Ακολουθήστε μας

GEOPOLITICO

Απίστευτα κι όμως ελληνικά – Ομογένεια, ελληνοτουρκικά, προφητικές αναγνώσεις και «εσωτερικό μέτωπο»

Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική πρόβλεψη, ισχυρούς θεσμούς, κοινωνική συνοχή, ενεργειακή και επισιτιστική ανθεκτικότητα, αποτελεσματική προστασία των συνόρων και, πάνω απ’ όλα, ικανότητα αυτόνομης αξιολόγησης των εθνικών της συμφερόντων. Άρθρο του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil. Παναγόπουλος Π. Αλέξιος 
Μια διαδικτυακή δήλωση που αποδίδεται σε Ελληνίδα με το όνομα Λίζα Πετροπούλου και παρουσιάζει τη συντάκτρια ως Ελληνίδα που υπηρετεί στις ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο ένα ζήτημα πολύ ευρύτερο από την ίδια την ανάρτηση: πώς αντιλαμβάνεται την Ελλάδα ο Ελληνισμός της Ομογένειας και πώς διαβάζει τις γεωπολιτικές εξελίξεις από διαφορετικό περιβάλλον;
Η συγκεκριμένη ιδιότητα και η αυθεντικότητα της ανάρτησης δεν έχουν, ανεξάρτητα, επιβεβαιωθεί. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το ενδιαφέρον του κειμένου ως έκφρασης μιας συγκεκριμένης γεωπολιτικής αντίληψης.
Ως άνθρωπος που προέρχομαι από την Ομογένεια του Ρήγα Φεραίου, θεωρώ ότι η οπτική αυτή αξίζει να ακούγεται. Ο Ρήγας έδρασε εκτός του τότε ελληνικού γεωγραφικού χώρου, ιδιαίτερα στη Βιέννη, Τεργέστη και Βελιγράδι όπου μαρτύρησε μαζί με Έλληνες διακεκριμένους επι Αυστροουγγαρίας στο Ζέμουν, αλλά η  χιλιομετρική απόσταση τους από την πατρίδα δεν σήμαινε απόσταση από τον Ελληνισμό. Αντιθέτως, η Ομογένεια υπήρξε διαχρονικά χώρος όπου η Ελλάδα μπορούσε να παρατηρείται από μία διαφορετική οπτική γωνία.
Δεν υποστηρίζω ότι όποιος ζει εκτός Ελλάδας έχει αυτομάτως και την ορθότερη κρίση. Υποστηρίζω, όμως, ότι η διαφορετική εμπειρία και οπτική μπορεί να προσφέρει διαφορετικό παρατηρησιακό πεδίο.
Η συγκεκριμένη ανάρτηση υποστηρίζει ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι αναπόφευκτος και ότι μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει συμφέροντα τρίτων και δήθεν φίλων ή συμμάχων μας. Δεν υιοθετώ τον όρο «αναπόφευκτος» ως επιστημονικό συμπέρασμα. Θεωρώ όμως απολύτως θεμιτό να εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου ή ακόμη και μιας ευρύτερης ελληνοτουρκικής στρατιωτικής σύγκρουσης και να μελετώνται εκ των προτέρων οι συνέπειές της.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Έχουν ιστορικό εντάσεων, κρίσεων και διαφορών σχετικά με το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο και το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα ήδη επί Καποδίστρια όπως αποκαλύπτει ο λόγιος Κοσμάς Φλαμιάτος και ο άγιος Παπουλάκος.
Παράλληλα, σήμερα λειτουργεί δομημένος διμερής διάλογος, με πολιτικό διάλογο, θετική ατζέντα και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η ύπαρξη διαλόγου, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλείουμε τα δυσμενή σενάρια. Η ειρήνη απαιτεί διάλογο· η εθνική ασφάλεια απαιτεί, ασφάλεια και προετοιμασία για την περίπτωση της αποτυχίας του διαλόγου. Εδώ εντάσσω και την ελληνική προφητική παράδοση. Εδώ και δεκαετίες κυκλοφορούν αφηγήσεις που αποδίδονται σε Αγίους και Γέροντες και αναφέρονται σε ελληνοτουρκική σύγκρουση, μεγάλες εθνικές δοκιμασίες, οικονομική δυσχέρεια και ακόμη και πείνα. Αρκετοί σίγουρα δεν θεωρούν τις αφηγήσεις αυτές ως επιστημονικές προβλέψεις. Θεωρώ, όμως, ότι αποτελούν ένα τμήμα της ελληνικής θρησκευτικής και ιστορικής μνήμης και ότι μπορούν να εξετάζονται παράλληλα με την ερμηνευτική γεωπολιτική πραγματικότητα.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρει η ερμηνεία ότι μια εξωτερική σύγκρουση θα μπορούσε να συνοδευθεί από ένα «εσωτερικό μέτωπο» από το λεγόμενο ως Ρέμπελο: οικονομική αποσταθεροποίηση, κοινωνική πόλωση, ενεργειακές και επισιτιστικές πιέσεις, αποδυνάμωση των θεσμών και δυσκολία ελέγχου κρίσιμων υποδομών. Αυτό είναι και το σημείο όπου η δική μου θέση γίνεται σαφής.
Δεν αποκλείω ένα θερμό επεισόδιο ή ακόμη και έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Δεν θεωρώ επίσης αμελητέο το ενδεχόμενο μιας σοβαρής επισιτιστικής ή οικονομικής κρίσης ως συνέπειας μιας μεγάλης περιφερειακής σύγκρουσης. Όχι επειδή κάποια προφητική αφήγηση αρκεί για να αποδείξει το μέλλον, αλλά επειδή αυτά είναι σενάρια που θα πρέπει για την σύγχρονη ασφάλεια να εντάσσονται στον εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό. Και υπάρχει κάτι ακόμη που θεωρώ ότι πρέπει να συζητηθεί χωρίς φόβο αλλά και χωρίς πολιτική αφέλεια.
Σε περίπτωση μεγάλης εξωτερικής κρίσης, η Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα ζητήματα συνόρων και ακόμα χειρότερων μεταναστευτικών ροών, δημόσιας τάξης, κοινωνικής συνοχής και προστασίας κρίσιμων υποδομών. Το μεταναστευτικό αποτελεί ήδη αντικείμενο συστηματικής κρατικής καταγραφής και διαχείρισης. Το πραγματικό ζήτημα είναι η κρατική ικανότητα να αντιμετωπίζει κάθε παράνομη πράξη, ανεξαρτήτως καταγωγής ή θρησκείας, και να αποτρέπει την εκμετάλλευση μιας περιόδου εθνικής κρίσης από οργανωμένα δίκτυα ή οποιονδήποτε επιδιώκει οικονομικό και κοινωνικό όφελος από την αποσταθεροποίηση.
Σε ένα ακραίο σενάριο πολέμου, επισιτιστικής πίεσης και θεσμικής αποδυνάμωσης, κάθε κενό κρατικής εξουσίας μπορεί να δημιουργήσει χώρο για λεηλασίες, οργανωμένο έγκλημα, παράνομη οικονομική δραστηριότητα και εσωτερική αποσταθεροποίηση. Αυτό είναι το «μεγάλο πλιάτσικο» που οφείλει να προλάβει το κράτος — όχι με συλλογικές στοχοποιήσεις, αλλά με αποτελεσματική προετοιμασία ασφαλείας και εφαρμογής του νόμου.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της φράσης ότι «η μισή δουλειά μπορεί να γίνει μέσα στη χώρα». Μια χώρα δεν χρειάζεται να ηττηθεί στρατιωτικά για να υποστεί στρατηγική ήττα. Αρκεί να έχει προηγουμένως αποδυναμωθεί οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά.
Οι σύμμαχοι, επίσης, δεν πρέπει ούτε να αντιμετωπίζονται ως εχθροί ούτε να θεωρούνται ότι πάντα θα ταυτίζουν, σήμερα και πάντοτε τα συμφέροντά τους με τα ελληνικά. Η διεθνής πολιτική λειτουργεί με βάση συσχετισμούς ισχύος και εθνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα οφείλει να συνεργάζεται, αλλά ταυτόχρονα να αξιολογεί αυτόνομα κάθε εξέλιξη και να υπερασπίζεται με συνέπεια τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Ούτε τυφλή εμπιστοσύνη, ούτε τυφλή καχυποψία απέναντι στους συμμάχους.
Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική πρόβλεψη, ισχυρούς θεσμούς, κοινωνική συνοχή, ενεργειακή και επισιτιστική ανθεκτικότητα, αποτελεσματική προστασία των συνόρων και, πάνω απ’ όλα, ικανότητα αυτόνομης αξιολόγησης των εθνικών της συμφερόντων.
Ο Ρήγας Φεραίος δεν περίμενε από άλλους να αποφασίσουν για τον Ελληνισμό. Μελέτησε την εποχή του, αντιλήφθηκε τους συσχετισμούς και επιχείρησε να διαμορφώσει ένα πολιτικό όραμα.
Σήμερα το ερώτημα παραμένει επίκαιρο:
Εάν πράγματι έρθει μια μεγάλη γεωπολιτική δοκιμασία, θα έχει η Ελλάδα την εσωτερική αντοχή και τη θεσμική επάρκεια να προστατεύσει τον λαό και τα συμφέροντά της ή θα ανακαλύψει, όταν θα είναι πλέον πολύ αργά, ότι άλλοι φίλοι και σύμμαχοι είχαν ήδη προετοιμαστεί καλύτερα για τη δική της κρίση; Αφύπνιση, Εγρήγορση, Ασφάλεια, Ιδανικά, Αξίες ως και τώρα!! Όχι στην επιστροφή της Ποδιάς στα Σχολεία. Ναι, στην σχολική προσευχή, Ναι στην κόσμια, λιτή και ηθική εμφάνιση των μαθητών μας!!

Ο Αλέξιος Π. Παναγόπουλος είναι διακεκριμένος Ακαδημαϊκός, Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Νομικής, με πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο που εκτείνεται στους τομείς της Ηθικής, της Θεολογίας και των Ανθρωπιστικών Επιστημών. Για το έτος 2025, αποτελεί υποψήφιο για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Ακαδημαϊκοί Τίτλοι & Διακρίσεις Τακτικό Μέλος (Academician): Ευρωπαϊκή Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (EASA, Salzburg – Αυστρία), από 05/06/2024. Τακτικό Μέλος (Academician): Διεθνής Σλαβική Ακαδημία Επιστημών, Πολιτισμού, Εκπαίδευσης και Τεχνών (MCA, Μόσχα – 7 Σλαβικές Χώρες), από 26/12/2018. Τακτικό Μέλος (Academician): Διεθνής Ηθική Ακαδημία Ινδίας (IEAI), από 06/2024. Υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης 2025. Ακαδημαϊκή Εκπαίδευση & Τίτλοι (DDDr. Dr.Habil.) Διαθέτει σπάνιο εύρος εξειδίκευσης με τρία διδακτορικά διπλώματα και υφηγεσία: Diploma Dr. Habilitation: Νομική Επιστήμη. Διδακτορικό (PhD): Πολιτικές Επιστήμες. Διδακτορικό (PhD): Βιοηθική, Βιοψυχολογία και Ιατρική Ανθρωπολογία. Διδακτορικό (PhD): Θεολογία και Θρησκειολογία. Μεταδιδακτορική Έρευνα (Post-Doc): Νομική (Πανεπιστήμιο Βελιγραδίου). Θεολογία/Θρησκειολογία (Πανεπιστήμιο Μονάχου). Βιοηθική (Πανεπιστήμιο Πατρών). Βασικοί Τίτλοι Σπουδών: Πτυχία στη Νομική (Δικηγόρος), τη Θεολογία, την Ιστορία/Φιλολογία και τη Μουσική. Υπήρξε υπότροφος σημαντικών ιδρυμάτων όπως το DAAD (Γερμανία) και το ΙΚΥ. Επαγγελματική & Διοικητική Εμπειρία Καθηγητής: Πολιτικών Επιστημών και Νομικής. Διευθυντής: Ευρωπαϊκός Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου (EPLO) για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (BiH) και το Μαυροβούνιο (MNE). Δικηγόρος & Νομικός. Διεθνείς Συμμετοχές & Μέλος Οργανισμών World Association of Jurists (WJA): Μέλος της Παγκόσμιας Ένωσης Νομικών (Ουάσινγκτον, ΗΠΑ). Ciesart (Camara Internacional de Escritores y Artistas): Μέλος του Διεθνούς Επιμελητηρίου Συγγραφέων και Καλλιτεχνών (Ισπανία). Συγγραφικό & Ποιητικό Έργο Είναι αναγνωρισμένος συγγραφέας και ποιητής με πλούσια εργογραφία που περιλαμβάνει επιστημονικά συγγράμματα, δοκίμια και λογοτεχνία. Το έργο του φιλοξενείται σε σημαντικές πλατφόρμες και βιβλιογραφικές βάσεις: Biblionet: Καταγραφή εκδοθέντων έργων. Academia.edu: Δημοσιευμένες επιστημονικές μελέτες και papers. Huffington Post & Πεντουσία: Τακτικός αρθρογράφος. Ψηφιακή Παρουσία & Σύνδεσμοι ORCID ID: 0009-0008-9304-4040 Huffington Post Profile: Dr. Alexios Panagopoulos Πεμπτουσία: Author Page Academia.edu: Alexios Panagopoulos Papers Biblionet: Παναγόπουλος, Αλέξιος Π.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Για τη Δευτέρα ο απόπλους του «Abeille Marengo» – Στην Κάσο το επόμενο τεστ απέναντι στην Τουρκία

Για τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου μετατίθεται η αναχώρηση του γαλλικού ερευνητικού πλοίου «Abeille Marengo» από το λιμάνι του Ηρακλείου, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Η μετάθεση αποδίδεται στις καιρικές συνθήκες και στην ολοκλήρωση του επιχειρησιακού συντονισμού με τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες, την ώρα που η Άγκυρα επιμένει στις αμφισβητήσεις της μέσω αντι-NAVTEX. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην πορεία του πλοίου και κυρίως στο εάν οι έρευνες θα επεκταθούν στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί η Τουρκία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Νέα δεδομένα διαμορφώνονται γύρω από την επανεκκίνηση των ερευνών για το έργο Great Sea Interconnector (GSI), καθώς ο απόπλους του γαλλικού «Abeille Marengo», που αρχικά είχε προγραμματιστεί για το Σάββατο 7 Νοεμβρίου, μετατίθεται για το πρωί της Δευτέρας 9 Νοεμβρίου.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύει το neakriti.gr, το πλοίο βρίσκεται στο Ηράκλειο από τις 27 Οκτωβρίου και ολοκληρώνει τις απαραίτητες προετοιμασίες πριν από την έναρξη των εργασιών.

Η καθυστέρηση αποδίδεται επισήμως στις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, αλλά και στην ανάγκη ολοκλήρωσης των ενημερώσεων και του επιχειρησιακού συντονισμού με το Πολεμικό Ναυτικό και την Υδρογραφική Υπηρεσία.

Η αναχώρηση πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διπλωματική συγκυρία, καθώς οι τουρκικές αντιδράσεις για την ελληνική NAVTEX έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαφωνία Αθήνας και Άγκυρας για τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πρώτα δοκιμές στην Κρήτη και στη συνέχεια πορεία προς την Κάρπαθο

Το αρχικό σκέλος της αποστολής του «Abeille Marengo» προβλέπει κίνηση βόρεια της Κρήτης, όπου θα πραγματοποιηθούν δοκιμές και έλεγχοι των συστημάτων βυθομέτρησης.

Σκοπός είναι να επιβεβαιωθεί η επιχειρησιακή ετοιμότητα του εξοπλισμού πριν από την ανάπτυξη των ερευνητικών δραστηριοτήτων.

Στη συνέχεια, το γαλλικό σκάφος αναμένεται να κινηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και ακολούθως να κατευθυνθεί προς τη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Καρπάθου, με βάση τις συντεταγμένες της ελληνικής NAVTEX.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες του κρητικού μέσου, δεν διαφαίνεται ότι έως το τέλος του 2026 θα πραγματοποιηθούν ερευνητικές εργασίες στα επίμαχα σημεία εκτός ελληνικών χωρικών υδάτων, όπου εντοπίζεται η τουρκική αμφισβήτηση.

Η συγκεκριμένη πληροφορία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η αναχώρηση του πλοίου, αλλά το εάν και πότε θα πραγματοποιηθούν εργασίες στις θαλάσσιες περιοχές που αποτελούν αντικείμενο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Η τουρκική αντι-NAVTEX και οι πτήσεις UAV

Η μετάθεση του απόπλου έρχεται μία ημέρα μετά την έκδοση τουρκικής αντι-NAVTEX, με την οποία η Άγκυρα αμφισβήτησε την ελληνική ναυτική αναγγελία για τις εργασίες του γαλλικού ερευνητικού.

Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστήριξε μάλιστα ότι οι ελληνικές και κυπριακές NAVTEX έχουν ακυρωθεί από την τουρκική πλευρά.

Πρόκειται για μονομερή τουρκικό ισχυρισμό, ο οποίος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ακύρωση των αναγγελιών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με το neakriti.gr, καταγράφηκαν νυχτερινές πτήσεις περίπου δέκα τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε εκτεταμένη περιοχή του Αιγαίου, από τον Έβρο έως την Κάσο.

Η συγκεκριμένη δραστηριότητα προστίθεται στο κλίμα αυξημένης στρατιωτικής κινητικότητας που συνοδεύει την αντιπαράθεση για το καλώδιο, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί άμεση επιχειρησιακή σύνδεσή της με την αποστολή του γαλλικού σκάφους.

Χατζηβασιλείου: Η άδεια χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα

Απέναντι στις τουρκικές αμφισβητήσεις, η Αθήνα επιμένει ότι οι διαδικασίες αδειοδότησης πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Ελλάδας και Τουρκίας για την αδειοδότηση των ερευνών.

Η ελληνική πλευρά διαχωρίζει, επομένως, τη διπλωματική επικοινωνία από οποιαδήποτε διαδικασία χορήγησης άδειας, αποκρούοντας την τουρκική προσπάθεια να εμφανιστεί η Άγκυρα ως απαραίτητος συνομιλητής για την έγκριση των εργασιών.

Η ουσιαστική δοκιμασία παραμένει στο πεδίο

Το επόμενο βήμα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα καθοριστεί από την πραγματική πορεία και τις δραστηριότητες του «Abeille Marengo».

Εφόσον το πλοίο περιοριστεί αρχικά σε δοκιμές εξοπλισμού και εργασίες εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, η ουσιαστική αντιπαράθεση για τις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές θα παραμείνει ανοικτή.

Αντίθετα, η πραγματοποίηση ερευνών στις περιοχές που καλύπτει η τουρκική αμφισβήτηση θα αποτελέσει σημαντικότερο κριτήριο για την αξιολόγηση της στάσης της Άγκυρας.

Το Great Sea Interconnector παραμένει έργο στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς επιδιώκει την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.

Η αναχώρηση του γαλλικού πλοίου αποτελεί το επόμενο επιχειρησιακό βήμα. Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, θα είναι η υλοποίηση των ερευνών εκεί όπου η Τουρκία επιχειρεί να προβάλει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της.

Η πληροφορία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και πρέπει να αναδειχθεί στο ρεπορτάζ, καθώς διαχωρίζει την επανέναρξη των ερευνών από την πραγματική δοκιμασία στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές.

Χωρίς έρευνες στις επίμαχες περιοχές έως το τέλος του 2026

Ωστόσο, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν δείχνουν ότι θα πραγματοποιηθούν μέχρι το τέλος του 2026 ερευνητικές εργασίες στα επίμαχα σημεία εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων, όπου επικεντρώνεται η τουρκική αμφισβήτηση.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς υποδηλώνει ότι η αναχώρηση του «Abeille Marengo» και η επανέναρξη των δραστηριοτήτων του δεν συνεπάγονται απαραίτητα άμεση παρουσία του στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί η Άγκυρα.

Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πότε θα πραγματοποιηθούν οι έρευνες εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων και υπό ποιες συνθήκες θα εξελιχθεί η συγκεκριμένη φάση του έργου. Η τουρκική αντίδραση στην πράξη, και όχι μόνο μέσω διπλωματικών ανακοινώσεων και αντι-NAVTEX, θα αποτελέσει το ουσιαστικό κριτήριο για την εξέλιξη της αντιπαράθεσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Διπλωματική στροφή της Αιγύπτου στη Λιβύη: Άνοιξε ξανά η πρεσβεία στην Τρίπολη μετά από 12 χρόνια

Σημαντική αλλαγή στη διπλωματική προσέγγιση της Αιγύπτου απέναντι στη Λιβύη σηματοδοτεί η επαναλειτουργία της αιγυπτιακής πρεσβείας στην Τρίπολη, έπειτα από 12 χρόνια. Η κίνηση του Καΐρου αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς η Αίγυπτος υπήρξε ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος ελέγχει μεγάλο μέρος της ανατολικής Λιβύης και βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την κυβέρνηση της Τρίπολης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία απουσίας, η Αίγυπτος επαναφέρει τη διπλωματική της παρουσία στην πρωτεύουσα της Λιβύης, προχωρώντας σε μια κίνηση που αποτυπώνει την προσπάθεια αναπροσαρμογής της πολιτικής της απέναντι στη γειτονική χώρα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του αιγυπτιακού υπουργείου Εξωτερικών, η πρεσβεία στην Τρίπολη επαναλειτούργησε επισήμως, σηματοδοτώντας ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις του Καΐρου με τις αρχές της δυτικής Λιβύης.

Από τη στήριξη στον Χάφταρ στην προσέγγιση με την Τρίπολη

Η εξέλιξη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας των πολιτικών και στρατιωτικών ισορροπιών που έχουν διαμορφωθεί στη Λιβύη μετά την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι.

Η Αίγυπτος είχε ταχθεί επί σειρά ετών στο πλευρό του Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος αποτελεί τον ισχυρότερο στρατιωτικό παράγοντα στην ανατολική Λιβύη.

Η επαναλειτουργία της πρεσβείας στην Τρίπολη δείχνει ότι το Κάιρο επιδιώκει πλέον να ενισχύσει τους διαύλους επικοινωνίας και με τη δυτική πλευρά της χώρας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως εγκατάλειψη των σχέσεών του με την ανατολική Λιβύη.

Δώδεκα χρόνια διπλωματικής απουσίας

Η αιγυπτιακή πρεσβεία είχε κλείσει το 2014, όταν η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Λιβύη οδήγησε πολλές ξένες διπλωματικές αποστολές στην αποχώρηση από την Τρίπολη.

Εκείνη την περίοδο η χώρα οδηγήθηκε σε βαθύτερη πολιτική και θεσμική διαίρεση, με αντίπαλα κέντρα εξουσίας στην ανατολική και τη δυτική Λιβύη.

Η επιστροφή της αιγυπτιακής διπλωματικής αποστολής αποτελεί επομένως ένα ουσιαστικό βήμα αποκατάστασης της παρουσίας του Καΐρου στην πρωτεύουσα.

Αμπντελάτι: Βαθιές οι ιστορικές και πολιτισμικές σχέσεις

Κατά την τελετή επαναλειτουργίας της πρεσβείας, ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου, Μπαντρ Αμπντελάτι, αναφέρθηκε στους ιστορικούς δεσμούς που συνδέουν τους δύο λαούς.

Όπως δήλωσε, η ιστορική σημασία του κτιρίου της πρεσβείας αντανακλά το βάθος των ανθρώπινων και πολιτισμικών σχέσεων ανάμεσα στην Αίγυπτο και τη Λιβύη.

Η διπλωματική κίνηση του Καΐρου αποκτά πρόσθετη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η Λιβύη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιές εσωτερικές διαιρέσεις και ανταγωνισμούς για τον έλεγχο των πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών.

Νέα δεδομένα στις σχέσεις Καΐρου–Τρίπολης

Η επαναλειτουργία της πρεσβείας πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026, παρουσία του Αιγύπτιου υπουργού Εξωτερικών και εκπροσώπων της λιβυκής κυβέρνησης. Η εξέλιξη επιβεβαιώνεται τόσο από το Reuters όσο και από το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών.

Στο περιθώριο της επίσκεψής του, ο Αμπντελάτι συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, με αντικείμενο την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας.

Για την Αθήνα, οι κινήσεις του Καΐρου έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Λιβύη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η προσέγγιση της Αιγύπτου με την Τρίπολη δεν σημαίνει από μόνη της αλλαγή θέσης στο ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών, αναδεικνύει όμως τη σημασία των διπλωματικών επαφών με όλα τα λιβυκά κέντρα εξουσίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Θεόδωρος Ατματζίδης: Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;

Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει ο υποστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής Θεόδωρος Ατματζίδης. Με αφορμή τη δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX», εξετάζει τις γαλλοτουρκικές επαφές για τις έρευνες του Abeille Marengo και προειδοποιεί για τον κίνδυνο η διπλωματική ενημέρωση να παρουσιαστεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος συναίνεσης. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Αθήνας ότι η αδειοδότηση έγινε αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές, ο αρθρογράφος ζητεί σαφείς απαντήσεις για το περιεχόμενο των επαφών με την Άγκυρα, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι η αποτροπή ενός επικίνδυνου προηγουμένου άτυπης συναπόφασης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Φιντάν: «Επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» – Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η τουρκική παγίδα: Ποιος τελικά έδωσε την άδεια σε ποιον;

Του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστράτηγος ε.α. Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst

Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» για τις εργασίες του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου προκαλεί εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια. Τι ακριβώς επιλύθηκε και με ποιους όρους; Υπήρξε απλώς διπλωματική ενημέρωση της Τουρκίας ή κάποια μορφή συνεννόησης που επέτρεψε στην Άγκυρα να εμφανιστεί ως παράγοντας που έδωσε τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση των εργασιών;

Το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ μια διαφωνία για την έκδοση ναυτικών οδηγιών. Αγγίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Κύπρου και την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το χρονικό της αντιπαράθεσης

Στις 6 Νοεμβρίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών αδειοδότησης για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του καλωδίου στο πλαίσιο του Great Sea Interconnector (GSI). Η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από τη γαλλική εταιρεία NEXANS, για λογαριασμό της εταιρείας GSI, ενώ η άδεια εκδόθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, κατόπιν θετικής γνωμοδότησης της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής. Ακολούθησε η έκδοση της ελληνικής NAVTEX 1411/26 από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, για τις σχετικές δραστηριότητες. [1][2]

Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε τη δική της NAVTEX 345/26, μέσω του σταθμού Λάρνακας, για τις έρευνες στο τμήμα που αφορά την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), με ισχύ από τις 19 Νοεμβρίου 2026 έως τις 19 Μαρτίου 2027. [1]

Η τουρκική αντίδραση ήταν άμεση. Με την αντι-NAVTEX 1105/26 και σχετική ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, η Άγκυρα χαρακτήρισε τις εργασίες παράνομες, υποστηρίζοντας ότι τμήμα της περιοχής βρίσκεται εντός της υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί και ότι απαιτείται προηγούμενη τουρκική συναίνεση. Επανέφερε, μάλιστα, τα όρια που έχει γνωστοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη από τον Μάρτιο του 2020, στη βάση των τουρκικών διεκδικήσεων που συνδέονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. [3]

Η τουρκική στάση αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση συγκεκριμένων θαλάσσιων περιοχών. Επιδιώκει να καταστήσει αποδεκτή την αντίληψη ότι σημαντικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να περνούν μέσα από τη δική της έγκριση ή συναίνεση.

Το γαλλικό παρασκήνιο και το ζήτημα της άδειας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που δημοσίευσε η «Καθημερινή» σχετικά με τις επαφές της Γαλλίας με την Τουρκία για τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου Abeille Marengo.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 6ης Νοεμβρίου, η γαλλική πλευρά βρισκόταν σε επικοινωνία με την Άγκυρα, η οποία επιθυμούσε η σχετική συνεννόηση να αποτυπωθεί γραπτώς μέσω διπλωματικών διαύλων. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση διπλωματικής πηγής κοντά στην τουρκική προεδρία, σύμφωνα με την οποία η τουρκική πλευρά θα εξέλαμβανε τη γαλλική προσέγγιση ως αίτημα χορήγησης άδειας από την Τουρκία. [4]

Αυτή η διατύπωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Είναι άλλο πράγμα μια διπλωματική ενημέρωση, με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και την ασφάλεια ενός ερευνητικού πλοίου, και εντελώς διαφορετικό η αναγνώριση ότι η Τουρκία διαθέτει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει εργασίες σε περιοχές όπου η Ελλάδα ή η Κυπριακή Δημοκρατία ασκούν τα δικαιώματά τους.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία του στρατηγικού προβληματισμού. Εάν η Ελλάδα, έστω και μέσω της Γαλλίας, επιχείρησε να ζητήσει από την Τουρκία όχι απλώς να ενημερωθεί, αλλά να εγκρίνει ή να επιτρέψει την πραγματοποίηση των ερευνών, τότε η εξέλιξη αυτή θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες. Θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η άσκηση δικαιωμάτων από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία εξαρτάται από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας, η οποία αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα δικαιώματα.

Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο με επιπτώσεις πολύ πέρα από το συγκεκριμένο έργο. Η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλείται στο μέλλον την ίδια διαδικασία ως ένδειξη ότι η ελληνική και κυπριακή πλευρά αποδέχονται στην πράξη την ανάγκη προηγούμενης τουρκικής συναίνεσης για δραστηριότητες στην περιοχή. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή νομική αναγνώριση, η επανάληψη μιας τέτοιας πρακτικής θα μπορούσε να ενισχύσει την τουρκική επιχειρηματολογία και να δυσχεράνει τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων.

Αυτό είναι το στρατηγικό ρίσκο: η διπλωματική επικοινωνία, εάν δεν οριοθετηθεί με σαφήνεια, να μετατραπεί σταδιακά σε αποδοχή ενός καθεστώτος άτυπης συναρμοδιότητας. Η αποφυγή ενός επεισοδίου αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο στόχο. Η αναζήτηση, όμως, τουρκικής άδειας για την άσκηση δικαιωμάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκουν είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

Η ελληνική κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, δήλως, τουλάχιστιν λεκτικά, στις 7 Νοεμβρίου ότι η άδεια ζητήθηκε και χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα και ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Αθήνας–Άγκυρας για την αδειοδότηση. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι τυχόν άτυπη ενημέρωση της Τουρκίας από τη γαλλική πλευρά δεν συνιστά αναγνώριση δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας. [5]

Αυτή είναι η επίσημη ελληνική θέση και πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό ερώτημα: τι ακριβώς περιελάμβαναν οι επαφές της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα και γιατί η τουρκική πλευρά τις παρουσιάζει ως διαδικασία εξασφάλισης άδειας;

Η Αθήνα οφείλει να διαχωρίσει με απόλυτη σαφήνεια τρία διαφορετικά πράγματα:

  • την ενημέρωση μιας τρίτης χώρας,
  • τη διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή έντασης και
  • την αναζήτηση της συναίνεσής της.

Η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών δεν είναι απλώς ζήτημα διατύπωσης. Μπορεί να έχει συνέπειες για τη θέση της χώρας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και αντιπαραθέσεις.

Πώς παρουσιάζει η Τουρκία τις εξελίξεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάλυψη του ζητήματος από τον τουρκικό Τύπο. Σε δημοσίευμά του στις 6 Νοεμβρίου 2026, το τουρκικό ειδησεογραφικό μέσο TRHaber χρησιμοποίησε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında», δηλαδή «Το ηλεκτρικό σχέδιο της Ελλάδας προσέκρουσε στην Τουρκία: Η Γαλλία στην πόρτα της Άγκυρας». [8]

Το δημοσίευμα παρουσιάζει τις γαλλοτουρκικές διπλωματικές επαφές ως αναγκαίο βήμα για την επανέναρξη των ερευνών του Abeille Marengo. Αναφέρεται ειδικότερα στην επαφή της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Άγκυρα, Isabelle Dumont, με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Mehmet Kemal Bozay, καθώς και στην απαίτηση της τουρκικής πλευράς για προηγούμενη γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις ερευνητικές δραστηριότητες.

Παράλληλα, επαναφέρει την επιχειρηματολογία του Χακάν Φιντάν ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά επιδιώκει προηγούμενη ενημέρωση και συντονισμό για τις δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί.

Η συγκεκριμένη δημοσιογραφική προσέγγιση έχει πολιτική σημασία. Η τουρκική αφήγηση παρουσιάζει τη διπλωματική επικοινωνία της Γαλλίας με την Άγκυρα ως ένδειξη ότι η Τουρκία αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την προώθηση του έργου. Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική προσέγγιση είναι εμφανής: η Αθήνα μιλά για αποκλειστική ελληνική αρμοδιότητα αδειοδότησης, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την προηγούμενη ενημέρωση και τη διπλωματική επικοινωνία ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ερευνών. Κατά την άποψή μου, τη σύγχυση και την ασάφεια που επικρατούν τις προκαλέσαμε σε μεγάλο βαθμό εμείς, με τις ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις μας σχετικά με τις προθέσεις και τις τελικές αποφάσεις της γαλλικής πλευράς.

Το δημοσίευμα βέβαια δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα ή η Γαλλία αναγνώρισαν τουρκικό δικαίωμα συναίνεσης. Αποκαλύπτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ως επιβεβαίωση της δικής της διπλωματικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτερη ενεργειακή διάσταση της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Ο Φιντάν έχει υποστηρίξει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή για την περιοχή, προβάλλοντας τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του τουρκικού εδάφους αντί της κατασκευής δαπανηρών υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συνδέσει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με τον ευρύτερο ενεργειακό σχεδιασμό της Ανατολικής Μεσογείου. [8]

Τι σημαίνει τελικά η δήλωση Φιντάν;

Η δήλωση του Τούρκου υπουργού ότι το ζήτημα επιλύθηκε δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται να μιλά για διευθέτηση, η τουρκική αντι-NAVTEX εξακολουθεί να ισχύει και η επίσημη τουρκική θέση επιμένει στην ανάγκη εξασφάλισης της δικής της συναίνεσης. Επιπλέον, το ρεπορτάζ της αγγλόφωνης «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου επισημαίνει ότι οι επαφές Παρισιού–Άγκυρας δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε συμφωνία αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Οι λεπτομέρειες των διπλωματικών ανταλλαγών παραμένουν αδιευκρίνιστες. [6]

Υπάρχουν, επομένως, τρεις πιθανές ερμηνείες.

Πρώτον, η Γαλλία προχώρησε σε ενημέρωση της Τουρκίας, χωρίς να ζητήσει άδεια και χωρίς να αναγνωρίσει οποιαδήποτε τουρκική αρμοδιότητα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προκύπτει ελληνική υποχώρηση.

Δεύτερον, υπήρξε κάποια διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή παρεμπόδισης των ερευνών, χωρίς αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων. Και αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να είναι θεμιτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργεί δεσμεύσεις για το μέλλον.

Τρίτον, η γαλλική ή άλλη εμπλεκόμενη πλευρά αποδέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι η πραγματοποίηση των ερευνών προϋποθέτει τουρκική συναίνεση. Εάν αυτό συνέβη, θα επρόκειτο για εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα ενίσχυε την τουρκική επιδίωξη να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πρακτικά αποδεκτό καθεστώς συναπόφασης.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν καμία από τις τρεις εκδοχές. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τι ακριβώς συζητήθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενο της επικοινωνίας της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα.

Το πραγματικό διακύβευμα είναι γεωπολιτικό

Το Great Sea Interconnector είναι έργο προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ, το οποίο αναπτύσσεται από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Στόχος του είναι η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, η επέκταση προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι ενεργειακή, οικονομική και γεωστρατηγική, καθώς περιορίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και ενισχύει τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. [7]

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση. Η ολοκλήρωση του έργου ενισχύει τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου και δημιουργεί νέες δυνατότητες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να εξαρτάται από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.

Η τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιδιώκει την αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου και την επιβολή μιας αντίληψης περιφερειακής συνδιαχείρισης. Η επαναλαμβανόμενη έκδοση αντι-NAVTEX, οι παρεμβάσεις σε ερευνητικές δραστηριότητες και η επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της Άγκυρας θα ήταν να καταστήσει σταδιακά αυτονόητο ότι κάθε έργο ενεργειακής ή άλλης στρατηγικής σημασίας στην περιοχή χρειάζεται προηγουμένως τη δική της έγκριση. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε προηγούμενο με συνέπειες πολύ ευρύτερες από το συγκεκριμένο καλώδιο.

Η ευθύνη της Αθήνας και η επόμενη δοκιμασία

Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται πλέον στο πεδίο. Η αναχώρηση του Abeille Marengo και η έναρξη των ερευνών θα δείξουν εάν η Τουρκία περιορίζεται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες και αντι-NAVTEX ή εάν θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει επιχειρησιακά την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου, το πλοίο αναμενόταν να αναχωρήσει στις 9 Νοεμβρίου, ενώ η εξέλιξη των ερευνών θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη της τουρκικής στάσης. [6]

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία θα συνεχιστεί βάσει των αδειών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί οποιαδήποτε εντύπωση ότι η Άγκυρα διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ή αρνησικυρίας.

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοικτούς τους διπλωματικούς διαύλους και να επιδιώκει την αποφυγή μιας κρίσης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την αναζήτηση άδειας από την Τουρκία. Εάν η ελληνική πλευρά, έστω μέσω της Γαλλίας, προσέφυγε στην Άγκυρα για να εξασφαλίσει την έγκρισή της, τότε θα πρέπει να εξηγηθεί ποια στρατηγική σκοπιμότητα εξυπηρετούσε μια τέτοια επιλογή και με ποιες εγγυήσεις αποτράπηκε η δημιουργία προηγουμένου.

Η διπλωματία οφείλει να υπηρετεί την αποκλιμάκωση, χωρίς να μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα δικαιώματα της χώρας. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ενημέρωση δεν συνιστά αναγνώριση δικαιοδοσίας, η επικοινωνία δεν ισοδυναμεί με συναίνεση και η αποφυγή ενός επεισοδίου δεν πρέπει να οδηγεί σε πρακτικές που μπορούν να αξιοποιηθούν ως αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν η Τουρκία δήλωσε ότι το πρόβλημα επιλύθηκε. Είναι εάν, μέσα από τη διαδικασία που προηγήθηκε, επιχειρεί να εμφανιστεί ως χώρα που έχει πλέον λόγο στην έγκριση ενός έργου μεταξύ δύο κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και η Αθήνα πρέπει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέους άτυπους μηχανισμούς συναπόφασης, ούτε τετελεσμένα που οικοδομούνται μέσα από τη σταδιακή εξοικείωση με μονομερείς διεκδικήσεις. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και κράτη που γνωρίζουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους χωρίς να μετατρέπουν την αποφυγή της έντασης σε παραχώρηση αρμοδιοτήτων.

Γιατί τελικά, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει.

Και αυτό δεν μπορεί να το καθορίζει η επικοινωνιακή διαχείριση μιας διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά το διεθνές δίκαιο και οι πραγματικές αρμοδιότητες των κρατών.

Γιατί εάν η υλοποίηση ενός στρατηγικού έργου Ελλάδας και Κύπρου εξαρτάται στην πράξη από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας που αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια διπλωματική διευθέτηση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει συνολικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να δημιουργήσει προηγούμενο για τις μελλοντικές ενεργειακές και γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας και της Κύπρου.

Πηγές

[1] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Εκδόθηκε η NAVTEX για το Abeille Marengo – Ξεκινούν οι έρευνες για το καλώδιο».

[2] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.

[3] Καθημερινή/eKathimerini, 6 Νοεμβρίου 2026, ρεπορτάζ για την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και την αντι-NAVTEX της Άγκυρας.

[4] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Οι απαιτήσεις της Τουρκίας για το καλώδιο – Επαφές με τη Γαλλία για το Abeille Marengo».

[5] ΕΡΤnews, 7 Νοεμβρίου 2026, δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου για την ελληνική αδειοδότηση και τις επαφές με την Τουρκία.

[6] eKathimerini, 7 Νοεμβρίου 2026, Cable project faces major test.

[7] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.

[8] TRHaber, 6 Νοεμβρίου 2026, Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή6 λεπτά πριν

Μακρόν: Το μυστικό καταφύγιο και το σχέδιο διαφυγής αν εισβάλουν διαδηλωτές στο Ελιζέ

Μυστικό καταφύγιο στα προάστια του Παρισιού φέρεται να διαθέτει ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, προκειμένου να καταφύγει εκεί σε περίπτωση...

Διεθνή36 λεπτά πριν

FT: Η Βρετανία θα προσκαλέσει τον Ζελένσκι για επίσημη επίσκεψη το επόμενο έτος

Στέλεχος της βρετανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι η επίσκεψη είναι καθοριστικής σημασίας, ώστε να γίνει σαφές ότι η στήριξη της Βρετανίας...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Για τη Δευτέρα ο απόπλους του «Abeille Marengo» – Στην Κάσο το επόμενο τεστ απέναντι στην Τουρκία

Για τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου μετατίθεται η αναχώρηση του γαλλικού ερευνητικού πλοίου «Abeille Marengo» από το λιμάνι του Ηρακλείου, στο...

Διεθνή1 ώρα πριν

Επίθεση Νετανιάχου στα αραβικά κόμματα πριν την απόφαση Χέρτζογκ: Μια κυβέρνηση που εξαρτάται από υποστηρικτές της τρομοκρατίας θα διαλύσει το Ισραήλ εκ των έσω

Ο Νετανιάχου κάλεσε συγκεκριμένα τα κόμματα του εθνικού χώρου και τις υπόλοιπες σιωνιστικές πολιτικές δυνάμεις να συμμετάσχουν σε ευρεία κυβέρνηση...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Έρνεστ Χέμινγουεϊ και οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από τη Μικρασιατική Καταστροφή

Μια λιγότερο γνωστή πτυχή της Μικρασιατικής Καταστροφής και του ξεριζωμού των Ελλήνων και Αρμενίων της Ανατολικής Θράκης αναδεικνύεται μέσα από...

Δημοφιλή