Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σάλος στη Βρετανία από δήλωση Νετανιάχου: «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας» – Οργισμένη αντίδραση Πιρς Μόργκαν

Θύελλα αντιδράσεων προκάλεσε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου με μια ιδιαίτερα αιχμηρή αναφορά στη Βρετανία, την οποία χαρακτήρισε σκωπτικά «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας», συνδέοντας τη συζήτηση για τις πολιτικές και δημογραφικές εξελίξεις στη χώρα με την αντιπαράθεση του Ισραήλ με το Ιράν.

Δημοσιεύτηκε στις

Νέα ένταση προκαλούν οι δηλώσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, αυτή τη φορά με επίκεντρο τη Βρετανία και τις αλλαγές που, κατά την άποψή του, συντελούνται στο εσωτερικό της χώρας.

Σύμφωνα με το ισραηλινό Channel 14, ο Νετανιάχου έκανε τις επίμαχες δηλώσεις σε podcast που δημοσιεύθηκε το βράδυ της Πέμπτης, προκαλώντας αμέσως έντονη συζήτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός χρησιμοποίησε την έκφραση «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας», ενώ στη συνέχεια επικαλέστηκε ακόμη πιο προκλητικό σχόλιο που, όπως είπε, είχε διατυπωθεί από άλλον.

«Κάποιος είπε ότι η πρώτη ισλαμική δημοκρατία με πυρηνικά όπλα θα είναι η Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας», ανέφερε.

Ο Νετανιάχου συνέδεσε αμέσως τη συγκεκριμένη αναφορά με το Ιράν, προσθέτοντας ότι το Ισραήλ φροντίζει ώστε να μην υπάρξει «άλλη μία» πυρηνική ισλαμική δημοκρατία, παραπέμποντας ευθέως στην Τεχεράνη.

Οργισμένη αντίδραση από τον Πιρς Μόργκαν

Οι δηλώσεις προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις, με μία από τις πλέον χαρακτηριστικές να προέρχεται από τον Βρετανό παρουσιαστή και σχολιαστή Πιρς Μόργκαν.

Ο Μόργκαν, ο οποίος διαθέτει εκατομμύρια ακολούθους στο X, αναδημοσίευσε το επίμαχο απόσπασμα και εξαπέλυσε προσωπική επίθεση στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, χαρακτηρίζοντάς τον «ηλίθιο».

Η παρέμβασή του προκάλεσε με τη σειρά της νέα αντιπαράθεση, με την ανάρτηση να συγκεντρώνει εκατοντάδες χιλιάδες προβολές και χιλιάδες σχόλια.

Στη συζήτηση παρενέβη και ο ανταποκριτής του ισραηλινού Channel 14, Όμρι Χάιμ, ο οποίος απάντησε στον Μόργκαν με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο.

«Ναι, αυτός είναι ο ηλίθιος. Πώς τα πάει το Μπέρμιγχαμ; Μην έρθεις κλαίγοντας όταν νιώσεις το νερό να βράζει, βάτραχε», έγραψε, χρησιμοποιώντας προφανώς την παραβολή του «βραστού βατράχου» για να υποστηρίξει ότι οι δημογραφικές και κοινωνικές μεταβολές στη Βρετανία εξελίσσονται σταδιακά και δεν γίνονται εγκαίρως αντιληπτές.

Στο επίκεντρο το Μπέρμιγχαμ

Η αναφορά στο Μπέρμιγχαμ δεν ήταν τυχαία, καθώς η πόλη διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες μουσουλμανικές κοινότητες στη Βρετανία και έχει βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης γύρω από τη μετανάστευση, την ενσωμάτωση και τις δημογραφικές μεταβολές.

Στο κείμενο επισημαίνεται επίσης ότι ο Ζακέρ Τσαντρί, Βρετανός πακιστανικής καταγωγής, είναι εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος και κατέχει τον τιμητικό και τελετουργικό τίτλο του Lord Mayor του Μπέρμιγχαμ.

Η συγκεκριμένη θέση δεν πρέπει να συγχέεται με εκείνη του πολιτικού δημάρχου που ασκεί εκτελεστικές αρμοδιότητες, καθώς ο Lord Mayor αποτελεί κυρίως τον τελετουργικό «Πρώτο Πολίτη» της πόλης.

Η αντιπαράθεση ξεπερνά τα όρια του Ισραήλ

Η νέα παρέμβαση του Νετανιάχου αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα επειδή μεταφέρει τη συζήτηση πέρα από την αντιπαράθεση Ισραήλ–Ιράν και αγγίζει ένα από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής: τις συνέπειες της μετανάστευσης, τις δημογραφικές μεταβολές και τη θέση του Ισλάμ στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες.

Παράλληλα, η αναφορά του Ισραηλινού πρωθυπουργού έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ισραήλ και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων δοκιμάζονται από τις έντονες διαφωνίες γύρω από τη Γάζα και το Παλαιστινιακό.

Με μία φράση, ο Νετανιάχου κατάφερε έτσι να ανοίξει ταυτόχρονα δύο μέτωπα: ένα με τους επικριτές του Ισραήλ στη Βρετανία και ένα δεύτερο γύρω από τη μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση για μετανάστευση, δημογραφία, ενσωμάτωση και πολιτικό Ισλάμ.

Η αντίδραση του Πιρς Μόργκαν δείχνει ότι η δήλωση άγγιξε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο της βρετανικής δημόσιας συζήτησης — και η διαδικτυακή σύγκρουση που ακολούθησε είναι πιθανό να συνεχιστεί.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Διεθνή

Είπε τον Ερντογάν «κοινωνιοπαθή» και μπήκε στο στόχαστρο – Έρευνα κατά Βρετανού οικονομολόγου

Ο Τίμοθι Ας απέσυρε αμέσως τη φράση του, αλλά το σχετικό βίντεο δημοσιοποιήθηκε από φιλοκυβερνητικά μέσα – «Δεν γνωρίζω τίποτα για έρευνα», δήλωσε ο ίδιος

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Έρευνα για το αδίκημα της «προσβολής του προέδρου» φέρεται να άνοιξε η τουρκική Δικαιοσύνη σε βάρος του Βρετανού οικονομολόγου Τίμοθι Ας, επειδή χαρακτήρισε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «κοινωνιοπαθή» κατά τη διάρκεια κλειστής οικονομικής εκδήλωσης στην Αλικαρνασσό.

Ο Ας, γνωστός αναλυτής των τουρκικών και αναδυόμενων αγορών, συμμετείχε το Σάββατο σε συνάντηση επιχειρηματιών και στελεχών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Σε απόσπασμα βίντεο που δημοσιοποιήθηκε από τη φιλοκυβερνητική εφημερίδα Sabah, εμφανίζεται να σχολιάζει τη σημερινή διεθνή πολιτική ηγεσία.

«Θα έλεγα ότι ζούμε σε μια εποχή ηγετών, ίσως κοινωνιοπαθών… Βλέπετε, Νετανιάχου, Ερντογάν…», ανέφερε ο Βρετανός οικονομολόγος.

Αμέσως μετά, αντιλαμβανόμενος τη βαρύτητα της αναφοράς του και τις πιθανές συνέπειες στην Τουρκία, έσπευσε να διορθώσει τη δήλωσή του: «Ωχ, δεν το εννοώ αυτό. Το παίρνω πίσω. Σταματήστε τη μαγνητοσκόπηση».

Παρά την άμεση ανάκληση, το βίντεο κυκλοφόρησε ευρέως στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, προκαλώντας την αντίδραση φιλοκυβερνητικών κύκλων. Σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα, κινήθηκε έρευνα σε βάρος του για «προσβολή του προέδρου».

«Ήταν γλωσσικό ολίσθημα»

Σε επικοινωνία του με το Γαλλικό Πρακτορείο, ο Τίμοθι Ας δήλωσε ότι δεν έχει λάβει καμία επίσημη ενημέρωση από τις τουρκικές Αρχές.

«Δεν γνωρίζω τίποτα για οποιαδήποτε έρευνα σε βάρος μου», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας τη φράση του «γλωσσικό ολίσθημα» το οποίο διόρθωσε αμέσως.

Ο οικονομολόγος της RBC BlueBay Asset Management υποστήριξε ακόμη ότι η εκδήλωση στην οποία συμμετείχε διεξαγόταν βάσει του κανόνα του Chatham House. Ο κανόνας επιτρέπει στους συμμετέχοντες να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που ακούστηκαν σε μια συνάντηση, αλλά απαγορεύει την αποκάλυψη της ταυτότητας ή της ιδιότητας του προσώπου που τις διατύπωσε.

Η δημοσιοποίηση του βίντεο και η απόδοση των σχολίων στον ίδιο εγείρουν, συνεπώς, ερωτήματα για τις συνθήκες υπό τις οποίες καταγράφηκε και κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο απόσπασμα.

Η αναδίπλωση μέσω Χ

Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, ο Τίμοθι Ας επιχείρησε να κλείσει οριστικά το θέμα και να διαχωρίσει τον Τούρκο πρόεδρο από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

«Δεν είχα καμία πρόθεση να προσβάλω οποιονδήποτε. Ο Ερντογάν έχει υπερασπιστεί γενναία τη Γάζα και τους Παλαιστινίους, όπως και την Τουρκία. Δεν υπάρχει σύγκριση με τον Νετανιάχου. Τελεία και παύλα», έγραψε.

Η αναδίπλωση του Βρετανού οικονομολόγου καταδεικνύει το ιδιαίτερα ασφυκτικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στην Τουρκία γύρω από κάθε επικριτική αναφορά προς το πρόσωπο του Ερντογάν. Ακόμη και μία φράση που διατυπώθηκε σε κλειστή εκδήλωση και ανακλήθηκε δευτερόλεπτα αργότερα ήταν αρκετή για να οδηγήσει, σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα, σε δικαστική έρευνα.

Χιλιάδες διώξεις για «προσβολή του προέδρου»

Τα τελευταία χρόνια, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στην Τουρκία έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με έρευνες και διώξεις για το αδίκημα της «προσβολής του προέδρου». Ανάμεσά τους βρίσκονται δημοσιογράφοι, πολιτικοί της αντιπολίτευσης, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί και απλοί πολίτες.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι τουρκικές Αρχές έχουν κινηθεί ακόμη και για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που είχαν δημοσιευθεί χρόνια νωρίτερα. Επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η σχετική νομοθεσία έχει μετατραπεί σε εργαλείο εκφοβισμού και φίμωσης της πολιτικής κριτικής.

Η περίπτωση του Τίμοθι Ας αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή αφορά έναν ξένο οικονομολόγο, ο οποίος επισκέπτεται τακτικά την Τουρκία, παρακολουθεί επί χρόνια την οικονομία της και διαθέτει σημαντικό ακροατήριο στη χώρα. Η υπόθεση δείχνει ότι το μήνυμα της Άγκυρας δεν περιορίζεται στους Τούρκους πολίτες: οποιοσδήποτε επικρίνει δημόσια τον Ερντογάν, ακόμη και εκ παραδρομής, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με τον τουρκικό δικαστικό μηχανισμό.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανικό δικαστήριο: Σταθμός της ΜΙΤ μέσα στο τουρκικό προξενείο – Αστυνομικός έδινε απόρρητες πληροφορίες

Αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου αποκαλύπτουν δίκτυο που φέρεται να συνέδεε τη γερμανική αστυνομία με υπάλληλο του προξενείου και στελέχη της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα οργανωμένο δίκτυο συλλογής πληροφοριών, το οποίο φέρεται να λειτουργούσε μέσα από το τουρκικό γενικό προξενείο στην περιοχή της Κολωνίας, αποκαλύπτουν δύο αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται μία επί δεκαετίες εγκατεστημένη στη Γερμανία υπάλληλος του προξενείου και μία αστυνομικός της Κολωνίας, η οποία φέρεται να της παρέδιδε εσωτερικές υπηρεσιακές πληροφορίες.

Σύμφωνα με εκτενές δημοσίευμα του Αμπντουλάχ Μποζκούρτ στη Nordic Monitor, οι δικαστικές αποφάσεις StB 37/25 και StB 42/25, που εκδόθηκαν στις 21 Αυγούστου και στις 3 Σεπτεμβρίου 2025 αντίστοιχα, περιγράφουν την παρουσία επίσημου σταθμού της τουρκικής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, της ΜΙΤ, στο Γενικό Προξενείο της Τουρκίας στο Χιρτ, κοντά στην Κολωνία.

Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τον όρο «Legalresidentur», ο οποίος περιγράφει έναν μόνιμο σταθμό πληροφοριών που λειτουργεί υπό επίσημη διπλωματική ή προξενική κάλυψη και στελεχώνεται από επαγγελματίες αξιωματικούς της ΜΙΤ.

Η αλυσίδα ΜΙΤ – προξενείου – γερμανικής αστυνομίας

Κεντρικό πρόσωπο της έρευνας είναι μία Τουρκάλα υπήκοος, το όνομα της οποίας δεν δημοσιοποιήθηκε. Η γυναίκα έφθασε στη Γερμανία το 1995 μέσω οικογενειακής επανένωσης, απέκτησε άδεια μόνιμης διαμονής και το 2012 προσλήφθηκε από το τουρκικό προξενείο ως τοπική διοικητική υπάλληλος.

Επισήμως, τα καθήκοντά της περιλάμβαναν την υποστήριξη του προξενικού προσωπικού, τη διενέργεια ερευνών και τη σύνταξη αναφορών. Οι γερμανικές Αρχές, ωστόσο, εκτιμούν ότι η δραστηριότητά της υπερέβαινε κατά πολύ τη συνηθισμένη προξενική εργασία.

Όπως αναφέρεται στις αποφάσεις, η ύποπτη φέρεται να παρείχε διοικητική και υλικοτεχνική υποστήριξη στους αξιωματικούς της ΜΙΤ, να πραγματοποιούσε έρευνες για ζητήματα ασφαλείας και να συνέτασσε εκθέσεις οι οποίες μεταβιβάζονταν, τουλάχιστον έμμεσα, στην τουρκική υπηρεσία πληροφοριών.

Φέρεται, επίσης, να παρευρισκόταν σε εκδηλώσεις που το τουρκικό προξενείο αντιμετώπιζε αρνητικά, να παρακολουθούσε τους συμμετέχοντες και στη συνέχεια να συνέτασσε σχετικές αναφορές. Τα δικαστικά έγγραφα δεν κατονομάζουν τις εκδηλώσεις ούτε τα πρόσωπα που ενδέχεται να τέθηκαν υπό παρακολούθηση.

Η δεύτερη ύποπτη, η οποία αναφέρεται στις αποφάσεις μόνο με το αρχικό «Τ.», εργαζόταν στην Αστυνομική Διεύθυνση της Κολωνίας. Οι δύο γυναίκες φέρεται να βρίσκονταν σε τακτική επικοινωνία τουλάχιστον από το 2021, χρησιμοποιώντας τηλεφωνικές κλήσεις και κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων.

Εσωτερικά στοιχεία της αστυνομίας στην Άγκυρα

Οι γερμανικές Αρχές επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στις επικοινωνίες που πραγματοποιήθηκαν από τις 29 Μαρτίου 2024 έως τις 27 Φεβρουαρίου 2025. Κατά το διάστημα αυτό, η αστυνομικός φέρεται να παρέδωσε επανειλημμένα εσωτερικές πληροφορίες και υπηρεσιακές εκτιμήσεις στην υπάλληλο του προξενείου.

Ορισμένα στοιχεία μεταβιβάστηκαν έπειτα από συγκεκριμένα αιτήματα, ενώ άλλα, σύμφωνα με τους ερευνητές, παραδόθηκαν με πρωτοβουλία της ίδιας της αστυνομικού.

Το υλικό αφορούσε περιστατικά που η Άγκυρα θεωρούσε εχθρικά προς την Τουρκία ή το Ισλάμ, καθώς και δραστηριότητες του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν και άλλων κουρδικών οργανώσεων. Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιοριζόταν στο PKK, το οποίο βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2002.

Περιλάμβανε ακόμη εσωτερικές διαδικασίες της γερμανικής αστυνομίας και ζητήματα που δεν είχαν καμία σχέση με το PKK ή τους υποστηρικτές του. Το στοιχείο αυτό ήταν καθοριστικό, ώστε η φερόμενη δραστηριότητα να αντιμετωπιστεί ως επιχείρηση ξένης υπηρεσίας πληροφοριών στρεφόμενη κατά των συμφερόντων της Γερμανίας.

Μυστικές παρακολουθήσεις από την αντικατασκοπεία

Η έρευνα φαίνεται ότι ξεκίνησε από επιχείρηση της γερμανικής αντικατασκοπείας και όχι από μια συμβατική αστυνομική καταγγελία. Τα στοιχεία που επικαλείται το δικαστήριο προήλθαν από έκθεση της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, με ημερομηνία 28 Μαρτίου 2025, καθώς και από παρακολουθήσεις επικοινωνιών βάσει του γερμανικού νόμου G10.

Ο συγκεκριμένος νόμος επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και κατόπιν έγκρισης, την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφαλείας. Σύμφωνα με τις αποφάσεις, οι καταγραφές τεκμηρίωσαν τον χρόνο, το περιεχόμενο και τη φύση των συνομιλιών μεταξύ των δύο γυναικών.

Στις 2 Ιουλίου 2025 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για την κατοικία και τους χώρους που χρησιμοποιούσε η προξενική υπάλληλος. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 9 Ιουλίου και οι ερευνητές κατάσχεσαν κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης και άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τις επαφές της με στελέχη της ΜΙΤ.

Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί προξενικής ασυλίας

Η ύποπτη προσέφυγε στο δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι καλυπτόταν από προξενική ασυλία και ότι οι συσκευές και τα έγγραφα που κατασχέθηκαν αποτελούσαν απαραβίαστο προξενικό υλικό βάσει της Σύμβασης της Βιέννης.

Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματά της. Έκρινε ότι, επειδή ζούσε μόνιμα στη Γερμανία πολύ πριν προσληφθεί από το προξενείο, δεν απολάμβανε την ευρεία λειτουργική ασυλία που επικαλέστηκε. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε διατυπώσει την ίδια θέση σε σχετική γνωμοδότηση.

Οι δικαστές επισήμαναν επιπλέον ότι η γενική ασυλία των κρατικών αξιωματούχων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προστατευτικό κάλυμμα για δραστηριότητες κατασκοπείας. Επέτρεψαν, συνεπώς, την εξέταση των κατασχεθέντων ηλεκτρονικών μέσων, διευκρινίζοντας ότι τυχόν γνήσια προξενικά αρχεία θα πρέπει να επιστραφούν ή να διαγραφούν.

Δίωξη με ποινές έως δέκα χρόνια

Η υπόθεση διερευνάται βάσει του άρθρου 99 του γερμανικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά τη διενέργεια κατασκοπευτικής δραστηριότητας για λογαριασμό ξένης δύναμης και προβλέπει ποινές φυλάκισης από έξι μήνες έως δέκα χρόνια.

Η αστυνομικός ερευνάται επιπλέον για παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, αδίκημα που μπορεί να επισύρει ποινή έως πέντε χρόνια φυλάκισης ή χρηματικό πρόστιμο.

Οι αποφάσεις δεν αποτελούν καταδικαστική ετυμηγορία, αλλά διαπιστώνουν ότι υπήρχαν επαρκείς και συγκεκριμένες ενδείξεις για τη διεξαγωγή ερευνών, κατασχέσεων και εξέτασης του υλικού.

Η σημασία της υπόθεσης, πάντως, υπερβαίνει τα δύο ερευνώμενα πρόσωπα. Για πρώτη φορά αποτυπώνεται με τέτοια λεπτομέρεια σε αποφάσεις ανώτατου γερμανικού δικαστηρίου ένας μόνιμος μηχανισμός της ΜΙΤ μέσα σε τουρκική προξενική αρχή, με διασυνδέσεις που φέρεται να έφθαναν μέχρι τη γερμανική αστυνομία.

Παράλληλα, ενισχύονται οι ανησυχίες ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί τις διπλωματικές και προξενικές της δομές για να παρακολουθεί Τούρκους και Κούρδους αντιφρονούντες, πολιτικές οργανώσεις και εκδηλώσεις στο εξωτερικό. Η υπόθεση της Κολωνίας έρχεται να προστεθεί σε σειρά ερευνών για δραστηριότητες της ΜΙΤ επί γερμανικού εδάφους, αναδεικνύοντας το εύρος της προσπάθειας του καθεστώτος Ερντογάν να επεκτείνει την επιτήρηση των επικριτών του πολύ πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Τουρκία: Συνέλαβαν τέσσερις δημοσιογράφους για την ανάρτηση «Ο Ερντογάν απεβίωσε»

Η ανακοίνωση αφορούσε τον θάνατο γυναίκας με το επώνυμο Erdoğan και όχι τον Τούρκο πρόεδρο – Οι δημοσιογράφοι αφέθηκαν ελεύθεροι υπό δικαστική επιτήρηση

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Υπό κράτηση τέθηκαν τέσσερις δημοσιογράφοι στην Τουρκία, εξαιτίας μιας αμφίσημης ανάρτησης στον λογαριασμό της τοπικής εφημερίδας Aydın Denge στο Facebook, με τη φράση «Ο Ερντογάν απεβίωσε».

Παρά τον τίτλο που προκάλεσε άμεσα συνειρμούς για τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η ανακοίνωση δεν αφορούσε τον ίδιο. Επρόκειτο για αγγελία θανάτου γυναίκας με το όνομα Gülşah Erdoğan.

Η ανάρτηση συνοδευόταν από γραφικό με μαύρο φόντο, στο οποίο αναγραφόταν με μεγάλα γράμματα η φράση «Erdoğan vefat etti», δηλαδή «Ο Ερντογάν απεβίωσε». Η επιλογή να χρησιμοποιηθεί μόνο το επώνυμο στον τίτλο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς αρκετοί χρήστες θεώρησαν ότι επρόκειτο για αναφορά στον πρόεδρο της χώρας.

Μετά τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν, η Γενική Εισαγγελία του Αϊδινίου διέταξε τη διενέργεια έρευνας με βάση το άρθρο 217/Α του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά το αδίκημα της «δημόσιας διάδοσης παραπλανητικών πληροφοριών».

Ποιοι δημοσιογράφοι συνελήφθησαν

Στο πλαίσιο της εισαγγελικής έρευνας, οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν τέσσερα στελέχη της εφημερίδας:

  • Τον εκπρόσωπο της Aydın Denge, Emin Aydın.
  • Την υπεύθυνη σύνταξης, Yeşim Ülker.
  • Τον δημοσιογράφο İslam Keleş.
  • Τη δημοσιογράφο İrem Delice.

Οι τέσσερις οδηγήθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση, όπου ολοκληρώθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο Δικαστικό Μέγαρο του Αϊδινίου.

Σύμφωνα με το “Haberler” το αρμόδιο ειρηνοδικείο αποφάσισε τελικά να τους αφήσει ελεύθερους υπό καθεστώς δικαστικής επιτήρησης. Η έρευνα, ωστόσο, συνεχίζεται και οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συγκεκριμένη κατηγορία.

Η παρεξήγηση που οδήγησε σε συλλήψεις

Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στη διατύπωση της ανάρτησης. Το περιεχόμενό της ήταν μια πραγματική ανακοίνωση θανάτου, ωστόσο η προβολή μόνο του επωνύμου Erdoğan δημιούργησε την εντύπωση ότι αφορούσε τον αρχηγό του τουρκικού κράτους.

Οι τουρκικές αρχές αντιμετώπισαν την ανάρτηση όχι απλώς ως έναν παραπλανητικό ή άστοχο δημοσιογραφικό τίτλο, αλλά ως πιθανό ποινικό αδίκημα. Έτσι, μία αγγελία θανάτου για ιδιώτη εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες σε εισαγγελική έρευνα και στη σύλληψη τεσσάρων εργαζομένων στον Τύπο.

Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη χρήση του άρθρου 217/Α περί «παραπλανητικών πληροφοριών» και τα όρια μεταξύ ενός αμφίσημου δημοσιογραφικού τίτλου, της παραπληροφόρησης και της ποινικής δίωξης. Το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι συνελήφθησαν, παρότι από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης προέκυπτε ότι δεν αναφερόταν στον Τούρκο πρόεδρο, προκαλεί νέα συζήτηση για το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης στην Τουρκία.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Η Τουρκία κατασκευάζει το άλλοθι του πολέμου – Η Ελλάδα πρέπει να ανακηρύξει ΑΟΖ τώρα

Μια συνολική ανάλυση των εξελίξεων σε Αιγαίο, Κύπρο, Συρία, Ιράν και Ουκρανία από τον Σάββα Καλεντερίδη.

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Η «Γαλάζια Πατρίδα» καταπίνει το Αιγαίο – Ώρα για ΑΟΖ και 12 μίλια

Από την εισβολή στην Κύπρο έως τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα», η Άγκυρα οικοδομεί επί μισό αιώνα έναν μηχανισμό αμφισβήτησης της...

Διεθνή4 ώρες πριν

Είπε τον Ερντογάν «κοινωνιοπαθή» και μπήκε στο στόχαστρο – Έρευνα κατά Βρετανού οικονομολόγου

Ο Τίμοθι Ας απέσυρε αμέσως τη φράση του, αλλά το σχετικό βίντεο δημοσιοποιήθηκε από φιλοκυβερνητικά μέσα – «Δεν γνωρίζω τίποτα...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Ελληνική ασπίδα με απλήρωτο λογαριασμό! Η Σαουδική Αραβία οφείλει 6 εκατ. ευρώ για τους Patriot

Η ελληνική πυροβολαρχία και περίπου 120 στελέχη προστατεύουν από το 2021 τις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ριάντ – Στην Αθήνα εντείνεται...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Ποιος θα υπερασπιστεί μια χώρα που δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της;

Ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής παρεμβαίνει στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής» και ασκεί σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Προειδοποιεί ότι...

Δημοφιλή