GEOPOLITICO
Αμέντσπορ: Η φωνή ενός λαού που δεν μπορεί να φιμωθεί
Είναι μια από τις ορατές μορφές στο γήπεδο ποδοσφαίρου της θέλησης ενός λαού να πει «Είμαι εδώ», παρά την καταπίεση και την ιστορική αμνησία.
Του Μεχμέτ Τανμπόγα
Αν η ιστορία, η γλώσσα, ο πολιτισμός και η μνήμη ενός λαού αφαιρούνται· αν οι τάφοι του βεβηλώνονται και δεν τους επιτρέπεται καν να θάψουν τους νεκρούς του με αξιοπρέπεια· αν τα χωριά του καίγονται και καταστρέφονται, άνθρωποι εκτοπίζονται και εκατομμύρια διασκορπίζονται από την πατρίδα των προγόνων τους σε άλλες χώρες, πώς θα εκφραστούν αυτοί οι άνθρωποι;
Αυτό το ερώτημα, όταν το εξετάσουμε στην πρόσφατη ιστορία των Κούρδων, δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά και υπαρξιακό.
Το δικαίωμα των Κούρδων να υπάρχουν με τη δική τους ταυτότητα έχει αντιμετωπίσει άρνηση, καταπίεση και απαγορεύσεις εδώ και πολλά χρόνια. Η γλώσσα τους εξακολουθεί να απαγορεύεται· επομένως, η ομιλία στα κουρδικά, το τραγούδι, η αφήγηση της δικής τους ιστορίας και η ανοιχτή έκφραση της ταυτότητάς τους έχουν κατά καιρούς αντιμετωπίσει κατηγορίες και τιμωρίες. Σε περιόδους που οι πολιτικές ασφαλείας του κράτους εντάθηκαν, οι εκκενώσεις χωριών, οι αναγκαστικές μεταναστεύσεις, οι καταστροφές και οι μαζικές εκτοπίσεις διέλυσαν όχι μόνο τους χώρους διαβίωσης αλλά και τη συλλογική μνήμη της κουρδικής κοινότητας.
Σε ένα τέτοιο ιστορικό πλαίσιο, το ζήτημα δεν είναι απλώς ο περιορισμός της πολιτικής οργάνωσης και δράσης. Το πραγματικό ζήτημα είναι η σταδιακή συρρίκνωση και η απαγόρευση των πεδίων όπου ένας λαός μπορεί να εκφραστεί συλλογικά.
Ακριβώς εδώ η Amedspor αποκτά διαφορετικό νόημα.
Από τον αθλητισμό στην ταυτότητα
Οι ρίζες της Amedspor ανάγονται στη Melikahmetspor, η οποία ιδρύθηκε στο Ντιγιαρμπακίρ το 1972. Αφού λειτούργησε με διάφορα ονόματα όπως Melikahmetspor, Diyarbakır Belediyespor, Diyarbakır Büyükşehir Belediyespor και άλλα, ο σύλλογος εισήλθε σε μια νέα εποχή με το όνομα Amed Sportif Faaliyetler. Η ίδια η ιστορία του συλλόγου δείχνει ότι αυτή η αλλαγή συνδέεται με το αίσθημα του ανήκειν στην πόλη και τους ιστορικούς-πολιτιστικούς δεσμούς.
Αυτό που είναι σημαντικό εδώ δεν είναι απλώς η αλλαγή ονόματος για έναν αθλητικό σύλλογο. Η χρήση του ονόματος “Amed”, που είναι η αρχαία Άμιδα, σηματοδοτεί τη δημόσια χρήση ενός ονόματος που αναφέρεται στην ιστορική και πολιτιστική μνήμη του Ντιγιαρμπακίρ.
Επειδή η ονομασία της ομάδας δεν είναι απλώς θέμα ονόματος. Ένα όνομα είναι μνήμη. Είναι αυτό που σου δίνει την αίσθηση του ανήκειν. Είναι η έκφραση της σχέσης που δημιουργείται με έναν τόπο.
Επομένως, η εμφάνιση της Amedspor μπορεί να ερμηνευτεί ως ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι Κούρδοι εκφράζονται στη δημόσια σφαίρα. Το ποδόσφαιρο εδώ δεν είναι απλώς ποδόσφαιρο. Είναι επίσης ένας κοινωνικός χώρος όπου η ταυτότητα αποκτά ορατότητα.
Οι κερκίδες: Μια άλλη φωνή της απαγορευμένης γλώσσας
Επομένως, η εξήγηση της σημασίας της Amedspor αποκλειστικά μέσω των αποτελεσμάτων της στο γήπεδο είναι ελλιπής.
Η φωνή που υψώνεται από τις κερκίδες δεν είναι απλώς η φωνή ενός οπαδού που υποστηρίζει μια ποδοσφαιρική ομάδα. Αυτή η φωνή περιέχει γλώσσα, πολιτισμό, μνήμη και αίσθηση του ανήκειν. Αντιπροσωπεύει την ανάγκη των ανθρώπων που δεν μπόρεσαν να εκφραστούν ελεύθερα στη δημόσια σφαίρα εδώ και χρόνια και τους δίνει την ευκαιρία να ενωθούν και να γίνουν ορατοί.
Κάθε πανηγυρισμός γκολ σίγουρα δεν είναι απλώς ένα πολιτικό μήνυμα. Ωστόσο, η κοινωνική αίσθηση του ανήκειν που έχει σχηματιστεί γύρω από την Amedspor παράγει ένα νόημα που υπερβαίνει τα όρια του ποδοσφαίρου.
Αυτό το νόημα μπορεί επίσης να φανεί στην ιστορία διαφόρων πειθαρχικών αποφάσεων που έχουν επιβληθεί με εντολή του βαθέος κράτους κατά της Amedspor. Για παράδειγμα, στις αποφάσεις της Τουρκικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας του 2015, ο σύλλογος τιμωρήθηκε με το σκεπτικό ότι οι οπαδοί του ασχολούνταν με «ιδεολογική προπαγάνδα». Το 2016, το Συμβούλιο Διαιτησίας επικύρωσε επίσης την αφαίρεση βαθμών και το πρόστιμο που επιβλήθηκε σε μια άλλη υπόθεση.
Η νομική φύση της ποινής δεν είναι το μόνο που συζητείται εδώ. Το πιο σημαντικό είναι ότι το γήπεδο ποδοσφαίρου και οι κερκίδες έχουν γίνει χώροι όπου οι πολιτικές και πολιτιστικές ταυτότητες είναι ορατές.
Επειδή το ποδόσφαιρο είναι ένας από τους σπάνιους κοινούς χώρους που μπορούν να προσεγγίσουν ευρέα τμήματα της κοινωνίας.
Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να εισέλθουν σε μια αίθουσα συναντήσεων, που δεν μπορούν να εκφραστούν σε μια πολιτική εκδήλωση, που δυσκολεύονται να δηλώσουν ανοιχτά την ταυτότητά τους στη δημόσια σφαίρα, μπορούν να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί ταυτόχρονα με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στις κερκίδες.
Επομένως, οι κερκίδες είναι μερικές φορές κάτι περισσότερο από απλές κερκίδες.
Η κοινή χαρά ενός λαού
Αυτό που ενίσχυσε τον κοινωνικό αντίκτυπο της Amedspor δεν ήταν μόνο η ταυτότητά της, αλλά και τα αθλητικά της επιτεύγματα που έγιναν στο όνομα αυτής της ταυτότητας.
Μετά από αυτές τις επιτυχίες, η επιρροή της Amedspor δεν περιορίστηκε μόνο στο Ντιγιαρμπακίρ. Ειδικά μεταξύ των Κούρδων από διαφορετικά μέρη του κόσμου, και μεταξύ των κουρδικών κοινοτήτων που είναι διάσπαρτες σε διάφορες πόλεις της Τουρκίας και σε διάφορα μέρη του κόσμου, σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους έχει διαμορφωθεί γύρω από την ομάδα ένα κοινό αίσθημα ανήκειν.
Σε αυτό το σημείο, δεν αρκεί να αξιολογούμε την επιτυχία της Amedspor αποκλειστικά ως «ποδοσφαιρική επιτυχία».
Κι αυτό γιατί για ορισμένες κοινωνίες, μια ποδοσφαιρική ομάδα είναι απλώς ένας αθλητικός σύλλογος, ενώ για άλλες, όπως η κοινωνία των Κούρδων, ένας αθλητικός σύλλογος μπορεί να γίνει φορέας κοινωνικής μνήμης και αίσθησης του ανήκειν.
Η διαδικασία που έχει βιώσει η Amedspor είναι πιο κοντά στη δεύτερη περίπτωση.
Το μόνο πεδίο έκφρασης που έμεινε ως επιλογή για τους Κούρδους
Μία από τις πιο σημαντικές διαστάσεις του κουρδικού ζητήματος δεν είναι μόνο τι σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά και σε ποιους τομείς μπορούν να εκφράσουν τις σκέψεις και την ταυτότητά τους.
Η καταστολή της γλώσσας, η αποδυνάμωση των πολιτιστικών θεσμών, η στένωση του πολιτικού χώρου και οι σκληρές κρατικές πολιτικές του παρελθόντος έχουν περιορίσει εδώ και καιρό τους τομείς στους οποίους η κουρδική κοινότητα μπορεί να εκφραστεί.
Επομένως, ο ενθουσιασμός εκατομμυρίων ανθρώπων ταυτόχρονα γύρω από έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο σήμερα, το γεγονός ότι οι άνθρωποι χαίρονται, θρηνούν και νιώθουν ένα κοινό αίσθημα ότι ανήκουν κάπου δεν είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που πρέπει να υποτιμάται.
Η σημασία της Amedspor πηγάζει εν μέρει από αυτό.
Δεν είναι ένα πολιτικό εργαλείο που λύνει όλα τα προβλήματα των Κούρδων. Ούτε είναι ένας θεσμός που μπορεί να αντικαταστήσει το κουρδικό ζήτημα. Ωστόσο, δημιουργεί έναν σημαντικό κοινωνικό χώρο όσον αφορά την δημόσια ορατότητα των Κούρδων και του Κουρδικού Ζητήματος.
Η γλώσσα του ποδοσφαίρου είναι παγκόσμια. Δεν υπάρχει λόγος να μεταφράζεται η χαρά ενός γκολ. Όλοι μπορούν να κατανοήσουν τον αγώνα στο γήπεδο. Επομένως, ο αθλητισμός μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο χώρο έκφρασης έξω από πολιτικές απαγορεύσεις και πολιτισμικά όρια.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η άνοδος της Amedspor δεν πρέπει να θεωρείται μόνο ως αθλητική επιτυχία.
Ένας τρόπος να πεις “είμαστε εδώ”
Η ιστορία της Amedspor δεν αφορά έναν λαό που φέρνει όλα τα ιστορικά του προβλήματα στο γήπεδο ποδοσφαίρου.
Είναι κάτι πιο θεμελιώδες:
Το δικαίωμα να είσαι ορατός.
Όταν ένας λαός έχει από καιρό νιώσει ότι έχει αντιμετωπιστεί ως «στερημένος», «ανύπαρκτος» ή «απροσδιόριστος», κάθε χώρος όπου μπορεί να δείξει την ύπαρξή του αποκτά σημασία.
Με ένα όνομα.
Με μια γλώσσα.
Με ένα λαϊκό τραγούδι.
Με μια γιορτή.
Με ένα γήπεδο.
Με μια φανέλα.
Με έναν πανηγυρισμό γκολ…
Καθένα από αυτά από μόνο του δεν θα αλλάξει την πολιτική κατάσταση που επικρατεί στο Κουρδικό. Αλλά όταν όλα αυτά εξεταστούν μαζί, μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση ζωντανής της συλλογικής μνήμης των Κούρδων.
Εδώ βρίσκεται η σημασία της Amedspor σήμερα.
Επομένως, η θεώρηση της Amedspor αποκλειστικά ως «ποδοσφαιρικού συλλόγου» δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπό της στην κοινωνία. Ομοίως, η αναγωγή της σε ένα απλό πολιτικό σύμβολο αφήνει την αθλητική και κοινωνική πραγματικότητα του συλλόγου ελλιπή.
Η Αμέντσπορ βρίσκεται στη διασταύρωση αυτών των δύο τομέων:
Μεταξύ αθλητισμού και ταυτότητας, ποδοσφαίρου και μνήμης, σταδίου και κοινωνικής ένταξης.
Και ίσως η πιο σημαντική σημασία της είναι η εξής:
Όσο κι αν η φωνή ενός λαού φιμώνεται, θα βρει νέους τρόπους να εκφραστεί.
Άλλοτε σε μια ομιλία,
άλλοτε σε ένα λαϊκό τραγούδι,
άλλοτε σε ένα βιβλίο,
άλλοτε σε μια πλατεία,
και άλλοτε σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου…
Η Amedspor είναι μια από αυτές τις φωνές σήμερα.
Επομένως, η ιστορία της Amedspor δεν είναι απλώς η ιστορία των πρωταθλημάτων ενός συλλόγου.
Είναι μια από τις ορατές μορφές στο γήπεδο ποδοσφαίρου της θέλησης ενός λαού να πει «Είμαι εδώ», παρά την καταπίεση και την ιστορική αμνησία.
GEOPOLITICO
Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Για τη Δευτέρα ο απόπλους του «Abeille Marengo» – Στην Κάσο το επόμενο τεστ απέναντι στην Τουρκία
Για τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου μετατίθεται η αναχώρηση του γαλλικού ερευνητικού πλοίου «Abeille Marengo» από το λιμάνι του Ηρακλείου, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Η μετάθεση αποδίδεται στις καιρικές συνθήκες και στην ολοκλήρωση του επιχειρησιακού συντονισμού με τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες, την ώρα που η Άγκυρα επιμένει στις αμφισβητήσεις της μέσω αντι-NAVTEX. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην πορεία του πλοίου και κυρίως στο εάν οι έρευνες θα επεκταθούν στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί η Τουρκία.
Νέα δεδομένα διαμορφώνονται γύρω από την επανεκκίνηση των ερευνών για το έργο Great Sea Interconnector (GSI), καθώς ο απόπλους του γαλλικού «Abeille Marengo», που αρχικά είχε προγραμματιστεί για το Σάββατο 7 Νοεμβρίου, μετατίθεται για το πρωί της Δευτέρας 9 Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύει το neakriti.gr, το πλοίο βρίσκεται στο Ηράκλειο από τις 27 Οκτωβρίου και ολοκληρώνει τις απαραίτητες προετοιμασίες πριν από την έναρξη των εργασιών.
Η καθυστέρηση αποδίδεται επισήμως στις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, αλλά και στην ανάγκη ολοκλήρωσης των ενημερώσεων και του επιχειρησιακού συντονισμού με το Πολεμικό Ναυτικό και την Υδρογραφική Υπηρεσία.
Η αναχώρηση πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διπλωματική συγκυρία, καθώς οι τουρκικές αντιδράσεις για την ελληνική NAVTEX έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαφωνία Αθήνας και Άγκυρας για τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρώτα δοκιμές στην Κρήτη και στη συνέχεια πορεία προς την Κάρπαθο
Το αρχικό σκέλος της αποστολής του «Abeille Marengo» προβλέπει κίνηση βόρεια της Κρήτης, όπου θα πραγματοποιηθούν δοκιμές και έλεγχοι των συστημάτων βυθομέτρησης.
Σκοπός είναι να επιβεβαιωθεί η επιχειρησιακή ετοιμότητα του εξοπλισμού πριν από την ανάπτυξη των ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Στη συνέχεια, το γαλλικό σκάφος αναμένεται να κινηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και ακολούθως να κατευθυνθεί προς τη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Καρπάθου, με βάση τις συντεταγμένες της ελληνικής NAVTEX.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες του κρητικού μέσου, δεν διαφαίνεται ότι έως το τέλος του 2026 θα πραγματοποιηθούν ερευνητικές εργασίες στα επίμαχα σημεία εκτός ελληνικών χωρικών υδάτων, όπου εντοπίζεται η τουρκική αμφισβήτηση.
Η συγκεκριμένη πληροφορία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η αναχώρηση του πλοίου, αλλά το εάν και πότε θα πραγματοποιηθούν εργασίες στις θαλάσσιες περιοχές που αποτελούν αντικείμενο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Η τουρκική αντι-NAVTEX και οι πτήσεις UAV
Η μετάθεση του απόπλου έρχεται μία ημέρα μετά την έκδοση τουρκικής αντι-NAVTEX, με την οποία η Άγκυρα αμφισβήτησε την ελληνική ναυτική αναγγελία για τις εργασίες του γαλλικού ερευνητικού.
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστήριξε μάλιστα ότι οι ελληνικές και κυπριακές NAVTEX έχουν ακυρωθεί από την τουρκική πλευρά.
Πρόκειται για μονομερή τουρκικό ισχυρισμό, ο οποίος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ακύρωση των αναγγελιών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με το neakriti.gr, καταγράφηκαν νυχτερινές πτήσεις περίπου δέκα τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε εκτεταμένη περιοχή του Αιγαίου, από τον Έβρο έως την Κάσο.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα προστίθεται στο κλίμα αυξημένης στρατιωτικής κινητικότητας που συνοδεύει την αντιπαράθεση για το καλώδιο, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί άμεση επιχειρησιακή σύνδεσή της με την αποστολή του γαλλικού σκάφους.
Χατζηβασιλείου: Η άδεια χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα
Απέναντι στις τουρκικές αμφισβητήσεις, η Αθήνα επιμένει ότι οι διαδικασίες αδειοδότησης πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Ελλάδας και Τουρκίας για την αδειοδότηση των ερευνών.
Η ελληνική πλευρά διαχωρίζει, επομένως, τη διπλωματική επικοινωνία από οποιαδήποτε διαδικασία χορήγησης άδειας, αποκρούοντας την τουρκική προσπάθεια να εμφανιστεί η Άγκυρα ως απαραίτητος συνομιλητής για την έγκριση των εργασιών.
Η ουσιαστική δοκιμασία παραμένει στο πεδίο
Το επόμενο βήμα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα καθοριστεί από την πραγματική πορεία και τις δραστηριότητες του «Abeille Marengo».
Εφόσον το πλοίο περιοριστεί αρχικά σε δοκιμές εξοπλισμού και εργασίες εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, η ουσιαστική αντιπαράθεση για τις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές θα παραμείνει ανοικτή.
Αντίθετα, η πραγματοποίηση ερευνών στις περιοχές που καλύπτει η τουρκική αμφισβήτηση θα αποτελέσει σημαντικότερο κριτήριο για την αξιολόγηση της στάσης της Άγκυρας.
Το Great Sea Interconnector παραμένει έργο στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς επιδιώκει την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.
Η αναχώρηση του γαλλικού πλοίου αποτελεί το επόμενο επιχειρησιακό βήμα. Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, θα είναι η υλοποίηση των ερευνών εκεί όπου η Τουρκία επιχειρεί να προβάλει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της.
Η πληροφορία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και πρέπει να αναδειχθεί στο ρεπορτάζ, καθώς διαχωρίζει την επανέναρξη των ερευνών από την πραγματική δοκιμασία στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές.
Χωρίς έρευνες στις επίμαχες περιοχές έως το τέλος του 2026
Ωστόσο, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν δείχνουν ότι θα πραγματοποιηθούν μέχρι το τέλος του 2026 ερευνητικές εργασίες στα επίμαχα σημεία εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων, όπου επικεντρώνεται η τουρκική αμφισβήτηση.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς υποδηλώνει ότι η αναχώρηση του «Abeille Marengo» και η επανέναρξη των δραστηριοτήτων του δεν συνεπάγονται απαραίτητα άμεση παρουσία του στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί η Άγκυρα.
Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πότε θα πραγματοποιηθούν οι έρευνες εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων και υπό ποιες συνθήκες θα εξελιχθεί η συγκεκριμένη φάση του έργου. Η τουρκική αντίδραση στην πράξη, και όχι μόνο μέσω διπλωματικών ανακοινώσεων και αντι-NAVTEX, θα αποτελέσει το ουσιαστικό κριτήριο για την εξέλιξη της αντιπαράθεσης.
GEOPOLITICO
Διπλωματική στροφή της Αιγύπτου στη Λιβύη: Άνοιξε ξανά η πρεσβεία στην Τρίπολη μετά από 12 χρόνια
Σημαντική αλλαγή στη διπλωματική προσέγγιση της Αιγύπτου απέναντι στη Λιβύη σηματοδοτεί η επαναλειτουργία της αιγυπτιακής πρεσβείας στην Τρίπολη, έπειτα από 12 χρόνια. Η κίνηση του Καΐρου αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς η Αίγυπτος υπήρξε ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος ελέγχει μεγάλο μέρος της ανατολικής Λιβύης και βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία απουσίας, η Αίγυπτος επαναφέρει τη διπλωματική της παρουσία στην πρωτεύουσα της Λιβύης, προχωρώντας σε μια κίνηση που αποτυπώνει την προσπάθεια αναπροσαρμογής της πολιτικής της απέναντι στη γειτονική χώρα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του αιγυπτιακού υπουργείου Εξωτερικών, η πρεσβεία στην Τρίπολη επαναλειτούργησε επισήμως, σηματοδοτώντας ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις του Καΐρου με τις αρχές της δυτικής Λιβύης.
Από τη στήριξη στον Χάφταρ στην προσέγγιση με την Τρίπολη
Η εξέλιξη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας των πολιτικών και στρατιωτικών ισορροπιών που έχουν διαμορφωθεί στη Λιβύη μετά την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι.
Η Αίγυπτος είχε ταχθεί επί σειρά ετών στο πλευρό του Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος αποτελεί τον ισχυρότερο στρατιωτικό παράγοντα στην ανατολική Λιβύη.
Η επαναλειτουργία της πρεσβείας στην Τρίπολη δείχνει ότι το Κάιρο επιδιώκει πλέον να ενισχύσει τους διαύλους επικοινωνίας και με τη δυτική πλευρά της χώρας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως εγκατάλειψη των σχέσεών του με την ανατολική Λιβύη.
Δώδεκα χρόνια διπλωματικής απουσίας
Η αιγυπτιακή πρεσβεία είχε κλείσει το 2014, όταν η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Λιβύη οδήγησε πολλές ξένες διπλωματικές αποστολές στην αποχώρηση από την Τρίπολη.
Εκείνη την περίοδο η χώρα οδηγήθηκε σε βαθύτερη πολιτική και θεσμική διαίρεση, με αντίπαλα κέντρα εξουσίας στην ανατολική και τη δυτική Λιβύη.
Η επιστροφή της αιγυπτιακής διπλωματικής αποστολής αποτελεί επομένως ένα ουσιαστικό βήμα αποκατάστασης της παρουσίας του Καΐρου στην πρωτεύουσα.
Αμπντελάτι: Βαθιές οι ιστορικές και πολιτισμικές σχέσεις
Κατά την τελετή επαναλειτουργίας της πρεσβείας, ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου, Μπαντρ Αμπντελάτι, αναφέρθηκε στους ιστορικούς δεσμούς που συνδέουν τους δύο λαούς.
Όπως δήλωσε, η ιστορική σημασία του κτιρίου της πρεσβείας αντανακλά το βάθος των ανθρώπινων και πολιτισμικών σχέσεων ανάμεσα στην Αίγυπτο και τη Λιβύη.
Η διπλωματική κίνηση του Καΐρου αποκτά πρόσθετη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η Λιβύη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιές εσωτερικές διαιρέσεις και ανταγωνισμούς για τον έλεγχο των πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών.
Νέα δεδομένα στις σχέσεις Καΐρου–Τρίπολης
Η επαναλειτουργία της πρεσβείας πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026, παρουσία του Αιγύπτιου υπουργού Εξωτερικών και εκπροσώπων της λιβυκής κυβέρνησης. Η εξέλιξη επιβεβαιώνεται τόσο από το Reuters όσο και από το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών.
Στο περιθώριο της επίσκεψής του, ο Αμπντελάτι συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, με αντικείμενο την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας.
Για την Αθήνα, οι κινήσεις του Καΐρου έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Λιβύη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η προσέγγιση της Αιγύπτου με την Τρίπολη δεν σημαίνει από μόνη της αλλαγή θέσης στο ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών, αναδεικνύει όμως τη σημασία των διπλωματικών επαφών με όλα τα λιβυκά κέντρα εξουσίας.
GEOPOLITICO
Θεόδωρος Ατματζίδης: Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;
Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει ο υποστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής Θεόδωρος Ατματζίδης. Με αφορμή τη δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX», εξετάζει τις γαλλοτουρκικές επαφές για τις έρευνες του Abeille Marengo και προειδοποιεί για τον κίνδυνο η διπλωματική ενημέρωση να παρουσιαστεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος συναίνεσης. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Αθήνας ότι η αδειοδότηση έγινε αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές, ο αρθρογράφος ζητεί σαφείς απαντήσεις για το περιεχόμενο των επαφών με την Άγκυρα, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι η αποτροπή ενός επικίνδυνου προηγουμένου άτυπης συναπόφασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Φιντάν: «Επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» – Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η τουρκική παγίδα: Ποιος τελικά έδωσε την άδεια σε ποιον;
Του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστράτηγος ε.α. Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» για τις εργασίες του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου προκαλεί εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια. Τι ακριβώς επιλύθηκε και με ποιους όρους; Υπήρξε απλώς διπλωματική ενημέρωση της Τουρκίας ή κάποια μορφή συνεννόησης που επέτρεψε στην Άγκυρα να εμφανιστεί ως παράγοντας που έδωσε τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση των εργασιών;
Το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ μια διαφωνία για την έκδοση ναυτικών οδηγιών. Αγγίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Κύπρου και την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το χρονικό της αντιπαράθεσης
Στις 6 Νοεμβρίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών αδειοδότησης για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του καλωδίου στο πλαίσιο του Great Sea Interconnector (GSI). Η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από τη γαλλική εταιρεία NEXANS, για λογαριασμό της εταιρείας GSI, ενώ η άδεια εκδόθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, κατόπιν θετικής γνωμοδότησης της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής. Ακολούθησε η έκδοση της ελληνικής NAVTEX 1411/26 από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, για τις σχετικές δραστηριότητες. [1][2]
Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε τη δική της NAVTEX 345/26, μέσω του σταθμού Λάρνακας, για τις έρευνες στο τμήμα που αφορά την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), με ισχύ από τις 19 Νοεμβρίου 2026 έως τις 19 Μαρτίου 2027. [1]
Η τουρκική αντίδραση ήταν άμεση. Με την αντι-NAVTEX 1105/26 και σχετική ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, η Άγκυρα χαρακτήρισε τις εργασίες παράνομες, υποστηρίζοντας ότι τμήμα της περιοχής βρίσκεται εντός της υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί και ότι απαιτείται προηγούμενη τουρκική συναίνεση. Επανέφερε, μάλιστα, τα όρια που έχει γνωστοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη από τον Μάρτιο του 2020, στη βάση των τουρκικών διεκδικήσεων που συνδέονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. [3]
Η τουρκική στάση αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση συγκεκριμένων θαλάσσιων περιοχών. Επιδιώκει να καταστήσει αποδεκτή την αντίληψη ότι σημαντικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να περνούν μέσα από τη δική της έγκριση ή συναίνεση.
Το γαλλικό παρασκήνιο και το ζήτημα της άδειας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που δημοσίευσε η «Καθημερινή» σχετικά με τις επαφές της Γαλλίας με την Τουρκία για τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου Abeille Marengo.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 6ης Νοεμβρίου, η γαλλική πλευρά βρισκόταν σε επικοινωνία με την Άγκυρα, η οποία επιθυμούσε η σχετική συνεννόηση να αποτυπωθεί γραπτώς μέσω διπλωματικών διαύλων. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση διπλωματικής πηγής κοντά στην τουρκική προεδρία, σύμφωνα με την οποία η τουρκική πλευρά θα εξέλαμβανε τη γαλλική προσέγγιση ως αίτημα χορήγησης άδειας από την Τουρκία. [4]
Αυτή η διατύπωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Είναι άλλο πράγμα μια διπλωματική ενημέρωση, με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και την ασφάλεια ενός ερευνητικού πλοίου, και εντελώς διαφορετικό η αναγνώριση ότι η Τουρκία διαθέτει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει εργασίες σε περιοχές όπου η Ελλάδα ή η Κυπριακή Δημοκρατία ασκούν τα δικαιώματά τους.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του στρατηγικού προβληματισμού. Εάν η Ελλάδα, έστω και μέσω της Γαλλίας, επιχείρησε να ζητήσει από την Τουρκία όχι απλώς να ενημερωθεί, αλλά να εγκρίνει ή να επιτρέψει την πραγματοποίηση των ερευνών, τότε η εξέλιξη αυτή θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες. Θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η άσκηση δικαιωμάτων από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία εξαρτάται από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας, η οποία αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα δικαιώματα.
Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο με επιπτώσεις πολύ πέρα από το συγκεκριμένο έργο. Η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλείται στο μέλλον την ίδια διαδικασία ως ένδειξη ότι η ελληνική και κυπριακή πλευρά αποδέχονται στην πράξη την ανάγκη προηγούμενης τουρκικής συναίνεσης για δραστηριότητες στην περιοχή. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή νομική αναγνώριση, η επανάληψη μιας τέτοιας πρακτικής θα μπορούσε να ενισχύσει την τουρκική επιχειρηματολογία και να δυσχεράνει τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων.
Αυτό είναι το στρατηγικό ρίσκο: η διπλωματική επικοινωνία, εάν δεν οριοθετηθεί με σαφήνεια, να μετατραπεί σταδιακά σε αποδοχή ενός καθεστώτος άτυπης συναρμοδιότητας. Η αποφυγή ενός επεισοδίου αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο στόχο. Η αναζήτηση, όμως, τουρκικής άδειας για την άσκηση δικαιωμάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκουν είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.
Η ελληνική κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, δήλως, τουλάχιστιν λεκτικά, στις 7 Νοεμβρίου ότι η άδεια ζητήθηκε και χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα και ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Αθήνας–Άγκυρας για την αδειοδότηση. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι τυχόν άτυπη ενημέρωση της Τουρκίας από τη γαλλική πλευρά δεν συνιστά αναγνώριση δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας. [5]
Αυτή είναι η επίσημη ελληνική θέση και πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό ερώτημα: τι ακριβώς περιελάμβαναν οι επαφές της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα και γιατί η τουρκική πλευρά τις παρουσιάζει ως διαδικασία εξασφάλισης άδειας;
Η Αθήνα οφείλει να διαχωρίσει με απόλυτη σαφήνεια τρία διαφορετικά πράγματα:
- την ενημέρωση μιας τρίτης χώρας,
- τη διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή έντασης και
- την αναζήτηση της συναίνεσής της.
Η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών δεν είναι απλώς ζήτημα διατύπωσης. Μπορεί να έχει συνέπειες για τη θέση της χώρας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και αντιπαραθέσεις.
Πώς παρουσιάζει η Τουρκία τις εξελίξεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάλυψη του ζητήματος από τον τουρκικό Τύπο. Σε δημοσίευμά του στις 6 Νοεμβρίου 2026, το τουρκικό ειδησεογραφικό μέσο TRHaber χρησιμοποίησε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında», δηλαδή «Το ηλεκτρικό σχέδιο της Ελλάδας προσέκρουσε στην Τουρκία: Η Γαλλία στην πόρτα της Άγκυρας». [8]
Το δημοσίευμα παρουσιάζει τις γαλλοτουρκικές διπλωματικές επαφές ως αναγκαίο βήμα για την επανέναρξη των ερευνών του Abeille Marengo. Αναφέρεται ειδικότερα στην επαφή της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Άγκυρα, Isabelle Dumont, με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Mehmet Kemal Bozay, καθώς και στην απαίτηση της τουρκικής πλευράς για προηγούμενη γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις ερευνητικές δραστηριότητες.
Παράλληλα, επαναφέρει την επιχειρηματολογία του Χακάν Φιντάν ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά επιδιώκει προηγούμενη ενημέρωση και συντονισμό για τις δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί.
Η συγκεκριμένη δημοσιογραφική προσέγγιση έχει πολιτική σημασία. Η τουρκική αφήγηση παρουσιάζει τη διπλωματική επικοινωνία της Γαλλίας με την Άγκυρα ως ένδειξη ότι η Τουρκία αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την προώθηση του έργου. Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική προσέγγιση είναι εμφανής: η Αθήνα μιλά για αποκλειστική ελληνική αρμοδιότητα αδειοδότησης, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την προηγούμενη ενημέρωση και τη διπλωματική επικοινωνία ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ερευνών. Κατά την άποψή μου, τη σύγχυση και την ασάφεια που επικρατούν τις προκαλέσαμε σε μεγάλο βαθμό εμείς, με τις ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις μας σχετικά με τις προθέσεις και τις τελικές αποφάσεις της γαλλικής πλευράς.
Το δημοσίευμα βέβαια δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα ή η Γαλλία αναγνώρισαν τουρκικό δικαίωμα συναίνεσης. Αποκαλύπτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ως επιβεβαίωση της δικής της διπλωματικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτερη ενεργειακή διάσταση της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Ο Φιντάν έχει υποστηρίξει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή για την περιοχή, προβάλλοντας τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του τουρκικού εδάφους αντί της κατασκευής δαπανηρών υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συνδέσει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με τον ευρύτερο ενεργειακό σχεδιασμό της Ανατολικής Μεσογείου. [8]
Τι σημαίνει τελικά η δήλωση Φιντάν;
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού ότι το ζήτημα επιλύθηκε δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται να μιλά για διευθέτηση, η τουρκική αντι-NAVTEX εξακολουθεί να ισχύει και η επίσημη τουρκική θέση επιμένει στην ανάγκη εξασφάλισης της δικής της συναίνεσης. Επιπλέον, το ρεπορτάζ της αγγλόφωνης «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου επισημαίνει ότι οι επαφές Παρισιού–Άγκυρας δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε συμφωνία αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Οι λεπτομέρειες των διπλωματικών ανταλλαγών παραμένουν αδιευκρίνιστες. [6]
Υπάρχουν, επομένως, τρεις πιθανές ερμηνείες.
Πρώτον, η Γαλλία προχώρησε σε ενημέρωση της Τουρκίας, χωρίς να ζητήσει άδεια και χωρίς να αναγνωρίσει οποιαδήποτε τουρκική αρμοδιότητα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προκύπτει ελληνική υποχώρηση.
Δεύτερον, υπήρξε κάποια διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή παρεμπόδισης των ερευνών, χωρίς αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων. Και αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να είναι θεμιτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργεί δεσμεύσεις για το μέλλον.
Τρίτον, η γαλλική ή άλλη εμπλεκόμενη πλευρά αποδέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι η πραγματοποίηση των ερευνών προϋποθέτει τουρκική συναίνεση. Εάν αυτό συνέβη, θα επρόκειτο για εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα ενίσχυε την τουρκική επιδίωξη να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πρακτικά αποδεκτό καθεστώς συναπόφασης.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν καμία από τις τρεις εκδοχές. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τι ακριβώς συζητήθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενο της επικοινωνίας της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι γεωπολιτικό
Το Great Sea Interconnector είναι έργο προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ, το οποίο αναπτύσσεται από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Στόχος του είναι η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, η επέκταση προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι ενεργειακή, οικονομική και γεωστρατηγική, καθώς περιορίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και ενισχύει τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. [7]
Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση. Η ολοκλήρωση του έργου ενισχύει τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου και δημιουργεί νέες δυνατότητες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να εξαρτάται από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Η τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιδιώκει την αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου και την επιβολή μιας αντίληψης περιφερειακής συνδιαχείρισης. Η επαναλαμβανόμενη έκδοση αντι-NAVTEX, οι παρεμβάσεις σε ερευνητικές δραστηριότητες και η επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της Άγκυρας θα ήταν να καταστήσει σταδιακά αυτονόητο ότι κάθε έργο ενεργειακής ή άλλης στρατηγικής σημασίας στην περιοχή χρειάζεται προηγουμένως τη δική της έγκριση. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε προηγούμενο με συνέπειες πολύ ευρύτερες από το συγκεκριμένο καλώδιο.
Η ευθύνη της Αθήνας και η επόμενη δοκιμασία
Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται πλέον στο πεδίο. Η αναχώρηση του Abeille Marengo και η έναρξη των ερευνών θα δείξουν εάν η Τουρκία περιορίζεται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες και αντι-NAVTEX ή εάν θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει επιχειρησιακά την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου, το πλοίο αναμενόταν να αναχωρήσει στις 9 Νοεμβρίου, ενώ η εξέλιξη των ερευνών θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη της τουρκικής στάσης. [6]
Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία θα συνεχιστεί βάσει των αδειών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί οποιαδήποτε εντύπωση ότι η Άγκυρα διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ή αρνησικυρίας.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοικτούς τους διπλωματικούς διαύλους και να επιδιώκει την αποφυγή μιας κρίσης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την αναζήτηση άδειας από την Τουρκία. Εάν η ελληνική πλευρά, έστω μέσω της Γαλλίας, προσέφυγε στην Άγκυρα για να εξασφαλίσει την έγκρισή της, τότε θα πρέπει να εξηγηθεί ποια στρατηγική σκοπιμότητα εξυπηρετούσε μια τέτοια επιλογή και με ποιες εγγυήσεις αποτράπηκε η δημιουργία προηγουμένου.
Η διπλωματία οφείλει να υπηρετεί την αποκλιμάκωση, χωρίς να μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα δικαιώματα της χώρας. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ενημέρωση δεν συνιστά αναγνώριση δικαιοδοσίας, η επικοινωνία δεν ισοδυναμεί με συναίνεση και η αποφυγή ενός επεισοδίου δεν πρέπει να οδηγεί σε πρακτικές που μπορούν να αξιοποιηθούν ως αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν η Τουρκία δήλωσε ότι το πρόβλημα επιλύθηκε. Είναι εάν, μέσα από τη διαδικασία που προηγήθηκε, επιχειρεί να εμφανιστεί ως χώρα που έχει πλέον λόγο στην έγκριση ενός έργου μεταξύ δύο κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και η Αθήνα πρέπει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέους άτυπους μηχανισμούς συναπόφασης, ούτε τετελεσμένα που οικοδομούνται μέσα από τη σταδιακή εξοικείωση με μονομερείς διεκδικήσεις. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και κράτη που γνωρίζουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους χωρίς να μετατρέπουν την αποφυγή της έντασης σε παραχώρηση αρμοδιοτήτων.
Γιατί τελικά, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει.
Και αυτό δεν μπορεί να το καθορίζει η επικοινωνιακή διαχείριση μιας διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά το διεθνές δίκαιο και οι πραγματικές αρμοδιότητες των κρατών.
Γιατί εάν η υλοποίηση ενός στρατηγικού έργου Ελλάδας και Κύπρου εξαρτάται στην πράξη από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας που αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια διπλωματική διευθέτηση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει συνολικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να δημιουργήσει προηγούμενο για τις μελλοντικές ενεργειακές και γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας και της Κύπρου.
Πηγές
[1] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Εκδόθηκε η NAVTEX για το Abeille Marengo – Ξεκινούν οι έρευνες για το καλώδιο».
[2] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.
[3] Καθημερινή/eKathimerini, 6 Νοεμβρίου 2026, ρεπορτάζ για την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και την αντι-NAVTEX της Άγκυρας.
[4] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Οι απαιτήσεις της Τουρκίας για το καλώδιο – Επαφές με τη Γαλλία για το Abeille Marengo».
[5] ΕΡΤnews, 7 Νοεμβρίου 2026, δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου για την ελληνική αδειοδότηση και τις επαφές με την Τουρκία.
[6] eKathimerini, 7 Νοεμβρίου 2026, Cable project faces major test.
[7] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.
[8] TRHaber, 6 Νοεμβρίου 2026, Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında.
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO3 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;
-
Πολιτική3 μήνες πρινΣΟΚ στη Λέσβο! Τούρκοι τουρίστες έβαλαν στο νησί αυτοκίνητο με εικόνα του σφαγέα Κεμάλ στο παρμπρίζ