Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Στο εδώλιο η Meta: 29 πολιτείες ζητούν έως 193 δισ. δολάρια για τον «εθισμό» ανηλίκων

Ξεκινά στην Καλιφόρνια η μεγάλη ομοσπονδιακή δίκη για Facebook και Instagram – Οι πολιτείες κατηγορούν τη Meta ότι σχεδίασε λειτουργίες για να κρατά τους εφήβους στις πλατφόρμες, απέκρυψε τους κινδύνους και συνέλεξε δεδομένα παιδιών κάτω των 13 ετών – Η εταιρεία απορρίπτει τις κατηγορίες και χαρακτηρίζει «πρωτοφανές» το ύψος των απαιτήσεων

Δημοσιεύτηκε στις

a close up of a cell phone with social icons

Μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αναμετρήσεις στην ιστορία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αρχίζει στην Καλιφόρνια, με τη Meta να βρίσκεται αντιμέτωπη με συνασπισμό 29 αμερικανικών πολιτειών, οι οποίες κατηγορούν τη μητρική εταιρεία του Facebook και του Instagram ότι σχεδίασε τις πλατφόρμες της με τρόπο που ενθαρρύνει την παρατεταμένη και, κατά τους ενάγοντες, εθιστική χρήση από ανηλίκους.

Το οικονομικό διακύβευμα είναι τεράστιο. Οι πολιτείες διεκδικούν αποζημιώσεις και κυρώσεις που υπολογίζονται περίπου στα 193 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ δεν περιορίζονται στο χρηματικό σκέλος: ζητούν βαθιές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του Facebook και του Instagram για τους ανήλικους χρήστες.

Η υπόθεση ξεκίνησε το 2023, όταν ο συνασπισμός των πολιτειών προσέφυγε κατά της Meta. Στη σημερινή δίκη την υπόθεση θα υποστηρίξουν τέσσερις πολιτείες που επιλέχθηκαν ως αντιπροσωπευτικές: Καλιφόρνια, Κολοράντο, Κεντάκι και Νιου Τζέρσεϊ.

Η έκβαση της δίκης ενδέχεται να έχει συνέπειες πολύ πέρα από τη συγκεκριμένη εταιρεία, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται ένα θεμελιώδες ερώτημα για ολόκληρη τη βιομηχανία των social media: μέχρι πού φτάνει η ευθύνη μιας τεχνολογικής πλατφόρμας για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τα προϊόντα της παιδιά και έφηβοι;

Οι τρεις βασικές κατηγορίες

Οι εισαγγελείς των πολιτειών καλούνται να αποδείξουν ενώπιον των ενόρκων τρεις κεντρικούς ισχυρισμούς.

Πρώτον, ότι η Meta ενσωμάτωσε στο Facebook και κυρίως στο Instagram λειτουργίες σχεδιασμένες ώστε να συγκρατούν την προσοχή των εφήβων και να αυξάνουν τον χρόνο παραμονής τους στις εφαρμογές.

Δεύτερον, ότι η εταιρεία παραπλάνησε τους χρήστες και το ευρύτερο κοινό σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση των πλατφορμών για τους ανηλίκους.

Και τρίτον, ότι συνέλεξε προσωπικά δεδομένα από παιδιά κάτω των 13 ετών χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων τους, κατά παράβαση της ομοσπονδιακής νομοθεσίας.

Η τελευταία κατηγορία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μεταφέρει μέρος της αντιπαράθεσης από το δυσκολότερο επιστημονικό ζήτημα του κατά πόσο τα social media προκαλούν «εθισμό» σε ένα περισσότερο συγκεκριμένο ζήτημα συμμόρφωσης με τους κανόνες προστασίας των προσωπικών δεδομένων των παιδιών.

«Το κάναμε με τις καπνοβιομηχανίες και τα οπιοειδή»

Ο γενικός εισαγγελέας του Κεντάκι Ράσελ Κόουλμαν έδωσε ήδη το στίγμα της στρατηγικής των πολιτειών, παραλληλίζοντας ευθέως την υπόθεση με δύο από τις μεγαλύτερες εταιρικές δικαστικές αναμετρήσεις των τελευταίων δεκαετιών στις ΗΠΑ.

Όπως δήλωσε, οι εισαγγελείς θα επιχειρήσουν να αποδείξουν ότι η Meta γνώριζε τις βλάβες που, κατά την κατηγορία, προκαλούνταν στους νέους αλλά επέλεξε να μην αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα επειδή αυτό ήταν οικονομικά πιο συμφέρον.

Ο Κόουλμαν συνέδεσε μάλιστα τη σημερινή μάχη με εκείνες εναντίον της καπνοβιομηχανίας τη δεκαετία του 1990 και των εταιρειών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της αμερικανικής κρίσης των οπιοειδών.

Ο παραλληλισμός είναι πολιτικά ισχυρός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες υποθέσεις είναι νομικά ταυτόσημες.

Πώς φτάνουν στα 193 δισ. δολάρια

Το εντυπωσιακότερο στοιχείο είναι το μέγεθος της οικονομικής απαίτησης.

Δεν υπάρχει κάποιος αμερικανικός νόμος που να προβλέπει αυτοτελώς «πρόστιμο 193 δισ. δολαρίων» για τη Meta.

Το ποσό προκύπτει από τη συσσώρευση δυνητικών παραβάσεων.

Οι νόμοι προστασίας των καταναλωτών των επιμέρους πολιτειών προβλέπουν χρηματικές κυρώσεις που μπορούν να κυμαίνονται από μερικές χιλιάδες έως δεκάδες χιλιάδες δολάρια ανά παράβαση.

Οι εισαγγελείς θεωρούν ως ξεχωριστή παράβαση κάθε περίπτωση ανηλίκου που επηρεάστηκε. Ειδικοί χρησιμοποίησαν εσωτερικά στοιχεία της Meta προκειμένου να υπολογίσουν πόσα παιδιά και έφηβοι χρησιμοποίησαν Facebook και Instagram από το 2012 στις 29 πολιτείες που συμμετέχουν στην προσφυγή.

Με αυτή τη μεθοδολογία η συνολική απαίτηση εκτοξεύεται περίπου στα 193 δισεκατομμύρια δολάρια.

Πρόκειται για ποσό συγκρίσιμο με τον ετήσιο κύκλο εργασιών της Meta και περίπου τριπλάσιο από τα ετήσια κέρδη της, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν την υπόθεση.

Δεν σημαίνει ότι η Meta θα πληρώσει 193 δισ.

Ακόμη και μια ήττα της Meta δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η εταιρεία θα κληθεί να καταβάλει ολόκληρο το ποσό.

Οι πολιτείες μπορούν να τροποποιήσουν το ύψος των απαιτήσεών τους πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ τον τελικό λόγο για τις οικονομικές κυρώσεις θα έχει η ομοσπονδιακή δικαστής Ιβόν Γκονσάλες Ρότζερς.

Μεταξύ των παραγόντων που αναμένεται να συνεκτιμηθούν βρίσκεται και η δυνατότητα της εταιρείας να καταβάλει την αποζημίωση.

Ωστόσο, ακόμη και εάν το τελικό ποσό περιοριστεί δραστικά, μια καταδικαστική απόφαση θα μπορούσε να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία λόγω του προηγουμένου που θα δημιουργούσε για τις ευθύνες των τεχνολογικών κολοσσών απέναντι στους ανήλικους χρήστες.

Η Meta απορρίπτει τον όρο «εθισμός»

Η Meta απαντά στις κατηγορίες με τρεις βασικούς άξονες υπεράσπισης.

Ως προς τον υποτιθέμενο εθιστικό χαρακτήρα των πλατφορμών, υποστηρίζει ότι ο «εθισμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» δεν αναγνωρίζεται ως αυτοτελής διάγνωση στο βασικό διαγνωστικό εγχειρίδιο της αμερικανικής ψυχιατρικής και ότι η επιστημονική συζήτηση γύρω από το ζήτημα παραμένει ανοικτή.

Η εταιρεία αμφισβητεί έτσι την προσπάθεια να δημιουργηθεί μια απλή σχέση αιτίου και αποτελέσματος ανάμεσα στη χρήση μιας εφαρμογής και σε προβλήματα ψυχικής υγείας.

Υποστηρίζει ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι έφηβοι είναι πολυπαραγοντικές και «δεν μπορούν να αποδοθούν σε μία και μόνο εφαρμογή».

Η μεγάλη μάχη για τα παιδιά κάτω των 13 ετών

Στο ζήτημα της συλλογής δεδομένων, η Meta παραδέχεται ότι δεν εξασφάλιζε γονική συγκατάθεση για λογαριασμούς παιδιών κάτω των 13 ετών, υποστηρίζει όμως ότι η σχετική υποχρέωση δεν εφαρμόζεται στην περίπτωσή της με τον τρόπο που υποστηρίζουν οι εισαγγελείς.

Το επιχείρημά της είναι ότι οι όροι λειτουργίας των εφαρμογών απαγορεύουν εξαρχής τη δημιουργία λογαριασμού από παιδιά κάτω των 13 ετών.

Η εταιρεία υποστηρίζει ακόμη ότι όταν εντόπιζε τέτοιους λογαριασμούς τους διέγραφε και, συνεπώς, δεν είχε την απαιτούμενη κατά τον νόμο «ουσιαστική γνώση» ότι οι συγκεκριμένοι χρήστες ήταν παιδιά.

Οι πολιτείες θα επιχειρήσουν να αντικρούσουν ακριβώς αυτό το επιχείρημα, παρουσιάζοντας στοιχεία για το τι πραγματικά γνώριζε η Meta σχετικά με την παρουσία παιδιών στις πλατφόρμες της.

Οι «λογαριασμοί εφήβων»

Η Meta επικαλείται επίσης τις αλλαγές που έχει ήδη πραγματοποιήσει.

Τον Σεπτέμβριο του 2024 ανακοίνωσε τη δημιουργία ειδικών «λογαριασμών εφήβων», με πρόσθετους περιορισμούς και προστασίες για τους νεότερους χρήστες.

Οι πολιτείες θεωρούν ότι οι παρεμβάσεις αυτές ήρθαν πολύ αργά και δεν αντιμετωπίζουν το σύνολο των προβλημάτων που καταγγέλλονται.

Αυτό είναι πιθανό να αποτελέσει ένα ακόμη κομβικό σημείο της δίκης: εάν οι αλλαγές αποτελούν απόδειξη υπεύθυνης προσαρμογής της εταιρείας ή εάν, αντίθετα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την κατηγορία για να υποστηριχθεί ότι υπήρχαν τεχνικά διαθέσιμες λύσεις οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν νωρίτερα.

Η προηγούμενη καταδίκη στο Λος Άντζελες

Η Meta προσέρχεται στη νέα αναμέτρηση έχοντας ήδη δεχθεί ένα σημαντικό δικαστικό πλήγμα.

Τον περασμένο χειμώνα εκδικάστηκε στο Λος Άντζελες υπόθεση έφηβης από την Καλιφόρνια, η οποία υποστήριζε ότι υπέστη βλάβη στην ψυχική της υγεία από τη χρήση των προϊόντων της εταιρείας.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Meta καταδικάστηκε.

Η νέα δίκη, όμως, είναι διαφορετικής κλίμακας. Δεν αφορά πλέον την ατομική περίπτωση ενός χρήστη αλλά τις κατηγορίες 29 πολιτειών για τον συνολικό τρόπο σχεδιασμού και λειτουργίας των πλατφορμών απέναντι στους ανηλίκους.

Το προηγούμενο των καπνοβιομηχανιών

Η Meta χαρακτηρίζει την οικονομική απαίτηση των πολιτειών «πρωτοφανή στην ιστορία της προστασίας των καταναλωτών».

Και πράγματι, οι αριθμοί οδηγούν αναπόφευκτα σε συγκρίσεις με μία από τις ιστορικότερες εταιρικές διευθετήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το 1998, οι τέσσερις μεγάλες αμερικανικές καπνοβιομηχανίες κατέληξαν σε ιστορικό συμβιβασμό με τις πολιτείες για τον τερματισμό των σχετικών αγωγών.

Στο πλαίσιο εκείνης της συμφωνίας έχουν καταβληθεί περισσότερα από 176 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε 25 χρόνια, ενώ συνεχίζονται ετήσιες πληρωμές δισεκατομμυρίων.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι σημερινοί εισαγγελείς επαναφέρουν το προηγούμενο του καπνού. Η στρατηγική τους είναι να παρουσιάσουν την υπόθεση όχι απλώς ως μια διαφορά σχετικά με τις ρυθμίσεις ενός λογισμικού, αλλά ως ζήτημα εταιρικής ευθύνης απέναντι στη δημόσια υγεία και ιδιαίτερα απέναντι στα παιδιά.

Μια δίκη που αφορά ολόκληρο το μοντέλο των social media

Το πραγματικό διακύβευμα επομένως ξεπερνά κατά πολύ τα 193 δισ. δολάρια.

Στο δικαστήριο θα εξεταστεί ουσιαστικά το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο της οικονομίας της προσοχής: ειδοποιήσεις, αλγόριθμοι προτάσεων, αδιάκοπη ροή περιεχομένου και άλλοι μηχανισμοί που επιδιώκουν να αυξάνουν τη συμμετοχή και τον χρόνο παραμονής του χρήστη.

Το κρίσιμο νομικό ερώτημα είναι εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις τέτοιες πρακτικές μπορούν να θεωρηθούν παράνομες όταν εφαρμόζονται σε παιδιά και εφήβους.

Για τις 29 πολιτείες, η Meta γνώριζε περισσότερα από όσα παραδεχόταν δημοσίως και έθεσε την ανάπτυξη και τα κέρδη πάνω από την προστασία των ανηλίκων.

Για τη Meta, οι κατήγοροι επιχειρούν να μετατρέψουν ένα περίπλοκο κοινωνικό και επιστημονικό ζήτημα σε ευθύνη μιας συγκεκριμένης εταιρείας και ζητούν οικονομικές κυρώσεις χωρίς ιστορικό προηγούμενο.

Τώρα τον λόγο έχουν οι ένορκοι και η ομοσπονδιακή δικαιοσύνη.

Και η απόφαση μπορεί να καθορίσει όχι μόνο το τι θα πληρώσει η Meta, αλλά το πώς θα επιτρέπεται στο μέλλον στις μεγαλύτερες πλατφόρμες του κόσμου να σχεδιάζουν τα προϊόντα τους όταν στην άλλη πλευρά της οθόνης βρίσκεται ένα παιδί.

Η απόφαση μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη τη βιομηχανία των social media, καθώς θα κρίνει αν οι μηχανισμοί που αυξάνουν τον χρόνο παραμονής των ανηλίκων μπορούν να θεωρηθούν παράνομοι όταν εφαρμόζονται σε παιδιά και εφήβους.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Διεθνή

Είπε τον Ερντογάν «κοινωνιοπαθή» και μπήκε στο στόχαστρο – Έρευνα κατά Βρετανού οικονομολόγου

Ο Τίμοθι Ας απέσυρε αμέσως τη φράση του, αλλά το σχετικό βίντεο δημοσιοποιήθηκε από φιλοκυβερνητικά μέσα – «Δεν γνωρίζω τίποτα για έρευνα», δήλωσε ο ίδιος

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Έρευνα για το αδίκημα της «προσβολής του προέδρου» φέρεται να άνοιξε η τουρκική Δικαιοσύνη σε βάρος του Βρετανού οικονομολόγου Τίμοθι Ας, επειδή χαρακτήρισε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «κοινωνιοπαθή» κατά τη διάρκεια κλειστής οικονομικής εκδήλωσης στην Αλικαρνασσό.

Ο Ας, γνωστός αναλυτής των τουρκικών και αναδυόμενων αγορών, συμμετείχε το Σάββατο σε συνάντηση επιχειρηματιών και στελεχών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Σε απόσπασμα βίντεο που δημοσιοποιήθηκε από τη φιλοκυβερνητική εφημερίδα Sabah, εμφανίζεται να σχολιάζει τη σημερινή διεθνή πολιτική ηγεσία.

«Θα έλεγα ότι ζούμε σε μια εποχή ηγετών, ίσως κοινωνιοπαθών… Βλέπετε, Νετανιάχου, Ερντογάν…», ανέφερε ο Βρετανός οικονομολόγος.

Αμέσως μετά, αντιλαμβανόμενος τη βαρύτητα της αναφοράς του και τις πιθανές συνέπειες στην Τουρκία, έσπευσε να διορθώσει τη δήλωσή του: «Ωχ, δεν το εννοώ αυτό. Το παίρνω πίσω. Σταματήστε τη μαγνητοσκόπηση».

Παρά την άμεση ανάκληση, το βίντεο κυκλοφόρησε ευρέως στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, προκαλώντας την αντίδραση φιλοκυβερνητικών κύκλων. Σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα, κινήθηκε έρευνα σε βάρος του για «προσβολή του προέδρου».

«Ήταν γλωσσικό ολίσθημα»

Σε επικοινωνία του με το Γαλλικό Πρακτορείο, ο Τίμοθι Ας δήλωσε ότι δεν έχει λάβει καμία επίσημη ενημέρωση από τις τουρκικές Αρχές.

«Δεν γνωρίζω τίποτα για οποιαδήποτε έρευνα σε βάρος μου», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας τη φράση του «γλωσσικό ολίσθημα» το οποίο διόρθωσε αμέσως.

Ο οικονομολόγος της RBC BlueBay Asset Management υποστήριξε ακόμη ότι η εκδήλωση στην οποία συμμετείχε διεξαγόταν βάσει του κανόνα του Chatham House. Ο κανόνας επιτρέπει στους συμμετέχοντες να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που ακούστηκαν σε μια συνάντηση, αλλά απαγορεύει την αποκάλυψη της ταυτότητας ή της ιδιότητας του προσώπου που τις διατύπωσε.

Η δημοσιοποίηση του βίντεο και η απόδοση των σχολίων στον ίδιο εγείρουν, συνεπώς, ερωτήματα για τις συνθήκες υπό τις οποίες καταγράφηκε και κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο απόσπασμα.

Η αναδίπλωση μέσω Χ

Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, ο Τίμοθι Ας επιχείρησε να κλείσει οριστικά το θέμα και να διαχωρίσει τον Τούρκο πρόεδρο από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

«Δεν είχα καμία πρόθεση να προσβάλω οποιονδήποτε. Ο Ερντογάν έχει υπερασπιστεί γενναία τη Γάζα και τους Παλαιστινίους, όπως και την Τουρκία. Δεν υπάρχει σύγκριση με τον Νετανιάχου. Τελεία και παύλα», έγραψε.

Η αναδίπλωση του Βρετανού οικονομολόγου καταδεικνύει το ιδιαίτερα ασφυκτικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στην Τουρκία γύρω από κάθε επικριτική αναφορά προς το πρόσωπο του Ερντογάν. Ακόμη και μία φράση που διατυπώθηκε σε κλειστή εκδήλωση και ανακλήθηκε δευτερόλεπτα αργότερα ήταν αρκετή για να οδηγήσει, σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα, σε δικαστική έρευνα.

Χιλιάδες διώξεις για «προσβολή του προέδρου»

Τα τελευταία χρόνια, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στην Τουρκία έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με έρευνες και διώξεις για το αδίκημα της «προσβολής του προέδρου». Ανάμεσά τους βρίσκονται δημοσιογράφοι, πολιτικοί της αντιπολίτευσης, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί και απλοί πολίτες.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι τουρκικές Αρχές έχουν κινηθεί ακόμη και για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που είχαν δημοσιευθεί χρόνια νωρίτερα. Επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η σχετική νομοθεσία έχει μετατραπεί σε εργαλείο εκφοβισμού και φίμωσης της πολιτικής κριτικής.

Η περίπτωση του Τίμοθι Ας αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή αφορά έναν ξένο οικονομολόγο, ο οποίος επισκέπτεται τακτικά την Τουρκία, παρακολουθεί επί χρόνια την οικονομία της και διαθέτει σημαντικό ακροατήριο στη χώρα. Η υπόθεση δείχνει ότι το μήνυμα της Άγκυρας δεν περιορίζεται στους Τούρκους πολίτες: οποιοσδήποτε επικρίνει δημόσια τον Ερντογάν, ακόμη και εκ παραδρομής, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με τον τουρκικό δικαστικό μηχανισμό.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανικό δικαστήριο: Σταθμός της ΜΙΤ μέσα στο τουρκικό προξενείο – Αστυνομικός έδινε απόρρητες πληροφορίες

Αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου αποκαλύπτουν δίκτυο που φέρεται να συνέδεε τη γερμανική αστυνομία με υπάλληλο του προξενείου και στελέχη της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα οργανωμένο δίκτυο συλλογής πληροφοριών, το οποίο φέρεται να λειτουργούσε μέσα από το τουρκικό γενικό προξενείο στην περιοχή της Κολωνίας, αποκαλύπτουν δύο αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται μία επί δεκαετίες εγκατεστημένη στη Γερμανία υπάλληλος του προξενείου και μία αστυνομικός της Κολωνίας, η οποία φέρεται να της παρέδιδε εσωτερικές υπηρεσιακές πληροφορίες.

Σύμφωνα με εκτενές δημοσίευμα του Αμπντουλάχ Μποζκούρτ στη Nordic Monitor, οι δικαστικές αποφάσεις StB 37/25 και StB 42/25, που εκδόθηκαν στις 21 Αυγούστου και στις 3 Σεπτεμβρίου 2025 αντίστοιχα, περιγράφουν την παρουσία επίσημου σταθμού της τουρκικής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, της ΜΙΤ, στο Γενικό Προξενείο της Τουρκίας στο Χιρτ, κοντά στην Κολωνία.

Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τον όρο «Legalresidentur», ο οποίος περιγράφει έναν μόνιμο σταθμό πληροφοριών που λειτουργεί υπό επίσημη διπλωματική ή προξενική κάλυψη και στελεχώνεται από επαγγελματίες αξιωματικούς της ΜΙΤ.

Η αλυσίδα ΜΙΤ – προξενείου – γερμανικής αστυνομίας

Κεντρικό πρόσωπο της έρευνας είναι μία Τουρκάλα υπήκοος, το όνομα της οποίας δεν δημοσιοποιήθηκε. Η γυναίκα έφθασε στη Γερμανία το 1995 μέσω οικογενειακής επανένωσης, απέκτησε άδεια μόνιμης διαμονής και το 2012 προσλήφθηκε από το τουρκικό προξενείο ως τοπική διοικητική υπάλληλος.

Επισήμως, τα καθήκοντά της περιλάμβαναν την υποστήριξη του προξενικού προσωπικού, τη διενέργεια ερευνών και τη σύνταξη αναφορών. Οι γερμανικές Αρχές, ωστόσο, εκτιμούν ότι η δραστηριότητά της υπερέβαινε κατά πολύ τη συνηθισμένη προξενική εργασία.

Όπως αναφέρεται στις αποφάσεις, η ύποπτη φέρεται να παρείχε διοικητική και υλικοτεχνική υποστήριξη στους αξιωματικούς της ΜΙΤ, να πραγματοποιούσε έρευνες για ζητήματα ασφαλείας και να συνέτασσε εκθέσεις οι οποίες μεταβιβάζονταν, τουλάχιστον έμμεσα, στην τουρκική υπηρεσία πληροφοριών.

Φέρεται, επίσης, να παρευρισκόταν σε εκδηλώσεις που το τουρκικό προξενείο αντιμετώπιζε αρνητικά, να παρακολουθούσε τους συμμετέχοντες και στη συνέχεια να συνέτασσε σχετικές αναφορές. Τα δικαστικά έγγραφα δεν κατονομάζουν τις εκδηλώσεις ούτε τα πρόσωπα που ενδέχεται να τέθηκαν υπό παρακολούθηση.

Η δεύτερη ύποπτη, η οποία αναφέρεται στις αποφάσεις μόνο με το αρχικό «Τ.», εργαζόταν στην Αστυνομική Διεύθυνση της Κολωνίας. Οι δύο γυναίκες φέρεται να βρίσκονταν σε τακτική επικοινωνία τουλάχιστον από το 2021, χρησιμοποιώντας τηλεφωνικές κλήσεις και κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων.

Εσωτερικά στοιχεία της αστυνομίας στην Άγκυρα

Οι γερμανικές Αρχές επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στις επικοινωνίες που πραγματοποιήθηκαν από τις 29 Μαρτίου 2024 έως τις 27 Φεβρουαρίου 2025. Κατά το διάστημα αυτό, η αστυνομικός φέρεται να παρέδωσε επανειλημμένα εσωτερικές πληροφορίες και υπηρεσιακές εκτιμήσεις στην υπάλληλο του προξενείου.

Ορισμένα στοιχεία μεταβιβάστηκαν έπειτα από συγκεκριμένα αιτήματα, ενώ άλλα, σύμφωνα με τους ερευνητές, παραδόθηκαν με πρωτοβουλία της ίδιας της αστυνομικού.

Το υλικό αφορούσε περιστατικά που η Άγκυρα θεωρούσε εχθρικά προς την Τουρκία ή το Ισλάμ, καθώς και δραστηριότητες του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν και άλλων κουρδικών οργανώσεων. Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιοριζόταν στο PKK, το οποίο βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2002.

Περιλάμβανε ακόμη εσωτερικές διαδικασίες της γερμανικής αστυνομίας και ζητήματα που δεν είχαν καμία σχέση με το PKK ή τους υποστηρικτές του. Το στοιχείο αυτό ήταν καθοριστικό, ώστε η φερόμενη δραστηριότητα να αντιμετωπιστεί ως επιχείρηση ξένης υπηρεσίας πληροφοριών στρεφόμενη κατά των συμφερόντων της Γερμανίας.

Μυστικές παρακολουθήσεις από την αντικατασκοπεία

Η έρευνα φαίνεται ότι ξεκίνησε από επιχείρηση της γερμανικής αντικατασκοπείας και όχι από μια συμβατική αστυνομική καταγγελία. Τα στοιχεία που επικαλείται το δικαστήριο προήλθαν από έκθεση της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, με ημερομηνία 28 Μαρτίου 2025, καθώς και από παρακολουθήσεις επικοινωνιών βάσει του γερμανικού νόμου G10.

Ο συγκεκριμένος νόμος επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και κατόπιν έγκρισης, την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφαλείας. Σύμφωνα με τις αποφάσεις, οι καταγραφές τεκμηρίωσαν τον χρόνο, το περιεχόμενο και τη φύση των συνομιλιών μεταξύ των δύο γυναικών.

Στις 2 Ιουλίου 2025 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για την κατοικία και τους χώρους που χρησιμοποιούσε η προξενική υπάλληλος. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 9 Ιουλίου και οι ερευνητές κατάσχεσαν κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης και άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τις επαφές της με στελέχη της ΜΙΤ.

Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί προξενικής ασυλίας

Η ύποπτη προσέφυγε στο δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι καλυπτόταν από προξενική ασυλία και ότι οι συσκευές και τα έγγραφα που κατασχέθηκαν αποτελούσαν απαραβίαστο προξενικό υλικό βάσει της Σύμβασης της Βιέννης.

Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματά της. Έκρινε ότι, επειδή ζούσε μόνιμα στη Γερμανία πολύ πριν προσληφθεί από το προξενείο, δεν απολάμβανε την ευρεία λειτουργική ασυλία που επικαλέστηκε. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε διατυπώσει την ίδια θέση σε σχετική γνωμοδότηση.

Οι δικαστές επισήμαναν επιπλέον ότι η γενική ασυλία των κρατικών αξιωματούχων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προστατευτικό κάλυμμα για δραστηριότητες κατασκοπείας. Επέτρεψαν, συνεπώς, την εξέταση των κατασχεθέντων ηλεκτρονικών μέσων, διευκρινίζοντας ότι τυχόν γνήσια προξενικά αρχεία θα πρέπει να επιστραφούν ή να διαγραφούν.

Δίωξη με ποινές έως δέκα χρόνια

Η υπόθεση διερευνάται βάσει του άρθρου 99 του γερμανικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά τη διενέργεια κατασκοπευτικής δραστηριότητας για λογαριασμό ξένης δύναμης και προβλέπει ποινές φυλάκισης από έξι μήνες έως δέκα χρόνια.

Η αστυνομικός ερευνάται επιπλέον για παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, αδίκημα που μπορεί να επισύρει ποινή έως πέντε χρόνια φυλάκισης ή χρηματικό πρόστιμο.

Οι αποφάσεις δεν αποτελούν καταδικαστική ετυμηγορία, αλλά διαπιστώνουν ότι υπήρχαν επαρκείς και συγκεκριμένες ενδείξεις για τη διεξαγωγή ερευνών, κατασχέσεων και εξέτασης του υλικού.

Η σημασία της υπόθεσης, πάντως, υπερβαίνει τα δύο ερευνώμενα πρόσωπα. Για πρώτη φορά αποτυπώνεται με τέτοια λεπτομέρεια σε αποφάσεις ανώτατου γερμανικού δικαστηρίου ένας μόνιμος μηχανισμός της ΜΙΤ μέσα σε τουρκική προξενική αρχή, με διασυνδέσεις που φέρεται να έφθαναν μέχρι τη γερμανική αστυνομία.

Παράλληλα, ενισχύονται οι ανησυχίες ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί τις διπλωματικές και προξενικές της δομές για να παρακολουθεί Τούρκους και Κούρδους αντιφρονούντες, πολιτικές οργανώσεις και εκδηλώσεις στο εξωτερικό. Η υπόθεση της Κολωνίας έρχεται να προστεθεί σε σειρά ερευνών για δραστηριότητες της ΜΙΤ επί γερμανικού εδάφους, αναδεικνύοντας το εύρος της προσπάθειας του καθεστώτος Ερντογάν να επεκτείνει την επιτήρηση των επικριτών του πολύ πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Τουρκία: Συνέλαβαν τέσσερις δημοσιογράφους για την ανάρτηση «Ο Ερντογάν απεβίωσε»

Η ανακοίνωση αφορούσε τον θάνατο γυναίκας με το επώνυμο Erdoğan και όχι τον Τούρκο πρόεδρο – Οι δημοσιογράφοι αφέθηκαν ελεύθεροι υπό δικαστική επιτήρηση

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Υπό κράτηση τέθηκαν τέσσερις δημοσιογράφοι στην Τουρκία, εξαιτίας μιας αμφίσημης ανάρτησης στον λογαριασμό της τοπικής εφημερίδας Aydın Denge στο Facebook, με τη φράση «Ο Ερντογάν απεβίωσε».

Παρά τον τίτλο που προκάλεσε άμεσα συνειρμούς για τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η ανακοίνωση δεν αφορούσε τον ίδιο. Επρόκειτο για αγγελία θανάτου γυναίκας με το όνομα Gülşah Erdoğan.

Η ανάρτηση συνοδευόταν από γραφικό με μαύρο φόντο, στο οποίο αναγραφόταν με μεγάλα γράμματα η φράση «Erdoğan vefat etti», δηλαδή «Ο Ερντογάν απεβίωσε». Η επιλογή να χρησιμοποιηθεί μόνο το επώνυμο στον τίτλο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς αρκετοί χρήστες θεώρησαν ότι επρόκειτο για αναφορά στον πρόεδρο της χώρας.

Μετά τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν, η Γενική Εισαγγελία του Αϊδινίου διέταξε τη διενέργεια έρευνας με βάση το άρθρο 217/Α του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά το αδίκημα της «δημόσιας διάδοσης παραπλανητικών πληροφοριών».

Ποιοι δημοσιογράφοι συνελήφθησαν

Στο πλαίσιο της εισαγγελικής έρευνας, οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν τέσσερα στελέχη της εφημερίδας:

  • Τον εκπρόσωπο της Aydın Denge, Emin Aydın.
  • Την υπεύθυνη σύνταξης, Yeşim Ülker.
  • Τον δημοσιογράφο İslam Keleş.
  • Τη δημοσιογράφο İrem Delice.

Οι τέσσερις οδηγήθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση, όπου ολοκληρώθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο Δικαστικό Μέγαρο του Αϊδινίου.

Σύμφωνα με το “Haberler” το αρμόδιο ειρηνοδικείο αποφάσισε τελικά να τους αφήσει ελεύθερους υπό καθεστώς δικαστικής επιτήρησης. Η έρευνα, ωστόσο, συνεχίζεται και οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συγκεκριμένη κατηγορία.

Η παρεξήγηση που οδήγησε σε συλλήψεις

Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στη διατύπωση της ανάρτησης. Το περιεχόμενό της ήταν μια πραγματική ανακοίνωση θανάτου, ωστόσο η προβολή μόνο του επωνύμου Erdoğan δημιούργησε την εντύπωση ότι αφορούσε τον αρχηγό του τουρκικού κράτους.

Οι τουρκικές αρχές αντιμετώπισαν την ανάρτηση όχι απλώς ως έναν παραπλανητικό ή άστοχο δημοσιογραφικό τίτλο, αλλά ως πιθανό ποινικό αδίκημα. Έτσι, μία αγγελία θανάτου για ιδιώτη εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες σε εισαγγελική έρευνα και στη σύλληψη τεσσάρων εργαζομένων στον Τύπο.

Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη χρήση του άρθρου 217/Α περί «παραπλανητικών πληροφοριών» και τα όρια μεταξύ ενός αμφίσημου δημοσιογραφικού τίτλου, της παραπληροφόρησης και της ποινικής δίωξης. Το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι συνελήφθησαν, παρότι από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης προέκυπτε ότι δεν αναφερόταν στον Τούρκο πρόεδρο, προκαλεί νέα συζήτηση για το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης στην Τουρκία.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 λεπτά πριν

Η Τουρκία κατασκευάζει το άλλοθι του πολέμου – Η Ελλάδα πρέπει να ανακηρύξει ΑΟΖ τώρα

Μια συνολική ανάλυση των εξελίξεων σε Αιγαίο, Κύπρο, Συρία, Ιράν και Ουκρανία από τον Σάββα Καλεντερίδη.

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η «Γαλάζια Πατρίδα» καταπίνει το Αιγαίο – Ώρα για ΑΟΖ και 12 μίλια

Από την εισβολή στην Κύπρο έως τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα», η Άγκυρα οικοδομεί επί μισό αιώνα έναν μηχανισμό αμφισβήτησης της...

Διεθνή2 ώρες πριν

Είπε τον Ερντογάν «κοινωνιοπαθή» και μπήκε στο στόχαστρο – Έρευνα κατά Βρετανού οικονομολόγου

Ο Τίμοθι Ας απέσυρε αμέσως τη φράση του, αλλά το σχετικό βίντεο δημοσιοποιήθηκε από φιλοκυβερνητικά μέσα – «Δεν γνωρίζω τίποτα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Ελληνική ασπίδα με απλήρωτο λογαριασμό! Η Σαουδική Αραβία οφείλει 6 εκατ. ευρώ για τους Patriot

Η ελληνική πυροβολαρχία και περίπου 120 στελέχη προστατεύουν από το 2021 τις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ριάντ – Στην Αθήνα εντείνεται...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Ποιος θα υπερασπιστεί μια χώρα που δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της;

Ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής παρεμβαίνει στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής» και ασκεί σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Προειδοποιεί ότι...

Δημοφιλή