτερες συνέπειες της επίσημης τουρκικής αφήγησης είναι η ταύτιση του ελληνικού στρατού με τους γηγενείς ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας.
Παρότι τα όρια των ιστορικών γεωγραφικών ονομασιών μεταβάλλονταν ανάλογα με την εποχή, οι κατά προσέγγιση αντιστοιχίες τους στον σημερινό χάρτη είναι οι εξής: η Ιωνία βρίσκεται στις αιγαιακές ακτές της Μικράς Ασίας, κυρίως γύρω από τη Σμύρνη και σε τμήματα των σημερινών περιοχών Αϊδινίου και Μαγνησίας. Η Βιθυνία βρίσκεται στη βορειοδυτική Ανατολία, γύρω από τη Νικομήδεια, τη Νίκαια, την Προύσα και το Σαγγάριο. Η Καππαδοκία εκτείνεται στην κεντρική Ανατολία, κυρίως γύρω από την Καισάρεια, τη Νεάπολη/Νεβσεχίρ, τη Νίγδη και το Ακσαράι.
Η Ανατολική Θράκη αντιστοιχεί στη σημερινή ευρωπαϊκή επικράτεια της Τουρκίας: Αδριανούπολη, Σαράντα Εκκλησιές/Κιρκλαρελί, Ραιδεστός/Τεκίρνταγ και την ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Ο Πόντος αναφέρεται στη βόρεια Ανατολία, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και την ενδοχώρα, από την Αμισό/Σαμψούντα προς Κοτύωρα/Ορντού, Κερασούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη και Ριζούντα, και, ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο, έως την Αμάσεια και την Τοκάτη.
Από την Ιωνία —δηλαδή τη Σμύρνη και τις ακτές του Αιγαίου— μέχρι τους οικισμούς της Καππαδοκίας στην κεντρική Ανατολία, από τη Νικομήδεια, τη Νίκαια και την Προύσα της Βιθυνίας μέχρι την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες αυτής της τεράστιας γεωγραφίας δεν ήρθαν το 1919 μαζί με έναν στρατό. Ήταν γηγενείς πληθυσμοί που ζούσαν εκεί επί αιώνες και, σε πολλές περιοχές, επί χιλιετίες.
Η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Ανατολία και η ιστορική παρουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν είναι το ίδιο πράγμα. Όμως η ιδρυτική αφήγηση του νέου κράτους εξαφάνισε αυτή τη διάκριση.
Η στρατιωτική νίκη απέναντι στον ελληνικό στρατό μετατράπηκε σε αφήγηση απελευθέρωσης που νομιμοποίησε την απομάκρυνση του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού της Ανατολίας. Η ήττα ενός στρατού παρουσιάστηκε σαν να οδηγούσε φυσιολογικά στην εκδίωξη ενός ολόκληρου λαού από την πατρίδα του.
Το αποτέλεσμα του 1922 δεν ήταν μόνο η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ανατολία. Ήταν και το ουσιαστικό τέλος της πανάρχαιας ελληνικής παρουσίας από την Ιωνία έως τον Πόντο.
Άνθρωποι σκοτώθηκαν, εκδιώχθηκαν ή αποκόπηκαν από τις ιστορικές πατρίδες τους μέσω της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών. Σπίτια, καταστήματα, χωράφια, εκκλησίες, σχολεία και μοναστήρια έμειναν πίσω. Οι δημευμένες περιουσίες αξιοποιήθηκαν στη συγκρότηση της οικονομικής και κοινωνικής τάξης του νέου κράτους.
Κι όμως αυτή η μεγάλη ρήξη δεν καταγράφηκε στην επίσημη ιστορία ως η καταστροφή ενός λαού, αλλά ως «απελευθέρωση της πατρίδας».
Στην Ελλάδα όχι «νίκη», αλλά Μικρασιατική Καταστροφή
Η ημερομηνία που στην Τουρκία γιορτάζεται στις 30 Αυγούστου ως «Μεγάλη Νίκη» δεν έχει αποκτήσει στην Ελλάδα, στον ίδιο βαθμό, τον χαρακτήρα μιας αυτοτελούς «μεγάλης ημέρας ήττας».
Στην ελληνική ιστοριογραφία η 30ή Αυγούστου εντάσσεται συνήθως σε μια ευρύτερη ιστορική τομή: Μικρασιατική Εκστρατεία, Κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, Μικρασιατική Καταστροφή, Ξεριζωμός, Χαμένες Πατρίδες.
Στο κέντρο της ελληνικής στρατιωτικής αφήγησης δεν βρίσκεται η «Μεγάλη Νίκη» των Τούρκων, αλλά η διάσπαση της γραμμής του Αφιόν Καραχισάρ, η αποκοπή ελληνικών μονάδων μεταξύ τους, η περικύκλωση ορισμένων τμημάτων, η κατάρρευση της διοίκησης και η υποχώρηση του στρατού προς τις ακτές.
Στην ελληνική συλλογική μνήμη, όμως, ισχυρότερη ακόμη και από τη στρατιωτική ήττα είναι η αφήγηση της ανθρωπιστικής καταστροφής που ακολούθησε: η πυρκαγιά της Σμύρνης, η βία κατά ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών, η φυγή αμάχων προς τις ακτές, η αποστολή ανδρών σε τάγματα εργασίας, η μετατροπή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε πρόσφυγες και η οριστική απώλεια της δυνατότητας επιστροφής στις χαμένες πατρίδες.
Γι’ αυτό η 30ή Αυγούστου στην ελληνική μνήμη είναι λιγότερο η ημερομηνία μιας μεμονωμένης μάχης και περισσότερο μέρος της μη αναστρέψιμης διαδικασίας που οδήγησε στο τέλος του μικρασιατικού ελληνισμού.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η διαφορά του ημερολογίου. Η Ελλάδα δεν είχε ακόμη υιοθετήσει το Γρηγοριανό ημερολόγιο το 1922. Στα ελληνικά έγγραφα της εποχής, η έναρξη της τουρκικής επίθεσης μπορεί να εμφανίζεται ως 13 Αυγούστου αντί για 26 Αυγούστου, και η είσοδος του τουρκικού στρατού στη Σμύρνη ως 27 Αυγούστου αντί για 9 Σεπτεμβρίου. Γι’ αυτό η ημερομηνία «30 Αυγούστου 1922» σε σύγχρονες ελληνικές δημοσιεύσεις δεν αναφέρεται πάντοτε στη μάχη του Ντουμλουπινάρ· μπορεί να παραπέμπει, με το παλαιό ημερολόγιο, στις ημέρες της καταστροφής στη Σμύρνη.
Ούτε στην Ελλάδα υπάρχει μία και μοναδική αφήγηση. Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919 παρουσιάστηκε επί μακρόν στην επίσημη εκπαιδευτική γλώσσα ως προσπάθεια «απελευθέρωσης των υπόδουλων αδελφών» ή προστασίας του τοπικού ελληνικού πληθυσμού. Η επέκταση της στρατιωτικής εκστρατείας, οι αποφάσεις των ελληνικών κυβερνήσεων, η στάση των δυνάμεων της Αντάντ και η προέλαση του στρατού στο εσωτερικό της Ανατολίας είναι ξεχωριστά πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται κριτικά.
Όμως οι πολιτικές του ελληνικού κράτους δεν μπορούν να ταυτίζονται με την ιστορική παρουσία των γηγενών Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Η επίσημη τουρκική αφήγηση δεν χρησιμοποιεί τη «Μεγάλη Ιδέα» μόνο ως έννοια για μια συγκεκριμένη περίοδο της πολιτικής του ελληνικού κράτους. Τη χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει όλους τους Έλληνες της Μικράς Ασίας σαν να ήταν ανέκαθεν μέλη ενός κοινού πολιτικού σχεδίου κατάληψης της Ανατολίας. Έτσι οι αποφάσεις του ελληνικού κράτους μετατρέπονται σε συλλογική κατηγορία που φορτώνεται σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία από τον Πόντο έως την Ιωνία.
Σε αυτή την αφήγηση ο γηγενής Έλληνας παύει να είναι άνθρωπος του τόπου όπου ζει και μετατρέπεται σε εσωτερική προέκταση του ελληνικού στρατού. Οι εκτοπισμοί, τα τάγματα εργασίας, οι εκκενώσεις χωριών, οι δημεύσεις περιουσιών και η μαζική βία επιχειρείται έτσι να δικαιολογηθούν ως «άμυνα της πατρίδας απέναντι στη Μεγάλη Ιδέα».
Όμως οι πολιτικές εκκαθάρισης εναντίον των Ελλήνων του Πόντου είχαν αρχίσει πριν από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919. Οι εκτοπισμοί και τα τάγματα εργασίας των χρόνων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δείχνουν καθαρά ότι ο γηγενής ελληνικός πληθυσμός δεν μπορεί να αναχθεί στην ελληνική στρατιωτική εκστρατεία στην Ανατολία.
Η στρατιωτική πολιτική ενός κράτους μπορεί και πρέπει να κρίνεται. Όμως αυτή η πολιτική δεν μετατρέπει αυτομάτως τους αμάχους που ζουν υπό την κυριαρχία άλλου κράτους σε συλλογικά ενόχους. Η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Ανατολία δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την εκδίωξη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τις πατρίδες τους.
Γι’ αυτό οι δύο αφηγήσεις δεν είναι συμμετρικά αντίθετα είδωλα. Η επίσημη τουρκική αφήγηση δεν εξαγιάζει απλώς μια στρατιωτική νίκη· εντάσσει και την εκκαθάριση ενός γηγενούς λαού στην έννοια της «απελευθέρωσης». Η ελληνική μνήμη, αντίθετα, θυμάται το 1922 κυρίως ως Μικρασιατική Καταστροφή, ξεριζωμό και τέλος μιας πανάρχαιας ελληνικής παρουσίας μετά τη στρατιωτική ήττα.
Η μία πλευρά εξαγιάζει τη νίκη στο πεδίο της μάχης· η άλλη θυμάται τους ανθρώπους, τις πατρίδες και τη δυνατότητα επιστροφής που χάθηκαν μετά από αυτή τη νίκη.
Ποιανού πατρίδα και από ποιον «απελευθερώθηκε»;
Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «Πόλεμος της Ανεξαρτησίας», πρέπει να θέτουμε ορισμένα ερωτήματα: Ποιος απελευθερώθηκε; Ποιανού η πατρίδα σώθηκε; Από ποιον σώθηκε αυτή η πατρίδα; Και ποιοι, στο τέλος της διαδικασίας που ονομάστηκε απελευθέρωση, δεν μπορούσαν πλέον να ζουν στις δικές τους πατρίδες;
Από την οπτική του κινήματος της Άγκυρας, το αποτέλεσμα ήταν η αποτροπή εφαρμογής των Σεβρών, ο τερματισμός της ξένης στρατιωτικής παρουσίας, η κατάργηση των διομολογήσεων και η απόκτηση διεθνούς κυριαρχίας. Από αυτή την άποψη μπορεί πράγματι να γίνει λόγος για πραγματική στρατιωτική, πολιτική και διπλωματική επιτυχία.
Όμως το ότι μια ιστορική διαδικασία σημαίνει ανεξαρτησία για τους νικητές δεν σημαίνει ότι αποτελεί και απελευθέρωση για όσους ηττήθηκαν.
Για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και τους Αρμενίους, η συγκρότηση του νέου κράτους δεν κατέληξε σε επιστροφή στην πατρίδα τους, αλλά στη διαγραφή τους από αυτήν.
Η «απελευθερωμένη» γεωγραφία ήταν ταυτόχρονα μια γεωγραφία που είχε σε μεγάλο βαθμό εκκαθαριστεί από τους γηγενείς χριστιανικούς πληθυσμούς.
Αυτή είναι η βασική αντίφαση στην οποία δεν απαντά η επίσημη αντιιμπεριαλιστική αφήγηση.
Γιατί η ανεξαρτησία ενός λαού οικοδομήθηκε πάνω στην απουσία άλλων λαών; Αν αυτός ο πόλεμος έγινε αποκλειστικά εναντίον του ιμπεριαλισμού, γιατί κατασχέθηκαν τα σπίτια, οι περιουσίες, τα σχολεία και οι χώροι λατρείας των Ελλήνων και των Αρμενίων που ζούσαν σε αυτά τα εδάφη επί αιώνες και χιλιετίες; Πώς μια νίκη που παρουσιάζεται ως αντιιμπεριαλιστική ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου έθνους-κράτους που είχε ως βάση τη μουσουλμανική και τουρκική ταυτότητα;
Μια ημερομηνία που δεν είναι γιορτή για όλους
Η 30ή Αυγούστου αποτελεί στην επίσημη μνήμη της Τουρκίας σύμβολο στρατιωτικής νίκης και εθνικής απελευθέρωσης. Όμως η ίδια ημερομηνία δεν έχει το ίδιο νόημα για όλους τους λαούς αυτής της γεωγραφίας.
Το στρατιωτικό και πολιτικό αποτέλεσμα που συμβολίζει αυτή η ημερομηνία δεν ήταν μόνο η ήττα του ελληνικού στρατού. Ήταν και η οριστικοποίηση του ξεριζωμού των γηγενών ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας από τις ιστορικές πατρίδες τους, από την Ιωνία και την Καππαδοκία έως τη Βιθυνία, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο.
Το κράτος που ιδρύθηκε στη συνέχεια δεν αναγνώρισε τη γενοκτονία που υπέστη ο ποντιακός ελληνισμός, δεν επέστρεψε τις δημευμένες περιουσίες, άλλαξε τα ονόματα χωριών, πόλεων και ολόκληρης της γεωγραφίας και κατέγραψε εκκλησίες και μοναστήρια αποκομμένα από τους λαούς που τα δημιούργησαν, σαν να ήταν κτίσματα χωρίς ιδιοκτήτες και χωρίς μνήμη.
Η χιλιόχρονη παρουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας συμπτύχθηκε στη λίγων ετών μικρασιατική εκστρατεία του ελληνικού στρατού. Η ιστορική παρουσία ενός λαού ταυτίστηκε με μια στρατιωτική επιχείρηση. Έτσι, η ήττα του ελληνικού στρατού παρουσιάστηκε σαν να αποτελούσε φυσικό και νόμιμο αποτέλεσμα την απομάκρυνση του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού από την πατρίδα του.
Αν ακόμη και σήμερα, όταν αποκαθίστανται ιστορικά μνημεία του Πόντου, η χρήση του ονόματος του λαού που τα δημιούργησε γίνεται αντικείμενο αντιπαράθεσης, τότε η κυριαρχία της τάξης πραγμάτων που συγκροτήθηκε το 1922 πάνω στη μνήμη εξακολουθεί να υφίσταται.
Γι’ αυτό η 30ή Αυγούστου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως η στρατιωτική νίκη ενός στρατού απέναντι σε έναν άλλο. Αντιπροσωπεύει επίσης την ιστορική διαδικασία μέσα στην οποία ο ξεριζωμός των γηγενών Ελλήνων της Μικράς Ασίας εντάχθηκε ως «νίκη» στην ιδρυτική αφήγηση του νέου κράτους.
Μια ημερομηνία που ένας λαός γιορτάζει ως νίκη μπορεί να αποτελεί καταστροφή για έναν άλλο λαό.
Το να λέγεται αυτό δεν σημαίνει άρνηση των δεινών που υπέστησαν οι τουρκικοί και μουσουλμανικοί πληθυσμοί μέσα στον πόλεμο, τη φτώχεια και τις αναγκαστικές μετακινήσεις. Όμως ούτε αυτά τα δεινά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία για να γίνουν αόρατα όσα συνέβησαν στους Έλληνες, τους Αρμενίους και τους Ασσυρίους.
Είναι δυνατό να αντιμετωπίσουμε την ιστορία χωρίς να ανταγωνιζόμαστε για το ποιος υπέφερε περισσότερο, χωρίς να κατηγορούμε συλλογικά κανέναν λαό και χωρίς να καταφεύγουμε στην επίσημη αφήγηση κανενός κράτους.
Η γλώσσα της αλήθειας, όχι της νίκης
Είναι σαφές ότι η 30ή Αυγούστου ήταν μια στρατιωτική νίκη απέναντι στον ελληνικό στρατό. Αυτό που πρέπει να συζητηθεί είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η νίκη αφηγήθηκε εκ των υστέρων.
Η στρατιωτική νίκη στο Ντουμλουπινάρ μετατράπηκε σε έπος όπου υποτίθεται ότι ολόκληρος ο ιμπεριαλιστικός κόσμος ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης. Τα στελέχη της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποκόπηκαν από το δικό τους παρελθόν και παρουσιάστηκαν ως ιδρυτές ενός αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Η εξάλειψη των γηγενών χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας έγινε αόρατη μέσα στην αφήγηση της «απελευθέρωσης της πατρίδας».
Η αναμέτρηση με την ιστορία, όμως, απαιτεί να ρωτάμε όχι μόνο τι κέρδισαν οι νικητές, αλλά και ποιοι έμειναν κάτω από αυτή τη νίκη.
Αυτό που μπορεί να δώσει στην 30ή Αυγούστου ιστορικό νόημα δεν είναι η μετατροπή της σε μια απαραβίαστη ιερή ημερομηνία. Είναι η ανάδειξη των πολιτικών αποτελεσμάτων πίσω από τη στρατιωτική νίκη, των λαών που εκδιώχθηκαν από τις πατρίδες τους, των ζωών που δημεύθηκαν και της μνήμης που φιμώθηκε.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται όταν όλοι υποχρεώνονται να αποκαλούν την ίδια ημερομηνία «γιορτή». Η ειρήνη θα αρχίσει την ημέρα που θα μπορούμε να μιλήσουμε ανοιχτά για το γεγονός ότι η νίκη ενός λαού ολοκληρώθηκε με τη διαγραφή ενός άλλου λαού από την πατρίδα του.
Πηγές
• Ανακωχή του Μούδρου, 30 Οκτωβρίου 1918.
• Οθωμανική Βουλή των Αντιπροσώπων, αποφάσεις του Misak-ı Millî (Εθνικού Όρκου), 28 Ιανουαρίου 1920.
• Συνθήκη των Σεβρών, 10 Αυγούστου 1920.
• Συμφωνία της Άγκυρας μεταξύ της Γαλλίας και της Κυβέρνησης της Άγκυρας, 20 Οκτωβρίου 1921.
• Ανακωχή των Μουδανιών, 11 Οκτωβρίου 1922.
• Σύμβαση και Πρωτόκολλο περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, 30 Ιανουαρίου 1923.
• Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, 24 Ιουλίου 1923.
• Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, Foreign Relations of the United States, 1924, τόμ. II, έγγρ. 624: https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1924v02/d624
• Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή: https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2188/Istoria_ST-Dimotikou_-empl/index5_5.html
• Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, στρατιωτικές εξελίξεις Αυγούστου 1922: https://www.ime.gr/chronos/13/en/foreign_policy/facts/16.html
• Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, οι πρόσφυγες του 1922 και η ελπίδα επιστροφής: https://www.ime.gr/chronos/14/gr/1923_1940/society/people/03.html
• Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Έκθεσις Ανακριτικής Επιτροπής Επιχειρήσεων Μικράς Ασίας, Αύγουστος 1922: https://sse.army.gr/books/ekthesis-anakritikis-epitropis-epicheiriseon-mikras-asias-aygoystos-1922/
• Αρχείο ΕΡΤ, Η Καταστροφή της Σμύρνης – 30 Αυγούστου 1922: https://www.ert.gr/ert-arxeio/i-katastrofi-tis-smyrnis-30-aygoystoy-1922-2/
• Erik Jan Zürcher, Turkey: A Modern History.
• Feroz Ahmad, The Young Turks: The Committee of Union and Progress in Turkish Politics, 1908–1914.
• Taner Akçam, A Shameful Act: The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility.
• Uğur Ümit Üngör & Mehmet Polatel, Confiscation and Destruction: The Young Turk Seizure of Armenian Property.
• Benny Morris & Dror Ze’evi, The Thirty-Year Genocide: Turkey’s Destruction of Its Christian Minorities, 1894–1924.
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΓενοκτονία των Γιαζίντι: Ένα αιώνιο έγκλημα του ISIS κατά της ανθρώπινης συνείδησης
-
Άμυνα3 μήνες πρινΣάλος με εικόνες από τον «Θαλασσόλυκο 2026»: Τούρκοι δείχνουν Έλληνα αξιωματικό δίπλα σε αξιωματικό του ψευδοκράτους – Χαραλαμπίδης στο Geopolitico: “Φέρουν ευθύνες Δένδιας και Α’ΓΕΕΘΑ”
-
Άμυνα1 μήνα πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ1 μήνα πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
Πολιτική2 μήνες πρινΣεισμός από το Ισραήλ! Ο Υπουργός Εξωτερικών ανοίγει τον φάκελο της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων
-
Αναλύσεις5 ημέρες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 εβδομάδες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας